Greek
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

CellCept (mycophenolate mofetil) – περιληψη των χαρακτηριστικων του προϊοντοσ - L04AA06

Updated on site: 05-Oct-2017

Όνομα φαρμάκουCellCept
Κωδικός ATCL04AA06
Ουσίαmycophenolate mofetil
ΚατασκευαστήςRoche Registration Ltd.

Περιεχόμενα άρθρου

1.ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

CellCept 250 mg καψάκια.

2.ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε καψάκιο περιέχει 250 mg µυκοφαινολάτη µοφετίλ.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3.ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Καψάκια, σκληρά.

CellCept καψάκια: επιµήκη, µπλε/καφέ, που φέρουν µε µαύρους χαρακτήρες την ένδειξη «CellCept 250» στο περίβληµα του καψακίου και την επωνυµία «Roche» στο στέλεχός του.

4.ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1Θεραπευτικές ενδείξεις

Το CellCept ενδείκνυται σε συνδυασµό µε κυκλοσπορίνη και κορτικοστεροειδή για την προφύλαξη της οξείας απόρριψης µοσχεύµατος σε ασθενείς που έχουν δεχθεί αλλογενή νεφρικά, καρδιακά ή ηπατικά µοσχεύµατα.

4.2∆οσολογία και τρόπος χορήγησης

Η θεραπεία µε CellCept θα πρέπει να αρχίζει και να συνεχίζεται από κατάλληλα εξειδικευµένο προσωπικό, ειδικό στις µεταµοσχεύσεις.

∆οσολογία

Χρήση σε µεταµόσχευση νεφρού

Ενήλικες

Η από στόµατος χορήγηση CellCept θα πρέπει να αρχίζει εντός 72 ωρών από τη µεταµόσχευση. Η συνιστώµενη δόση σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού είναι 1 g χορηγούµενη δύο φορές την ηµέρα (2 g ηµερήσια δόση).

Παιδιατρικός πληθυσµός ηλικίας 2 έως 18 ετών

Η συνιστώµενη δόση µυκοφαινολάτης µοφετίλ είναι 600 mg/m2 χορηγούµενη από στόµατος δύο φορές την ηµέρα (έως το πολύ 2 g την ηµέρα). Τα καψάκια CellCept θα πρέπει να συνταγογραφούνται µόνο σε ασθενείς µε επιφάνεια σώµατος τουλάχιστον 1,25 m2. Σε ασθενείς µε επιφάνεια σώµατος µεταξύ 1,25 έως 1,5 m2 µπορούν να συνταγογραφούνται τα καψάκια CellCept σε δόση 750 mg δύο φορές την ηµέρα (1,5 g ηµερήσια δόση). Σε ασθενείς µε επιφάνεια σώµατος µεγαλύτερη του 1,5 m2 µπορούν να συνταγογραφούνται τα καψάκια CellCept σε δόση 1 g δύο φορές την ηµέρα (2 g ηµερήσια δόση). Επειδή κάποιες ανεπιθύµητες αντιδράσεις λαµβάνουν χώρα µε αυξηµένη συχνότητα στην ηλικιακή αυτή οµάδα (βλ. παράγραφο 4.8) συγκριτικά µε τους ενήλικες, µπορεί να απαιτηθεί παροδική µείωση ή διακοπή της δόσης. Θα πρέπει να λαµβάνονται υπόψη οι σχετικοί κλινικοί παράγοντες συµπεριλαµβανοµένης της βαρύτητας της αντίδρασης.

Παιδιατρικός πληθυσµός < 2 ετών Τα δεδοµένα σχετικά µε την ασφάλεια και την αποτελεσµατικότητα σε παιδιά ηλικίας κάτω των 2

ετών είναι περιορισµένα. Αυτά είναι ανεπαρκή για την υπόδειξη συνιστώµενης δοσολογίας, ως εκ τούτου δεν συνιστάται η χρήση του προϊόντος σε αυτή την ηλικιακή οµάδα.

Χρήση σε µεταµόσχευση καρδιάς

Ενήλικες

Η από στόµατος χορήγηση CellCept θα πρέπει να αρχίζει εντός 5 ηµερών από τη µεταµόσχευση. Η συνιστώµενη δόση σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση καρδιάς είναι 1,5 g χορηγούµενη δύο φορές την ηµέρα (3 g ηµερήσια δόση).

Παιδιατρικός πληθυσµός ∆εν υπάρχουν διαθέσιµα στοιχεία για παιδιατρικούς ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση καρδιάς.

Χρήση σε µεταµόσχευση ήπατος

Ενήλικες

Θα πρέπει να χορηγείται CellCept ενδοφλεβίως για τις πρώτες 4 ηµέρες µετά τη µεταµόσχευση ήπατος. Αµέσως µετά, χορηγείται CellCept από στόµατος, µόλις αυτό µπορεί να γίνει ανεκτό. Η από στόµατος συνιστώµενη δόση για ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση ήπατος είναι 1,5 g χορηγούµενη δύο φορές την ηµέρα (3 g ηµερήσια δόση).

Παιδιατρικός πληθυσµός ∆εν υπάρχουν διαθέσιµα στοιχεία για παιδιατρικούς ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση ήπατος.

Χρήση σε ειδικούς πληθυσµούς

Ηλικιωµένοι

Η συνιστώµενη δόση του 1 g χορηγούµενη δύο φορές την ηµέρα για ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού και του 1,5 g χορηγούµενη δύο φορές την ηµέρα για ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση καρδιάς ή ήπατος είναι κατάλληλη για τους ηλικιωµένους.

Νεφρική δυσλειτουργία Σε ασθενείς µε σοβαρή χρόνια νεφρική δυσλειτουργία (ρυθµός σπειραµατικής διήθησης

< 25 mL/min/1,73 m2) που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού θα πρέπει να αποφεύγονται δόσεις µεγαλύτερες από 1 g χορηγούµενες δύο φορές την ηµέρα, εκτός της περιόδου που ακολουθεί αµέσως µετά τη µεταµόσχευση νεφρού. Οι ασθενείς αυτοί θα πρέπει επίσης να παρακολουθούνται προσεκτικά. ∆εν απαιτούνται ρυθµίσεις της δοσολογίας σε ασθενείς που εµφανίζουν µετεγχειρητικά, επιβραδυµένη λειτουργία του νεφρικού µοσχεύµατος (βλ. παράγραφο 5.2). ∆εν υπάρχουν διαθέσιµα στοιχεία για τους ασθενείς µε σοβαρή χρόνια νεφρική δυσλειτουργία που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση καρδιάς ή ήπατος.

Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία ∆εν απαιτείται καµία ρύθµιση της δόσης σε ασθενείς µε σοβαρή ηπατική παρεγχυµατική νόσο που

έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού. ∆εν υπάρχουν διαθέσιµα στοιχεία για τους ασθενείς µε σοβαρή ηπατική παρεγχυµατική νόσο που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση καρδιάς.

Αγωγή κατά τη διάρκεια επεισοδίων απόρριψης

Το µυκοφαινολικό οξύ (MPA) είναι ο ενεργός µεταβολίτης της µυκοφαινολάτης µοφετίλ. Η απόρριψη του νεφρικού µοσχεύµατος δεν οδηγεί σε µεταβολές της φαρµακοκινητικής του MPA, ενώ δεν απαιτείται µείωση της δόσης ή διακοπή του CellCept. ∆εν υπάρχει καµία βάση για προσαρµογή της δόσης του CellCept µετά από απόρριψη του καρδιακού µοσχεύµατος. ∆εν υπάρχουν διαθέσιµα φαρµακοκινητικά δεδοµένα κατά την απόρριψη του ηπατικού µοσχεύµατος.

Τρόπος χορήγησης

Από του στόµατος χορήγηση

Προφυλάξεις που πρέπει να λαµβάνονται πριν τον χειρισµό ή τη χορήγηση του φαρµακευτικού προϊόντος

Λόγω του ότι η µυκοφαινολάτη µοφετίλ έχει επιδείξει τερατογόνες επιδράσεις σε επίµυς και κουνέλια, τα καψάκια CellCept δεν θα πρέπει να ανοίγονται ή να συνθλίβονται, ώστε να αποφεύγεται η εισπνοή ή η άµεση επαφή µε το δέρµα ή τους βλεννογόνους, της κόνεως που περιέχεται στα καψάκια CellCept. Εάν συµβεί τέτοια επαφή, πλύνετε σχολαστικά µε σαπούνι και νερό. Ξεπλύνετε τα µάτια µε καθαρό νερό.

4.3Αντενδείξεις

Το CellCept δεν θα πρέπει να δίνεται σε ασθενείς µε υπερευαισθησία στη µυκοφαινολάτη µοφετίλ, στο µυκοφαινολικό οξύ ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1. Έχουν παρατηρηθεί αντιδράσεις υπερευαισθησίας στο CellCept (βλ. παράγραφο 4.8).

To CellCept δεν θα πρέπει να δίνεται σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, οι οποίες δεν χρησιµοποιούν αντισύλληψη υψηλής αποτελεσµατικότητας (βλ. παράγραφο 4.6).

Η θεραπεία µε CellCept δεν θα πρέπει να ξεκινά σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, χωρίς να προσκοµίζουν αποτέλεσµα δοκιµασίας κύησης, προκειµένου να αποκλειστεί η ακούσια χρήση στην κύηση (βλ. παράγραφο 4.6).

Το CellCept δεν θα πρέπει να χρησιµοποιείται στην κύηση, εκτός εάν δεν υπάρχει κατάλληλη εναλλακτική θεραπεία για την πρόληψη της απόρριψης µοσχεύµατος (βλ. παράγραφο 4.6).

Το CellCept δεν θα πρέπει να δίνεται σε γυναίκες που θηλάζουν (βλ. παράγραφο 4.6).

4.4Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Νεοπλάσµατα

Ασθενείς που ακολουθούν θεραπευτική αγωγή µε ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες χρησιµοποιώντας συνδυασµούς φαρµακευτικών προϊόντων, συµπεριλαµβανοµένου του CellCept, διατρέχουν αυξηµένο κίνδυνο να παρουσιάσουν λεµφώµατα και άλλες κακοήθειες, ιδιαίτερα του δέρµατος (βλ. παράγραφο 4.8). Ο κίνδυνος φαίνεται να σχετίζεται περισσότερο µε την ένταση και τη διάρκεια της ανοσοκαταστολής, παρά µε τη χρήση κάποιου συγκεκριµένου παράγοντα.

Σαν γενική συµβουλή και µε σκοπό την ελαχιστοποίηση του κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου του δέρµατος, η έκθεση στο ηλιακό και στο υπεριώδες φως θα πρέπει να περιορίζεται φορώντας προστατευτικά ρούχα και χρησιµοποιώντας αντιηλιακή κρέµα µε υψηλό δείκτη προστασίας.

Λοιµώξεις

Οι ασθενείς οι οποίοι υποβάλλονται σε θεραπεία µε ανοσοκατασταλτικά, συµπεριλαµβανοµένου του CellCept, βρίσκονται σε αυξηµένο κίνδυνο για ευκαιριακές λοιµώξεις (βακτηριακές, µυκητιασικές, ιογενείς και λοιµώξεις από πρωτόζωα), θανατηφόρες λοιµώξεις, και σηψαιµία (βλ. παράγραφο 4.8). Σε αυτού του είδους τις λοιµώξεις περιλαµβάνονται η επανενεργοποίηση λανθάνουσας ιογενούς λοίµωξης, όπως είναι η επανενεργοποίηση ηπατίτιδας Β ή ηπατίτιδας C, και οι λοιµώξεις που προκαλούνται από θηλωµατοϊούς, (σχετιζόµενη µε τον ιό ΒΚ νεφροπάθεια, σχετιζόµενη µε τον ιό JC προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (PML)). Περιστατικά ηπατίτιδας λόγω επανενεργοποίησης της ηπατίτιδας Β ή της ηπατίτιδας C έχουν αναφερθεί σε ασθενείς-φορείς υπό θεραπεία µε ανοσοκατασταλτικά. Οι λοιµώξεις αυτές είναι συχνά συνδεδεµένες µε υψηλό συνολικό ανοσοκατασταλτικό φορτίο και µπορεί να οδηγήσουν σε σοβαρές ή θανατηφόρες καταστάσεις, τις οποίες οι θεράποντες ιατροί θα πρέπει να εξετάζουν κατά τη διαφορική διάγνωση σε ανοσοκατεσταλµένους ασθενείς µε επιδεινούµενη νεφρική λειτουργία ή µε νευρολογικά συµπτώµατα.

Υπήρξαν αναφορές υπογαµµασφαιριναιµίας συσχετιζόµενης µε υποτροπιάζουσες λοιµώξεις σε ασθενείς που λάµβαναν CellCept σε συνδυασµό µε άλλα ανοσοκατασταλτικά. Σε ορισµένες από αυτές τις περιπτώσεις η µετάβαση από το CellCept σε ένα εναλλακτικό ανοσοκατασταλτικό είχε ως αποτέλεσµα τα επίπεδα IgG στον ορό να επανέλθουν σε φυσιολογικές τιµές. Οι ασθενείς υπό CellCept που αναπτύσσουν υποτροπιάζουσες λοιµώξεις θα πρέπει να µετρούν τις ανοσοσφαιρίνες στον ορό τους. Σε περιπτώσεις παρατεταµένης, κλινικά σχετιζόµενης υπογαµµασφαιριναιµίας, θα πρέπει να εξετάζεται καταλληλη κλινική ενέργεια, λαµβάνοντας υπόψη τις ισχυρές κυτταροστατικές επιδράσεις που µπορεί να έχει το µυκοφαινολικό οξύ στα Τ- και Β-λεµφοκύτταρα.

Υπήρξαν δηµοσιευµένες αναφορές βρογχεκτασίας σε ενήλικες και παιδιά που έλαβαν CellCept σε συνδυασµό µε άλλα ανοσοκατασταλτικά. Σε ορισµένες από αυτές τις περιπτώσεις η µετάβαση από το CellCept σε ένα εναλλακτικό ανοσοκατασταλτικό είχε ως αποτέλεσµα τη βελτίωση των αναπνευστικών συµπτωµάτων. Ο κίνδυνος βρογχεκτασίας µπορεί να συνδέεται µε υπογαµµασφαιριναιµία ή µε απευθείας επίδραση στον πνεύµονα. Υπήρξαν επίσης και µεµονωµένες αναφορές διάµεσης πνευµονοπάθειας και πνευµονικής ίνωσης, ορισµένες εκ των οποίων είχαν θανατηφόρο έκβαση (βλ. παράγραφο 4.8). Συνιστάται η διερεύνηση των ασθενών που εκδηλώνουν επίµονα πνευµονικά συµπτώµατα, όπως βήχα και δύσπνοια.

Αίµα και ανοσοποιητικό σύστηµα

Οι ασθενείς που λαµβάνουν CellCept θα πρέπει να παρακολουθούνται για ουδετεροπενία, η οποία µπορεί να σχετίζεται µε το ίδιο το CellCept, µε ταυτόχρονη θεραπευτική αγωγή, µε λοιµώξεις από ιούς ή µε κάποιο συνδυασµό αυτών των αιτιών. Οι ασθενείς που λαµβάνουν CellCept θα πρέπει να υποβάλλονται σε πλήρη αιµατολογικό έλεγχο µία φορά την εβδοµάδα κατά τη διάρκεια του πρώτου µήνα, δύο φορές το µήνα κατά το δεύτερο και τρίτο µήνα της θεραπείας και στη συνέχεια µία φορά το µήνα κατά τον πρώτο χρόνο. Αν αναπτυχθεί ουδετεροπενία (απόλυτος αριθµός ουδετερόφιλων

< 1,3 x 103/µl), πιθανόν να είναι κατάλληλη η διακοπή ή ο τερµατισµός της χορήγησης CellCept.

Περιπτώσεις αµιγούς ερυθροκυτταρικής µυελικής απλασίας (pure red cell aplasia, PRCA) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία µε CellCept σε συνδυασµό µε άλλα ανοσοκατασταλτικά. Ο µηχανισµός µε τον οποίο η µυκοφαινολάτη µοφετίλ προκαλεί PRCA είναι άγνωστος. Η PRCA µπορεί να υποχωρήσει µε µείωση της δόσης ή διακοπή της θεραπείας µε CellCept. Αλλαγές στη θεραπεία µε CellCept πρέπει να πραγµατοποιούνται µόνο υπό την κατάλληλη επίβλεψη στους αποδέκτες µοσχεύµατος ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος απόρριψης του µοσχεύµατος (βλ. παράγραφο 4.8).

Οι ασθενείς που λαµβάνουν CellCept θα πρέπει να καθοδηγούνται ώστε να αναφέρουν αµέσως οποιαδήποτε ένδειξη λοίµωξης, µη αναµενόµενο µώλωπα, αιµορραγία ή οποιαδήποτε άλλη εκδήλωση καταστολής του µυελού των οστών.

Οι ασθενείς θα πρέπει να πληροφορούνται ότι κατά τη διάρκεια της θεραπείας µε CellCept, οι εµβολιασµοί µπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσµατικοί και ότι η χρήση εµβολίων από ζώντες εξασθενηµένους οργανισµούς θα πρέπει να αποφεύγεται (βλ. παράγραφο 4.5). Ο εµβολιασµός κατά του ιού της γρίππης µπορεί να είναι χρήσιµος. Οι γιατροί που συνταγογραφούν το φαρµακευτικό προϊόν θα πρέπει να ανατρέχουν στις εθνικές οδηγίες για τους εµβολιασµούς κατά της γρίππης.

Γαστρεντερικό

Το CellCept έχει συσχετιστεί µε αυξηµένη συχνότητα εµφάνισης ανεπιθύµητων συµβαµάτων από το πεπτικό σύστηµα, συµπεριλαµβανοµένων σπανίων περιπτώσεων εξέλκωσης της γαστρεντερικής οδού, αιµορραγίας και διάτρησης. Το CellCept θα πρέπει να χορηγείται µε προσοχή σε ασθενείς µε σοβαρή ενεργή νόσο του πεπτικού συστήµατος.

Το CellCept είναι ένας αναστολέας του ενζύµου αφυδρογονάση της µονοφωσφορικής ινοσίνης

(IMPDH, inosine monophosphate dehydrogenase). Ως εκ τούτου, θα πρέπει να αποφεύγεται η χρήση του από ασθενείς που έχουν τη σπάνια κληρονοµική έλλειψη του ενζύµου

φωσφοριβοσυλ-τρανσφεράση της υποξανθίνης-γουανίνης (HGPRT, hypoxanthine-guanine phosphoribosyl-transferase) όπως στο σύνδροµο Lesch - Nyhan και Kelley - Seegmiller.

Αλληλεπιδράσεις

Θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή κατά την αλλαγή της θεραπείας συνδυασµού από τα σχήµατα που περιέχουν ανοσοκατασταλτικά, τα οποία παρεµβαίνουν στην εντεροηπατική επανακυκλοφορία του MPA, π.χ. από κυκλοσπορίνη σε άλλα που δεν ασκούν τη συγκεκριµένη επίδραση, π.χ.

σιρόλιµους, µπελατασέπτη, ή αντίστροφα, καθώς αυτό µπορεί να έχει ως αποτέλεσµα αλλαγές στην έκθεση του MPA. Τα φάρµακα άλλων κατηγοριών που παρεµβαίνουν στον εντεροηπατικό κύκλο του MPA π.χ. χολεστυραµίνη θα πρέπει να χρησιµοποιούνται µε προσοχή εξαιτίας της πιθανότητάς τους να µειώσουν τα επίπεδα στο πλάσµα και την αποτελεσµατικότητα του CellCept (βλ. επίσης παράγραφο 4.5).

Συνιστάται ότι δεν θα πρέπει να χορηγείται το CellCept ταυτόχρονα µε αζαθειοπρίνη, διότι µια τέτοια ταυτόχρονη χορήγηση δεν έχει µελετηθεί.

∆εν έχει τεκµηριωθεί η αναλογία οφέλους/κινδύνου της µυκοφαινολάτης µοφετίλ σε συνδυασµό µε το τακρόλιµους ή το σιρόλιµους (βλ. επίσης παράγραφο 4.5).

Ειδικοί πληθυσµοί

Οι ηλικιωµένοι ασθενείς ενδέχεται να διατρέχουν αυξηµένο κίνδυνο εµφάνισης ανεπιθύµητων ενεργειών, όπως ορισµένες λοιµώξεις (συµπεριλαµβανοµένης της διηθητικής νόσου των ιστών από κυτταροµεγαλοϊό) και πιθανόν γαστρεντερική αιµορραγία και πνευµονικό οίδηµα, σε σύγκριση µε νεότερα άτοµα (βλ. παράγραφο 4.8).

Τερατογόνες επιδράσεις Η µυκοφαινολάτη είναι µία ισχυρή τερατογόνος ουσία για τον άνθρωπο. Έχουν αναφερθεί αυτόµατες

αποβολές (ποσοστό 45-49%) και συγγενείς δυσπλασίες (εκτιµώµενο ποσοστό 23-27%) µετά από την έκθεση στη µυκοφαινολάτη µοφετίλ κατά τη διάρκεια της κύησης. Ως εκ τούτου, το CellCept αντεδείκνυται στην κύηση εκτός εάν δεν υπάρχουν κατάλληλες εναλλακτικές θεραπείες για την πρόληψη της απόρριψης µοσχεύµατος. Οι γυναίκες και οι άνδρες ασθενείς σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να ενηµερώνονται για τους κινδύνους και να ακολουθούν τις συστάσεις που παρέχονται στην παράγραφο 4.6 (π.χ. µέθοδοι αντισύλληψης, δοκιµασία κύησης) πριν, κατά τη διάρκεια και µετά τη θεραπεία µε CellCept. Οι γιατροί θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι γυναίκες και οι άνδρες που λαµβάνουν µυκοφαινολάτη κατανοούν τον κίνδυνο βλάβης για το βρέφος, την ανάγκη για αποτελεσµατική αντισύλληψη και την ανάγκη να συµβουλεύονται άµεσα έναν γιατρό εάν υπάρχει πιθανότητα κύησης.

Αντισύλληψη (βλ. παράγραφο 4.6)

Λόγω του γενοτοξικού και τερατογόνου δυναµικού του CellCept, οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να χρησιµοποιούν ταυτόχρονα δύο αξιόπιστες µορφές αντισύλληψης πριν από την έναρξη της θεραπείας µε CellCept, κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για έξι εβδοµάδες µετά τη διακοπή της θεραπείας, εκτός εάν η αποχή είναι η µέθοδος αντισύλληψης που έχει επιλεγεί (βλ. παράγραφο 4.5).

Οι σεξουαλικά ενεργοί άνδρες συνιστάται να χρησιµοποιούν προφυλακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 90 ηµέρες µετά τη διακοπή της θεραπείας. Η χρήση προφυλακτικού έχει εφαρµογή τόσο για άνδρες µε αναπαραγωγική ικανότητα, όσο και για άνδρες που έχουν υποβληθεί σε εκτοµή σπερµατικού πόρου, καθώς οι κίνδυνοι που σχετίζονται µε τη µεταφορά σπερµατικού υγρού ισχύουν επίσης και για τους άνδρες που έχουν υποβληθεί σε εκτοµή σπερµατικού πόρου. Επιπρόσθετα, οι γυναίκες σύντροφοι ανδρών ασθενών υπό θεραπεία µε CellCept συνιστάται να χρησιµοποιούν αντισύλληψη υψηλής αποτελεσµατικότητας κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για συνολικά 90 ηµέρες µετά την τελευταία δόση του CellCept.

Eκπαιδευτικά υλικά

Ο κάτοχος της Άδειας Κυκλοφορίας του προϊόντος θα παρέχει εκπαιδευτικά υλικά στους επαγγελµατίες του τοµέα υγειονοµικής περίθαλψης, ώστε να βοηθήσει τους ασθενείς να αποφύγουν την έκθεση εµβρύων στη µυκοφαινολάτη και να παρέχει πρόσθετες σηµαντικές πληροφορίες ασφαλείας. Τα εκπαιδευτικά υλικά θα τονίζουν τις προειδοποιήσεις σχετικά µε την τερατογόνο δράση της µυκοφαινολάτης, θα παρέχουν συµβουλές σχετικά µε την αντισύλληψη πριν από την έναρξη της θεραπείας και καθοδήγηση σχετικά µε την ανάγκη για δοκιµασίες κύησης. Πλήρης πληροφόρηση σχετικά µε τον κίνδυνο τερατογένεσης και τα µέτρα αποφυγής της κύησης θα πρέπει να παρέχεται από τον γιατρό σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία και ανάλογα µε την περίπτωση, σε άνδρες ασθενείς.

Επιπρόσθετες προφυλάξεις Οι ασθενείς δεν θα πρέπει να δωρίζουν αίµα κατά τη διάρκεια της θεραπείας ή για τουλάχιστον 6

εβδοµάδες µετά τη διακοπή της µυκοφαινολάτης. Οι άνδρες δεν θα πρέπει να δωρίζουν σπέρµα κατά τη διάρκεια της θεραπείας ή για 90 ηµέρες µετά τη διακοπή της µυκοφαινολάτης.

4.5Αλληλεπιδράσεις µε άλλα φαρµακευτικά προϊόντα και άλλες µορφές αλληλεπίδρασης

Ακυκλoβίρη

Υψηλότερες συγκεντρώσεις ακυκλοβίρης στο πλάσµα παρατηρήθηκαν όταν χορηγήθηκε η µυκοφαινολάτη µοφετίλ µαζί µε ακυκλοβίρη, σε σύγκριση µε τη χορήγηση της ακυκλοβίρης µόνο. Οι µεταβολές της φαρµακοκινητικής του MPAG (το φαινολικό γλυκουρονίδιο του MPA) (αύξηση MPAG κατά 8 %) ήταν ελάχιστες και δεν θεωρούνται κλινικώς σηµαντικές. Επειδή οι συγκεντρώσεις του MPAG στο πλάσµα αυξάνονται µε την ύπαρξη νεφρικής δυσλειτουργίας, καθώς και οι συγκεντρώσεις της ακυκλοβίρης, υπάρχει το ενδεχόµενο η µυκοφαινολάτη µοφετίλ και η ακυκλοβίρη, ή τα προφάρµακά της, π.χ. η βαλακυκλοβίρη, να ανταγωνίζονται για σωληναριακή απέκκριση και µπορεί να σηµειωθούν περαιτέρω αυξήσεις στις συγκεντρώσεις και των δύο ουσιών.

Αντιόξινα και αναστολείς της αντλίας πρωτονίων (PPIs)

Μειωµένη έκθεση σε MPA έχει παρατηρηθεί όταν αντιόξινα, όπως υδροξείδια µαγνησίου και αργιλίου, και PPIs, που περιλαµβάνουν λανσοπραζόλη και παντοπραζόλη, χορηγήθηκαν µε CellCept. Όταν συνέκριναν τα ποσοστά της απόρριψης µοσχεύµατος ή τα ποσοστά της απώλειας µοσχεύµατος, µεταξύ των ασθενών µε CellCept που λάµβαναν PPIs έναντι ασθενών µε CellCept που δεν λάµβαναν PPIs, δεν παρατηρήθηκαν σηµαντικές διαφορές.

Αυτά τα δεδοµένα υποστηρίζουν επέκταση αυτού του ευρήµατος σε όλα τα αντιόξινα, διότι η µείωση της έκθεσης όταν το CellCept συγχορηγήθηκε µε υδροξείδια µαγνησίου και αργιλίου είναι σηµαντικά µικρότερη από ό,τι όταν το CellCept συγχορηγήθηκε µε PPIs.

Χολεστυραµίνη

Μετά τη χορήγηση εφάπαξ δόσης 1,5 g µυκοφαινολάτης µοφετίλ σε φυσιολογικά υγιή άτοµα, τα οποία προηγουµένως είχαν ακολουθήσει αγωγή µε 4 g χολεστυραµίνης τρεις φορές την ηµέρα για 4 ηµέρες, υπήρξε µία κατά 40 % µείωση της AUC του MPA (βλ. παράγραφο 4.4 και παράγραφο 5.2). Απαιτείται προσοχή κατά την ταυτόχρονη χορήγηση, εξαιτίας της πιθανότητας µείωσης της αποτελεσµατικότητας του CellCept.

Φαρµακευτικά προϊόντα που παρεµβαίνουν στην εντεροηπατική κυκλοφορία Θα πρέπει να δίνεται προσοχή σε φαρµακευτικά προϊόντα που παρεµβαίνουν στην εντεροηπατική

κυκλοφορία, εξαιτίας της πιθανότητας να µειώσουν την αποτελεσµατικότητα του CellCept.

Κυκλοσπορίνη Α

Η φαρµακοκινητική της κυκλοσπορίνης Α (CsA) δεν επηρεάζεται από τη µυκοφαινολάτη µοφετίλ. Σε αντίθεση, εάν σταµατήσει η συγχορήγηση της κυκλοσπορίνης, πρέπει να αναµένεται αύξηση της AUC του MPA κατά περίπου 30%. Η CsA παρεµβαίνει στην εντεροηπατική ανακύκλωση του ΜΡΑ, οδηγώντας σε µειωµένες εκθέσεις ΜΡΑ κατά 30-50% στους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού και έχουν λάβει θεραπεία µε CellCept και CsA συγκριτικά µε τους ασθενείς που λαµβάνουν σιρόλιµους ή µπελατασέπτη και παρόµοιες δόσεις CellCept (βλ. επίσης παράγραφο 4.4). Αντίθετα, θα πρέπει να αναµένονται αλλαγές στην έκθεση του ΜΡΑ κατά την αλλαγή των

ασθενών από CsA σε ένα από τα ανοσοκατασταλτικά, τα οποία δεν παρεµβαίνουν στον εντεροηπατικό κύκλο του ΜΡΑ.

Τελµισαρτάνη

Η ταυτόχρονη χορήγηση τελµισαρτάνης και CellCept οδήγησε σε περίπου 30% µείωση των συγκεντρώσεων του ΜΡΑ. Η τελµισαρτάνη αλλάζει την αποµάκρυνση του ΜΡΑ ενισχύοντας την έκφραση του PPAR γάµµα (ενεργοποιηµένος υποδοχέας-γάµµα υπεροξεισωµατικού πολλαπλασιαστή), ο οποίος µε τη σειρά του οδηγεί σε ενισχυµένη έκφραση και δραστηριότητα του UGT1A9. Κατά τη σύγκριση των ποσοστών απόρριψης µοσχεύµατος, των ποσοστών απώλειας µοσχεύµατος ή των προφίλ ανεπιθύµητων συµβάντων ανάµεσα στους ασθενείς του CellCept µε και χωρίς ταυτόχρονη φαρµακευτική αγωγή τελµισαρτάνης, δεν παρατηρήθηκαν κλινικές συνέπειες στις φαρµακοκινητικές φαρµακευτικές αλληλεπιδράσεις.

Γκανσικλοβίρη Με βάση τα αποτελέσµατα µιας µελέτης χορήγησης εφάπαξ δόσης από στόµατος µυκοφαινολάτης

µοφετίλ και ενδοφλέβιας γκανσικλοβίρης στις συνιστώµενες δόσεις και των γνωστών επιδράσεων της νεφρικής δυσλειτουργίας στη φαρµακοκινητική του CellCept (βλ. παράγραφο 4.2) και της γκανσικλοβίρης, αναµένεται ότι η ταυτόχρονη χορήγηση αυτών των δύο παραγόντων (που ανταγωνίζονται για τους µηχανισµούς της νεφρικής σωληναριακής απέκκρισης) θα έχει σαν αποτέλεσµα αυξήσεις στις συγκεντρώσεις της MPAG και της γκανσικλοβίρης. ∆εν αναµένεται σηµαντική τροποποίηση στη φαρµακοκινητική του MPA και δεν απαιτείται προσαρµογή της δόσης του CellCept. Σε ασθενείς µε νεφρική δυσλειτουργία που λαµβάνουν ταυτόχρονα CellCept και γκανσικλοβίρη ή προφάρµακά της, π.χ. βαλγκανσικλοβίρη, οι συστάσεις για τη δόση της γκανσικλοβίρης θα πρέπει να τηρούνται και οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.

Από στόµατος αντισυλληπτικά Οι φαρµακοκινητικές και φαρµακοδυναµικές ιδιότητες των από στόµατος αντισυλληπτικών δεν

επηρεάστηκαν από τη συγχορήγηση CellCept (βλ. επίσης παράγραφο 5.2).

Ριφαµπικίνη

Σε ασθενείς που επίσης δεν λαµβάνουν κυκλοσπορίνη, η συγχορήγηση του CellCept και της

ριφαµπικίνης είχε ως αποτέλεσµα µία µείωση στην έκθεση του ΜΡΑ (AUC0-12h) από 18% σε 70%. Συνιστάται να παρακολουθούνται τα επίπεδα έκθεσης του MPA και να προσαρµόζεται η δόση του

CellCept αντίστοιχα ώστε να διατηρείται η κλινική αποτελεσµατικότητα όταν η ριφαµπικίνη χορηγείται ταυτόχρονα.

Σεβελαµέρη

Μείωση στις Cmax και AUC(0-12h) του MPA κατά 30% και 25% αντίστοιχα, παρατηρήθηκε όταν το CellCept συγχορηγήθηκε µε σεβελαµέρη χωρίς καθόλου κλινικές επιπτώσεις (π.χ.απόρριψη µοσχεύµατος). Συνίσταται, εντούτοις, να χορηγείται το CellCept τουλάχιστον µία ώρα πριν ή τρεις ώρες µετά τη λήψη της σεβελαµέρης ώστε να ελαχιστοποιηθεί η επίδραση από την απορρόφηση του MPΑ. ∆εν υπάρχουν δεδοµένα για το Cellcept και άλλα δεσµευτικά του φωσφόρου εκτός της σεβελαµέρης.

Τριµεθοπρίµη/σουλφαµεθοξαζόλη

∆εν παρατηρήθηκε καµία επίδραση στη βιοδιαθεσιµότητα του MPA.

Νορφλοξασίνη και µετρονιδαζόλη

Σε υγιείς εθελοντές, δεν παρατηρήθηκε καµία σηµαντική αλληλεπίδραση όταν το CellCept χορηγήθηκε ταυτόχρονα µε νορφλοξασίνη ή µετρονιδαζόλη ξεχωριστά. Εν τούτοις, ο συνδυασµός µε νορφλοξασίνη ή µετρονιδαζόλη µείωσε την έκθεση του MPA κατά 30% µετά από εφάπαξ δόση του

CellCept.

Σιπροφλοξασίνη και αµοξικιλλίνη µε κλαβουλανικό οξύ

Μειώσεις στις (ελάχιστες) συγκεντρώσεις MPA περίπου κατά 50% πριν από τη δόση έχουν αναφερθεί σε αποδέκτες νεφρικού µοσχεύµατος στις µέρες που ακολουθούν αµέσως µετά την έναρξη από του στόµατος χορηγούµενης σιπροφλοξασίνης ή αµοξικιλλίνης µε κλαβουλανικό οξύ. Αυτή η επίδραση

έτεινε να µειωθεί µε συνεχή χρήση αντιβιοτικών και σταµατάει µέσα σε λίγες ηµέρες µετά τη διακοπή των αντιβιοτικών. Η αλλαγή του επιπέδου πριν από τη δόση µπορεί να µην αντιπροσωπεύει ακριβώς αλλαγές στην ολική έκθεση σε MPA. Εποµένως, αλλαγή της δόσης του CellCept δεν είναι κανονικά απαραίτητη ελλείψει κλινικών στοιχείων δυσλειτουργίας του µοσχεύµατος. Ωστόσο, στενή κλινική παρακολούθηση θα πρέπει να εκτελείται κατά τη διάρκεια του συνδυασµού και αµέσως µετά την αντιβιοτική αγωγή.

Τακρόλιµους

Σε αποδέκτες ηπατικού µοσχεύµατος που ξεκίνησαν µε CellCept και τακρόλιµους, η AUC και η Cmax του MPA, του ενεργού µεταβολίτη του CellCept, δεν επηρεάστηκαν σηµαντικά από τη συγχορήγηση µε τακρόλιµους. Σε αντίθεση, υπήρξε περίπου 20 % αύξηση της AUC του τακρόλιµους όταν χορηγήθηκαν επανειληµµένες δόσεις CellCept (1,5 g δύο φορές την ηµέρα) σε ασθενείς-αποδέκτες ηπατικού µοσχεύµατος που λάµβαναν τακρόλιµους. Εν τούτοις, σε αποδέκτες νεφρικού µοσχεύµατος η συγκέντρωση του τακρόλιµους δεν φάνηκε να µεταβάλλεται από το Cellcept (βλ. επίσης παράγραφο

4.4).

Άλλες αλληλεπιδράσεις Η ταυτόχρονη χορήγηση προβενεσίδης και µυκοφαινολάτης µοφετίλ σε πιθήκους αυξάνει στο

τριπλάσιο την AUC του MPAG στο πλάσµα. Εποµένως, άλλες ουσίες που είναι γνωστό ότι υφίστανται νεφρική σωληναριακή απέκκριση µπορεί να ανταγωνίζονται µε το MPAG, και ως εκ τούτου να αυξάνουν τις συγκεντρώσεις στο πλάσµα του MPAG ή της άλλης ουσίας που υφίσταται σωληναριακή απέκκριση.

Εµβόλια από ζώντες οργανισµούς Τα εµβόλια από ζώντες οργανισµούς δεν θα πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς µε διαταραγµένη

ανοσολογική απάντηση. Η απάντηση του αντισώµατος σε άλλα εµβόλια µπορεί να είναι ελαττωµένη (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).

Παιδιατρικός πληθυσµός Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν διενεργηθεί µόνο σε ενήλικες.

4.6Κύηση και γαλουχία

Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες

Το CellCept αντεδείκνυται σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, οι οποίες δεν χρησιµοποιούν αντισύλληψη υψηλής αποτελεσµατικότητας.

Λόγω του γενοτοξικού και τερατογόνου δυναµικού του CellCept, οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να χρησιµοποιούν ταυτόχρονα δύο αξιόπιστες µορφές αντισύλληψης πριν από την έναρξη της θεραπείας µε CellCept, κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για έξι εβδοµάδες µετά τη διακοπή της θεραπείας, εκτός εάν η αποχή είναι η µέθοδος αντισύλληψης που έχει επιλεγεί (βλ. παράγραφο 4.5).

Οι σεξουαλικά ενεργοί άνδρες συνιστάται να χρησιµοποιούν προφυλακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 90 ηµέρες µετά τη διακοπή της θεραπείας. Η χρήση προφυλακτικού έχει εφαρµογή τόσο για άνδρες µε αναπαραγωγική ικανότητα, όσο και για άνδρες που έχουν υποβληθεί σε εκτοµή σπερµατικού πόρου, καθώς οι κίνδυνοι που σχετίζονται µε τη µεταφορά σπερµατικού υγρού ισχύουν επίσης και για τους άνδρες που έχουν υποβληθεί σε εκτοµή σπερµατικού πόρου. Επιπρόσθετα, οι γυναίκες σύντροφοι ανδρών ασθενών υπό θεραπεία µε CellCept συνιστάται να χρησιµοποιούν αντισύλληψη υψηλής αποτελεσµατικότητας κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για συνολικά 90 ηµέρες µετά την τελευταία δόση του CellCept.

Κύηση

To CellCept αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης εκτός εάν δεν υπάρχει κατάλληλη εναλλακτική θεραπεία για την πρόληψη της απόρριψης µοσχεύµατος. Η θεραπεία δεν θα πρέπει να ξεκινά χωρίς να προσκοµίζεται αρνητικό αποτέλεσµα δοκιµασίας κύησης προκειµένου να αποκλειστεί η ακούσια χρήση στην κύηση.

Οι γυναίκες και οι άνδρες ασθενείς σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να γνωρίζουν τον αυξηµένο κίνδυνο αποβολής και συγγενών δυσπλασιών στην αρχή της θεραπείας και πρέπει να ενηµερώνονται σχετικά µε την αποφυγή και τον προγραµµατισµό της κύησης.

Πριν από την έναρξη της θεραπείας µε CellCept, οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να υποβληθούν σε δοκιµασία κύησης προκειµένου να αποκλειστεί η ακούσια έκθεση του εµβρύου στη µυκοφαινολάτη. Συνιστώνται δύο δοκιµασίες κύησης ορού ή ούρων µε ευαισθησία τουλάχιστον 25mIU/mL. Η δεύτερη δοκιµασία θα πρέπει να διενεργείται 8-10 ηµέρες µετά την πρώτη και αµέσως πριν από την έναρξη της µυκοφαινολάτης µοφετίλ. Οι δοκιµασίες κύησης θα πρέπει να επαναλαµβάνονται όπως απαιτείται κλινικά (π.χ. µετά από αναφορά οποιασδήποτε διακοπής στην αντισύλληψη). Τα αποτελέσµατα όλων των δοκιµασιών κύησης θα πρέπει να συζητούνται µε την ασθενή. Θα πρέπει να δίνεται στις ασθενείς η οδηγία να συµβουλεύονται αµέσως το γιατρό τους, εάν προκύψει κύηση.

Η µυκοφαινολάτη είναι µία ισχυρή τερατογόνος ουσία για τον άνθρωπο, µε αυξηµένο κίνδυνο αυτόµατων αποβολών και συγγενών δυσπλασιών στην περίπτωση έκθεσης κατά τη διάρκεια της κύησης:

Έχουν αναφερθεί αυτόµατες αποβολές σε ποσοστό 45 έως 49% των εγκύων γυναικών που εκτέθηκαν σε µυκοφαινολάτη µοφετίλ, συγκριτικά µε το αναφερόµενο ποσοστό µεταξύ 12 και 33% σε ασθενείς µε µεταµόσχευση συµπαγών οργάνων, οι οποίοι έλαβαν θεραπεία µε άλλα ανοσοκατασταλτικά εκτός από τη µυκοφαινολάτη µοφετίλ.

Με βάση βιβλιογραφικές αναφορές, δυσπλασίες συνέβησαν σε ποσοστό 23 έως 27% των γεννήσεων ζώντων νεογνών σε γυναίκες που εκτέθηκαν στη µυκοφαινολάτη µοφετίλ κατά τη διάρκεια της κύησης (συγκριτικά µε 2% έως 3% των γεννήσεων ζώντων νεογνών στο συνολικό πληθυσµό και µε περίπου 4 έως 5% των γεννήσεων ζώντων νεογνών σε ασθενείς µε µεταµόσχευση συµπαγών οργάνων που έλαβαν θεραπεία µε άλλα ανοσοκατασταλτικά, εκτός από τη µυκοφαινολάτη µοφετίλ).

Συγγενείς δυσπλασίες, συµπεριλαµβανοµένων αναφορών πολλαπλών δυσπλασιών, έχουν παρατηρηθεί µετά από την κυκλοφορία του φαρµάκου σε παιδιά ασθενών που είχαν εκτεθεί σε CellCept σε συνδυασµό µε άλλα ανοσοκατασταλτικά κατά τη διάρκεια της κύησης. Οι ακόλουθες δυσπλασίες αναφέρθηκαν µε µεγαλύτερη συχνότητα:

Ανωµαλίες του ωτός (π.χ. µη φυσιολογικός σχηµατισµός ή απουσία έξω/µέσου ωτός), ατρησία του έξω ακουστικού πόρου,

Συγγενής καρδιοπάθεια όπως ελλείµµατα του µεσοκολπικού και του µεσοκοιλιακού διαφράγµατος,

∆υσπλασίες του προσώπου όπως χειλεοσχιστία (λαγώχειλο), υπερωιοσχιστία (λυκόστοµα), µικρογναθία και µη φυσιολογική υπέρµετρη απόσταση µεταξύ των οφθαλµικών κόγχων,

Ανωµαλίες του οφθαλµού (π.χ. κολόβωµα),

∆υσπλασίες των δακτύλων (π.χ. πολυδακτυλία, συνδακτυλία),

Τραχειο-οισοφαγικές δυσπλασίες (π.χ. οισοφαγική ατρησία),

∆υσπλασίες του νευρικού συστήµατος όπως δισχιδής ράχη,

Ανωµαλίες των νεφρών

Επιπρόσθετα, υπάρχουν µεµονωµένες αναφορές για τις ακόλουθες δυσπλασίες:

Μικροφθαλµία,

συγγενής κύστη χοριοειδούς πλέγµατος,

αγενεσία του διαφανούς διαφράγµατος,

αγενεσία του οσφρητικού νεύρου.

Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. παράγραφο 5.3).

Θηλασµός

Έχει καταδειχθεί ότι η µυκοφαινολάτη µοφετίλ απεκκρίνεται στο γάλα επίµυων που θηλάζουν. ∆εν είναι γνωστό εάν η ουσία αυτή απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Εξαιτίας του ενδεχοµένου σοβαρών ανεπιθύµητων αντιδράσεων από τη µυκοφαινολάτη µοφετίλ στα θηλάζοντα βρέφη, το CellCept αντενδείκνυται σε µητέρες που θηλάζουν (βλ. παράγραφο 4.3).

4.7Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισµού µηχανών

∆εν έχουν πραγµατοποιηθεί µελέτες σχετικά µε τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισµού µηχανών. Η φαρµακοδυναµική εικόνα και οι αναφερθείσες ανεπιθύµητες αντιδράσεις υποδεικνύουν ότι κάποια τέτοια επίδραση δεν είναι πιθανή.

4.8Ανεπιθύµητες ενέργειες

Οι παρακάτω ανεπιθύµητες ενέργειες καλύπτουν ανεπιθύµητες αντιδράσεις από κλινικές µελέτες Οι κύριες ανεπιθύµητες αντιδράσεις που σχετίζονται µε τη χορήγηση του CellCept σε συνδυασµό µε κυκλοσπορίνη και κορτικοστεροειδή περιλαµβάνουν διάρροια, λευκοπενία, σηψαιµία και έµετο, ενώ υπάρχουν ενδείξεις για υψηλότερη συχνότητα ορισµένων τύπων λοιµώξεων (βλ. παράγραφο 4.4).

Κακοήθειες

Ασθενείς που ακολουθούν θεραπευτική αγωγή µε ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες χρησιµοποιώντας συνδυασµούς φαρµακευτικών προϊόντων, συµπεριλαµβανοµένου του CellCept, διατρέχουν αυξηµένο κίνδυνο να παρουσιάσουν λεµφώµατα και άλλες κακοήθειες, ιδιαίτερα του δέρµατος (βλ. παράγραφο 4.4). Σε ελεγχόµενες κλινικές µελέτες ασθενών που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού (δεδοµένα για 2 g), καρδιάς και ήπατος και ήταν υπό παρακολούθηση για 1 τουλάχιστον έτος, αναπτύχθηκε λεµφοϋπερπλαστική νόσος ή λέµφωµα σε ποσοστό 0,6 % των ασθενών που λάµβαναν CellCept (2 g ή 3 g ηµερησίως) σε συνδυασµό µε άλλα ανοσοκατασταλτικά. Καρκινώµατα του δέρµατος εκτός µελανώµατος εµφανίστηκαν στο 3,6 % των ασθενών, ενώ άλλοι τύποι κακοήθειας εµφανίστηκαν στο 1,1 % των ασθενών. ∆εδοµένα ασφάλειας τριών ετών σε ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού και καρδιάς δεν απεκάλυψαν µη αναµενόµενες µεταβολές στη συχνότητα εµφάνισης κακοήθειας, συγκριτικά µε τα δεδοµένα ενός έτους. Οι ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση ήπατος ήταν υπό παρακολούθηση για διάστηµα ενός τουλάχιστον έτους, µικρότερο όµως των τριών ετών.

Ευκαιριακές λοιµώξεις

Όλοι οι ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση διατρέχουν αυξηµένο κίνδυνο εµφάνισης ευκαιριακών λοιµώξεων και ο κίνδυνος αυτός αυξάνεται µε το συνολικό ανοσοκατασταλτικό φορτίο (βλ. παράγραφο 4.4). Σε ελεγχόµενες κλινικές µελέτες ασθενών που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού (δεδοµένα για 2 g), καρδιάς και ήπατος και ήταν υπό παρακολούθηση για 1 τουλάχιστον έτος, οι συχνότερα εµφανιζόµενες ευκαιριακές λοιµώξεις σε ασθενείς που λαµβάνουν CellCept (2 g ή 3 g ηµερησίως) µε άλλα ανοσοκατασταλτικά ήταν βλεννογονοδερµατική καντιντίαση, ιαιµία/σύνδροµο CMV (κυτταροµεγαλοϊού) και απλός έρπης. Η αναλογία των ασθενών µε ιαιµία/σύνδροµο CMV ήταν 13,5 %.

Παιδιατρικός πληθυσµός

Σε µια κλινική µελέτη επί 92 παιδιατρικών ασθενών ηλικίας από 2 έως 18 ετών στους οποίους χορηγούνταν από στόµατος 600 mg/m2 µυκοφαινολάτης µοφετίλ δύο φορές την ηµέρα, το είδος και η συχνότητα των ανεπιθύµητων αντιδράσεων ήταν γενικώς παρόµοια προς εκείνα που παρατηρήθηκαν σε ενήλικες ασθενείς, οι οποίοι λάµβαναν 1 g CellCept δύο φορές την ηµέρα. Ωστόσο, τα ακόλουθα σχετιζόµενα µε τη θεραπεία, ανεπιθύµητα συµβάµατα ήταν συχνότερα στον παιδιατρικό πληθυσµό, ιδιαίτερα σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών, συγκριτικά µε τους ενήλικες: διάρροια, σηψαιµία, λευκοπενία, αναιµία και λοίµωξη.

Ηλικιωµένοι

Οι ηλικιωµένοι ασθενείς (≥ 65 ετών) µπορεί γενικώς να διατρέχουν αυξηµένο κίνδυνο εµφάνισης ανεπιθύµητων αντιδράσεων που οφείλονται στην ανοσοκαταστολή. Οι ηλικιωµένοι ασθενείς που λαµβάνουν CellCept ως µέρος µιας συνδυασµένης ανοσοκατασταλτικής θεραπευτικής αγωγής, µπορεί να διατρέχουν αυξηµένο κίνδυνο εµφάνισης ορισµένων λοιµώξεων (συµπεριλαµβανοµένης της διηθητικής των ιστών νόσου από κυτταροµεγαλοϊό) και πιθανόν γαστρεντερικής αιµορραγίας και πνευµονικού οιδήµατος, σε σύγκριση µε νεότερα άτοµα.

Άλλες ανεπιθύµητες αντιδράσεις

Οι ανεπιθύµητες αντιδράσεις που πιθανόν ή δυνατόν να σχετίζονται µε το CellCept και αναφέρθηκαν σε 1/10 και σε 1/100 έως <1/10 των ασθενών στους οποίους χορηγήθηκε CellCept στις ελεγχόµενες κλινικές µελέτες σε ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού (δεδοµένα για 2 g), καρδιάς και ήπατος παρουσιάζονται στον ακόλουθο πίνακα.

Ανεπιθύµητες Αντιδράσεις που Πιθανόν ή ∆υνατόν να Σχετίζονται µε το CellCept και Αναφέρθηκαν σε Ασθενείς που Ακολούθησαν Αγωγή µε CellCept σε Συνδυασµό µε Κυκλοσπορίνη και Κορτικοστεροειδή κατά τη ∆ιάρκεια των Κλινικών Νεφρικών, Καρδιακών και Ηπατικών Μελετών

Εντός των κατηγοριών οργάνου συστήµατος, οι ανεπιθύµητες ενέργειες παρατίθενται υπό επικεφαλίδες συχνότητας, χρησιµοποιώντας τις ακόλουθες κατηγορίες: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές

(≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), άγνωστης συχνότητας (δεν µπορεί να υπολογιστεί από τα διαθέσιµα στοιχεία). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εµφάνισης, οι ανεπιθύµητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Κατηγορία οργάνου συστήµατος

Ανεπιθύµητες αντιδράσεις φαρµάκου

Λοιµώξεις και παρασιτώσεις

Πολύ συχνές

Σηψαιµία, γαστρεντερική καντιντίαση,

 

 

ουρολοίµωξη, έρπης απλός, έρπης ζωστήρας

 

Συχνές

Πνευµονία, γρίππη, λοίµωξη του

 

 

αναπνευστικού συστήµατος, µονιλίαση

 

 

αναπνευστικού συστήµατος, γαστρεντερική

 

 

λοίµωξη, καντιντίαση, γαστρεντερίτιδα,

 

 

λοίµωξη, βρογχίτιδα, φαρυγγίτιδα, κολπίτιδα,

 

 

µυκητιασική δερµατική λοίµωξη, δερµατική

 

 

κάντιντα, κολπική καντιντίαση, ρινίτιδα

Νεοπλάσµατα καλοήθη,

Πολύ συχνές

-

κακοήθη και µη καθοριζόµενα

Συχνές

Καρκίνος δέρµατος, καλόηθες νεόπλασµα

(περιλαµβάνονται κύστεις και

 

δέρµατος

πολύποδες)

 

 

∆ιαταραχές του αιµοποιητικού

Πολύ συχνές

Λευκοπενία, θροµβοπενία, αναιµία

και του λεµφικού συστήµατος

Συχνές

Πανκυτταροπενία, λευκοκυττάρωση

∆ιαταραχές του µεταβολισµού

Πολύ συχνές

-

και της θρέψης

Συχνές

Οξέωση, υπερκαλιαιµία, υποκαλιαιµία,

 

 

υπεργλυκαιµία, υποµαγνησιαιµία,

 

 

υπασβεστιαιµία, υπερχοληστερολαιµία,

 

 

υπερλιπιδαιµία, υποφωσφοραιµία,

 

 

υπερουριχαιµία, ουρική αρθρίτιδα, ανορεξία

Ψυχιατρικές διαταραχές

Πολύ συχνές

-

 

Συχνές

∆ιέγερση, συγχυτική κατάσταση, κατάθλιψη,

 

 

άγχος, σκέψη µη φυσιολογική, αϋπνία

∆ιαταραχές του νευρικού

Πολύ συχνές

-

συστήµατος

Συχνές

Σπασµός, υπερτονία, τρόµος, υπνηλία,

 

 

µυασθενικό σύνδροµο, ζάλη, κεφαλαλγία,

 

 

παραισθησία, δυσγευσία

Κατηγορία οργάνου συστήµατος

Ανεπιθύµητες αντιδράσεις φαρµάκου

Καρδιακές διαταραχές

Πολύ συχνές

-

 

Συχνές

Ταχυκαρδία

Αγγειακές διαταραχές

Πολύ συχνές

-

 

Συχνές

Υπόταση, υπέρταση, αγγειοδιαστολή

∆ιαταραχές του αναπνευστικού

Πολύ συχνές

-

συστήµατος, του θώρακα και

Συχνές

Υπεζωκοτική συλλογή, δύσπνοια, βήχας

του µεσοθωρακίου

 

 

∆ιαταραχές του γαστρεντερικού

Πολύ συχνές

΄Εµετος, κοιλιακό άλγος, διάρροια, ναυτία

συστήµατος

Συχνές

Αιµορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα,

 

 

περιτονίτιδα διαπυητική, ειλεός, κολίτιδα,

 

 

γαστρικό έλκος, γαστροδωδεκαδακτυλικό

 

 

έλκος, γαστρίτιδα, οισοφαγίτιδα, στοµατίτιδα,

 

 

δυσκοιλιότητα, δυσπεψία, µετεωρισµός, ερυγή

∆ιαταραχές του ήπατος και των

Πολύ συχνές

-

χοληφόρων

Συχνές

Ηπατίτιδα, ίκτερος, υπερχολερυθριναιµία

∆ιαταραχές του δέρµατος και

Πολύ συχνές

-

του υποδόριου ιστού

Συχνές

Υπερτροφία δέρµατος, εξάνθηµα, ακµή,

 

 

αλωπεκία

∆ιαταραχές του µυοσκελετικού

Πολύ συχνές

-

συστήµατος και του συνδετικού

Συχνές

Αρθραλγία

ιστού

 

 

∆ιαταραχές των νεφρών και των

Πολύ συχνές

-

ουροφόρων οδών

Συχνές

Νεφρική δυσλειτουργία

Γενικές διαταραχές και

Πολύ συχνές

-

καταστάσεις της οδού

Συχνές

Οίδηµα, πυρεξία, ρίγη, άλγος, αίσθηµα

χορήγησης

 

κακουχίας, εξασθένιση

Παρακλινικές εξετάσεις

Πολύ συχνές

-

 

Συχνές

Αύξηση τιµών ηπατικών ενζύµων, κρεατινίνη

 

 

αίµατος αυξηµένη, γαλακτική αφυδρογονάση

 

 

αίµατος αυξηµένη, ουρία αίµατος αυξηµένη,

 

 

αλκαλική φωσφατάση αίµατος αυξηµένη,

 

 

σωµατικό βάρος µειωµένο

Σηµείωση: στις µελέτες φάσης III για την πρόληψη απόρριψης σε µεταµόσχευση νεφρού, καρδιάς και ήπατος, αντιµετωπίστηκαν 501 (2 g CellCept ηµερησίως), 289 (3 g CellCept ηµερησίως) και 277 (2 g ενδοφλεβίως / 3 g από στόµατος CellCept ηµερησίως) ασθενείς, αντιστοίχως.

Οι παρακάτω ανεπιθύµητες ενέργειες καλύπτουν τις ανεπιθύµητες αντιδράσεις που αναφέρθηκαν µετά την κυκλοφορία του CellCept

Το είδος των ανεπιθύµητων αντιδράσεων του CellCept που αναφέρθηκαν µετά την κυκλοφορία του, είναι παρόµοιο εκείνων που παρατηρήθηκαν σε ελεγχόµενες µελέτες σε µεταµοσχεύσεις νεφρού, καρδιάς και ήπατος. Ακολούθως περιγράφονται οι ανεπιθύµητες αντιδράσεις που αναφέρθηκαν επιπλέον µετά την κυκλοφορία, µε τις αναφερθείσες συχνότητες, εφόσον είναι γνωστές, εντός παρενθέσεως.

Γαστρεντερικό

Υπερπλασία των ούλων (≥1/100 έως <1/10), κολίτιδα συµπεριλαµβανοµένης κολίτιδας από κυτταροµεγαλοϊό, (≥1/100 έως <1/10), παγκρεατίτιδα, (≥1/100 έως <1/10) και ατροφία της εντερικής λάχνης.

Λοιµώξεις

Σοβαρές λοιµώξεις, απειλητικές για τη ζωή, συµπεριλαµβάνουσες µηνιγγίτιδα, ενδοκαρδίτιδα, φυµατίωση και άτυπη µυκοβακτηριακή λοίµωξη. Περιπτώσεις σχετιζόµενης µε τον ιό ΒΚ νεφροπάθειας όπως επίσης και περιπτώσεις σχετιζόµενης µε τον ιό JC προϊούσας πολυεστιακής

λευκοεγκεφαλοπάθειας (PML) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαµβάνουν θεραπεία µε ανοσοκατασταλτικά, συµπεριλαµβανολένου του CellCept.

Έχουν αναφερθεί ακοκκιοκυτταραιµία (≥1/1000 έως <1/100) και ουδετεροπενία, ως εκ τούτου συνιστάται τακτική παρακολούθηση των ασθενών που λαµβάνουν CellCept (βλ. παράγραφο 4.4). Υπήρξαν αναφορές απλαστικής αναιµίας και καταστολής του µυελού των οστών σε ασθενείς που λάµβαναν CellCept, ορισµένες από τις οποίες ήταν θανατηφόρες.

∆ιαταραχές του αιµοποιητικού και του λεµφικού συστήµατος

Περιπτώσεις αµιγούς ερυθροκυτταρικής µυελικής απλασίας (PRCA) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία µε CellCept (βλ. παράγραφο 4.4).

Μεµονωµένες περιπτώσεις ανώµαλης µορφολογίας των ουδετερόφιλων, συµπεριλαµβανοµένης της επίκτητης ανωµαλίας Pelger-Huet, έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς που ακολουθούν αγωγή µε CellCept. Αυτές οι αλλαγές δεν σχετίζονται µε διαταραγµένη λειτουργία των ουδετερόφιλων. Αυτές οι αλλαγές ενδέχεται να υποδείξουν µια «αριστερή στροφή» στην ωρίµανση των ουδετερόφιλων στις αιµατολογικές εξετάσεις, οι οποίες µπορεί εσφαλµένα να ερµηνευτούν ως σηµάδι λοίµωξης σε ανοσοκατεσταλµένους ασθενείς όπως εκείνοι που λαµβάνουν CellCept.

Υπερευαισθησία

Έχουν αναφερθεί αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συµπεριλαµβανοµένων αγγειονευρωτικού οιδήµατος και αναφυλακτικής αντίδρασης.

Καταστάσεις της κύησης, της λοχείας και της περιγεννητικής περιόδου

Έχουν αναφερθεί περιστατικά αυτόµατων αποβολών σε ασθενείς που εκτέθηκαν σε µυκοφαινολάτη µοφετίλ, κυρίως κατά το πρώτο τρίµηνο, βλ. παράγραφο 4.6.

Συγγενείς διαταραχές

Έχουν παρατηρηθεί συγγενείς δυσπλασίες µετά την κυκλοφορία του φαρµάκου, σε παιδιά γονέων που εκτέθηκαν σε CellCept σε συνδυασµό µε άλλα ανοσοκατασταλτικά, βλ. παράγραφο 4.6.

∆ιαταραχές του αναπνευστικού συστήµατος, του θώρακα και του µεσοθωράκιου

Υπήρξαν µεµονωµένες αναφορές διάµεσης πνευµονοπάθειας και πνευµονικής ίνωσης σε ασθενείς που λάµβαναν CellCept σε συνδυασµό µε άλλα ανοσοκατασταλτικά, ορισµένες από τις οποίες είχαν θανατηφόρο έκβαση. Υπήρξαν επίσης αναφορές βρογχεκτασίας σε παιδιά και ενήλικες (συχνότητα µη γνωστή).

∆ιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήµατος

Έχει αναφερθεί υπογαµµασφαιριναιµία σε ασθενείς που λαµβάνουν CellCept σε συνδυασµό µε άλλα ανοσοκατασταλτικά (συχνότητα µη γνωστή).

Αναφορά πιθανολογούµενων ανεπιθύµητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούµενων ανεπιθύµητων ενεργειών µετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρµακευτικού προϊόντος είναι σηµαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρµακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελµατίες του τοµέα της υγειονοµικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούµενες ανεπιθύµητες ενέργειες µέσω του εθνικού συστήµατος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτηµα V.

4.9Υπερδοσολογία

Αναφορές υπερδοσολογίας µε µυκοφαινολάτη µοφετίλ έχουν ληφθεί από κλινικές δοκιµές και κατά τη διάρκεια της εµπειρίας µετά την κυκλοφορία του φαρµάκου. Σε πολλές από αυτές τις περιπτώσεις, δεν αναφέρθηκαν ανεπιθύµητες ενέργειες. Σε αυτές τις περιπτώσεις της υπερδοσολογίας στις οποίες αναφέρθηκαν ανεπιθύµητες ενέργειες, τα συµβάµατα εµπίπτουν στα πλαίσια της γνωστής εικόνας ασφάλειας του φαρµακευτικού προϊόντος.

Αναµένεται ότι η υπερδοσολογία µε µυκοφαινολάτη µοφετίλ θα µπορούσε πιθανώς να έχει ως αποτέλεσµα περαιτέρω καταστολή του ανοσοποιητικού συστήµατος και αυξηµένη ευπάθεια σε

λοιµώξεις και καταστολή του µυελού των οστών (βλ. παράγραφο 4.4). Εάν αναπτυχθεί ουδετεροπενία, η δοσολογία του CellCept θα πρέπει να διακόπτεται ή να µειώνεται η δόση (βλ. παράγραφο 4.4).

Η αιµοδιύλιση δεν θα πρέπει να αναµένεται να αποµακρύνει κλινικά σηµαντικές ποσότητες του MPA ή του MPAG. Τα απολύµατα του χολικού οξέος, όπως η χολεστυραµίνη, µπορούν να αποβάλλουν το MPA µε το να µειώσουν την εντεροηπατική επανακυκλοφορία του φαρµάκου (βλ. παράγραφο 5.2).

5.ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ Ι∆ΙΟΤΗΤΕΣ

5.1Φαρµακοδυναµικές ιδιότητες

Φαρµακοθεραπευτική κατηγορία: ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, κωδικός ATC: L04AA06

Μηχανισµός δράσης

Η µυκοφαινολάτη µοφετίλ είναι ο 2-µορφολινοαιθυλικός εστέρας του MPA. Το MPA είναι ένας ισχυρός, εκλεκτικός, µη ανταγωνιστικός και αναστρέψιµος αναστολέας της αφυδρογονάσης της µονοφωσφορικής ινοσίνης και συνεπώς αναστέλλει την de novo οδό σύνθεσης του νουκλεοτιδίου της γουανοσίνης χωρίς ενσωµάτωση στο DNA. Επειδή τα Τ- και Β- λεµφοκύτταρα εξαρτώνται άµεσα, όσον αφορά στον πολλαπλασιασµό τους, από την de novo σύνθεση των πουρινών ενώ άλλοι τύποι κυττάρων µπορούν να χρησιµοποιούν οδούς διάσωσης, το MPA έχει ισχυρότερη κυτταροστατική δράση επί των λεµφοκυττάρων απ’ ό,τι σε άλλα κύτταρα.

5.2Φαρµακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση Μετά την από στόµατος χορήγηση, η µυκοφαινολάτη µοφετίλ υφίσταται ταχεία και εκτεταµένη

απορρόφηση και πλήρη µεταβολισµό πριν εισέλθει στη συστηµατική κυκλοφορία σε ενεργό µεταβολίτη, το ΜPA. Όπως αποδεικνύεται από την καταστολή της οξείας απόρριψης µετά από µεταµόσχευση νεφρού, η ανοσοκατασταλτική δράση του CellCept σχετίζεται µε τη συγκέντρωση του ΜΡΑ. H µέση βιοδιαθεσιµότητα της από στόµατος χορηγούµενης µυκοφαινολάτης µοφετίλ, σύµφωνα µε την AUC του MPA, είναι 94 % σε σχέση µε την ενδοφλέβια χορηγούµενη µυκοφαινολάτη µοφετίλ. Η τροφή δεν είχε καµία επίδραση στο βαθµό απορρόφησης της µυκοφαινολάτης µοφετίλ (AUC του ΜΡΑ) που χορηγήθηκε σε δόσεις των 1,5 g δύο φορές την ηµέρα σε ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε νεφρική µεταµόσχευση. Ωστόσο, το Cmax του ΜΡΑ µειώθηκε κατά 40 % παρουσία τροφής. Η µυκοφαινολάτη µοφετίλ δεν είναι συστηµατικώς µετρήσιµη στο πλάσµα, µετά την από στόµατος χορήγηση.

Κατανοµή Ως αποτέλεσµα της εντεροηπατικής επανακυκλοφορίας, παρατηρούνται συνήθως δευτερογενείς

αυξήσεις της συγκέντρωσης του MPA στο πλάσµα σε περίπου 6-12 ώρες µετά τη δόση. Μία µείωση της AUC του MPA της τάξης του 40 % περίπου, σχετίζεται µε τη συγχορήγηση χολεστυραµίνης (4 g τρεις φορές την ηµέρα), γεγονός που υποδεικνύει ότι υπάρχει ένα σηµαντικό ποσό εντεροηπατικής επανακυκλοφορίας.

Σε κλινικώς σχετικές συγκεντρώσεις, το MPA δεσµεύεται σε ποσοστό 97 % µε τη λευκωµατίνη του πλάσµατος.

Βιοµετασχηµατισµός

Το MPA µεταβολίζεται κυρίως από τη γλυκουρονική τρανσφεράση (ισοµορφή UGT1A9) προς σχηµατισµό ανενεργού φαινολικού γλυκουρονιδίου του MPA (MPAG). In vivo, το MPAG µετατρέπεται πίσω σε ελεύθερο MPA µέσω της εντεροηπατικής επανακυκλοφορίας. Σχηµατίζεται, επίσης, έλασσον ακυλο-γλουκουρονίδιο (AcMPAG). Το AcMPAG είναι φαρµακολογικά ενεργό και πιθανολογείται ότι ευθύνεται για ορισµένες από τις ανεπιθύµητες ενέργειες του MMF (διάρροια, λευκοπενία).

Αποβολή Μια αµελητέα ποσότητα ουσίας αποβάλλεται ως ΜΡΑ (< 1 % της δόσης) στα ούρα. Η από στόµατος

χορήγηση ραδιοσεσηµασµένης µυκοφαινολάτης µοφετίλ έχει ως αποτέλεσµα την πλήρη ανάκτηση της χορηγηθείσας δόσης. Το 93 % της χορηγηθείσας δόσης ανακτήθηκε στα ούρα και το 6 % στα κόπρανα. Το µεγαλύτερο µέρος (περίπου 87 %) της χορηγηθείσας δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως

MPAG.

Σε κλινικώς απαντώµενες συγκεντρώσεις, τα MPA και MPAG δεν αποµακρύνονται µε αιµοδιύλιση. Ωστόσο, σε υψηλές συγκεντρώσεις MPAG στο πλάσµα (> 100 µg/mL), αποµακρύνονται µικρές ποσότητες MPAG. Παρεµβαλλόµενες στην εντεροηπατική κυκλοφορία του φαρµάκου, οι ουσίες που δεσµεύουν το χολικό οξύ, όπως είναι η χολεστυραµίνη, µειώνουν την AUC του MPA (βλ. παράγραφο

4.9).

Η κατανοµή του ΜΡΑ εξαρτάται από διάφορους µεταφορείς. Τα πολυπεπτίδια µεταφοράς οργανικού ανιόντος (ΟΑΤΡ) και η σχετιζόµενη µε την αντίσταση σε πολλά φάρµακα πρωτεΐνη 2 (MRP2) εµπλέκονται στη διάθεση του ΜΡΑ. Οι ισοµορφές OATP και η πρωτεΐνη αντίστασης καρκίνου του µαστού (BCRP) είναι µεταφορείς που σχετίζονται µε τη χολική απέκκριση των γλυκουρονιδίων. Η πρωτεΐνη αντίστασης πολλαπλών φαρµάκων (MDR1) είναι, επίσης, σε θέση να µεταφέρει MPA, αλλά η συµβολή της φαίνεται να περιορίζεται στη διαδικασία απορρόφησης. Στο νεφρό, το ΜΡΑ και οι µεταβολίτες του δυνητικά αλληλεπιδρούν µε νεφρικούς µεταφορείς οργανικών ανιόντων.

Σε ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε νεφρική, καρδιακή και ηπατική µεταµόσχευση, και κατά την πρώιµη περίοδο µετά τη µεταµόσχευση (< 40 ηµέρες µετά τη µεταµόσχευση), οι µέσες τιµές της AUC

του ΜΡΑ ήταν περίπου 30 % χαµηλότερες και της Cmax περίπου 40 % χαµηλότερες σε σχέση µε αυτές που παρατηρήθηκαν κατά την όψιµη περίοδο µετά τη µεταµόσχευση (3-6 µήνες µετά).

Ειδικοί πληθυσµοί

Νεφρική δυσλειτουργία

Σε µελέτη εφάπαξ δόσης (6 άτοµα ανά οµάδα), η µέση τιµή της AUC του MPA στο πλάσµα που παρατηρήθηκε σε άτοµα µε σοβαρή χρόνια νεφρική δυσλειτουργία (ρυθµός σπειραµατικής διήθησης < 25 mL/min/1,73 m2) ήταν 28-75 % υψηλότερη σε σχέση µε τις µέσες τιµές που παρατηρήθηκαν σε φυσιολογικά υγιή άτοµα ή σε άτοµα µε µικρότερου βαθµού νεφρική δυσλειτουργία. Πάντως, η µέση τιµή της AUC του ΜPAG κατά τη χορήγηση εφάπαξ δόσης ήταν 3-6 φορές υψηλότερη σε άτοµα µε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, απ’ ό,τι σε άτοµα µε ήπια νεφρική δυσλειτουργία ή σε φυσιολογικά υγιή άτοµα, σύµφωνα µε τη γνωστή νεφρική απέκκριση του MPAG. Πολλαπλές δόσεις της µυκοφαινολάτης µοφετίλ σε ασθενείς µε σοβαρή χρόνια νεφρική δυσλειτουργία δεν έχουν µελετηθεί. ∆εν υπάρχουν διαθέσιµα στοιχεία για ασθενείς µε σοβαρή χρόνια νεφρική δυσλειτουργία που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση καρδιάς ή ήπατος.

Επιβραδυµένη λειτουργία του νεφρικού µοσχεύµατος

Σε ασθενείς µε επιβραδυµένη λειτουργία του νεφρικού µοσχεύµατος µετά τη µεταµόσχευση, η µέση τιµή της AUC(0-12 ώρες) του MPA ήταν συγκρίσιµη µε αυτή που παρατηρήθηκε σε ασθενείς µετά τη µεταµόσχευση χωρίς επιβραδυµένη λειτουργία µοσχεύµατος. Η µέση τιµή της AUC(0-12 ώρες) του MPAG στο πλάσµα ήταν 2-3 φορές υψηλότερη απ’ ό,τι σε µεταµοσχευµένους ασθενείς χωρίς επιβραδυµένη λειτουργία µοσχεύµατος. Σε ασθενείς µε επιβραδυµένη λειτουργία νεφρικού µοσχεύµατος υπάρχει περίπτωση να παρουσιαστεί παροδική αύξηση του ελεύθερου κλάσµατος και της συγκέντρωσης του MPA στο πλάσµα. Τροποποίηση της δόσης του CellCept δεν φαίνεται να είναι απαραίτητη.

Ηπατική δυσλειτουργία

Σε εθελοντές µε αλκοολική κίρρωση, οι ηπατικές διαδικασίες γλυκουρονικής σύζευξης του MPA παρέµειναν σχετικά ανεπηρέαστες από την παρεγχυµατική ηπατική νόσο. Οι επιδράσεις της ηπατικής νόσου στη διαδικασία αυτή πιθανώς εξαρτώνται από τη συγκεκριµένη νόσο. Πάντως, ηπατική νόσος που προξενεί κυρίως χολική βλάβη, όπως η πρωτοπαθής χολική κίρρωση, µπορεί να επιδείξει διαφορετική επίδραση.

Παιδιατρικός πληθυσµός

Οι φαρµακοκινητικές παράµετροι αξιολογήθηκαν σε 49 παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 2 έως 18 ετών) που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού και στους οποίους χορηγούνταν από στόµατος 600 mg/m2 µυκοφαινολάτης µοφετίλ δύο φορές την ηµέρα. Με τη δόση αυτή παρατηρήθηκαν τιµές AUC του MPA παρόµοιες µε εκείνες που παρατηρήθηκαν σε ενήλικες ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού και λάµβαναν 1g CellCept δύο φορές την ηµέρα κατά την πρώιµη και την όψιµη περίοδο µετά τη µεταµόσχευση. Οι τιµές AUC του MPA κατά την πρώιµη και την όψιµη περίοδο µετά τη µεταµόσχευση ήταν παρόµοιες µεταξύ των ηλικιακών οµάδων.

Ηλικιωµένοι

Η φαρµακοκινητική συµπεριφορά του CellCept σε ηλικιωµένους (65 ετών) δεν έχει επίσηµα αξιολογηθεί.

Ασθενείς που λαµβάνουν από στόµατος αντισυλληπτικά

Οι φαρµακοκινητικές ιδιότητες των από στόµατος αντισυλληπτικών δεν επηρεάστηκαν από τη συγχορήγηση CellCept (βλ. επίσης παράγραφο 4.5). Μια µελέτη επί της συγχορήγησης CellCept (1 g δύο φορές την ηµέρα) και συνδυασµένων από στόµατος αντισυλληπτικών που περιέχουν αιθινυλοιστραδιόλη (0,02 mg έως 0,04 mg) και λεβονοργεστρέλη (0,05 mg έως 0,15 mg), δεσογεστρέλη (0,15 mg) ή γεστοδένη (0,05 mg έως 0,10 mg), η οποία διεξήχθη σε 18 µη υποβληθείσες σε µεταµόσχευση γυναίκες (που δεν λάµβαναν άλλα ανοσοκατασταλτικά) για 3 συνεχόµενους εµµηνορρυσιακούς κύκλους, δεν έδειξε κλινικώς σηµαντική επίδραση του CellCept στην κατασταλτική επί της ωορρηξίας δράση των από στόµατος αντισυλληπτικών. Τα επίπεδα των LH, FSH και της προγεστερόνης στον ορό δεν επηρεάστηκαν σηµαντικά.

5.3Προκλινικά δεδοµένα για την ασφάλεια

Σε πειραµατικά µοντέλα, η µυκοφαινολάτη µοφετίλ δεν προκάλεσε την εµφάνιση όγκων. Η υψηλότερη δόση που ελέγχθηκε στις µελέτες καρκινογένεσης σε ζώα, οδήγησε σε περίπου 2 - 3 φορές τη συστηµατική έκθεση (AUC ή Cmax) που παρατηρήθηκε σε ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού µε τη συνιστώµενη κλινική δόση των 2 g/ηµέρα και 1,3-2 φορές τη συστηµατική έκθεση (AUC ή Cmax) που παρατηρήθηκε σε ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση καρδιάς µε τη συνιστώµενη κλινική δόση των 3 g/ηµέρα.

∆ύο δοκιµασίες γενοτοξικότητας (in vitro µέτρηση λεµφώµατος µυός και in vivo µικροπυρηνική δοκιµασία σε µυελό οστών µυός) έδειξαν δυναµικό της µυκοφαινολάτης µοφετίλ για πρόκληση χρωµοσωµατικών εκτροπών. Τα αποτελέσµατα αυτά µπορεί να συσχετιστούν µε το φαρµακοδυναµικό τρόπο δράσης, την αναστολή δηλαδή της νουκλεοτιδικής σύνθεσης σε ευαίσθητα κύτταρα. Άλλες in vitro δοκιµασίες για την ανίχνευση της µετάλλαξης των γονιδίων δεν κατέδειξαν γενοτοξική δραστικότητα.

Η µυκοφαινολάτη µοφετίλ δεν είχε καµία επίδραση στη γονιµότητα των αρσενικών επίµυων, σε από στόµατος χορηγούµενες δόσεις έως και 20 mg/kg/ηµέρα. Η συστηµατική έκθεση σ’ αυτή τη δόση αντιπροσωπεύει 2 - 3 φορές την κλινική έκθεση στη συνιστώµενη κλινική δόση των 2 g/ηµέρα για ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού και 1,3-2 φορές την κλινική έκθεση στη συνιστώµενη κλινική δόση των 3 g/ηµέρα για ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση καρδιάς. Σε µία µελέτη για τη γονιµότητα των θηλυκών και την αναπαραγωγή που διεξήχθη σε επίµυς, από στόµατος χορηγούµενες δόσεις των 4,5 mg/kg/ηµέρα προκάλεσαν δυσπλασίες (συµπεριλαµβανοµένων της ανοφθαλµίας, της αγναθίας και του υδροκεφάλου) στην πρώτη γενεά απογόνων, απουσία τοξικότητας στη µητέρα. Η συστηµατική έκθεση σε αυτή τη δόση ήταν περίπου 0,5 φορές της κλινικής έκθεσης στη συνιστώµενη κλινική δόση των 2 g/ηµέρα για ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού και περίπου 0,3 φορές της κλινικής έκθεσης στη συνιστώµενη κλινική δόση των 3 g/ηµέρα για ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση καρδιάς. Καµία επίδραση επί της γονιµότητας ή των παραµέτρων αναπαραγωγής δεν ήταν εµφανής στις µητέρες των ζώων ή στην επακόλουθη γενιά.

Σε µελέτες τερατογένεσης σε επίµυς και κουνέλια, παρατηρήθηκαν παλίνδροµες κυήσεις και δυσπλασίες, σε επίµυς στα 6 mg/kg/ηµέρα (συµπεριλαµβανοµένων της ανοφθαλµίας, της αγναθίας

και του υδροκεφάλου) και σε κουνέλια στα 90 mg/kg/ηµέρα (συµπεριλαµβανοµένων καρδιαγγειακών και νεφρικών ανωµαλιών, όπως έκτοπος καρδία και έκτοποι νεφροί, και διαφραγµατοκήλη και οµφαλοκήλη), απουσία τοξικότητας στη µητέρα. Η συστηµατική έκθεση σε αυτά τα επίπεδα είναι περίπου ισοδύναµη µε ή λιγότερη από 0,5 φορές την κλινική έκθεση στη συνιστώµενη κλινική δόση των 2 g/ηµέρα για ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού και περίπου 0,3 φορές την κλινική έκθεση στη συνιστώµενη κλινική δόση των 3 g/ηµέρα, για ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση καρδιάς (βλ. παράγραφο 4.6).

Το αιµοποιητικό και λεµφικό σύστηµα ήταν τα κύρια όργανα που επηρεάστηκαν στις τοξικολογικές µελέτες που διεξήχθησαν µε µυκοφαινολάτη µοφετίλ σε επίµυ, µυ, σκύλο και πίθηκο. Αυτές οι επιδράσεις παρατηρήθηκαν σε επίπεδα συστηµατικής έκθεσης τα οποία είναι ισοδύναµα µε ή µικρότερα από την κλινική έκθεση στη συνιστώµενη δόση των 2 g/ηµέρα για αποδέκτες νεφρικού µοσχεύµατος. Παρατηρήθηκαν γαστρεντερικές επιδράσεις στο σκύλο σε επίπεδα συστηµατικής έκθεσης ισοδύναµα µε ή µικρότερα από την κλινική έκθεση στη συνιστώµενη δόση. Γαστρεντερικές και νεφρικές επιδράσεις που συµφωνούν µε την αφυδάτωση, παρατηρήθηκαν επίσης στον πίθηκο στην υψηλότερη δόση (επίπεδα συστηµατικής έκθεσης ισοδύναµα µε ή υψηλότερα από την κλινική έκθεση). Η εικόνα της µη κλινικής τοξικότητας της µυκοφαινολάτης µοφετίλ φαίνεται να είναι σύµφωνη µε τα ανεπιθύµητα συµβάµατα που παρατηρήθηκαν στις κλινικές µελέτες στον άνθρωπο, οι οποίες τώρα παρέχουν στοιχεία για την ασφάλεια τα οποία είναι περισσότερο σχετικά µε τον πληθυσµό των ασθενών (βλ. παράγραφο 4.8).

6.ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1Κατάλογος εκδόχων

CellCept καψάκια

προζελατινοποιηµένο άµυλο αραβοσίτου νατριούχος διασταυρούµενη καρµελλόζη πολυβιδόνη (K-90)

στεατικό µαγνήσιο

Κελύφη καψακίων ζελατίνη ινδικοκαρµίνιο (Ε132)

κίτρινο οξείδιο σιδήρου (E172) ερυθρό οξείδιο σιδήρου (E172) διοξείδιο τιτανίου (Ε171)

µαύρο οξείδιο σιδήρου (Ε172) υδροξείδιο καλίου κόµµεα λάκκας.

6.2Ασυµβατότητες

∆εν έχει εφαρµογή.

6.3∆ιάρκεια ζωής

3 χρόνια.

6.4Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

Μη φυλάσσετε σε θερµοκρασία µεγαλύτερη των 30°C. Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από την υγρασία.

6.5Φύση και συστατικά του περιέκτη

CellCept 250 mg καψάκια: 1 κουτί περιέχει 100 καψάκια (σε συσκευασία κυψελών των 10 καψακίων)

1 κουτί περιέχει 300 καψάκια (σε συσκευασία κυψελών των 10 καψακίων)

Μπορεί να µην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες

6.6Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Κάθε αχρησιµοποίητο προϊόν ή άχρηστο υλικό πρέπει να απορρίπτεται σύµφωνα µε τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7.ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ Α∆ΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Roche Registration Limited 6 Falcon Way

Shire Park

Welwyn Garden City AL7 1TW

Ηνωµένο Βασίλειο

8.ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) Α∆ΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

EU/1/96/005/001 CellCept

(100 καψάκια)

EU/1/96/005/003 CellCept

(300 καψάκια)

9.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ Α∆ΕΙΑΣ

Ηµεροµηνία πρώτης έγκρισης: 14 Φεβρουαρίου 1996 Ηµεροµηνία τελευταίας ανανέωσης: 13 Μαρτίου 2006

10.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Λεπτοµερή πληροφοριακά στοιχεία για το προϊόν είναι διαθέσιµα στην ιστοσελίδα του Ευρωπαϊκού Οργανισµού Φαρµάκων http://www.ema.europa.eu/

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

CellCept 500 mg κόνις για πυκνό διάλυµα για παρασκευή διαλύµατος προς έγχυση.

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε φιαλίδιο περιέχει το ισοδύναµο των 500 mg µυκοφαινολάτη µοφετίλ (ως άλας υδροχλωρίου).

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Κόνις για πυκνό διάλυµα για παρασκευή διαλύµατος προς έγχυση.

Το CellCept 500 mg κόνις για πυκνό διάλυµα για παρασκευή διαλύµατος προς έγχυση πρέπει να ανασυσταθεί και στη συνέχεια να αραιωθεί περαιτέρω µε διάλυµα γλυκόζης 5% για ενδοφλέβια έγχυση πριν από τη χορήγηση στον ασθενή (βλ. παράγραφο 6.6).

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Το CellCept 500 mg κόνις για πυκνό διάλυµα για παρασκευή διαλύµατος προς έγχυση ενδείκνυται σε συνδυασµό µε κυκλοσπορίνη και κορτικοστεροειδή για την προφύλαξη της οξείας απόρριψης µοσχεύµατος σε ασθενείς που έχουν δεχθεί αλλογενή νεφρικά ή ηπατικά µοσχεύµατα.

4.2 ∆οσολογία και τρόπος χορήγησης

Η θεραπεία µε CellCept θα πρέπει να αρχίζει και να συνεχίζεται από κατάλληλα εξειδικευµένο προσωπικό, ειδικό στις µεταµοσχεύσεις.

ΠΡΟΣΟΧΗ: ΤΟ ΕΝ∆ΟΦΛΕΒΙΟ ∆IAΛYMA CELLCEPT ∆ΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΟΡΗΓΕΙΤΑΙ ΜΕ ΤΑΧΕΙΑ Ή BOLUS ΕΝ∆ΟΦΛΕΒΙΑ ΕΝΕΣΗ.

∆οσολογία

Το CellCept 500 mg κόνις για πυκνό διάλυµα για παρασκευή διαλύµατος προς έγχυση είναι µια εναλλακτική φαρµακοτεχνική µορφή των από στόµατος µορφών του CellCept (καψάκια, δισκία και κόνις για πόσιµο εναιώρηµα) που µπορεί να χορηγηθεί για διάστηµα όχι µεγαλύτερο των 14 ηµερών. Η αρχική δόση του CellCept 500 mg κόνις για πυκνό διάλυµα για παρασκευή διαλύµατος προς έγχυση θα πρέπει να χορηγείται εντός 24 ωρών από τη µεταµόσχευση.

Mεταµόσχευση νεφρού

Η συνιστώµενη δόση σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού είναι 1 g χορηγούµενη δύο φορές την ηµέρα (2 g ηµερήσια δόση).

Μεταµόσχευση ήπατος

Η συνιστώµενη δόση του CellCept για έγχυση σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση ήπατος είναι 1 g χορηγούµενη δύο φορές την ηµέρα (2 g ηµερήσια δόση). Η ενδοφλέβια χορήγηση CellCept θα πρέπει να συνεχίζεται για τις πρώτες 4 ηµέρες µετά τη µεταµόσχευση ήπατος, ενώ αµέσως µετά αρχίζει η από στόµατος χορήγηση CellCept, µόλις η τελευταία µπορεί να γίνει ανεκτή. Η συνιστώµενη δόση του από στόµατος χορηγούµενου CellCept σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση ήπατος είναι 1,5 g χορηγούµενη δύο φορές την ηµέρα (3 g ηµερήσια δόση).

Χρήση σε ειδικούς πληθυσµούς

Παιδιατρικός πληθυσµός

Η ασφάλεια και η αποτελεσµατικότητα του CellCept για έγχυση σε παιδιατρικούς ασθενείς δεν έχει τεκµηριωθεί. ∆εν υπάρχουν διαθέσιµα φαρµακοκινητικά δεδοµένα του CellCept για έγχυση σε παιδιατρικούς ασθενείς µετά από µεταµόσχευση νεφρού. ∆εν υπάρχουν διαθέσιµα φαρµακοκινητικά δεδοµένα για παιδιατρικούς ασθενείς µετά από µεταµόσχευση ήπατος.

Ηλικιωµένοι

Η συνιστώµενη δόση του 1 g χορηγούµενη δύο φορές την ηµέρα για ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού ή ήπατος είναι κατάλληλη για τους ηλικιωµένους.

Νεφρική δυσλειτουργία Σε ασθενείς µε σοβαρή χρόνια νεφρική δυσλειτουργία (ρυθµός σπειραµατικής διήθησης

< 25 mL/min/1,73 m2), θα πρέπει να αποφεύγονται δόσεις µεγαλύτερες από 1 g χορηγούµενες δύο φορές την ηµέρα, εκτός της περιόδου που ακολουθεί αµέσως µετά τη µεταµόσχευση. Οι ασθενείς αυτοί θα πρέπει επίσης να παρακολουθούνται προσεκτικά. ∆εν απαιτούνται ρυθµίσεις της δοσολογίας σε ασθενείς που εµφανίζουν µετεγχειρητικά, επιβραδυµένη λειτουργία νεφρικού µοσχεύµατος (βλ. παράγραφο 5.2). ∆εν υπάρχουν διαθέσιµα στοιχεία για ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση ήπατος µε σοβαρή χρόνια νεφρική δυσλειτουργία.

Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία ∆εν απαιτείται καµία ρύθµιση της δόσης σε ασθενείς µε σοβαρή ηπατική παρεγχυµατική νόσο που

έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού.

Αγωγή κατά τη διάρκεια επεισοδίων απόρριψης

Το µυκοφαινολικό οξύ (MPA) είναι ο ενεργός µεταβολίτης της µυκοφαινολάτης µοφετίλ. Η απόρριψη του νεφρικού µοσχεύµατος δεν οδηγεί σε µεταβολές της φαρµακοκινητικής του MPA, ενώ δεν απαιτείται µείωση της δόσης ή διακοπή του CellCept. ∆εν υπάρχουν διαθέσιµα φαρµακοκινητικά δεδοµένα κατά την απόρριψη του ηπατικού µοσχεύµατος.

Τρόπος χορήγησης

Μετά την ανασύσταση σε συγκέντρωση 6 mg/mL, το CellCept 500 mg κόνις για πυκνό διάλυµα για παρασκευή διαλύµατος προς έγχυση πρέπει να χορηγείται µε αργή ενδοφλέβια έγχυση εντός διαστήµατος 2 ωρών, είτε µέσω περιφερικής, είτε µέσω κεντρικής φλέβας (βλ. παράγραφο 6.6).

Προφυλάξεις που πρέπει να λαµβάνονται πριν τον χειρισµό ή τη χορήγηση του φαρµακευτικού προϊόντος

Λόγω του ότι η µυκοφαινολάτη µοφετίλ έχει επιδείξει τερατογόνες επιδράσεις σε επίµυς και κουνέλια, αποφύγετε την απευθείας επαφή µε το δέρµα ή τους βλεννογόνους, των παρασκευασµένων διαλυµάτων του CellCept 500 mg κόνις για πυκνό διάλυµα για παρασκευή διαλύµατος προς έγχυση. Εάν συµβεί τέτοια επαφή, πλύνετε σχολαστικά µε σαπούνι και νερό. Ξεπλύνετε τα µάτια µε καθαρό νερό.

Για οδηγίες σχετικά µε την ανασύσταση και την αραίωση του φαρµακευτικού προϊόντος πριν τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.

4.3 Αντενδείξεις

Το CellCept δεν θα πρέπει να δίνεται σε ασθενείς µε υπερευαισθησία στη µυκοφαινολάτη µοφετίλ, στο µυκοφαινολικό οξύ ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1. Έχουν παρατηρηθεί αντιδράσεις υπερευαισθησίας στο CellCept (βλ. παράγραφο 4.8).

To CellCept δεν θα πρέπει να δίνεται σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, οι οποίες δεν χρησιµοποιούν αντισύλληψη υψηλής αποτελεσµατικότητας (βλ. παράγραφο 4.6).

Η θεραπεία µε CellCept δεν θα πρέπει να ξεκινά σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, χωρίς να προσκοµίζουν αποτέλεσµα δοκιµασίας κύησης, προκειµένου να αποκλειστεί η ακούσια χρήση στην κύηση (βλ. παράγραφο 4.6).

Το CellCept δεν θα πρέπει να χρησιµοποιείται στην κύηση, εκτός εάν δεν υπάρχει κατάλληλη εναλλακτική θεραπεία για την πρόληψη της απόρριψης µοσχεύµατος (βλ. παράγραφο 4.6).

Το CellCept δεν θα πρέπει να δίνεται σε γυναίκες που θηλάζουν (βλ. παράγραφο 4.6).

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Νεοπλάσµατα

Ασθενείς που ακολουθούν θεραπευτική αγωγή µε ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες χρησιµοποιώντας συνδυασµούς φαρµακευτικών προϊόντων, συµπεριλαµβανοµένου του CellCept, διατρέχουν αυξηµένο κίνδυνο να παρουσιάσουν λεµφώµατα και άλλες κακοήθειες, ιδιαίτερα του δέρµατος (βλ. παράγραφο 4.8). Ο κίνδυνος φαίνεται να σχετίζεται περισσότερο µε την ένταση και τη διάρκεια της ανοσοκαταστολής, παρά µε τη χρήση κάποιου συγκεκριµένου παράγοντα.

Σαν γενική συµβουλή και µε σκοπό την ελαχιστοποίηση του κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου του δέρµατος, η έκθεση στο ηλιακό και στο υπεριώδες φως θα πρέπει να περιορίζεται φορώντας προστατευτικά ρούχα και χρησιµοποιώντας αντιηλιακή κρέµα µε υψηλό δείκτη προστασίας.

Λοιµώξεις

Οι ασθενείς οι οποίοι υποβάλλονται σε θεραπεία µε ανοσοκατασταλτικά, συµπεριλαµβανοµένου του CellCept, βρίσκονται σε αυξηµένο κίνδυνο για ευκαιριακές λοιµώξεις (βακτηριακές, µυκητιασικές, ιογενείς και λοιµώξεις από πρωτόζωα), θανατηφόρες λοιµώξεις, και σηψαιµία (βλ. παράγραφο 4.8). Σε αυτού του είδους τις λοιµώξεις περιλαµβάνονται η επανενεργοποίηση λανθάνουσας ιογενούς λοίµωξης, όπως είναι η επανενεργοποίηση ηπατίτιδας Β ή ηπατίτιδας C, και οι λοιµώξεις που προκαλούνται από θηλωµατοϊούς (σχετιζόµενη µε τον ιό ΒΚ νεφροπάθεια, σχετιζόµενη µε τον ιό JC προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (PML)). Περιστατικά ηπατίτιδας λόγω επανενεργοποίησης της ηπατίτιδας Β ή της ηπατίτιδας C έχουν αναφερθεί σε ασθενείς-φορείς υπό θεραπεία µε ανοσοκατασταλτικά. Οι λοιµώξεις αυτές είναι συχνά συνδεδεµένες µε υψηλό συνολικό ανοσοκατασταλτικό φορτίο και µπορεί να οδηγήσουν σε σοβαρές ή θανατηφόρες καταστάσεις, τις οποίες οι θεράποντες ιατροί θα πρέπει να εξετάζουν κατά τη διαφορική διάγνωση σε ανοσοκατεσταλµένους ασθενείς µε επιδεινούµενη νεφρική λειτουργία ή µε νευρολογικά συµπτώµατα.

Υπήρξαν αναφορές υπογαµµασφαιριναιµίας συσχετιζόµενης µε υποτροπιάζουσες λοιµώξεις σε ασθενείς που λάµβαναν CellCept σε συνδυασµό µε άλλα ανοσοκατασταλτικά. Σε ορισµένες από αυτές τις περιπτώσεις η µετάβαση από το CellCept σε ένα εναλλακτικό ανοσοκατασταλτικό είχε ως αποτέλεσµα τα επίπεδα IgG στον ορό να επανέλθουν σε φυσιολογικές τιµές. Οι ασθενείς υπό CellCept που αναπτύσσουν υποτροπιάζουσες λοιµώξεις θα πρέπει να µετρούν τις ανοσοσφαιρίνες στον ορό τους. Σε περιπτώσεις παρατεταµένης, κλινικά σχετιζόµενης υπογαµµασφαιριναιµίας, θα πρέπει να εξετάζεται καταλληλη κλινική ενέργεια, λαµβάνοντας υπόψη τις ισχυρές κυτταροστατικές επιδράσεις που µπορεί να έχει το µυκοφαινολικό οξύ στα Τ- και Β-λεµφοκύτταρα.

Υπήρξαν δηµοσιευµένες αναφορές βρογχεκτασίας σε ενήλικες και παιδιά που έλαβαν CellCept σε συνδυασµό µε άλλα ανοσοκατασταλτικά. Σε ορισµένες από αυτές τις περιπτώσεις η µετάβαση από το CellCept σε ένα εναλλακτικό ανοσοκατασταλτικό είχε ως αποτέλεσµα τη βελτίωση των αναπνευστικών συµπτωµάτων. Ο κίνδυνος βρογχεκτασίας µπορεί να συνδέεται µε υπογαµµασφαιριναιµία ή µε απευθείας επίδραση στον πνεύµονα. Υπήρξαν επίσης και µεµονωµένες αναφορές διάµεσης πνευµονοπάθειας και πνευµονικής ίνωσης, ορισµένες εκ των οποίων είχαν θανατηφόρο έκβαση (βλ. παράγραφο 4.8). Συνιστάται η διερεύνηση των ασθενών που εκδηλώνουν επίµονα πνευµονικά συµπτώµατα, όπως βήχα και δύσπνοια.

Αίµα και ανοσοποιητικό σύστηµα

Οι ασθενείς που λαµβάνουν CellCept θα πρέπει να παρακολουθούνται για ουδετεροπενία, η οποία µπορεί να σχετίζεται µε το ίδιο το CellCept, µε ταυτόχρονη θεραπευτική αγωγή, µε λοιµώξεις από ιούς ή µε κάποιο συνδυασµό αυτών των αιτιών. Οι ασθενείς που λαµβάνουν CellCept θα πρέπει να υποβάλλονται σε πλήρη αιµατολογικό έλεγχο µία φορά την εβδοµάδα κατά τη διάρκεια του πρώτου µήνα, δύο φορές το µήνα κατά το δεύτερο και τρίτο µήνα της θεραπείας και στη συνέχεια µία φορά το µήνα κατά τον πρώτο χρόνο. Αν αναπτυχθεί ουδετεροπενία (απόλυτος αριθµός ουδετερόφιλων

< 1,3 x 103/µl), πιθανόν να είναι κατάλληλη η διακοπή ή ο τερµατισµός της χορήγησης CellCept.

Περιπτώσεις αµιγούς ερυθροκυτταρικής µυελικής απλασίας (pure red cell aplasia, PRCA) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία µε CellCept σε συνδυασµό µε άλλα ανοσοκατασταλτικά. Ο µηχανισµός µε τον οποίο η µυκοφαινολάτη µοφετίλ προκαλεί PRCA είναι άγνωστος. Η PRCA µπορεί να υποχωρήσει µε µείωση της δόσης ή διακοπή της θεραπείας µε CellCept. Αλλαγές στη θεραπεία µε CellCept πρέπει να πραγµατοποιούνται µόνο υπό την κατάλληλη επίβλεψη στους αποδέκτες µοσχεύµατος ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος απόρριψης του µοσχεύµατος (βλ. παράγραφο 4.8).

Οι ασθενείς που λαµβάνουν CellCept θα πρέπει να καθοδηγούνται ώστε να αναφέρουν αµέσως οποιαδήποτε ένδειξη λοίµωξης, µη αναµενόµενο µώλωπα, αιµορραγία ή οποιαδήποτε άλλη εκδήλωση καταστολής του µυελού των οστών.

Οι ασθενείς θα πρέπει να πληροφορούνται ότι κατά τη διάρκεια της θεραπείας µε CellCept, οι εµβολιασµοί µπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσµατικοί και ότι η χρήση εµβολίων από ζώντες εξασθενηµένους οργανισµούς θα πρέπει να αποφεύγεται (βλ. παράγραφο 4.5). Ο εµβολιασµός κατά του ιού της γρίππης µπορεί να είναι χρήσιµος. Οι γιατροί που συνταγογραφούν το φαρµακευτικό προϊόν θα πρέπει να ανατρέχουν στις εθνικές οδηγίες για τους εµβολιασµούς κατά της γρίππης.

Γαστρεντερικό

Το CellCept έχει συσχετιστεί µε αυξηµένη συχνότητα εµφάνισης ανεπιθύµητων συµβαµάτων από το πεπτικό σύστηµα, συµπεριλαµβανοµένων σπανίων περιπτώσεων εξέλκωσης της γαστρεντερικής οδού, αιµορραγίας και διάτρησης. Το CellCept θα πρέπει να χορηγείται µε προσοχή σε ασθενείς µε σοβαρή ενεργή νόσο του πεπτικού συστήµατος.

Το CellCept είναι ένας αναστολέας του ενζύµου αφυδρογονάση της µονοφωσφορικής ινοσίνης

(IMPDH, inosine monophosphate dehydrogenase). Ως εκ τούτου, θα πρέπει να αποφεύγεται η χρήση του από ασθενείς που έχουν τη σπάνια κληρονοµική έλλειψη του ενζύµου φωσφοριβοσυλ-τρανσφεράση της υποξανθίνης-γουανίνης (HGPRT, hypoxanthine-guanine phosphoribosyl-transferase) όπως στο σύνδροµο Lesch - Nyhan και Kelley - Seegmiller.

Αλληλεπιδράσεις

Θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή κατά την αλλαγή της θεραπείας συνδυασµού από τα σχήµατα που περιέχουν ανοσοκατασταλτικά, τα οποία παρεµβαίνουν στην εντεροηπατική επανακυκλοφορία του MPA, π.χ. από κυκλοσπορίνη σε άλλα που δεν ασκούν τη συγκεκριµένη επίδραση, π.χ.

σιρόλιµους, µπελατασέπτη, ή αντίστροφα, καθώς αυτό µπορεί να έχει ως αποτέλεσµα αλλαγές στην έκθεση του MPA. Τα φάρµακα άλλων κατηγοριών που παρεµβαίνουν στον εντεροηπατικό κύκλο του MPA π.χ. χολεστυραµίνη θα πρέπει να χρησιµοποιούνται µε προσοχή, εξαιτίας της πιθανότητάς τους να µειώσουν τα επίπεδα στο πλάσµα και την αποτελεσµατικότητα του CellCept (βλ. επίσης παράγραφο 4.5). Μετά την ενδοφλέβια χορήγηση του CellCept αναµένεται η εντεροηπατική επανακυκλοφορία σε κάποιο βαθµό.

Συνιστάται ότι δεν θα πρέπει να χορηγείται το CellCept ταυτόχρονα µε αζαθειοπρίνη, διότι µια τέτοια ταυτόχρονη χορήγηση δεν έχει µελετηθεί.

∆εν έχει τεκµηριωθεί η αναλογία οφέλους/κινδύνου της µυκοφαινολάτης µοφετίλ σε συνδυασµό µε το τακρόλιµους ή το σιρόλιµους (βλ. επίσης παράγραφο 4.5).

Ειδικοί πληθυσµοί

Οι ηλικιωµένοι ασθενείς ενδέχεται να διατρέχουν αυξηµένο κίνδυνο εµφάνισης ανεπιθύµητων ενεργειών, όπως ορισµένες λοιµώξεις (συµπεριλαµβανοµένης της διηθητικής νόσου των ιστών από κυτταροµεγαλοϊό) και πιθανόν γαστρεντερική αιµορραγία και πνευµονικό οίδηµα, σε σύγκριση µε νεότερα άτοµα (βλ. παράγραφο 4.8).

Τερατογόνες επιδράσεις Η µυκοφαινολάτη είναι µία ισχυρή τερατογόνος ουσία για τον άνθρωπο. Έχουν αναφερθεί αυτόµατες

αποβολές (ποσοστό 45-49%) και συγγενείς δυσπλασίες (εκτιµώµενο ποσοστό 23-27%) µετά από την έκθεση στη µυκοφαινολάτη µοφετίλ κατά τη διάρκεια της κύησης. Ως εκ τούτου, το CellCept αντεδείκνυται στην κύηση εκτός εάν δεν υπάρχουν κατάλληλες εναλλακτικές θεραπείες για την πρόληψη της απόρριψης µοσχεύµατος. Οι γυναίκες και οι άνδρες ασθενείς σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να ενηµερώνονται για τους κινδύνους και να ακολουθούν τις συστάσεις που παρέχονται στην παράγραφο 4.6 (π.χ. µέθοδοι αντισύλληψης, δοκιµασία κύησης) πριν, κατά τη διάρκεια και µετά τη θεραπεία µε CellCept. Οι γιατροί θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι γυναίκες και οι άνδρες που λαµβάνουν µυκοφαινολάτη κατανοούν τον κίνδυνο βλάβης για το βρέφος, την ανάγκη για αποτελεσµατική αντισύλληψη και την ανάγκη να συµβουλεύονται άµεσα έναν γιατρό εάν υπάρχει πιθανότητα κύησης.

Αντισύλληψη (βλ. παράγραφο 4.6)

Λόγω του γενοτοξικού και τερατογόνου δυναµικού του CellCept, οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να χρησιµοποιούν ταυτόχρονα δύο αξιόπιστες µορφές αντισύλληψης πριν από την έναρξη της θεραπείας µε CellCept, κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για έξι εβδοµάδες µετά τη διακοπή της θεραπείας, εκτός εάν η αποχή είναι η µέθοδος αντισύλληψης που έχει επιλεγεί (βλ. παράγραφο 4.5).

Οι σεξουαλικά ενεργοί άνδρες συνιστάται να χρησιµοποιούν προφυλακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 90 ηµέρες µετά τη διακοπή της θεραπείας. Η χρήση προφυλακτικού έχει εφαρµογή τόσο για άνδρες µε αναπαραγωγική ικανότητα, όσο και για άνδρες που έχουν υποβληθεί σε εκτοµή σπερµατικού πόρου, καθώς οι κίνδυνοι που σχετίζονται µε τη µεταφορά σπερµατικού υγρού ισχύουν επίσης και για τους άνδρες που έχουν υποβληθεί σε εκτοµή σπερµατικού πόρου. Επιπρόσθετα, οι γυναίκες σύντροφοι ανδρών ασθενών υπό θεραπεία µε CellCept συνιστάται να χρησιµοποιούν αντισύλληψη υψηλής αποτελεσµατικότητας κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για συνολικά 90 ηµέρες µετά την τελευταία δόση του CellCept.

Eκπαιδευτικά υλικά

Ο κάτοχος της Άδειας Κυκλοφορίας του προϊόντος θα παρέχει εκπαιδευτικά υλικά στους επαγγελµατίες του τοµέα υγειονοµικής περίθαλψης, ώστε να βοηθήσει τους ασθενείς να αποφύγουν την έκθεση εµβρύων στη µυκοφαινολάτη και να παρέχει πρόσθετες σηµαντικές πληροφορίες ασφαλείας. Τα εκπαιδευτικά υλικά θα τονίζουν τις προειδοποιήσεις σχετικά µε την τερατογόνο δράση της µυκοφαινολάτης, θα παρέχουν συµβουλές σχετικά µε την αντισύλληψη πριν από την έναρξη της θεραπείας και καθοδήγηση σχετικά µε την ανάγκη για δοκιµασίες κύησης. Πλήρης πληροφόρηση σχετικά µε τον κίνδυνο τερατογένεσης και τα µέτρα αποφυγής της κύησης θα πρέπει να παρέχεται από τον γιατρό σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία και ανάλογα µε την περίπτωση, σε άνδρες ασθενείς.

Επιπρόσθετες προφυλάξεις Οι ασθενείς δεν θα πρέπει να δωρίζουν αίµα κατά τη διάρκεια της θεραπείας ή για τουλάχιστον 6

εβδοµάδες µετά τη διακοπή της µυκοφαινολάτης. Οι άνδρες δεν θα πρέπει να δωρίζουν σπέρµα κατά τη διάρκεια της θεραπείας ή για 90 ηµέρες µετά τη διακοπή της µυκοφαινολάτης.

4.5 Αλληλεπιδράσεις µε άλλα φαρµακευτικά προϊόντα και άλλες µορφές αλληλεπίδρασης

Ακυκλoβίρη

Υψηλότερες συγκεντρώσεις ακυκλοβίρης στο πλάσµα παρατηρήθηκαν όταν χορηγήθηκε η µυκοφαινολάτη µοφετίλ µαζί µε ακυκλοβίρη, σε σύγκριση µε τη χορήγηση της ακυκλοβίρης µόνο. Οι µεταβολές της φαρµακοκινητικής του MPAG (το φαινολικό γλυκουρονίδιο του MPA) (αύξηση MPAG κατά 8 %) ήταν ελάχιστες και δεν θεωρούνται κλινικώς σηµαντικές. Επειδή οι συγκεντρώσεις του MPAG στο πλάσµα αυξάνονται µε την ύπαρξη νεφρικής δυσλειτουργίας, καθώς και οι συγκεντρώσεις της ακυκλοβίρης, υπάρχει το ενδεχόµενο η µυκοφαινολάτη µοφετίλ και η ακυκλοβίρη, ή τα προφάρµακά της, π.χ. η βαλακυκλοβίρη, να ανταγωνίζονται για σωληναριακή απέκκριση και µπορεί να σηµειωθούν περαιτέρω αυξήσεις στις συγκεντρώσεις και των δύο ουσιών.

Χολεστυραµίνη

Μετά τη χορήγηση εφάπαξ δόσης 1,5 g µυκοφαινολάτης µοφετίλ σε φυσιολογικά υγιή άτοµα, τα οποία προηγουµένως είχαν ακολουθήσει αγωγή µε 4 g χολεστυραµίνης τρεις φορές την ηµέρα για 4 ηµέρες, υπήρξε µία κατά 40 % µείωση της AUC του MPA (βλ. παράγραφο 4.4 και παράγραφο 5.2). Απαιτείται προσοχή κατά την ταυτόχρονη χορήγηση, εξαιτίας της πιθανότητας µείωσης της αποτελεσµατικότητας του CellCept.

Φαρµακευτικά προϊόντα που παρεµβαίνουν στην εντεροηπατική κυκλοφορία Θα πρέπει να δίνεται προσοχή σε φαρµακευτικά προϊόντα που παρεµβαίνουν στην εντεροηπατική

κυκλοφορία, εξαιτίας της πιθανότητας να µειώσουν την αποτελεσµατικότητα του CellCept.

Κυκλοσπορίνη Α

Η φαρµακοκινητική της κυκλοσπορίνης Α (CsA) δεν επηρεάζεται από τη µυκοφαινολάτη µοφετίλ. Σε αντίθεση, εάν σταµατήσει η συγχορήγηση της κυκλοσπορίνης, πρέπει να αναµένεται αύξηση της AUC του MPA κατά περίπου 30%. Η CsA παρεµβαίνει στην εντεροηπατική ανακύκλωση του ΜΡΑ, οδηγώντας σε µειωµένες εκθέσεις ΜΡΑ κατά 30-50% στους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού και έχουν λάβει θεραπεία µε CellCept και CsA συγκριτικά µε τους ασθενείς που λαµβάνουν σιρόλιµους ή µπελατασέπτη και παρόµοιες δόσεις CellCept (βλ. επίσης παράγραφο 4.4). Αντίθετα, θα πρέπει να αναµένονται αλλαγές στην έκθεση του ΜΡΑ κατά την αλλαγή των ασθενών από CsA σε ένα από τα ανοσοκατασταλτικά, τα οποία δεν παρεµβαίνουν στον εντεροηπατικό κύκλο του ΜΡΑ.

Τελµισαρτάνη

Η ταυτόχρονη χορήγηση τελµισαρτάνης και CellCept οδήγησε σε περίπου 30% µείωση των συγκεντρώσεων του ΜΡΑ. Η τελµισαρτάνη αλλάζει την αποµάκρυνση του ΜΡΑ ενισχύοντας την έκφραση του PPAR γάµµα (ενεργοποιηµένος υποδοχέας-γάµµα υπεροξεισωµατικού πολλαπλασιαστή), ο οποίος µε τη σειρά του οδηγεί σε ενισχυµένη έκφραση και δραστηριότητα του UGT1A9. Κατά τη σύγκριση των ποσοστών απόρριψης µοσχεύµατος, των ποσοστών απώλειας µοσχεύµατος ή των προφίλ ανεπιθύµητων συµβάντων ανάµεσα στους ασθενείς του CellCept µε και χωρίς ταυτόχρονη φαρµακευτική αγωγή τελµισαρτάνης, δεν παρατηρήθηκαν κλινικές συνέπειες στις φαρµακοκινητικές φαρµακευτικές αλληλεπιδράσεις.

Γκανσικλοβίρη Με βάση τα αποτελέσµατα µιας µελέτης χορήγησης εφάπαξ δόσης από στόµατος µυκοφαινολάτης

µοφετίλ και ενδοφλέβιας γκανσικλοβίρης στις συνιστώµενες δόσεις και των γνωστών επιδράσεων της νεφρικής δυσλειτουργίας στη φαρµακοκινητική του CellCept (βλ. παράγραφο 4.2) και της γκανσικλοβίρης, αναµένεται ότι η ταυτόχρονη χορήγηση αυτών των δύο παραγόντων (που ανταγωνίζονται για τους µηχανισµούς της νεφρικής σωληναριακής απέκκρισης) θα έχει σαν αποτέλεσµα την αυξήσεις στις συγκεντρώσεις της MPAG και της γκανσικλοβίρης. ∆εν αναµένεται σηµαντική τροποποίηση στη φαρµακοκινητική του MPA και δεν απαιτείται προσαρµογή της δόσης του CellCept. Σε ασθενείς µε νεφρική δυσλειτουργία που λαµβάνουν ταυτόχρονα CellCept και γκανσικλοβίρη ή προφάρµακά της, π.χ. βαλγκανσικλοβίρη, οι συστάσεις για τη δόση της γκανσικλοβίρης θα πρέπει να τηρούνται και οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.

Από στόµατος αντισυλληπτικά Οι φαρµακοκινητικές και φαρµακοδυναµικές ιδιότητες των από στόµατος αντισυλληπτικών δεν

επηρεάστηκαν από τη συγχορήγηση CellCept (βλ. επίσης παράγραφο 5.2).

Ριφαµπικίνη

Σε ασθενείς που επίσης δεν λαµβάνουν κυκλοσπορίνη, η συγχορήγηση του CellCept και της

ριφαµπικίνης είχε ως αποτέλεσµα µία µείωση στην έκθεση του ΜΡΑ (AUC0-12h) από 18% σε 70%. Συνιστάται να παρακολουθούνται τα επίπεδα έκθεσης του MPA και να προσαρµόζεται η δόση του

CellCept αντίστοιχα ώστε να διατηρείται η κλινική αποτελεσµατικότητα όταν η ριφαµπικίνη χορηγείται ταυτόχρονα.

Σεβελαµέρη

Μείωση στις Cmax και AUC (0-12h) του MPA κατά 30% και 25% αντίστοιχα, παρατηρήθηκε όταν το CellCept συγχορηγήθηκε µε σεβελαµέρη χωρίς καθόλου κλινικές επιπτώσεις (π.χ.απόρριψη µοσχεύµατος). Συνίσταται, εντούτοις, να χορηγείται το CellCept τουλάχιστον µία ώρα πριν ή τρεις ώρες µετά τη λήψη της σεβελαµέρης ώστε να ελαχιστοποιηθεί η επίδραση από την απορρόφηση του MPΑ. ∆εν υπάρχουν δεδοµένα για το Cellcept και άλλα δεσµευτικά του φωσφόρου εκτός της σεβελαµέρης.

Τριµεθοπρίµη/σουλφαµεθοξαζόλη

∆εν παρατηρήθηκε καµία επίδραση στη βιοδιαθεσιµότητα του MPA.

Νορφλοξασίνη και µετρονιδαζόλη

Σε υγιείς εθελοντές, δεν παρατηρήθηκε καµία σηµαντική αλληλεπίδραση όταν το CellCept χορηγήθηκε ταυτόχρονα µε νορφλοξασίνη ή µετρονιδαζόλη ξεχωριστά. Εν τούτοις, ο συνδυασµός µε νορφλοξασίνη ή µετρονιδαζόλη µείωσε την έκθεση του MPA κατά 30% µετά από εφάπαξ δόση του

CellCept.

Σιπροφλοξασίνη και αµοξικιλλίνη µε κλαβουλανικό οξύ

Μειώσεις στις (ελάχιστες) συγκεντρώσεις MPA περίπου κατά 50% πριν από τη δόση έχουν αναφερθεί σε αποδέκτες νεφρικού µοσχεύµατος στις µέρες που ακολουθούν αµέσως µετά την έναρξη από του στόµατος χορηγούµενης σιπροφλοξασίνης ή αµοξικιλλίνης µε κλαβουλανικό οξύ. Αυτή η επίδραση έτεινε να µειωθεί µε συνεχή χρήση αντιβιοτικών και σταµατάει µέσα σε λίγες ηµέρες µετά τη διακοπή των αντιβιοτικών. Η αλλαγή του επιπέδου πριν από τη δόση µπορεί να µην αντιπροσωπεύει ακριβώς αλλαγές στην ολική έκθεση σε MPA. Εποµένως, αλλαγή της δόσης του CellCept δεν είναι κανονικά απαραίτητη ελλείψει κλινικών στοιχείων δυσλειτουργίας του µοσχεύµατος. Ωστόσο, στενή κλινική παρακολούθηση θα πρέπει να εκτελείται κατά τη διάρκεια του συνδυασµού και αµέσως µετά την αντιβιοτική αγωγή.

Τακρόλιµους

Σε αποδέκτες ηπατικού µοσχεύµατος που ξεκίνησαν µε CellCept και τακρόλιµους, η AUC και η Cmax του MPA, του ενεργού µεταβολίτη του CellCept, δεν επηρεάστηκαν σηµαντικά από τη συγχορήγηση µε τακρόλιµους. Σε αντίθεση, υπήρξε περίπου 20 % αύξηση της AUC του τακρόλιµους όταν χορηγήθηκαν επανειληµµένες δόσεις CellCept (1,5 g δύο φορές την ηµέρα) σε ασθενείς- αποδέκτες ηπατικού µοσχεύµατος που λάµβαναν τακρόλιµους. Εν τούτοις, σε αποδέκτες νεφρικού µοσχεύµατος η συγκέντρωση του τακρόλιµους δεν φάνηκε να µεταβάλλεται από το Cellcept (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).

Άλλες αλληλεπιδράσεις Η ταυτόχρονη χορήγηση προβενεσίδης και µυκοφαινολάτης µοφετίλ σε πιθήκους αυξάνει στο

τριπλάσιο την AUC του MPAG στο πλάσµα. Εποµένως, άλλες ουσίες που είναι γνωστό ότι υφίστανται νεφρική σωληναριακή απέκκριση µπορεί να ανταγωνίζονται µε το MPAG, και ως εκ τούτου να αυξάνουν τις συγκεντρώσεις στο πλάσµα του MPAG ή της άλλης ουσίας που υφίσταται σωληναριακή απέκκριση.

Εµβόλια από ζώντες οργανισµούς Τα εµβόλια από ζώντες οργανισµούς δεν θα πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς µε διαταραγµένη

ανοσολογική απάντηση. Η απάντηση του αντισώµατος σε άλλα εµβόλια µπορεί να είναι ελαττωµένη (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).

Παιδιατρικός πληθυσµός Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν διενεργηθεί µόνο σε ενήλικες.

4.6 Κύηση και γαλουχία

Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες

Το CellCept αντεδείκνυται σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, οι οποίες δεν χρησιµοποιούν αντισύλληψη υψηλής αποτελεσµατικότητας.

Λόγω του γενοτοξικού και τερατογόνου δυναµικού του CellCept, οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να χρησιµοποιούν ταυτόχρονα δύο αξιόπιστες µορφές αντισύλληψης πριν από την έναρξη της θεραπείας µε CellCept, κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για έξι εβδοµάδες µετά τη διακοπή της θεραπείας, εκτός εάν η αποχή είναι η µέθοδος αντισύλληψης που έχει επιλεγεί (βλ. παράγραφο 4.5).

Οι σεξουαλικά ενεργοί άνδρες συνιστάται να χρησιµοποιούν προφυλακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 90 ηµέρες µετά τη διακοπή της θεραπείας. Η χρήση προφυλακτικού έχει εφαρµογή τόσο για άνδρες µε αναπαραγωγική ικανότητα, όσο και για άνδρες που έχουν υποβληθεί σε εκτοµή σπερµατικού πόρου, καθώς οι κίνδυνοι που σχετίζονται µε τη µεταφορά σπερµατικού υγρού ισχύουν επίσης και για τους άνδρες που έχουν υποβληθεί σε εκτοµή σπερµατικού πόρου. Επιπρόσθετα, οι γυναίκες σύντροφοι ανδρών ασθενών υπό θεραπεία µε CellCept συνιστάται να χρησιµοποιούν αντισύλληψη υψηλής αποτελεσµατικότητας κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για συνολικά 90 ηµέρες µετά την τελευταία δόση του CellCept.

Κύηση

To CellCept αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης εκτός εάν δεν υπάρχει κατάλληλη εναλλακτική θεραπεία για την πρόληψη της απόρριψης µοσχεύµατος. Η θεραπεία δεν θα πρέπει να ξεκινά χωρίς να προσκοµίζεται αρνητικό αποτέλεσµα δοκιµασίας κύησης προκειµένου να αποκλειστεί η ακούσια χρήση στην κύηση.

Οι γυναίκες και οι άνδρες ασθενείς σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να γνωρίζουν τον αυξηµένο κίνδυνο αποβολής και συγγενών δυσπλασιών στην αρχή της θεραπείας και πρέπει να ενηµερώνονται σχετικά µε την αποφυγή και τον προγραµµατισµό της κύησης.

Πριν από την έναρξη της θεραπείας µε CellCept, οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να υποβληθούν σε δοκιµασία κύησης προκειµένου να αποκλειστεί η ακούσια έκθεση του εµβρύου στη µυκοφαινολάτη. Συνιστώνται δύο δοκιµασίες κύησης ορού ή ούρων µε ευαισθησία τουλάχιστον 25mIU/mL. Η δεύτερη δοκιµασία θα πρέπει να διενεργείται 8-10 ηµέρες µετά την πρώτη και αµέσως πριν από την έναρξη της µυκοφαινολάτης µοφετίλ. Οι δοκιµασίες κύησης θα πρέπει να επαναλαµβάνονται όπως απαιτείται κλινικά (π.χ. µετά από αναφορά οποιασδήποτε διακοπής στην αντισύλληψη). Τα αποτελέσµατα όλων των δοκιµασιών κύησης θα πρέπει να συζητούνται µε την ασθενή. Θα πρέπει να δίνεται στις ασθενείς η οδηγία να συµβουλεύονται αµέσως το γιατρό τους, εάν προκύψει κύηση.

Η µυκοφαινολάτη είναι µία ισχυρή τερατογόνος ουσία για τον άνθρωπο, µε αυξηµένο κίνδυνο αυτόµατων αποβολών και συγγενών δυσπλασιών στην περίπτωση έκθεσης κατά τη διάρκεια της κύησης:

Έχουν αναφερθεί αυτόµατες αποβολές σε ποσοστό 45 έως 49% των εγκύων γυναικών που εκτέθηκαν σε µυκοφαινολάτη µοφετίλ, συγκριτικά µε το αναφερόµενο ποσοστό µεταξύ 12 και 33% σε ασθενείς µε µεταµόσχευση συµπαγών οργάνων, οι οποίοι έλαβαν θεραπεία µε άλλα ανοσοκατασταλτικά εκτός από τη µυκοφαινολάτη µοφετίλ.

Με βάση βιβλιογραφικές αναφορές, δυσπλασίες συνέβησαν σε ποσοστό 23 έως 27% των γεννήσεων ζώντων νεογνών σε γυναίκες που εκτέθηκαν στη µυκοφαινολάτη µοφετίλ κατά τη διάρκεια της κύησης (συγκριτικά µε 2% έως 3% των γεννήσεων ζώντων νεογνών στο συνολικό πληθυσµό και µε περίπου 4 έως 5% των γεννήσεων ζώντων νεογνών σε ασθενείς µε µεταµόσχευση συµπαγών οργάνων που έλαβαν θεραπεία µε άλλα ανοσοκατασταλτικά, εκτός από τη µυκοφαινολάτη µοφετίλ).

Συγγενείς δυσπλασίες, συµπεριλαµβανοµένων αναφορών πολλαπλών δυσπλασιών, έχουν παρατηρηθεί µετά από την κυκλοφορία του φαρµάκου σε παιδιά ασθενών που είχαν εκτεθεί σε CellCept σε συνδυασµό µε άλλα ανοσοκατασταλτικά κατά τη διάρκεια της κύησης. Οι ακόλουθες δυσπλασίες αναφέρθηκαν µε µεγαλύτερη συχνότητα:

Ανωµαλίες του ωτός (π.χ. µη φυσιολογικός σχηµατισµός ή απουσία έξω/µέσου ωτός), ατρησία του έξω ακουστικού πόρου,

Συγγενής καρδιοπάθεια όπως ελλείµµατα του µεσοκολπικού και του µεσοκοιλιακού διαφράγµατος,

∆υσπλασίες του προσώπου όπως χειλεοσχιστία (λαγώχειλο), υπερωιοσχιστία (λυκόστοµα), µικρογναθία και µη φυσιολογική υπέρµετρη απόσταση µεταξύ των οφθαλµικών κόγχων,

Ανωµαλίες του οφθαλµού (π.χ. κολόβωµα),

∆υσπλασίες των δακτύλων (π.χ. πολυδακτυλία, συνδακτυλία),

Τραχειο-οισοφαγικές δυσπλασίες (π.χ. οισοφαγική ατρησία),

∆υσπλασίες του νευρικού συστήµατος όπως δισχιδής ράχη,

Ανωµαλίες των νεφρών

Επιπρόσθετα, υπάρχουν µεµονωµένες αναφορές για τις ακόλουθες δυσπλασίες:

Μικροφθαλµία,

συγγενής κύστη χοριοειδούς πλέγµατος,

αγενεσία του διαφανούς διαφράγµατος,

αγενεσία του οσφρητικού νεύρου.

Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. παράγραφο 5.3).

Θηλασµός

Έχει καταδειχθεί ότι η µυκοφαινολάτη µοφετίλ απεκκρίνεται στο γάλα επίµυων που θηλάζουν. ∆εν είναι γνωστό εάν η ουσία αυτή απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Εξαιτίας του ενδεχοµένου σοβαρών ανεπιθύµητων αντιδράσεων από τη µυκοφαινολάτη µοφετίλ στα θηλάζοντα βρέφη, το CellCept αντενδείκνυται σε µητέρες που θηλάζουν (βλ. παράγραφο 4.3).

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισµού µηχανών

∆εν έχουν πραγµατοποιηθεί µελέτες σχετικά µε τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισµού µηχανών. Η φαρµακοδυναµική εικόνα και οι αναφερθείσες ανεπιθύµητες αντιδράσεις υποδεικνύουν ότι κάποια τέτοια επίδραση δεν είναι πιθανή.

4.8 Ανεπιθύµητες ενέργειες

Οι παρακάτω ανεπιθύµητες ενέργειες καλύπτουν ανεπιθύµητες αντιδράσεις από κλινικές µελέτες Οι κύριες ανεπιθύµητες αντιδράσεις που σχετίζονται µε τη χορήγηση του CellCept σε συνδυασµό µε κυκλοσπορίνη και κορτικοστεροειδή περιλαµβάνουν διάρροια, λευκοπενία, σηψαιµία και έµετο, ενώ

υπάρχουν ενδείξεις για υψηλότερη συχνότητα ορισµένων τύπων λοιµώξεων (βλ. παράγραφο 4.4). Η εικόνα των ανεπιθύµητων αντιδράσεων που σχετίζονται µε τη χορήγηση CellCept 500 mg κόνις για πυκνό διάλυµα για παρασκευή διαλύµατος προς έγχυση έχει βρεθεί ότι είναι παρόµοια µε αυτή που παρατηρήθηκε µετά την από στόµατος χορήγηση.

Κακοήθειες

Ασθενείς που ακολουθούν θεραπευτική αγωγή µε ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες χρησιµοποιώντας συνδυασµούς φαρµακευτικών προϊόντων, συµπεριλαµβανοµένου του CellCept, διατρέχουν αυξηµένο κίνδυνο να παρουσιάσουν λεµφώµατα και άλλες κακοήθειες, ιδιαίτερα του δέρµατος (βλ. παράγραφο 4.4). Σε ελεγχόµενες κλινικές µελέτες ασθενών που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού (δεδοµένα για 2 g), καρδιάς και ήπατος και ήταν υπό παρακολούθηση για 1 τουλάχιστον έτος, αναπτύχθηκε λεµφοϋπερπλαστική νόσος ή λέµφωµα σε ποσοστό 0,6 % των ασθενών που λάµβαναν CellCept (2 g ή 3 g ηµερησίως) σε συνδυασµό µε άλλα ανοσοκατασταλτικά. Καρκινώµατα του δέρµατος εκτός µελανώµατος εµφανίστηκαν στο 3,6 % των ασθενών, ενώ άλλοι τύποι κακοήθειας εµφανίστηκαν στο 1,1 % των ασθενών. ∆εδοµένα ασφάλειας τριών ετών σε ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού και καρδιάς δεν απεκάλυψαν µη αναµενόµενες µεταβολές στη συχνότητα εµφάνισης κακοήθειας, συγκριτικά µε τα δεδοµένα ενός έτους. Οι ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση ήπατος ήταν υπό παρακολούθηση για διάστηµα ενός τουλάχιστον έτους, µικρότερο όµως των τριών ετών.

Ευκαιριακές λοιµώξεις

Όλοι οι ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση διατρέχουν αυξηµένο κίνδυνο εµφάνισης ευκαιριακών λοιµώξεων και ο κίνδυνος αυτός αυξάνεται µε το συνολικό ανοσοκατασταλτικό φορτίο (βλ. παράγραφο 4.4). Σε ελεγχόµενες κλινικές µελέτες ασθενών που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού (δεδοµένα για 2 g), καρδιάς και ήπατος και ήταν υπό παρακολούθηση για 1 τουλάχιστον έτος, οι συχνότερα εµφανιζόµενες ευκαιριακές λοιµώξεις σε ασθενείς που λαµβάνουν CellCept (2 g ή 3 g ηµερησίως) µε άλλα ανοσοκατασταλτικά ήταν βλεννογονοδερµατική καντιντίαση, ιαιµία/σύνδροµο CMV (κυτταροµεγαλοϊού) και απλός έρπης. Η αναλογία των ασθενών µε ιαιµία/σύνδροµο CMV ήταν 13,5 %.

Ηλικιωµένοι

Οι ηλικιωµένοι ασθενείς (≥ 65 ετών) µπορεί γενικώς να διατρέχουν αυξηµένο κίνδυνο εµφάνισης ανεπιθύµητων αντιδράσεων που οφείλονται στην ανοσοκαταστολή. Οι ηλικιωµένοι ασθενείς που λαµβάνουν CellCept ως µέρος µιας συνδυασµένης ανοσοκατασταλτικής θεραπευτικής αγωγής, µπορεί να διατρέχουν αυξηµένο κίνδυνο εµφάνισης ορισµένων λοιµώξεων (συµπεριλαµβανοµένης της διηθητικής των ιστών νόσου από κυτταροµεγαλοϊό) και πιθανόν γαστρεντερικής αιµορραγίας και πνευµονικού οιδήµατος, σε σύγκριση µε νεότερα άτοµα.

Άλλες ανεπιθύµητες αντιδράσεις

Τα παρακάτω δεδοµένα αναφέρονται στη σχετιζόµενη µε την ασφάλεια εµπειρία που έχει αποκτηθεί µε το από στόµατος χορηγούµενο CellCept σε ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού. Τα στοιχεία για τους ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση ήπατος βασίζονται στην ενδοφλέβια χορήγηση CellCept για διάστηµα έως 14 ηµερών και στην εν συνεχεία από στόµατος χορήγηση. Οι ανεπιθύµητες αντιδράσεις που πιθανόν ή δυνατόν να σχετίζονται µε το CellCept και αναφέρθηκαν σε ≥1/10 και σε ≥1/100 έως <1/10 των ασθενών στους οποίους χορηγήθηκε CellCept στις ελεγχόµενες κλινικές µελέτες σε ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού (δεδοµένα για 2 g) και ήπατος παρουσιάζονται στον ακόλουθο πίνακα.

Ανεπιθύµητες Αντιδράσεις που Πιθανόν ή ∆υνατόν να Σχετίζονται µε το CellCept και Αναφέρθηκαν σε Ασθενείς που Ακολούθησαν Αγωγή µε CellCept σε Συνδυασµό µε Κυκλοσπορίνη και Κορτικοστεροειδή κατά τη ∆ιάρκεια των Κλινικών Νεφρικών και Ηπατικών Μελετών

Εντός των κατηγοριών οργάνου συστήµατος, οι ανεπιθύµητες ενέργειες παρατίθενται υπό επικεφαλίδες συχνότητας, χρησιµοποιώντας τις ακόλουθες κατηγορίες: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές

(≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), άγνωστης συχνότητας (δεν µπορεί να υπολογιστεί από τα διαθέσιµα στοιχεία).

Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εµφάνισης, οι ανεπιθύµητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Kατηγορία οργάνου συστήµατος

Ανεπιθύµητες αντιδράσεις φαρµάκου

 

 

 

Λοιµώξεις και παρασιτώσεις

Πολύ συχνές

Σηψαιµία, γαστρεντερική καντιντίαση,

 

 

ουρολοίµωξη, έρπης απλός, έρπης ζωστήρας

 

Συχνές

Πνευµονία, γρίππη, λοίµωξη του

 

 

αναπνευστικού συστήµατος, µονιλίαση

 

 

αναπνευστικού συστήµατος, γαστρεντερική

 

 

λοίµωξη, καντιντίαση, γαστρεντερίτιδα,

 

 

λοίµωξη, βρογχίτιδα, φαρυγγίτιδα, κολπίτιδα,

 

 

µυκητιασική δερµατική λοίµωξη, δερµατική

 

 

κάντιντα, κολπική καντιντίαση, ρινίτιδα

Νεοπλάσµατα καλοήθη,

Πολύ συχνές

-

κακοήθη και µη καθοριζόµενα

Συχνές

Καρκίνος δέρµατος, καλόηθες νεόπλασµα

(περιλαµβάνονται κύστεις και

 

δέρµατος

πολύποδες)

 

 

∆ιαταραχές του αιµοποιητικού

Πολύ συχνές

Λευκοπενία, θροµβοπενία, αναιµία

και του λεµφικού συστήµατος

Συχνές

Πανκυτταροπενία, λευκοκυττάρωση

∆ιαταραχές του µεταβολισµού

Πολύ συχνές

-

και της θρέψης

Συχνές

Οξέωση, υπερκαλιαιµία, υποκαλιαιµία,

 

 

υπεργλυκαιµία, υποµαγνησιαιµία,

 

 

υπασβεστιαιµία, υπερχοληστερολαιµία,

 

 

υπερλιπιδαιµία, υποφωσφοραιµία, ανορεξία

Ψυχιατρικές διαταραχές

Πολύ συχνές

-

 

Συχνές

Κατάθλιψη, σκέψη µη φυσιολογική, αϋπνία

 

 

 

∆ιαταραχές του νευρικού

Πολύ συχνές

-

συστήµατος

Συχνές

Σπασµός, υπερτονία, τρόµος, υπνηλία,

 

 

κεφαλαλγία, παραισθησία

 

 

 

Καρδιακές διαταραχές

Πολύ συχνές

-

 

Συχνές

Ταχυκαρδία

Αγγειακές διαταραχές

Πολύ συχνές

-

 

Συχνές

Υπόταση, υπέρταση

∆ιαταραχές του αναπνευστικού

Πολύ συχνές

-

συστήµατος, του θώρακα και

Συχνές

Υπεζωκοτική συλλογή, δύσπνοια, βήχας

του µεσοθωρακίου

 

 

∆ιαταραχές του γαστρεντερικού

Πολύ συχνές

΄Εµετος, κοιλιακό άλγος, διάρροια, ναυτία

συστήµατος

Συχνές

Αιµορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα,

 

 

περιτονίτιδα διαπυητική, ειλεός, κολίτιδα,

 

 

γαστρικό έλκος, γαστροδωδεκαδακτυλικό

 

 

έλκος, γαστρίτιδα, οισοφαγίτιδα, στοµατίτιδα,

 

 

δυσκοιλιότητα, δυσπεψία, µετεωρισµός

∆ιαταραχές του ήπατος και των

Πολύ συχνές

-

χοληφόρων

Συχνές

Ηπατίτιδα

∆ιαταραχές του δέρµατος και

Πολύ συχνές

-

του υποδόριου ιστού

Συχνές

Εξάνθηµα, ακµή, αλωπεκία

∆ιαταραχές του µυοσκελετικού

Πολύ συχνές

-

συστήµατος και του συνδετικού

Συχνές

Αρθραλγία

ιστού

 

 

∆ιαταραχές των νεφρών και των

Πολύ συχνές

-

ουροφόρων οδών

Συχνές

Νεφρική δυσλειτουργία

Kατηγορία οργάνου συστήµατος

Ανεπιθύµητες αντιδράσεις φαρµάκου

 

 

 

Γενικές διαταραχές και

Πολύ συχνές

-

καταστάσεις της οδού

Συχνές

Οίδηµα, πυρεξία, ρίγη, άλγος, αίσθηµα

χορήγησης

 

κακουχίας, εξασθένιση

Παρακλινικές εξετάσεις

Πολύ συχνές

-

 

Συχνές

Αύξηση τιµών ηπατικών ενζύµων, κρεατινίνη

 

 

αίµατος αυξηµένη, γαλακτική αφυδρογονάση

 

 

αίµατος αυξηµένη, αλκαλική φωσφατάση

 

 

αίµατος αυξηµένη, σωµατικό βάρος µειωµένο

Σηµείωση: στις µελέτες φάσης III για την πρόληψη απόρριψης σε µεταµόσχευση νεφρού και ήπατος, αντιµετωπίστηκαν 501 (2 g CellCept ηµερησίως) και 277 (2 g ενδοφλεβίως / 3 g από στόµατος CellCept ηµερησίως) ασθενείς, αντιστοίχως.

Ανεπιθύµητες αντιδράσεις που µπορούν να αποδοθούν στην περιφερική φλεβική έγχυση και παρατηρήθηκαν σε ποσοστό 4 % των ασθενών που λάµβαναν CellCept 500 mg κόνι για πυκνό διάλυµα για παρασκευή διαλύµατος προς έγχυση ήταν φλεβίτιδα και θρόµβωση.

Οι παρακάτω ανεπιθύµητες ενέργειες καλύπτουν τις ανεπιθύµητες αντιδράσεις που αναφέρθηκαν µετά την κυκλοφορία του CellCept

Οι ανεπιθύµητες αντιδράσεις του CellCept που αναφέρθηκαν µετά την κυκλοφορία του, είναι παρόµοιες µε εκείνες που παρατηρήθηκαν σε ελεγχόµενες µελέτες σε µεταµοσχεύσεις νεφρού και ήπατος. Ακολούθως περιγράφονται οι ανεπιθύµητες αντιδράσεις που αναφέρθηκαν επιπλέον κατά την εµπειρία που αποκτήθηκε µετά την κυκλοφορία του CellCept, µε τις αναφερθείσες συχνότητες, εφόσον είναι γνωστές, εντός παρενθέσεως.

Γαστρεντερικό

Υπερπλασία των ούλων (≥1/100 έως <1/10), κολίτιδα συµπεριλαµβανοµένης κολίτιδας από κυτταροµεγαλοϊό, (≥1/100 έως <1/10), παγκρεατίτιδα (≥1/100 έως <1/10) και ατροφία της εντερικής λάχνης.

Λοιµώξεις

Σοβαρές λοιµώξεις, απειλητικές για τη ζωή, συµπεριλαµβάνουσες µηνιγγίτιδα, ενδοκαρδίτιδα, φυµατίωση και άτυπη µυκοβακτηριακή λοίµωξη. Περιπτώσεις σχετιζόµενης µε τον ιό ΒΚ νεφροπάθειας όπως επίσης και περιπτώσεις σχετιζόµενης µε τον ιό JC προϊούσας πολυεστιακής λευκοεγκεφαλοπάθειας (PML) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαµβάνουν θεραπεία µε ανοσοκατασταλτικά, συµπεριλαµβανολένου του CellCept.

Έχουν αναφερθεί ακοκκιοκυτταραιµία (≥1/1000 έως <1/100) και ουδετεροπενία, ως εκ τούτου συνιστάται τακτική παρακολούθηση των ασθενών που λαµβάνουν CellCept (βλ. παράγραφο 4.4). Υπήρξαν αναφορές απλαστικής αναιµίας και καταστολής του µυελού των οστών σε ασθενείς που λάµβαναν CellCept, ορισµένες από τις οποίες ήταν θανατηφόρες.

∆ιαταραχές του αιµοποιητικού και του λεµφικού συστήµατος

Περιπτώσεις αµιγούς ερυθροκυτταρικής µυελικής απλασίας (PRCA) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία µε CellCept (βλ. παράγραφο 4.4).

Μεµονωµένες περιπτώσεις ανώµαλης µορφολογίας των ουδετερόφιλων, συµπεριλαµβανοµένης της επίκτητης ανωµαλίας Pelger-Huet, έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς που ακολουθούν αγωγή µε CellCept. Αυτές οι αλλαγές δεν σχετίζονται µε διαταραγµένη λειτουργία των ουδετερόφιλων. Αυτές οι αλλαγές ενδέχεται να υποδείξουν µια «αριστερή στροφή» στην ωρίµανση των ουδετερόφιλων στις αιµατολογικές εξετάσεις, οι οποίες µπορεί εσφαλµένα να ερµηνευτούν ως σηµάδι λοίµωξης σε ανοσοκατεσταλµένους ασθενείς όπως εκείνοι που λαµβάνουν CellCept.

Υπερευαισθησία

Έχουν αναφερθεί αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συµπεριλαµβανοµένων αγγειονευρωτικού οιδήµατος και αναφυλακτικής αντίδρασης.

Καταστάσεις της κύησης, της λοχείας και της περιγεννητικής περιόδου

Έχουν αναφερθεί περιστατικά αυτόµατων αποβολών σε ασθενείς που εκτέθηκαν σε µυκοφαινολάτη µοφετίλ, κυρίως κατά το πρώτο τρίµηνο, βλ. παράγραφο 4.6.

Συγγενείς διαταραχές

Έχουν παρατηρηθεί συγγενείς δυσπλασίες µετά την κυκλοφορία του φαρµάκου, σε παιδιά γονέων που εκτέθηκαν σε CellCept σε συνδυασµό µε άλλα ανοσοκατασταλτικά, βλ. παράγραφο 4.6.

∆ιαταραχές του αναπνευστικού συστήµατος, του θώρακα και του µεσοθωράκιου

Υπήρξαν µεµονωµένες αναφορές διάµεσης πνευµονοπάθειας και πνευµονικής ίνωσης σε ασθενείς που λάµβαναν CellCept σε συνδυασµό µε άλλα ανοσοκατασταλτικά, ορισµένες από τις οποίες είχαν θανατηφόρο έκβαση. Υπήρξαν επίσης αναφορές βρογχεκτασίας σε παιδιά και ενήλικες (συχνότητα µη γνωστή).

∆ιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήµατος

Έχει αναφερθεί υπογαµµασφαιριναιµία σε ασθενείς που λαµβάνουν CellCept σε συνδυασµό µε άλλα ανοσοκατασταλτικά (συχνότητα µη γνωστή).

Αναφορά πιθανολογούµενων ανεπιθύµητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούµενων ανεπιθύµητων ενεργειών µετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρµακευτικού προϊόντος είναι σηµαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρµακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελµατίες του τοµέα της υγειονοµικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούµενες ανεπιθύµητες ενέργειες µέσω του εθνικού συστήµατος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτηµα V.

4.9 Υπερδοσολογία

Αναφορές υπερδοσολογίας µε µυκοφαινολάτη µοφετίλ έχουν ληφθεί από κλινικές δοκιµές και κατά τη διάρκεια της εµπειρίας µετά την κυκλοφορία του φαρµάκου. Σε πολλές από αυτές τις περιπτώσεις, δεν αναφέρθηκαν ανεπιθύµητες ενέργειες. Σε αυτές τις περιπτώσεις της υπερδοσολογίας στις οποίες αναφέρθηκαν ανεπιθύµητες ενέργειες, τα συµβάµατα εµπίπτουν στα πλαίσια της γνωστής εικόνας ασφάλειας του φαρµακευτικού προϊόντος.

Αναµένεται ότι η υπερδοσολογία µε µυκοφαινολάτη µοφετίλ θα µπορούσε πιθανώς να έχει ως αποτέλεσµα περαιτέρω καταστολή του ανοσοποιητικού συστήµατος και αυξηµένη ευπάθεια σε λοιµώξεις και καταστολή του µυελού των οστών (βλ. παράγραφο 4.4). Εάν αναπτυχθεί ουδετεροπενία, η δοσολογία του CellCept θα πρέπει να διακόπτεται ή να µειώνεται η δόση (βλ. παράγραφο 4.4).

Η αιµοδιύλιση δεν θα πρέπει να αναµένεται να αποµακρύνει κλινικά σηµαντικές ποσότητες του MPA ή του MPAG. Τα απολύµατα του χολικού οξέος, όπως η χολεστυραµίνη, µπορούν να αποβάλλουν το MPA µε το να µειώσουν την εντεροηπατική επανακυκλοφορία του φαρµάκου (βλ. παράγραφο 5.2).

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ Ι∆ΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρµακοδυναµικές ιδιότητες

Φαρµακοθεραπευτική κατηγορία: ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, κωδικός ATC: L04AA06

Μηχανισµός δράσης

Η µυκοφαινολάτη µοφετίλ είναι ο 2-µορφολινοαιθυλικός εστέρας του MPA. Το MPA είναι ένας ισχυρός, εκλεκτικός, µη ανταγωνιστικός και αναστρέψιµος αναστολέας της αφυδρογονάσης της µονοφωσφορικής ινοσίνης και συνεπώς αναστέλλει την de novo οδό σύνθεσης του νουκλεοτιδίου της γουανοσίνης χωρίς ενσωµάτωση στο DNA. Επειδή τα Τ- και Β- λεµφοκύτταρα εξαρτώνται άµεσα, όσον αφορά στον πολλαπλασιασµό τους, από την de novo σύνθεση των πουρινών ενώ άλλοι τύποι κυττάρων µπορούν να χρησιµοποιούν οδούς διάσωσης, το MPA έχει ισχυρότερη κυτταροστατική δράση επί των λεµφοκυττάρων απ’ ό,τι σε άλλα κύτταρα.

5.2 Φαρµακοκινητικές ιδιότητες

Κατανοµή

Μετά την ενδοφλέβια χορήγηση, η µυκοφαινολάτη µοφετίλ υφίσταται ταχύ και πλήρη µεταβολισµό σε ενεργό µεταβολίτη, το ΜPA. Το MPA σε κλινικώς σηµαντικές συγκεντρώσεις, είναι κατά 97 % δεσµευµένο µε τη λευκωµατίνη του πλάσµατος. Η αρχική ουσία µυκοφαινολάτη µοφετίλ µπορεί να µετρηθεί συστηµατικά κατά τη διάρκεια της ενδοφλέβιας έγχυσης. Ωστόσο, µετά την από στόµατος χορήγηση είναι κάτω από το όριο ανίχνευσης (0,4 µg/ml).

Ως αποτέλεσµα της εντεροηπατικής επανακυκλοφορίας, παρατηρούνται συνήθως δευτερογενείς αυξήσεις της συγκέντρωσης του MPA στο πλάσµα σε περίπου 6-12 ώρες µετά τη δόση. Μία µείωση της AUC του MPA της τάξης του 40 % περίπου, σχετίζεται µε τη συγχορήγηση χολεστυραµίνης (4 g τρεις φορές την ηµέρα), γεγονός που υποδεικνύει ότι υπάρχει ένα σηµαντικό ποσό εντεροηπατικής επανακυκλοφορίας.

Βιοµετασχηµατισµός

Το MPA µεταβολίζεται κυρίως από τη γλυκουρονική τρανσφεράση (ισοµορφή UGT1A9) προς σχηµατισµό ανενεργού φαινολικού γλυκουρονιδίου του MPA (MPAG). In vivo, το MPAG µετατρέπεται πίσω σε ελεύθερο MPA µέσω της εντεροηπατικής επανακυκλοφορίας. Σχηµατίζεται, επίσης, έλασσον ακυλο-γλουκουρονίδιο (AcMPAG). Το AcMPAG είναι φαρµακολογικά ενεργό και πιθανολογείται ότι ευθύνεται για ορισµένες από τις ανεπιθύµητες ενέργειες του MMF (διάρροια, λευκοπενία).

Αποβολή

Μια αµελητέα ποσότητα ουσίας αποβάλλεται ως ΜΡΑ (< 1 % της δόσης) στα ούρα. Η από στόµατος χορήγηση ραδιοσεσηµασµένης µυκοφαινολάτης µοφετίλ έχει ως αποτέλεσµα την πλήρη ανάκτηση της χορηγηθείσας δόσης. Το 93 % της χορηγηθείσας δόσης ανακτήθηκε στα ούρα και το 6 % στα κόπρανα. Το µεγαλύτερο µέρος (περίπου 87 %) της χορηγηθείσας δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως

MPAG.

Σε κλινικώς απαντώµενες συγκεντρώσεις, τα MPA και MPAG δεν αποµακρύνονται µε αιµοδιύλιση. Ωστόσο, σε υψηλές συγκεντρώσεις MPAG στο πλάσµα (> 100 µg/mL), αποµακρύνονται µικρές ποσότητες MPAG. Παρεµβαλλόµενες στην εντεροηπατική κυκλοφορία του φαρµάκου, οι ουσίες που δεσµεύουν το χολικό οξύ, όπως είναι η χολεστυραµίνη, µειώνουν την AUC του MPA (βλ. παράγραφο

4.9).

Η κατανοµή του ΜΡΑ εξαρτάται από διάφορους µεταφορείς. Τα πολυπεπτίδια µεταφοράς οργανικού ανιόντος (ΟΑΤΡ) και η σχετιζόµενη µε την αντίσταση σε πολλά φάρµακα πρωτεΐνη 2 (MRP2) εµπλέκονται στη διάθεση του ΜΡΑ. Οι ισοµορφές OATP και η πρωτεΐνη αντίστασης καρκίνου του µαστού (BCRP) είναι µεταφορείς που σχετίζονται µε τη χολική απέκκριση των γλυκουρονιδίων. Η πρωτεΐνη αντίστασης πολλαπλών φαρµάκων (MDR1) είναι, επίσης, σε θέση να µεταφέρει MPA, αλλά η συµβολή της φαίνεται να περιορίζεται στη διαδικασία απορρόφησης. Στο νεφρό, το ΜΡΑ και οι µεταβολίτες του δυνητικά αλληλεπιδρούν µε νεφρικούς µεταφορείς οργανικών ανιόντων.

Σε ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε νεφρική, καρδιακή και ηπατική µεταµόσχευση, και κατά την πρώιµη περίοδο µετά τη µεταµόσχευση (< 40 ηµέρες µετά τη µεταµόσχευση), οι µέσες τιµές της AUC

του ΜΡΑ ήταν περίπου 30 % χαµηλότερες και της Cmax περίπου 40 % χαµηλότερες σε σχέση µε αυτές που παρατηρήθηκαν κατά την όψιµη περίοδο µετά τη µεταµόσχευση (3-6 µήνες µετά).

Ισοδυναµία µε τις από στόµατος µορφές

Την περίοδο αµέσως µετά τη µεταµόσχευση οι τιµές της AUC του MPA που παρατηρήθηκαν µετά από χορήγηση 1 g ενδοφλέβιου CellCept δύο φορές την ηµέρα σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού ήταν συγκρίσιµες µε αυτές που παρατηρήθηκαν µετά την από στόµατος χορήγηση 1 g CellCept δύο φορές την ηµέρα. Σε ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση ήπατος, η χορήγηση 1 g ενδοφλέβιου CellCept δύο φορές την ηµέρα ακολουθούµενη από 1,5 g από στόµατος χορηγούµενου CellCept δύο φορές την ηµέρα, οδήγησε σε τιµές AUC της ΜΡΑ παρόµοιες µε αυτές που εµφανίστηκαν σε ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού και στους οποίους χορηγήθηκε 1 g CellCept δύο φορές την ηµέρα.

Ειδικοί πληθυσµοί

Νεφρική δυσλειτουργία

Σε µελέτη εφάπαξ δόσης (6 άτοµα ανά οµάδα) η µέση τιµή της AUC του MPA στο πλάσµα που παρατηρήθηκε σε άτοµα µε σοβαρή χρόνια νεφρική δυσλειτουργία (ρυθµός σπειραµατικής διήθησης < 25 mL/min/1,73 m2), ήταν 28-75 % υψηλότερη σε σχέση µε τις µέσες τιµές που παρατηρήθηκαν σε φυσιολογικά υγιή άτοµα ή σε άτοµα µε µικρότερου βαθµού νεφρική δυσλειτουργία. Ωστόσο, η µέση τιµή της AUC του ΜPAG κατά τη χορήγηση εφάπαξ δόσης ήταν 3-6 φορές υψηλότερη σε άτοµα µε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, απ’ ό,τι σε άτοµα µε ήπια νεφρική δυσλειτουργία ή σε φυσιολογικά υγιή άτοµα, σύµφωνα µε τη γνωστή νεφρική απέκκριση του MPAG. Πολλαπλές δόσεις της µυκοφαινολάτης µοφετίλ σε ασθενείς µε σοβαρή χρόνια νεφρική δυσλειτουργία δεν έχουν µελετηθεί. ∆εν υπάρχουν διαθέσιµα στοιχεία για ασθενείς µε σοβαρή χρόνια νεφρική δυσλειτουργία που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση ήπατος.

Επιβραδυµένη λειτουργία του νεφρικού µοσχεύµατος

Σε ασθενείς µε επιβραδυµένη λειτουργία του νεφρικού µοσχεύµατος µετά τη µεταµόσχευση, η µέση τιµή της AUC (0-12 ώρες) του MPA ήταν συγκρίσιµη µε αυτή που παρατηρήθηκε σε ασθενείς µετά τη µεταµόσχευση χωρίς επιβραδυµένη λειτουργία µοσχεύµατος. Η µέση τιµή της AUC (0-12 ώρες) του MPAG στο πλάσµα ήταν 2-3 φορές υψηλότερη απ’ ό,τι σε µεταµοσχευµένους ασθενείς χωρίς επιβραδυµένη λειτουργία µοσχεύµατος. Σε ασθενείς µε επιβραδυµένη λειτουργία νεφρικού µοσχεύµατος υπάρχει περίπτωση να παρουσιαστεί παροδική αύξηση του ελεύθερου κλάσµατος και της συγκέντρωσης του MPA στο πλάσµα. Τροποποίηση της δόσης του CellCept δεν φαίνεται να είναι απαραίτητη.

Ηπατική δυσλειτουργία

Σε εθελοντές µε αλκοολική κίρρωση, οι ηπατικές διαδικασίες γλυκουρονικής σύζευξης του MPA παρέµειναν σχετικά ανεπηρέαστες από την παρεγχυµατική ηπατική νόσο. Οι επιδράσεις της ηπατικής νόσου στη διαδικασία αυτή πιθανώς εξαρτώνται από τη συγκεκριµένη νόσο. Ωστόσο, ηπατική νόσος που προξενεί κυρίως χολική βλάβη, όπως η πρωτοπαθής χολική κίρρωση, µπορεί να επιδείξει διαφορετική επίδραση.

Ηλικιωµένοι

Η φαρµακοκινητική συµπεριφορά του CellCept σε ηλικιωµένους (≥ 65 ετών) δεν έχει επίσηµα αξιολογηθεί.

Ασθενείς που λαµβάνουν από στόµατος αντισυλληπτικά

Οι φαρµακοκινητικές ιδιότητες των από στόµατος αντισυλληπτικών δεν επηρεάστηκαν από τη συγχορήγηση CellCept (βλ. επίσης παράγραφο 4.5). Μια µελέτη επί της συγχορήγησης CellCept (1 g δύο φορές την ηµέρα) και συνδυασµένων από στόµατος αντισυλληπτικών που περιέχουν αιθινυλοιστραδιόλη (0,02 mg έως 0,04 mg) και λεβονοργεστρέλη (0,05 mg έως 0,15 mg), δεσογεστρέλη (0,15 mg) ή γεστοδένη (0,05 mg έως 0,10 mg), η οποία διεξήχθη σε 18 µη υποβληθείσες σε µεταµόσχευση γυναίκες (που δεν λάµβαναν άλλα ανοσοκατασταλτικά) για 3 συνεχόµενους εµµηνορρυσιακούς κύκλους, δεν έδειξε κλινικώς σηµαντική επίδραση του CellCept στην κατασταλτική επί της ωορρηξίας δράση των από στόµατος αντισυλληπτικών. Τα επίπεδα των LH, FSH και της προγεστερόνης στον ορό δεν επηρεάστηκαν σηµαντικά.

5.3 Προκλινικά δεδοµένα για την ασφάλεια

Σε πειραµατικά µοντέλα, η µυκοφαινολάτη µοφετίλ δεν προκάλεσε την εµφάνιση όγκων. Η υψηλότερη δόση που ελέγχθηκε στις µελέτες καρκινογένεσης σε ζώα, οδήγησε σε περίπου 2 - 3 φορές τη συστηµατική έκθεση (AUC ή Cmax) που παρατηρήθηκε σε ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού µε τη συνιστώµενη κλινική δόση των 2 g/ηµέρα.

∆ύο δοκιµασίες γενοτοξικότητας (in vitro µέτρηση λεµφώµατος µυός και in vivo µικροπυρηνική δοκιµασία σε µυελό οστών µυός) έδειξαν δυναµικό της µυκοφαινολάτης µοφετίλ για πρόκληση χρωµοσωµατικών εκτροπών. Τα αποτελέσµατα αυτά µπορεί να συσχετιστούν µε το φαρµακοδυναµικό τρόπο δράσης, την αναστολή δηλαδή της νουκλεοτιδικής σύνθεσης σε ευαίσθητα κύτταρα. Άλλες in vitro δοκιµασίες για την ανίχνευση της µετάλλαξης των γονιδίων δεν κατέδειξαν γενοτοξική δραστικότητα.

Η µυκοφαινολάτη µοφετίλ δεν είχε καµία επίδραση στη γονιµότητα των αρσενικών επίµυων, σε από στόµατος χορηγούµενες δόσεις έως και 20 mg/kg/ηµέρα. Η συστηµατική έκθεση σ’ αυτή τη δόση αντιπροσωπεύει 2 - 3 φορές την κλινική έκθεση στη συνιστώµενη κλινική δόση των 2 g/ηµέρα. Σε µία µελέτη για τη γονιµότητα των θηλυκών και την αναπαραγωγή που διεξήχθη σε επίµυς, από στόµατος χορηγούµενες δόσεις των 4,5 mg/kg/ηµέρα προκάλεσαν δυσπλασίες (συµπεριλαµβανοµένων της ανοφθαλµίας, της αγναθίας και του υδροκεφάλου) στην πρώτη γενεά απογόνων, απουσία τοξικότητας στη µητέρα. Η συστηµατική έκθεση σε αυτή τη δόση ήταν περίπου 0,5 φορές της κλινικής έκθεσης στη συνιστώµενη κλινική δόση των 2 g/ηµέρα. Καµία επίδραση επί της γονιµότητας ή των παραµέτρων αναπαραγωγής δεν ήταν εµφανής στις µητέρες των ζώων, ή στην επακόλουθη γενιά.

Σε µελέτες τερατογένεσης σε επίµυς και κουνέλια, παρατηρήθηκαν παλίνδροµες κυήσεις και δυσπλασίες, σε επίµυς στα 6 mg/kg/ηµέρα (συµπεριλαµβανοµένων της ανοφθαλµίας, της αγναθίας και του υδροκεφάλου) και σε κουνέλια στα 90 mg/kg/ηµέρα (συµπεριλαµβανοµένων καρδιαγγειακών και νεφρικών ανωµαλιών, όπως έκτοπος καρδία και έκτοποι νεφροί, και διαφραγµατοκήλη και οµφαλοκήλη), απουσία τοξικότητας στη µητέρα. Η συστηµατική έκθεση σε αυτά τα επίπεδα είναι περίπου ισοδύναµη µε ή λιγότερη από 0,5 φορές την κλινική έκθεση στη συνιστώµενη κλινική δόση των 2 g/ηµέρα (βλ. παράγραφο 4.6).

Το αιµοποιητικό και λεµφικό σύστηµα ήταν τα κύρια όργανα που επηρεάστηκαν στις τοξικολογικές µελέτες που διεξήχθησαν µε µυκοφαινολάτη µοφετίλ σε επίµυ, µυ, σκύλο και πίθηκο. Αυτές οι επιδράσεις παρατηρήθηκαν σε επίπεδα συστηµατικής έκθεσης τα οποία είναι ισοδύναµα µε ή µικρότερα από την κλινική έκθεση στη συνιστώµενη δόση των 2 g/ηµέρα. Παρατηρήθηκαν γαστρεντερικές επιδράσεις στο σκύλο σε επίπεδα συστηµατικής έκθεσης ισοδύναµα µε ή µικρότερα από την κλινική έκθεση στη συνιστώµενη δόση. Γαστρεντερικές και νεφρικές επιδράσεις που συµφωνούν µε την αφυδάτωση, παρατηρήθηκαν επίσης στον πίθηκο στην υψηλότερη δόση (επίπεδα συστηµατικής έκθεσης ισοδύναµα µε ή υψηλότερα από την κλινική έκθεση). Η εικόνα της µη κλινικής τοξικότητας της µυκοφαινολάτης µοφετίλ φαίνεται να είναι σύµφωνη µε τα ανεπιθύµητα συµβάµατα που παρατηρήθηκαν στις κλινικές µελέτες στον άνθρωπο, οι οποίες τώρα παρέχουν στοιχεία για την ασφάλεια τα οποία είναι περισσότερο σχετικά µε τον πληθυσµό των ασθενών (βλ. παράγραφο 4.8).

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

CellCept 500 mg κόνις για πυκνό διάλυµα για παρασκευή διαλύµατος προς έγχυση πολυσορβικό 80 κιτρικό οξύ υδροχλωρικό οξύ χλωριούχο νάτριο

6.2 Ασυµβατότητες

Το διάλυµα του CellCept 500 mg κόνις για πυκνό διάλυµα για παρασκευή διαλύµατος προς έγχυση δεν θα πρέπει να αναµιγνύεται ή να χορηγείται ταυτόχρονα µέσω του ίδιου καθετήρα µε άλλα ενδοφλέβια φαρµακευτικά προϊόντα ή άλλα πρόσθετα διαλύµατα έγχυσης.

Αυτό το φαρµακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναµειγνύεται µε άλλα φαρµακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.

6.3 ∆ιάρκεια ζωής

Κόνις για πυκνό διάλυµα για παρασκευή διαλύµατος προς έγχυση: 3 χρόνια.

Ανασυσταµένο διάλυµα και διάλυµα έγχυσης: Αν το διάλυµα έγχυσης δεν παρασκευαστεί αµέσως πριν από τη χορήγηση, η έναρξη της χορήγησης του διαλύµατος έγχυσης θα πρέπει να γίνει µέσα σε 3 ώρες από την ανασύσταση και αραίωση του φαρµακευτικού προϊόντος.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

Κόνις για πυκνό διάλυµα για παρασκευή διαλύµατος προς έγχυση: Μη φυλάσσετε σε θερµοκρασία µεγαλύτερη των 30oC.

Ανασυσταµένο διάλυµα και διάλυµα έγχυσης: Φυλάσσονται σε θερµοκρασία 15-30oC.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Φιαλίδια 20 mL από διαφανές γυαλί τύπου Ι µε γκρίζο πώµα εισχώρησης από ελαστικό βουτύλιο και πώµα ασφαλείας αλουµινίου µε πλαστικό κάλυµµα (τύπου flip-off). Το CellCept 500 mg κόνις για πυκνό διάλυµα για παρασκευή διαλύµατος προς έγχυση διατίθεται σε συσκευασίες που περιέχουν 4 φιαλίδια.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισµός

Παρασκευή του ∆ιαλύµατος Έγχυσης (6 mg/mL)

Το CellCept 500 mg κόνις για πυκνό διάλυµα για παρασκευή διαλύµατος προς έγχυση δεν περιέχει κανένα αντιµικροβιακό συντηρητικό. Για το λόγο αυτό, η ανασύσταση και η αραίωση του προϊόντος πρέπει να γίνεται κάτω από άσηπτες συνθήκες.

Το CellCept 500 mg κόνις για πυκνό διάλυµα για παρασκευή διαλύµατος προς έγχυση πρέπει να παρασκευαστεί σε δύο βήµατα: το πρώτο βήµα είναι η ανασύσταση µε διάλυµα γλυκόζης 5 % για ενδοφλέβια έγχυση και το δεύτερο βήµα είναι η αραίωση µε διάλυµα γλυκόζης 5 % για ενδοφλέβια έγχυση. Παρακάτω δίνεται λεπτοµερής περιγραφή της παρασκευής:

Βήµα 1

α. ∆ύο φιαλίδια του CellCept 500 mg κόνις για πυκνό διάλυµα για παρασκευή διαλύµατος προς έγχυση χρησιµοποιούνται για την παρασκευή µιας δόσης 1 g. H ανασύσταση του περιεχοµένου κάθε φιαλιδίου γίνεται µε ένεση 14 mL διαλύµατος γλυκόζης 5 % για ενδοφλέβια έγχυση.

β. Ανακινήστε απαλά το φιαλίδιο για να διαλυθεί το φαρµακευτικό προϊόν, το οποίο αποδίδει ένα ελαφρά κίτρινο διάλυµα.

γ. Ελέγξτε το προκύπτον διάλυµα για αιωρούµενα σωµατίδια και αλλοίωση του χρώµατος πριν από την περαιτέρω αραίωση. Πετάξτε το φιαλίδιο αν παρατηρηθούν αιωρούµενα σωµατίδια ή αλλοίωση του χρώµατος.

Βήµα 2

α. ∆ιαλύστε περαιτέρω το περιεχόµενο των δύο ανασυσταµένων φιαλιδίων (περίπου 2 x 15 mL) σε 140 mL διαλύµατος γλυκόζης 5 % για ενδοφλέβια έγχυση. Η τελική συγκέντρωση του διαλύµατος είναι 6 mg/mL µυκοφαινολάτη µοφετίλ.

β. Ελέγξτε το διάλυµα έγχυσης για αιωρούµενα σωµατίδια ή αλλοίωση του χρώµατος. Πετάξτε το φιαλίδιο αν παρατηρηθούν αιωρούµενα σωµατίδια ή αλλοίωση του χρώµατος.

Εάν το διάλυµα έγχυσης δεν παρασκευαστεί αµέσως πριν από τη χορήγηση, η έναρξη της χορήγησης του διαλύµατος έγχυσης θα πρέπει να γίνει µέσα σε 3 ώρες από την ανασύσταση και αραίωση του φαρµακευτικού προϊόντος. ∆ιατηρήστε τα διαλύµατα σε θερµοκρασία 15-30oC.

Κάθε αχρησιµοποίητο προϊόν ή άχρηστο υλικό πρέπει να απορρίπτεται σύµφωνα µε τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ Α∆ΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Roche Registration Limited 6 Falcon Way

Shire Park

Welwyn Garden City AL7 1TW

Ηνωµένο Βασίλειο

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) Α∆ΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

EU/1/96/005/005 CellCept

(4 φιαλίδια)

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ Α∆ΕΙΑΣ

Ηµεροµηνία πρώτης έγκρισης: 14 Φεβρουαρίου 1996 Ηµεροµηνία τελευταίας ανανέωσης: 13 Μαρτίου 2006

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Λεπτοµερή πληροφοριακά στοιχεία για το προϊόν είναι διαθέσιµα στην ιστοσελίδα του Ευρωπαϊκού Οργανισµού Φαρµάκων http://www.ema.europa.eu/

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

CellCept 1 g/5 ml κόνις για πόσιµο εναιώρηµα.

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε φιάλη περιέχει 35 g µυκοφαινολάτη µοφετίλ σε 110 g κόνεως για πόσιµο εναιώρηµα. 5 mL ανασυσταµένου εναιωρήµατος περιέχουν 1 g µυκοφαινολάτη µοφετίλ.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Κόνις για πόσιµο εναιώρηµα.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Το CellCept 1 g/5 ml κόνις για πόσιµο εναιώρηµα ενδείκνυται σε συνδυασµό µε κυκλοσπορίνη και κορτικοστεροειδή για την προφύλαξη της οξείας απόρριψης µοσχεύµατος σε ασθενείς που έχουν δεχθεί αλλογενή νεφρικά, καρδιακά ή ηπατικά µοσχεύµατα.

4.2 ∆οσολογία και τρόπος χορήγησης

Η θεραπεία µε CellCept θα πρέπει να αρχίζει και να συνεχίζεται από κατάλληλα εξειδικευµένο προσωπικό, ειδικό στις µεταµοσχεύσεις.

∆οσολογία

Χρήση σε µεταµόσχευση νεφρού

Ενήλικες

Η από στόµατος χορήγηση CellCept 1 g/5 ml κόνις για πόσιµο εναιώρηµα θα πρέπει να αρχίζει εντός 72 ωρών από τη µεταµόσχευση. Η συνιστώµενη δόση σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού είναι 1 g χορηγούµενη δύο φορές την ηµέρα (2 g ηµερήσια δόση), δηλαδή

5 mL πόσιµο εναιώρηµα δύο φορές την ηµέρα.

Παιδιατρικός πληθυσµός ηλικίας 2 έως 18 ετών

Η συνιστώµενη δόση CellCept 1 g/5 ml κόνις για πόσιµο εναιώρηµα είναι 600 mg/m2 χορηγούµενη δύο φορές την ηµέρα (έως το πολύ 2 g/10 mL πόσιµο εναιώρηµα την ηµέρα). Επειδή κάποιες ανεπιθύµητες αντιδράσεις λαµβάνουν χώρα µε αυξηµένη συχνότητα στην ηλικιακή αυτή οµάδα (βλ. παράγραφο 4.8) συγκριτικά µε τους ενήλικες, µπορεί να απαιτηθεί παροδική µείωση ή διακοπή της δόσης. Θα πρέπει να λαµβάνονται υπόψη οι σχετικοί κλινικοί παράγοντες συµπεριλαµβανοµένης της βαρύτητας της αντίδρασης.

Παιδιατρικός πληθυσµός < 2 ετών Τα δεδοµένα σχετικά µε την ασφάλεια και την αποτελεσµατικότητα σε παιδιά ηλικίας κάτω των 2

ετών είναι περιορισµένα. Αυτά είναι ανεπαρκή για την υπόδειξη συνιστώµενης δοσολογίας, ως εκ τούτου δεν συνιστάται η χρήση του προϊόντος σε αυτή την ηλικιακή οµάδα.

Χρήση σε µεταµόσχευση καρδιάς

Ενήλικες

Η από στόµατος χορήγηση CellCept θα πρέπει να αρχίζει εντός 5 ηµερών από τη µεταµόσχευση. Η συνιστώµενη δόση σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση καρδιάς είναι 1,5 g χορηγούµενη δύο φορές την ηµέρα (3 g ηµερήσια δόση).

Παιδιατρικός πληθυσµός ∆εν υπάρχουν διαθέσιµα στοιχεία για παιδιατρικούς ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση καρδιάς.

Χρήση σε µεταµόσχευση ήπατος

Ενήλικες

Θα πρέπει να χορηγείται CellCept ενδοφλεβίως για τις πρώτες 4 ηµέρες µετά τη µεταµόσχευση ήπατος. Αµέσως µετά, χορηγείται CellCept από στόµατος, µόλις αυτό µπορεί να γίνει ανεκτό. Η από στόµατος συνιστώµενη δόση για ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση ήπατος είναι 1,5 g χορηγούµενη δύο φορές την ηµέρα (3 g ηµερήσια δόση).

Παιδιατρικός πληθυσµός ∆εν υπάρχουν διαθέσιµα στοιχεία για παιδιατρικούς ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση ήπατος.

Χρήση σε ειδικούς πληθυσµούς

Ηλικιωµένοι

Η συνιστώµενη δόση του 1 g χορηγούµενη δύο φορές την ηµέρα για ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού και του 1,5 g χορηγούµενη δύο φορές την ηµέρα για ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση καρδιάς ή ήπατος είναι κατάλληλη για τους ηλικιωµένους.

Νεφρική δυσλειτουργία Σε ασθενείς µε σοβαρή χρόνια νεφρική δυσλειτουργία (ρυθµός σπειραµατικής διήθησης

< 25 mL/min/1,73 m2) που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού θα πρέπει να αποφεύγονται δόσεις µεγαλύτερες από 1 g χορηγούµενες δύο φορές την ηµέρα, εκτός της περιόδου που ακολουθεί αµέσως µετά τη µεταµόσχευση νεφρού. Οι ασθενείς αυτοί θα πρέπει επίσης να παρακολουθούνται προσεκτικά. ∆εν απαιτούνται ρυθµίσεις της δοσολογίας σε ασθενείς που εµφανίζουν µετεγχειρητικά, επιβραδυµένη λειτουργία του νεφρικού µοσχεύµατος (βλ. παράγραφο 5.2). ∆εν υπάρχουν διαθέσιµα στοιχεία για τους ασθενείς µε σοβαρή χρόνια νεφρική δυσλειτουργία που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση καρδιάς ή ήπατος.

Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία ∆εν απαιτείται καµία ρύθµιση της δόσης σε ασθενείς µε σοβαρή ηπατική παρεγχυµατική νόσο που

έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού. ∆εν υπάρχουν διαθέσιµα στοιχεία για τους ασθενείς µε σοβαρή ηπατική παρεγχυµατική νόσο που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση καρδιάς.

Αγωγή κατά τη διάρκεια επεισοδίων απόρριψης

Το µυκοφαινολικό οξύ (MPA) είναι ο ενεργός µεταβολίτης της µυκοφαινολάτης µοφετίλ. Η απόρριψη του νεφρικού µοσχεύµατος δεν οδηγεί σε µεταβολές της φαρµακοκινητικής του MPA, ενώ δεν απαιτείται µείωση της δόσης ή διακοπή του CellCept. ∆εν υπάρχει καµία βάση για προσαρµογή της δόσης του CellCept µετά από απόρριψη του καρδιακού µοσχεύµατος. ∆εν υπάρχουν διαθέσιµα φαρµακοκινητικά δεδοµένα κατά την απόρριψη του ηπατικού µοσχεύµατος.

Τρόπος χορήγησης

Από του στόµατος χορήγηση

Σηµείωση: Εάν απαιτείται, το CellCept 1 g/5 ml κόνις για πόσιµο εναιώρηµα µπορεί να χορηγηθεί µέσω ενός ρινογαστρικού καθετήρα µε ελάχιστο µέγεθος 8 French (ελάχιστη εσωτερική διάµετρος

1,7 mm).

Προφυλάξεις που πρέπει να λαµβάνονται πριν τον χειρισµό ή τη χορήγηση του φαρµακευτικού προϊόντος

Λόγω του ότι η µυκοφαινολάτη µοφετίλ έχει επιδείξει τερατογόνες επιδράσεις σε επίµυς και κουνέλια, αποφύγετε την εισπνοή ή την άµεση επαφή της ξηρής κόνεως µε το δέρµα ή τους βλεννογόνους, όπως και την άµεση επαφή του ανασυσταµένου εναιωρήµατος µε το δέρµα. Εάν συµβεί τέτοια επαφή, πλύνετε σχολαστικά µε σαπούνι και νερό. Ξεπλύνετε τα µάτια µε καθαρό νερό.

Για οδηγίες σχετικά µε την ανασύσταση του φαρµακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.

4.3 Αντενδείξεις

Το CellCept δεν θα πρέπει να δίνεται σε ασθενείς µε υπερευαισθησία στη µυκοφαινολάτη µοφετίλ, στο µυκοφαινολικό οξύ ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1. Έχουν παρατηρηθεί αντιδράσεις υπερευαισθησίας στο CellCept (βλ. παράγραφο 4.8).

To CellCept δεν θα πρέπει να δίνεται σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, οι οποίες δεν χρησιµοποιούν αντισύλληψη υψηλής αποτελεσµατικότητας (βλ. παράγραφο 4.6).

Η θεραπεία µε CellCept δεν θα πρέπει να ξεκινά σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, χωρίς να προσκοµίζουν αποτέλεσµα δοκιµασίας κύησης, προκειµένου να αποκλειστεί η ακούσια χρήση κατά την κύηση (βλ. παράγραφο 4.6).

Το CellCept δεν θα πρέπει να χρησιµοποιείται στην κύηση, εκτός εάν δεν υπάρχει κατάλληλη εναλλακτική θεραπεία για την πρόληψη της απόρριψης µοσχεύµατος (βλ. παράγραφο 4.6).

Το CellCept δεν θα πρέπει να δίνεται σε γυναίκες που θηλάζουν (βλ. παράγραφο 4.6).

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Νεοπλάσµατα

Aσθενείς που ακολουθούν θεραπευτική αγωγή µε ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες χρησιµοποιώντας συνδυασµούς φαρµακευτικών προϊόντων, συµπεριλαµβανοµένου του CellCept, διατρέχουν αυξηµένο κίνδυνο να παρουσιάσουν λεµφώµατα και άλλες κακοήθειες, ιδιαίτερα του δέρµατος (βλ. παράγραφο 4.8). Ο κίνδυνος φαίνεται να σχετίζεται περισσότερο µε την ένταση και τη διάρκεια της ανοσοκαταστολής, παρά µε τη χρήση κάποιου συγκεκριµένου παράγοντα. Σαν γενική συµβουλή και µε σκοπό την ελαχιστοποίηση του κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου του δέρµατος, η έκθεση στο ηλιακό και στο υπεριώδες φως θα πρέπει να περιορίζεται φορώντας προστατευτικά ρούχα και χρησιµοποιώντας αντιηλιακή κρέµα µε υψηλό δείκτη προστασίας.

Λοιµώξεις

Οι ασθενείς οι οποίοι υποβάλλονται σε θεραπεία µε ανοσοκατασταλτικά, συµπεριλαµβανοµένου του CellCept, βρίσκονται σε αυξηµένο κίνδυνο για ευκαιριακές λοιµώξεις (βακτηριακές, µυκητιασικές, ιογενείς και λοιµώξεις από πρωτόζωα), θανατηφόρες λοιµώξεις, και σηψαιµία (βλ. παράγραφο 4.8). Σε αυτού του είδους τις λοιµώξεις περιλαµβάνονται η επανενεργοποίηση λανθάνουσας ιογενούς λοίµωξης, όπως είναι η επανενεργοποίηση ηπατίτιδας Β ή ηπατίτιδας C, και οι λοιµώξεις που προκαλούνται από θηλωµατοϊούς (σχετιζόµενη µε τον ιό ΒΚ νεφροπάθεια, σχετιζόµενη µε τον ιό JC προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (PML)). Περιστατικά ηπατίτιδας λόγω

επανενεργοποίησης της ηπατίτιδας Β ή της ηπατίτιδας C έχουν αναφερθεί σε ασθενείς-φορείς υπό θεραπεία µε ανοσοκατασταλτικά. Οι λοιµώξεις αυτές είναι συχνά συνδεδεµένες µε υψηλό συνολικό ανοσοκατασταλτικό φορτίο και µπορεί να οδηγήσουν σε σοβαρές ή θανατηφόρες καταστάσεις τις οποίες οι θεράποντες ιατροί θα πρέπει να εξετάζουν κατά τη διαφορική διάγνωση σε ανοσοκατεσταλµένους ασθενείς µε επιδεινούµενη νεφρική λειτουργία ή µε νευρολογικά συµπτώµατα.

Υπήρξαν αναφορές υπογαµµασφαιριναιµίας συσχετιζόµενης µε υποτροπιάζουσες λοιµώξεις σε ασθενείς που λάµβαναν CellCept σε συνδυασµό µε άλλα ανοσοκατασταλτικά. Σε ορισµένες από αυτές τις περιπτώσεις η µετάβαση από το CellCept σε ένα εναλλακτικό ανοσοκατασταλτικό είχε ως αποτέλεσµα τα επίπεδα IgG στον ορό να επανέλθουν σε φυσιολογικές τιµές. Οι ασθενείς υπό CellCept που αναπτύσσουν υποτροπιάζουσες λοιµώξεις θα πρέπει να µετρούν τις ανοσοσφαιρίνες στον ορό τους. Σε περιπτώσεις παρατεταµένης, κλινικά σχετιζόµενης υπογαµµασφαιριναιµίας, θα πρέπει να εξετάζεται καταλληλη κλινική ενέργεια, λαµβάνοντας υπόψη τις ισχυρές κυτταροστατικές επιδράσεις που µπορεί να έχει το µυκοφαινολικό οξύ στα Τ- και Β-λεµφοκύτταρα.

Υπήρξαν δηµοσιευµένες αναφορές βρογχεκτασίας σε ενήλικες και παιδιά που έλαβαν CellCept σε συνδυασµό µε άλλα ανοσοκατασταλτικά. Σε ορισµένες από αυτές τις περιπτώσεις η µετάβαση από το CellCept σε ένα εναλλακτικό ανοσοκατασταλτικό είχε ως αποτέλεσµα τη βελτίωση των αναπνευστικών συµπτωµάτων. Ο κίνδυνος βρογχεκτασίας µπορεί να συνδέεται µε υπογαµµασφαιριναιµία ή µε απευθείας επίδραση στον πνεύµονα. Υπήρξαν επίσης και µεµονωµένες αναφορές διάµεσης πνευµονοπάθειας και πνευµονικής ίνωσης, ορισµένες εκ των οποίων είχαν θανατηφόρο έκβαση (βλ. παράγραφο 4.8). Συνιστάται η διερεύνηση των ασθενών που εκδηλώνουν επίµονα πνευµονικά συµπτώµατα, όπως βήχα και δύσπνοια.

Αίµα και ανοσοποιητικό σύστηµα

Οι ασθενείς που λαµβάνουν CellCept θα πρέπει να παρακολουθούνται για ουδετεροπενία, η οποία µπορεί να σχετίζεται µε το ίδιο το CellCept, µε ταυτόχρονη θεραπευτική αγωγή, µε λοιµώξεις από ιούς ή µε κάποιο συνδυασµό αυτών των αιτιών. Οι ασθενείς που λαµβάνουν CellCept θα πρέπει να υποβάλλονται σε πλήρη αιµατολογικό έλεγχο µία φορά την εβδοµάδα κατά τη διάρκεια του πρώτου µήνα, δύο φορές το µήνα κατά το δεύτερο και τρίτο µήνα της θεραπείας και στη συνέχεια µία φορά το µήνα κατά τον πρώτο χρόνο. Αν αναπτυχθεί ουδετεροπενία (απόλυτος αριθµός ουδετερόφιλων

< 1,3 x 103/µl), πιθανόν να είναι κατάλληλη η διακοπή ή ο τερµατισµός της χορήγησης CellCept.

Περιπτώσεις αµιγούς ερυθροκυτταρικής µυελικής απλασίας (pure red cell aplasia, PRCA) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία µε CellCept σε συνδυασµό µε άλλα ανοσοκατασταλτικά. Ο µηχανισµός µε τον οποίο η µυκοφαινολάτη µοφετίλ προκαλεί PRCA είναι άγνωστος. Η PRCA µπορεί να υποχωρήσει µε µείωση της δόσης ή διακοπή της θεραπείας µε CellCept. Αλλαγές στη θεραπεία µε CellCept πρέπει να πραγµατοποιούνται µόνο υπό την κατάλληλη επίβλεψη στους αποδέκτες µοσχεύµατος ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος απόρριψης του µοσχεύµατος (βλ. παράγραφο 4.8).

Οι ασθενείς που λαµβάνουν CellCept θα πρέπει να καθοδηγούνται ώστε να αναφέρουν αµέσως οποιαδήποτε ένδειξη λοίµωξης, µη αναµενόµενο µώλωπα, αιµορραγία ή οποιαδήποτε άλλη εκδήλωση καταστολής του µυελού των οστών.

Οι ασθενείς θα πρέπει να πληροφορούνται ότι κατά τη διάρκεια της θεραπείας µε CellCept, οι εµβολιασµοί µπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσµατικοί και ότι η χρήση εµβολίων από ζώντες εξασθενηµένους οργανισµούς θα πρέπει να αποφεύγεται (βλ. παράγραφο 4.5). Ο εµβολιασµός κατά του ιού της γρίππης µπορεί να είναι χρήσιµος. Οι γιατροί που συνταγογραφούν το φαρµακευτικό προϊόν θα πρέπει να ανατρέχουν στις εθνικές οδηγίες για τους εµβολιασµούς κατά της γρίππης.

Γαστρεντερικό

Το CellCept έχει συσχετιστεί µε αυξηµένη συχνότητα εµφάνισης ανεπιθύµητων συµβαµάτων από το πεπτικό σύστηµα, συµπεριλαµβανοµένων σπανίων περιπτώσεων εξέλκωσης της γαστρεντερικής οδού,

αιµορραγίας και διάτρησης. Το CellCept θα πρέπει να χορηγείται µε προσοχή σε ασθενείς µε σοβαρή ενεργή νόσο του πεπτικού συστήµατος.

Το CellCept είναι ένας αναστολέας του ενζύµου αφυδρογονάση της µονοφωσφορικής ινοσίνης

(IMPDH, inosine monophosphate dehydrogenase). Ως εκ τούτου, θα πρέπει να αποφεύγεται η χρήση του από ασθενείς που έχουν τη σπάνια κληρονοµική έλλειψη του ενζύµου φωσφοριβοσυλ-τρανσφεράση της υποξανθίνης-γουανίνης (HGPRT, hypoxanthine-guanine phosphoribosyl-transferase) όπως στο σύνδροµο Lesch - Nyhan και Kelley - Seegmiller.

Αλληλεπιδράσεις

Θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή κατά την αλλαγή της θεραπείας συνδυασµού από τα σχήµατα που περιέχουν ανοσοκατασταλτικά, τα οποία παρεµβαίνουν στην εντεροηπατική επανακυκλοφορία του MPA, π.χ. από κυκλοσπορίνη σε άλλα που δεν ασκούν τη συγκεκριµένη επίδραση, π.χ.

σιρόλιµους, µπελατασέπτη, ή αντίστροφα, καθώς αυτό µπορεί να έχει ως αποτέλεσµα αλλαγές στην έκθεση του MPA. Τα φάρµακα άλλων κατηγοριών που παρεµβαίνουν στον εντεροηπατικό κύκλο του MPA π.χ. χολεστυραµίνη θα πρέπει να χρησιµοποιούνται µε προσοχή, εξαιτίας της πιθανότητάς τους να µειώσουν τα επίπεδα στο πλάσµα και την αποτελεσµατικότητα του CellCept (βλ. επίσης παράγραφο 4.5).

Συνιστάται ότι δεν θα πρέπει να χορηγείται το CellCept ταυτόχρονα µε αζαθειοπρίνη, διότι µια τέτοια ταυτόχρονη χορήγηση δεν έχει µελετηθεί.

Το CellCept 1 g/5 ml κόνις για πόσιµο εναιώρηµα περιέχει ασπαρτάµη. Για το λόγο αυτό, χρειάζεται προσοχή όταν το CellCept 1 g/5 ml κόνις για πόσιµο εναιώρηµα χορηγείται σε ασθενείς µε φαινυλκετονουρία (βλ. παράγραφο 6.1).

∆εν έχει τεκµηριωθεί η αναλογία οφέλους/κινδύνου της µυκοφαινολάτης µοφετίλ σε συνδυασµό µε το τακρόλιµους ή το σιρόλιµους (βλ. επίσης παράγραφο 4.5).

Αυτό το φαρµακευτικό προϊόν περιέχει σορβιτόλη. Ασθενείς µε σπάνια κληρονοµικά προβλήµατα δυσανεξίας στη φρουκτόζη δεν θα πρέπει να λαµβάνουν το φάρµακο αυτό.

Ειδικοί πληθυσµοί

Οι ηλικιωµένοι ασθενείς ενδέχεται να διατρέχουν αυξηµένο κίνδυνο εµφάνισης ανεπιθύµητων ενεργειών, όπως ορισµένες λοιµώξεις (συµπεριλαµβανοµένης της διηθητικής νόσου των ιστών από κυτταροµεγαλοϊό) και πιθανόν γαστρεντερική αιµορραγία και πνευµονικό οίδηµα, σε σύγκριση µε νεότερα άτοµα (βλ. παράγραφο 4.8).

Τερατογόνες επιδράσεις Η µυκοφαινολάτη είναι µία ισχυρή τερατογόνος ουσία για τον άνθρωπο. Έχουν αναφερθεί αυτόµατες

αποβολές (ποσοστό 45-49%) και συγγενείς δυσπλασίες (εκτιµώµενο ποσοστό 23-27%) µετά από την έκθεση στη µυκοφαινολάτη µοφετίλ κατά τη διάρκεια της κύησης. Ως εκ τούτου, το CellCept αντεδείκνυται στην κύηση εκτός εάν δεν υπάρχουν κατάλληλες εναλλακτικές θεραπείες για την πρόληψη της απόρριψης µοσχεύµατος. Οι γυναίκες και οι άνδρες ασθενείς σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να ενηµερώνονται για τους κινδύνους και να ακολουθούν τις συστάσεις που παρέχονται στην παράγραφο 4.6 (π.χ. µέθοδοι αντισύλληψης, δοκιµασία κύησης) πριν, κατά τη διάρκεια και µετά τη θεραπεία µε CellCept. Οι γιατροί θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι γυναίκες και οι άνδρες που λαµβάνουν µυκοφαινολάτη κατανοούν τον κίνδυνο βλάβης για το βρέφος, την ανάγκη για αποτελεσµατική αντισύλληψη και την ανάγκη να συµβουλεύονται άµεσα έναν γιατρό εάν υπάρχει πιθανότητα κύησης.

Αντισύλληψη (βλ. παράγραφο 4.6)

Λόγω του γενοτοξικού και τερατογόνου δυναµικού του CellCept, οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να χρησιµοποιούν ταυτόχρονα δύο αξιόπιστες µορφές αντισύλληψης πριν από την έναρξη της θεραπείας µε CellCept, κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για έξι εβδοµάδες µετά τη

διακοπή της θεραπείας, εκτός εάν η αποχή είναι η µέθοδος αντισύλληψης που έχει επιλεγεί (βλ. παράγραφο 4.5).

Οι σεξουαλικά ενεργοί άνδρες συνιστάται να χρησιµοποιούν προφυλακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 90 ηµέρες µετά τη διακοπή της θεραπείας. Η χρήση προφυλακτικού έχει εφαρµογή τόσο για άνδρες µε αναπαραγωγική ικανότητα, όσο και για άνδρες που έχουν υποβληθεί σε εκτοµή σπερµατικού πόρου, καθώς οι κίνδυνοι που σχετίζονται µε τη µεταφορά σπερµατικού υγρού ισχύουν επίσης και για τους άνδρες που έχουν υποβληθεί σε εκτοµή σπερµατικού πόρου. Επιπρόσθετα, οι γυναίκες σύντροφοι ανδρών ασθενών υπό θεραπεία µε CellCept συνιστάται να χρησιµοποιούν αντισύλληψη υψηλής αποτελεσµατικότητας κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για συνολικά 90 ηµέρες µετά την τελευταία δόση του CellCept.

Eκπαιδευτικά υλικά

Ο κάτοχος της Άδειας Κυκλοφορίας του προϊόντος θα παρέχει εκπαιδευτικά υλικά στους επαγγελµατίες του τοµέα υγειονοµικής περίθαλψης, ώστε να βοηθήσει τους ασθενείς να αποφύγουν την έκθεση εµβρύων στη µυκοφαινολάτη και να παρέχει πρόσθετες σηµαντικές πληροφορίες ασφαλείας. Τα εκπαιδευτικά υλικά θα τονίζουν τις προειδοποιήσεις σχετικά µε την τερατογόνο δράση της µυκοφαινολάτης, θα παρέχουν συµβουλές σχετικά µε την αντισύλληψη πριν από την έναρξη της θεραπείας και καθοδήγηση σχετικά µε την ανάγκη για δοκιµασίες κύησης. Πλήρης πληροφόρηση σχετικά µε τον κίνδυνο τερατογένεσης και τα µέτρα αποφυγής της κύησης θα πρέπει να παρέχεται από τον γιατρό σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία και ανάλογα µε την περίπτωση, σε άνδρες ασθενείς.

Επιπρόσθετες προφυλάξεις Οι ασθενείς δεν θα πρέπει να δωρίζουν αίµα κατά τη διάρκεια της θεραπείας ή για τουλάχιστον 6

εβδοµάδες µετά τη διακοπή της µυκοφαινολάτης. Οι άνδρες δεν θα πρέπει να δωρίζουν σπέρµα κατά τη διάρκεια της θεραπείας ή για 90 ηµέρες µετά τη διακοπή της µυκοφαινολάτης.

4.5 Αλληλεπιδράσεις µε άλλα φαρµακευτικά προϊόντα και άλλες µορφές αλληλεπίδρασης

Ακυκλoβίρη

Υψηλότερες συγκεντρώσεις ακυκλοβίρης στο πλάσµα παρατηρήθηκαν όταν χορηγήθηκε η µυκοφαινολάτη µοφετίλ µαζί µε ακυκλοβίρη, σε σύγκριση µε τη χορήγηση της ακυκλοβίρης µόνο. Οι µεταβολές της φαρµακοκινητικής του MPAG (το φαινολικό γλυκουρονίδιο του MPA) (αύξηση MPAG κατά 8 %) ήταν ελάχιστες και δεν θεωρούνται κλινικώς σηµαντικές. Επειδή οι συγκεντρώσεις του MPAG στο πλάσµα αυξάνονται µε την ύπαρξη νεφρικής δυσλειτουργίας, καθώς και οι συγκεντρώσεις της ακυκλοβίρης, υπάρχει το ενδεχόµενο η µυκοφαινολάτη µοφετίλ και η ακυκλοβίρη, ή τα προφάρµακά της, π.χ. η βαλακυκλοβίρη, να ανταγωνίζονται για σωληναριακή απέκκριση και µπορεί να σηµειωθούν περαιτέρω αυξήσεις στις συγκεντρώσεις και των δύο ουσιών.

Αντιόξινα και αναστολείς της αντλίας πρωτονίων (PPIs)

Μειωµένη έκθεση σε MPA έχει παρατηρηθεί όταν αντιόξινα, όπως υδροξείδια µαγνησίου και αργιλίου, και PPIs, που περιλαµβάνουν λανσοπραζόλη και παντοπραζόλη, χορηγήθηκαν µε CellCept. Όταν συνέκριναν τα ποσοστά της απόρριψης µοσχεύµατος ή τα ποσοστά της απώλειας µοσχεύµατος, µεταξύ των ασθενών µε CellCept που λάµβαναν PPIs έναντι ασθενών µε CellCept που δεν λάµβαναν PPIs, δεν παρατηρήθηκαν σηµαντικές διαφορές.

Αυτά τα δεδοµένα υποστηρίζουν επέκταση αυτού του ευρήµατος σε όλα τα αντιόξινα, διότι η µείωση της έκθεσης όταν το CellCept συγχορηγήθηκε µε υδροξείδια µαγνησίου και αργιλίου είναι σηµαντικά µικρότερη από ό,τι όταν το CellCept συγχορηγήθηκε µε PPIs.

Χολεστυραµίνη

Μετά τη χορήγηση εφάπαξ δόσης 1,5 g µυκοφαινολάτης µοφετίλ σε φυσιολογικά υγιή άτοµα, τα οποία προηγουµένως είχαν ακολουθήσει αγωγή µε 4 g χολεστυραµίνης τρεις φορές την ηµέρα για 4 ηµέρες, υπήρξε µία κατά 40 % µείωση της AUC του MPA (βλ. παράγραφο 4.4 και παράγραφο 5.2). Απαιτείται προσοχή κατά την ταυτόχρονη χορήγηση, εξαιτίας της πιθανότητας µείωσης της αποτελεσµατικότητας του CellCept.

Φαρµακευτικά προϊόντα που παρεµβαίνουν στην εντεροηπατική κυκλοφορία Θα πρέπει να δίνεται προσοχή σε φαρµακευτικά προϊόντα που παρεµβαίνουν στην εντεροηπατική

κυκλοφορία, εξαιτίας της πιθανότητας να µειώσουν την αποτελεσµατικότητα του CellCept.

Κυκλοσπορίνη Α

Η φαρµακοκινητική της κυκλοσπορίνης Α (CsA) δεν επηρεάζεται από τη µυκοφαινολάτη µοφετίλ. Σε αντίθεση, εάν σταµατήσει η συγχορήγηση της κυκλοσπορίνης, πρέπει να αναµένεται αύξηση της AUC του MPA κατά περίπου 30%. Η CsA παρεµβαίνει στην εντεροηπατική ανακύκλωση του ΜΡΑ, οδηγώντας σε µειωµένες εκθέσεις ΜΡΑ κατά 30-50% στους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού και έχουν λάβει θεραπεία µε CellCept και CsA συγκριτικά µε τους ασθενείς που λαµβάνουν σιρόλιµους ή µπελατασέπτη και παρόµοιες δόσεις CellCept (βλ. επίσης παράγραφο 4.4). Αντίθετα, θα πρέπει να αναµένονται αλλαγές στην έκθεση του ΜΡΑ κατά την αλλαγή των ασθενών από CsA σε ένα από τα ανοσοκατασταλτικά, τα οποία δεν παρεµβαίνουν στον εντεροηπατικό κύκλο του ΜΡΑ.

Τελµισαρτάνη

Η ταυτόχρονη χορήγηση τελµισαρτάνης και CellCept οδήγησε σε περίπου 30% µείωση των συγκεντρώσεων του ΜΡΑ. Η τελµισαρτάνη αλλάζει την αποµάκρυνση του ΜΡΑ ενισχύοντας την έκφραση του PPAR γάµµα (ενεργοποιηµένος υποδοχέας-γάµµα υπεροξεισωµατικού πολλαπλασιαστή), ο οποίος µε τη σειρά του οδηγεί σε ενισχυµένη έκφραση και δραστηριότητα του UGT1A9. Κατά τη σύγκριση των ποσοστών απόρριψης µοσχεύµατος, των ποσοστών απώλειας µοσχεύµατος ή των προφίλ ανεπιθύµητων συµβάντων ανάµεσα στους ασθενείς του CellCept µε και χωρίς ταυτόχρονη φαρµακευτική αγωγή τελµισαρτάνης, δεν παρατηρήθηκαν κλινικές συνέπειες στις φαρµακοκινητικές φαρµακευτικές αλληλεπιδράσεις.

Γκανσικλοβίρη Με βάση τα αποτελέσµατα µιας µελέτης χορήγησης εφάπαξ δόσης από στόµατος µυκοφαινολάτης

µοφετίλ και ενδοφλέβιας γκανσικλοβίρης στις συνιστώµενες δόσεις και των γνωστών επιδράσεων της νεφρικής δυσλειτουργίας στη φαρµακοκινητική του CellCept (βλ. παράγραφο 4.2) και της γκανσικλοβίρης, αναµένεται ότι η ταυτόχρονη χορήγηση αυτών των δύο παραγόντων (που ανταγωνίζονται για τους µηχανισµούς της νεφρικής σωληναριακής απέκκρισης) θα έχει σαν αποτέλεσµα αυξήσεις στις συγκεντρώσεις της MPAG και της γκανσικλοβίρης. ∆εν αναµένεται σηµαντική τροποποίηση στη φαρµακοκινητική του MPA και δεν απαιτείται προσαρµογή της δόσης του CellCept. Σε ασθενείς µε νεφρική δυσλειτουργία που λαµβάνουν ταυτόχρονα CellCept και γκανσικλοβίρη ή προφάρµακά της, π.χ. βαλγκανσικλοβίρη, οι συστάσεις για τη δόση της γκανσικλοβίρης θα πρέπει να τηρούνται και οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.

Από στόµατος αντισυλληπτικά Οι φαρµακοκινητικές και φαρµακοδυναµικές ιδιότητες των από στόµατος αντισυλληπτικών δεν

επηρεάστηκαν από τη συγχορήγηση CellCept (βλ. επίσης παράγραφο 5.2).

Ριφαµπικίνη

Σε ασθενείς που επίσης δεν λαµβάνουν κυκλοσπορίνη, η συγχορήγηση του CellCept και της

ριφαµπικίνης είχε ως αποτέλεσµα µία µείωση στην έκθεση του ΜΡΑ (AUC 0-12h) από 18% σε 70%. Συνιστάται να παρακολουθούνται τα επίπεδα έκθεσης του MPA και να προσαρµόζεται η δόση του

CellCept αντίστοιχα ώστε να διατηρείται η κλινική αποτελεσµατικότητα όταν η ριφαµπικίνη χορηγείται ταυτόχρονα.

Σεβελαµέρη

Μείωση στις Cmax και AUC (0-12h) του ΜΡΑ κατά 30% και 25% αντίστοιχα, παρατηρήθηκε όταν το CellCept συγχορηγήθηκε µε σεβελαµέρη χωρίς καθόλου κλινικές επιπτώσεις (π.χ.απόρριψη µοσχεύµατος). Συνίσταται, εντούτοις, να χορηγείται το CellCept τουλάχιστον µία ώρα πριν ή τρεις ώρες µετά τη λήψη της σεβελαµέρης ώστε να ελαχιστοποιηθεί η επίδραση από την απορρόφηση του MPΑ. ∆εν υπάρχουν δεδοµένα για το Cellcept και άλλα δεσµευτικά του φωσφόρου εκτός της σεβελαµέρης.

Τριµεθοπρίµη/σουλφαµεθοξαζόλη

∆εν παρατηρήθηκε καµία επίδραση στη βιοδιαθεσιµότητα του MPA.

Νορφλοξασίνη και µετρονιδαζόλη

Σε υγιείς εθελοντές, δεν παρατηρήθηκε καµία σηµαντική αλληλεπίδραση όταν το CellCept χορηγήθηκε ταυτόχρονα µε νορφλοξασίνη ή µετρονιδαζόλη ξεχωριστά. Εν τούτοις, ο συνδυασµός µε νορφλοξασίνη ή µετρονιδαζόλη µείωσε την έκθεση του MPA κατά 30% µετά από εφάπαξ δόση του

CellCept.

Σιπροφλοξασίνη και αµοξικιλλίνη µε κλαβουλανικό οξύ

Μειώσεις στις (ελάχιστες) συγκεντρώσεις MPA περίπου κατά 50% πριν από τη δόση έχουν αναφερθεί σε αποδέκτες νεφρικού µοσχεύµατος στις µέρες που ακολουθούν αµέσως µετά την έναρξη από του στόµατος χορηγούµενης σιπροφλοξασίνης ή αµοξικιλλίνης µε κλαβουλανικό οξύ. Αυτή η επίδραση έτεινε να µειωθεί µε συνεχή χρήση αντιβιοτικών και σταµατάει µέσα σε λίγες ηµέρες µετά τη διακοπή των αντιβιοτικών. Η αλλαγή του επιπέδου πριν από τη δόση µπορεί να µην αντιπροσωπεύει ακριβώς αλλαγές στην ολική έκθεση σε MPA. Εποµένως, αλλαγή της δόσης του CellCept δεν είναι κανονικά απαραίτητη ελλείψει κλινικών στοιχείων δυσλειτουργίας του µοσχεύµατος. Ωστόσο, στενή κλινική παρακολούθηση θα πρέπει να εκτελείται κατά τη διάρκεια του συνδυασµού και αµέσως µετά την αντιβιοτική αγωγή.

Τακρόλιµους

Σε αποδέκτες ηπατικού µοσχεύµατος που ξεκίνησαν µε CellCept και τακρόλιµους, η AUC και η Cmax του MPA, του ενεργού µεταβολίτη του CellCept, δεν επηρεάστηκαν σηµαντικά από τη συγχορήγηση µε τακρόλιµους. Σε αντίθεση, υπήρξε περίπου 20 % αύξηση της AUC του τακρόλιµους όταν χορηγήθηκαν επανειληµµένες δόσεις CellCept (1,5 g δύο φορές την ηµέρα) σε ασθενείς-αποδέκτες ηπατικού µοσχεύµατος που λάµβαναν τακρόλιµους. Εν τούτοις, σε αποδέκτες νεφρικού µοσχεύµατος η συγκέντρωση του τακρόλιµους δεν φάνηκε να µεταβάλλεται από το Cellcept (βλ. επίσης παράγραφο

4.4).

Άλλες αλληλεπιδράσεις Η ταυτόχρονη χορήγηση προβενεσίδης και µυκοφαινολάτης µοφετίλ σε πιθήκους αυξάνει στο

τριπλάσιο την AUC του MPAG στο πλάσµα. Εποµένως, άλλες ουσίες που είναι γνωστό ότι υφίστανται νεφρική σωληναριακή απέκκριση µπορεί να ανταγωνίζονται µε το MPAG, και ως εκ τούτου να αυξάνουν τις συγκεντρώσεις στο πλάσµα του MPAG ή της άλλης ουσίας που υφίσταται σωληναριακή απέκκριση.

Εµβόλια από ζώντες οργανισµούς Τα εµβόλια από ζώντες οργανισµούς δεν θα πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς µε διαταραγµένη

ανοσολογική απάντηση. Η απάντηση του αντισώµατος σε άλλα εµβόλια µπορεί να είναι ελαττωµένη (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).

Παιδιατρικός πληθυσµός Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν διενεργηθεί µόνο σε ενήλικες.

4.6Kύηση και γαλουχία

Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες

Το CellCept αντεδείκνυται σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, οι οποίες δεν χρησιµοποιούν αντισύλληψη υψηλής αποτελεσµατικότητας.

Λόγω του γενοτοξικού και τερατογόνου δυναµικού του CellCept, οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να χρησιµοποιούν ταυτόχρονα δύο αξιόπιστες µορφές αντισύλληψης πριν από την έναρξη της θεραπείας µε CellCept, κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για έξι εβδοµάδες µετά τη διακοπή της θεραπείας, εκτός εάν η αποχή είναι η µέθοδος αντισύλληψης που έχει επιλεγεί (βλ. παράγραφο 4.5).

Οι σεξουαλικά ενεργοί άνδρες συνιστάται να χρησιµοποιούν προφυλακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 90 ηµέρες µετά τη διακοπή της θεραπείας. Η χρήση προφυλακτικού έχει εφαρµογή τόσο για άνδρες µε αναπαραγωγική ικανότητα, όσο και για άνδρες που έχουν υποβληθεί σε εκτοµή σπερµατικού πόρου, καθώς οι κίνδυνοι που σχετίζονται µε τη µεταφορά σπερµατικού υγρού ισχύουν επίσης και για τους άνδρες που έχουν υποβληθεί σε εκτοµή σπερµατικού πόρου. Επιπρόσθετα, οι γυναίκες σύντροφοι ανδρών ασθενών υπό θεραπεία µε CellCept συνιστάται να χρησιµοποιούν αντισύλληψη υψηλής αποτελεσµατικότητας κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για συνολικά 90 ηµέρες µετά την τελευταία δόση του CellCept.

Κύηση

To CellCept αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης εκτός εάν δεν υπάρχει κατάλληλη εναλλακτική θεραπεία για την πρόληψη της απόρριψης µοσχεύµατος. Η θεραπεία δεν θα πρέπει να ξεκινά χωρίς να προσκοµίζεται αρνητικό αποτέλεσµα δοκιµασίας κύησης προκειµένου να αποκλειστεί η ακούσια χρήση στην κύηση.

Οι γυναίκες και οι άνδρες ασθενείς σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να γνωρίζουν τον αυξηµένο κίνδυνο αποβολής και συγγενών δυσπλασιών στην αρχή της θεραπείας και πρέπει να ενηµερώνονται σχετικά µε την αποφυγή και τον προγραµµατισµό της κύησης.

Πριν από την έναρξη της θεραπείας µε CellCept, οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να υποβληθούν σε δοκιµασία κύησης προκειµένου να αποκλειστεί η ακούσια έκθεση του εµβρύου στη µυκοφαινολάτη. Συνιστώνται δύο δοκιµασίες κύησης ορού ή ούρων µε ευαισθησία τουλάχιστον 25mIU/mL. Η δεύτερη δοκιµασία θα πρέπει να διενεργείται 8-10 ηµέρες µετά την πρώτη και αµέσως πριν από την έναρξη της µυκοφαινολάτης µοφετίλ. Οι δοκιµασίες κύησης θα πρέπει να επαναλαµβάνονται όπως απαιτείται κλινικά (π.χ. µετά από αναφορά οποιασδήποτε διακοπής στην αντισύλληψη). Τα αποτελέσµατα όλων των δοκιµασιών κύησης θα πρέπει να συζητούνται µε την ασθενή. Θα πρέπει να δίνεται στις ασθενείς η οδηγία να συµβουλεύονται αµέσως το γιατρό τους, εάν προκύψει κύηση.

Η µυκοφαινολάτη είναι µία ισχυρή τερατογόνος ουσία για τον άνθρωπο, µε αυξηµένο κίνδυνο αυτόµατων αποβολών και συγγενών δυσπλασιών στην περίπτωση έκθεσης κατά τη διάρκεια της κύησης:

Έχουν αναφερθεί αυτόµατες αποβολές σε ποσοστό 45 έως 49% των εγκύων γυναικών που εκτέθηκαν σε µυκοφαινολάτη µοφετίλ, συγκριτικά µε το αναφερόµενο ποσοστό µεταξύ 12 και 33% σε ασθενείς µε µεταµόσχευση συµπαγών οργάνων, οι οποίοι έλαβαν θεραπεία µε άλλα ανοσοκατασταλτικά εκτός από τη µυκοφαινολάτη µοφετίλ.

Με βάση βιβλιογραφικές αναφορές, δυσπλασίες συνέβησαν σε ποσοστό 23 έως 27% των γεννήσεων ζώντων νεογνών σε γυναίκες που εκτέθηκαν στη µυκοφαινολάτη µοφετίλ κατά τη διάρκεια της κύησης (συγκριτικά µε 2% έως 3% των γεννήσεων ζώντων νεογνών στο συνολικό πληθυσµό και µε περίπου 4 έως 5% των γεννήσεων ζώντων νεογνών σε ασθενείς µε µεταµόσχευση συµπαγών οργάνων που έλαβαν θεραπεία µε άλλα ανοσοκατασταλτικά, εκτός από τη µυκοφαινολάτη µοφετίλ).

Συγγενείς δυσπλασίες, συµπεριλαµβανοµένων αναφορών πολλαπλών δυσπλασιών, έχουν παρατηρηθεί µετά από την κυκλοφορία του φαρµάκου σε παιδιά ασθενών που είχαν εκτεθεί σε CellCept σε συνδυασµό µε άλλα ανοσοκατασταλτικά κατά τη διάρκεια της κύησης. Οι ακόλουθες δυσπλασίες αναφέρθηκαν µε µεγαλύτερη συχνότητα:

Ανωµαλίες του ωτός (π.χ. µη φυσιολογικός σχηµατισµός ή απουσία έξω/µέσου ωτός), ατρησία του έξω ακουστικού πόρου,

Συγγενής καρδιοπάθεια όπως ελλείµµατα του µεσοκολπικού και του µεσοκοιλιακού διαφράγµατος,

∆υσπλασίες του προσώπου όπως χειλεοσχιστία (λαγώχειλο), υπερωιοσχιστία (λυκόστοµα), µικρογναθία και µη φυσιολογική υπέρµετρη απόσταση µεταξύ των οφθαλµικών κόγχων,

Ανωµαλίες του οφθαλµού (π.χ. κολόβωµα),

∆υσπλασίες των δακτύλων (π.χ. πολυδακτυλία, συνδακτυλία),

Τραχειο-οισοφαγικές δυσπλασίες (π.χ. οισοφαγική ατρησία),

∆υσπλασίες του νευρικού συστήµατος όπως δισχιδής ράχη,

Ανωµαλίες των νεφρών

Επιπρόσθετα, υπάρχουν µεµονωµένες αναφορές για τις ακόλουθες δυσπλασίες:

Μικροφθαλµία,

συγγενής κύστη χοριοειδούς πλέγµατος,

αγενεσία του διαφανούς διαφράγµατος,

αγενεσία του οσφρητικού νεύρου.

Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. παράγραφο 5.3).

Θηλασµός

Έχει καταδειχθεί ότι η µυκοφαινολάτη µοφετίλ απεκκρίνεται στο γάλα επίµυων που θηλάζουν. ∆εν είναι γνωστό εάν η ουσία αυτή απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Εξαιτίας του ενδεχοµένου σοβαρών ανεπιθύµητων αντιδράσεων από τη µυκοφαινολάτη µοφετίλ στα θηλάζοντα βρέφη, το CellCept αντενδείκνυται σε µητέρες που θηλάζουν (βλ. παράγραφο 4.3).

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισµού µηχανών

∆εν έχουν πραγµατοποιηθεί µελέτες σχετικά µε τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισµού µηχανών. Η φαρµακοδυναµική εικόνα και οι αναφερθείσες ανεπιθύµητες αντιδράσεις υποδεικνύουν ότι κάποια τέτοια επίδραση δεν είναι πιθανή.

4.8 Ανεπιθύµητες ενέργειες

Οι παρακάτω ανεπιθύµητες ενέργειες καλύπτουν ανεπιθύµητες αντιδράσεις από κλινικές µελέτες: Οι κύριες ανεπιθύµητες αντιδράσεις που σχετίζονται µε τη χορήγηση του CellCept σε συνδυασµό µε κυκλοσπορίνη και κορτικοστεροειδή περιλαµβάνουν διάρροια, λευκοπενία, σηψαιµία και έµετο, ενώ υπάρχουν ενδείξεις για υψηλότερη συχνότητα ορισµένων τύπων λοιµώξεων (βλ. παράγραφο 4.4).

Κακοήθειες

Ασθενείς που ακολουθούν θεραπευτική αγωγή µε ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες χρησιµοποιώντας συνδυασµούς φαρµακευτικών προϊόντων, συµπεριλαµβανοµένου του CellCept, διατρέχουν αυξηµένο κίνδυνο να παρουσιάσουν λεµφώµατα και άλλες κακοήθειες, ιδιαίτερα του δέρµατος (βλ. παράγραφο 4.4). Σε ελεγχόµενες κλινικές µελέτες ασθενών που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού (δεδοµένα για 2 g), καρδιάς και ήπατος και ήταν υπό παρακολούθηση για 1 τουλάχιστον έτος, αναπτύχθηκε λεµφοϋπερπλαστική νόσος ή λέµφωµα σε ποσοστό 0,6 % των ασθενών που λάµβαναν CellCept (2 g ή 3 g ηµερησίως) σε συνδυασµό µε άλλα ανοσοκατασταλτικά. Καρκινώµατα του δέρµατος εκτός µελανώµατος εµφανίστηκαν στο 3,6 % των ασθενών, ενώ άλλοι τύποι κακοήθειας εµφανίστηκαν στο 1,1 % των ασθενών. ∆εδοµένα ασφάλειας τριών ετών σε ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού και καρδιάς δεν απεκάλυψαν µη αναµενόµενες µεταβολές στη συχνότητα εµφάνισης κακοήθειας, συγκριτικά µε τα δεδοµένα ενός έτους. Οι ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση ήπατος ήταν υπό παρακολούθηση για διάστηµα ενός τουλάχιστον έτους, µικρότερο όµως των τριών ετών.

Ευκαιριακές λοιµώξεις

Όλοι οι ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση διατρέχουν αυξηµένο κίνδυνο εµφάνισης ευκαιριακών λοιµώξεων και ο κίνδυνος αυτός αυξάνεται µε το συνολικό ανοσοκατασταλτικό φορτίο (βλ. παράγραφο 4.4). Σε ελεγχόµενες κλινικές µελέτες ασθενών που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού (δεδοµένα για 2 g), καρδιάς και ήπατος και ήταν υπό παρακολούθηση για 1 τουλάχιστον έτος, οι συχνότερα εµφανιζόµενες ευκαιριακές λοιµώξεις σε ασθενείς που λαµβάνουν CellCept (2 g ή 3 g ηµερησίως) µε άλλα ανοσοκατασταλτικά ήταν βλεννογονοδερµατική καντιντίαση, ιαιµία/σύνδροµο CMV (κυτταροµεγαλοϊού) και απλός έρπης. Η αναλογία των ασθενών µε ιαιµία/σύνδροµο CMV ήταν 13,5 %.

Παιδιατρικός πληθυσµός

Σε µια κλινική µελέτη επί 92 παιδιατρικών ασθενών ηλικίας από 2 έως 18 ετών στους οποίους χορηγούνταν από στόµατος 600 mg/m2 µυκοφαινολάτης µοφετίλ δύο φορές την ηµέρα, το είδος και η συχνότητα των ανεπιθύµητων αντιδράσεων ήταν γενικώς παρόµοια προς εκείνα που παρατηρήθηκαν σε ενήλικες ασθενείς, οι οποίοι λάµβαναν 1 g CellCept δύο φορές την ηµέρα. Ωστόσο, τα ακόλουθα σχετιζόµενα µε τη θεραπεία, ανεπιθύµητα συµβάµατα ήταν συχνότερα στον παιδιατρικό πληθυσµό, ιδιαίτερα σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών, συγκριτικά µε τους ενήλικες: διάρροια, σηψαιµία, λευκοπενία, αναιµία και λοίµωξη.

Ηλικιωµένοι

Οι ηλικιωµένοι ασθενείς (≥ 65 ετών) µπορεί γενικώς να διατρέχουν αυξηµένο κίνδυνο εµφάνισης ανεπιθύµητων αντιδράσεων που οφείλονται στην ανοσοκαταστολή. Οι ηλικιωµένοι ασθενείς που λαµβάνουν CellCept ως µέρος µιας συνδυασµένης ανοσοκατασταλτικής θεραπευτικής αγωγής, µπορεί να διατρέχουν αυξηµένο κίνδυνο εµφάνισης ορισµένων λοιµώξεων (συµπεριλαµβανοµένης της διηθητικής των ιστών νόσου από κυτταροµεγαλοϊό) και πιθανόν γαστρεντερικής αιµορραγίας και πνευµονικού οιδήµατος, σε σύγκριση µε νεότερα άτοµα.

Άλλες ανεπιθύµητες αντιδράσεις

Οι ανεπιθύµητες αντιδράσεις που πιθανόν ή δυνατόν να σχετίζονται µε το CellCept και αναφέρθηκαν σε 1/10 και σε ≥1/100 έως <1/10 των ασθενών στους οποίους χορηγήθηκε CellCept στις ελεγχόµενες κλινικές µελέτες σε ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού (δεδοµένα για 2 g), καρδιάς και ήπατος παρουσιάζονται στον ακόλουθο πίνακα.

Ανεπιθύµητες Αντιδράσεις που Πιθανόν ή ∆υνατόν να Σχετίζονται µε το CellCept και Αναφέρθηκαν σε Ασθενείς που Ακολούθησαν Αγωγή µε CellCept σε Συνδυασµό µε Κυκλοσπορίνη και Κορτικοστεροειδή κατά τη ∆ιάρκεια των Κλινικών Νεφρικών, Καρδιακών και Ηπατικών Μελετών

Εντός των κατηγοριών οργάνου συστήµατος, οι ανεπιθύµητες ενέργειες παρατίθενται υπό επικεφαλίδες συχνότητας, χρησιµοποιώντας τις ακόλουθες κατηγορίες: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές

(≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), άγνωστης συχνότητας (δεν µπορεί να υπολογιστεί από τα διαθέσιµα στοιχεία). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εµφάνισης, οι ανεπιθύµητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Kατηγορία οργάνου συστήµατος

Ανεπιθύµητες αντιδράσεις φαρµάκου

 

 

 

Λοιµώξεις και παρασιτώσεις

Πολύ συχνές

Σηψαιµία, γαστρεντερική καντιντίαση,

 

 

ουρολοίµωξη, έρπης απλός, έρπης ζωστήρας

 

Συχνές

Πνευµονία, γρίππη, λοίµωξη του

 

 

αναπνευστικού συστήµατος, µονιλίαση

 

 

αναπνευστικού συστήµατος, γαστρεντερική

 

 

λοίµωξη, καντιντίαση, γαστρεντερίτιδα,

 

 

λοίµωξη, βρογχίτιδα, φαρυγγίτιδα, κολπίτιδα,

 

 

µυκητιασική δερµατική λοίµωξη, δερµατική

 

 

κάντιντα, κολπική καντιντίαση, ρινίτιδα

Νεοπλάσµατα καλοήθη,

Πολύ συχνές

-

κακοήθη και µη καθοριζόµενα

Συχνές

Καρκίνος δέρµατος, καλόηθες νεόπλασµα

(περιλαµβάνονται κύστεις και

 

δέρµατος

πολύποδες)

 

 

∆ιαταραχές του αιµοποιητικού

Πολύ συχνές

Λευκοπενία, θροµβοπενία, αναιµία

και του λεµφικού συστήµατος

Συχνές

Πανκυτταροπενία, λευκοκυττάρωση

Kατηγορία οργάνου συστήµατος

Ανεπιθύµητες αντιδράσεις φαρµάκου

 

 

 

∆ιαταραχές του µεταβολισµού

Πολύ συχνές

-

και της θρέψης

Συχνές

Οξέωση, υπερκαλιαιµία, υποκαλιαιµία,

 

 

υπεργλυκαιµία, υποµαγνησιαιµία,

 

 

υπασβεστιαιµία, υπερχοληστερολαιµία,

 

 

υπερλιπιδαιµία, υποφωσφοραιµία,

 

 

υπερουριχαιµία, ουρική αρθρίτιδα, ανορεξία

Ψυχιατρικές διαταραχές

Πολύ συχνές

-

 

Συχνές

∆ιέγερση, συγχυτική κατάσταση, κατάθλιψη,

 

 

άγχος, σκέψη µη φυσιολογική, αϋπνία

∆ιαταραχές του νευρικού

Πολύ συχνές

-

συστήµατος

Συχνές

Σπασµός, υπερτονία, τρόµος, υπνηλία,

 

 

µυασθενικό σύνδροµο, ζάλη, κεφαλαλγία,

 

 

παραισθησία, δυσγευσία

Καρδιακές διαταραχές

Πολύ συχνές

-

 

Συχνές

Ταχυκαρδία

Αγγειακές διαταραχές

Πολύ συχνές

-

 

Συχνές

Υπόταση, υπέρταση, αγγειοδιαστολή

∆ιαταραχές του αναπνευστικού

Πολύ συχνές

-

συστήµατος, του θώρακα και

Συχνές

Υπεζωκοτική συλλογή, δύσπνοια, βήχας

του µεσοθωρακίου

 

 

∆ιαταραχές του γαστρεντερικού

Πολύ συχνές

΄Εµετος, κοιλιακό άλγος, διάρροια, ναυτία

συστήµατος

Συχνές

Αιµορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα,

 

 

περιτονίτιδα διαπυητική, ειλεός, κολίτιδα,

 

 

γαστρικό έλκος, γαστροδωδεκαδακτυλικό

 

 

έλκος, γαστρίτιδα, οισοφαγίτιδα, στοµατίτιδα,

 

 

δυσκοιλιότητα, δυσπεψία, µετεωρισµός, ερυγή

∆ιαταραχές του ήπατος και των

Πολύ συχνές

-

χοληφόρων

Συχνές

Ηπατίτιδα, ίκτερος, υπερχολερυθριναιµία

∆ιαταραχές του δέρµατος και

Πολύ συχνές

-

του υποδόριου ιστού

Συχνές

Υπερτροφία δέρµατος, εξάνθηµα, ακµή,

 

 

αλωπεκία

∆ιαταραχές του µυοσκελετικού

Πολύ συχνές

-

συστήµατος και του συνδετικού

Συχνές

Αρθραλγία

ιστού

 

 

∆ιαταραχές των νεφρών και των

Πολύ συχνές

-

ουροφόρων οδών

Συχνές

Νεφρική δυσλειτουργία

Γενικές διαταραχές και

Πολύ συχνές

-

καταστάσεις της οδού

Συχνές

Οίδηµα, πυρεξία, ρίγη, άλγος, αίσθηµα

χορήγησης

 

κακουχίας, εξασθένιση

Παρακλινικές εξετάσεις

Πολύ συχνές

-

 

Συχνές

Αύξηση τιµών ηπατικών ενζύµων, κρεατινίνη

 

 

αίµατος αυξηµένη, γαλακτική αφυδρογονάση

 

 

αίµατος αυξηµένη, ουρία αίµατος αυξηµένη,

 

 

αλκαλική φωσφατάση αίµατος αυξηµένη,

 

 

σωµατικό βάρος µειωµένο

Σηµείωση: στις µελέτες φάσης III για την πρόληψη απόρριψης σε µεταµόσχευση νεφρού, καρδιάς και ήπατος, αντιµετωπίστηκαν 501 (2 g CellCept ηµερησίως), 289 (3 g CellCept ηµερησίως) και 277 (2 g ενδοφλεβίως / 3 g από στόµατος CellCept ηµερησίως) ασθενείς, αντιστοίχως.

Οι παρακάτω ανεπιθύµητες ενέργειες καλύπτουν τις ανεπιθύµητες αντιδράσεις που αναφέρθηκαν µετά την κυκλοφορία του CellCept

Το είδος των ανεπιθύµητων αντιδράσεων του CellCept που αναφέρθηκαν µετά την κυκλοφορία του, είναι παρόµοιο εκείνων που παρατηρήθηκαν σε ελεγχόµενες µελέτες σε µεταµοσχεύσεις νεφρού, καρδιάς και ήπατος. Ακολούθως περιγράφονται οι ανεπιθύµητες αντιδράσεις που αναφέρθηκαν επιπλέον µετά την κυκλοφορία, µε τις αναφερθείσες συχνότητες, εφόσον είναι γνωστές, εντός παρενθέσεως.

Γαστρεντερικό

Υπερπλασία των ούλων (≥1/100 έως <1/10), κολίτιδα συµπεριλαµβανοµένης κολίτιδας από κυτταροµεγαλοϊό, (≥1/100 έως <1/10), παγκρεατίτιδα (≥1/100 έως <1/10) και ατροφία της εντερικής λάχνης.

Λοιµώξεις

Σοβαρές λοιµώξεις, απειλητικές για τη ζωή, συµπεριλαµβάνουσες µηνιγγίτιδα, ενδοκαρδίτιδα, φυµατίωση και άτυπη µυκοβακτηριακή λοίµωξη.

Περιπτώσεις σχετιζόµενης µε τον ιό ΒΚ νεφροπάθειας όπως επίσης και περιπτώσεις σχετιζόµενης µε τον ιό JC προϊούσας πολυεστιακής λευκοεγκεφαλοπάθειας (PML) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαµβάνουν θεραπεία µε ανοσοκατασταλτικά, συµπεριλαµβανολένου του CellCept.

Έχουν αναφερθεί ακοκκιοκυτταραιµία (≥1/1000 έως <1/100) και ουδετεροπενία, ως εκ τούτου συνιστάται τακτική παρακολούθηση των ασθενών που λαµβάνουν CellCept (βλ. παράγραφο 4.4). Υπήρξαν αναφορές απλαστικής αναιµίας και καταστολής του µυελού των οστών σε ασθενείς που λάµβαναν CellCept, ορισµένες από τις οποίες ήταν θανατηφόρες.

∆ιαταραχές του αιµοποιητικού και του λεµφικού συστήµατος

Περιπτώσεις αµιγούς ερυθροκυτταρικής µυελικής απλασίας (PRCA) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία µε CellCept (βλ. παράγραφο 4.4).

Μεµονωµένες περιπτώσεις ανώµαλης µορφολογίας των ουδετερόφιλων, συµπεριλαµβανοµένης της επίκτητης ανωµαλίας Pelger-Huet, έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς που ακολουθούν αγωγή µε CellCept. Αυτές οι αλλαγές δεν σχετίζονται µε διαταραγµένη λειτουργία των ουδετερόφιλων. Αυτές οι αλλαγές ενδέχεται να υποδείξουν µια «αριστερή στροφή» στην ωρίµανση των ουδετερόφιλων στις αιµατολογικές εξετάσεις, οι οποίες µπορεί εσφαλµένα να ερµηνευτούν ως σηµάδι λοίµωξης σε ανοσοκατεσταλµένους ασθενείς όπως εκείνοι που λαµβάνουν CellCept.

Υπερευαισθησία

Έχουν αναφερθεί αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συµπεριλαµβανοµένων αγγειονευρωτικού οιδήµατος και αναφυλακτικής αντίδρασης.

Καταστάσεις της κύησης, της λοχείας και της περιγεννητικής περιόδου

Έχουν αναφερθεί περιστατικά αυτόµατων αποβολών σε ασθενείς που εκτέθηκαν σε µυκοφαινολάτη µοφετίλ, κυρίως κατά το πρώτο τρίµηνο, βλ. παράγραφο 4.6.

Συγγενείς διαταραχές

Έχουν παρατηρηθεί συγγενείς δυσπλασίες µετά την κυκλοφορία του φαρµάκου, σε παιδιά γονέων που εκτέθηκαν σε CellCept σε συνδυασµό µε άλλα ανοσοκατασταλτικά, βλ. παράγραφο 4.6.

∆ιαταραχές του αναπνευστικού συστήµατος, του θώρακα και του µεσοθωράκιου

Υπήρξαν µεµονωµένες αναφορές διάµεσης πνευµονοπάθειας και πνευµονικής ίνωσης σε ασθενείς που λάµβαναν CellCept σε συνδυασµό µε άλλα ανοσοκατασταλτικά, ορισµένες από τις οποίες είχαν θανατηφόρο έκβαση. Υπήρξαν επίσης αναφορές βρογχεκτασίας σε παιδιά και ενήλικες (συχνότητα µη γνωστή).

∆ιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήµατος

Έχει αναφερθεί υπογαµµασφαιριναιµία σε ασθενείς που λαµβάνουν CellCept σε συνδυασµό µε άλλα ανοσοκατασταλτικά (συχνότητα µη γνωστή).

Αναφορά πιθανολογούµενων ανεπιθύµητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούµενων ανεπιθύµητων ενεργειών µετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρµακευτικού προϊόντος είναι σηµαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρµακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελµατίες του τοµέα της υγειονοµικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούµενες ανεπιθύµητες ενέργειες µέσω του εθνικού συστήµατος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτηµα V.

4.9 Υπερδοσολογία

Αναφορές υπερδοσολογίας µε µυκοφαινολάτη µοφετίλ έχουν ληφθεί από κλινικές δοκιµές και κατά τη διάρκεια της εµπειρίας µετά την κυκλοφορία του φαρµάκου. Σε πολλές από αυτές τις περιπτώσεις, δεν αναφέρθηκαν ανεπιθύµητες ενέργειες. Σε αυτές τις περιπτώσεις της υπερδοσολογίας στις οποίες αναφέρθηκαν ανεπιθύµητες ενέργειες , τα συµβάµατα εµπίπτουν στα πλαίσια της γνωστής εικόνας ασφάλειας του φαρµακευτικού προϊόντος.

Αναµένεται ότι η υπερδοσολογία µε µυκοφαινολάτη µοφετίλ θα µπορούσε πιθανώς να έχει ως αποτέλεσµα περαιτέρω καταστολή του ανοσοποιητικού συστήµατος και αυξηµένη ευπάθεια σε λοιµώξεις και καταστολή του µυελού των οστών (βλ. παράγραφο 4.4). Εάν αναπτυχθεί ουδετεροπενία, η δοσολογία του CellCept θα πρέπει να διακόπτεται ή να µειώνεται η δόση (βλ. παράγραφο 4.4).

Η αιµοδιύλιση δεν θα πρέπει να αναµένεται να αποµακρύνει κλινικά σηµαντικές ποσότητες του MPA ή του MPAG. Τα απολύµατα του χολικού οξέος, όπως η χολεστυραµίνη, µπορούν να αποβάλλουν το MPA µε το να µειώσουν την εντεροηπατική επανακυκλοφορία του φαρµάκου (βλ. παράγραφο 5.2).

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ Ι∆ΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρµακοδυναµικές ιδιότητες

Φαρµακοθεραπευτική κατηγορία: ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, κωδικός ATC: L04AA06

Μηχανισµός δράσης

Η µυκοφαινολάτη µοφετίλ είναι ο 2-µορφολινοαιθυλικός εστέρας του MPA. Το MPA είναι ένας ισχυρός, εκλεκτικός, µη ανταγωνιστικός και αναστρέψιµος αναστολέας της αφυδρογονάσης της µονοφωσφορικής ινοσίνης και συνεπώς αναστέλλει την de novo οδό σύνθεσης του νουκλεοτιδίου της γουανοσίνης χωρίς ενσωµάτωση στο DNA. Επειδή τα Τ- και Β- λεµφοκύτταρα εξαρτώνται άµεσα, όσον αφορά στον πολλαπλασιασµό τους, από την de novo σύνθεση των πουρινών ενώ άλλοι τύποι κυττάρων µπορούν να χρησιµοποιούν οδούς διάσωσης, το MPA έχει ισχυρότερη κυτταροστατική δράση επί των λεµφοκυττάρων απ’ ό,τι σε άλλα κύτταρα.

5.2 Φαρµακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση

Μετά την από στόµατος χορήγηση, η µυκοφαινολάτη µοφετίλ υφίσταται ταχεία και εκτεταµένη απορρόφηση και πλήρη µεταβολισµό πριν εισέλθει στη συστηµατική κυκλοφορία σε ενεργό µεταβολίτη, το ΜPA. Όπως αποδεικνύεται από την καταστολή της οξείας απόρριψης µετά από µεταµόσχευση νεφρού, η ανοσοκατασταλτική δράση του CellCept σχετίζεται µε τη συγκέντρωση του MPA. H µέση βιοδιαθεσιµότητα της από στόµατος χορηγούµενης µυκοφαινολάτης µοφετίλ, σύµφωνα µε την AUC του MPA, είναι 94 % σε σχέση µε την ενδοφλέβια χορηγούµενη µυκοφαινολάτη µοφετίλ. Η τροφή δεν είχε καµία επίδραση στο βαθµό απορρόφησης της µυκοφαινολάτης µοφετίλ (AUC του ΜΡΑ) που χορηγήθηκε σε δόσεις των 1,5 g δύο φορές την ηµέρα σε ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε νεφρική µεταµόσχευση. Ωστόσο, το Cmax του ΜΡΑ µειώθηκε κατά 40 % παρουσία τροφής. Η µυκοφαινολάτη µοφετίλ δεν είναι συστηµατικώς µετρήσιµη στο πλάσµα, µετά την από στόµατος χορήγηση.

Κατανοµή

Ως αποτέλεσµα της εντεροηπατικής επανακυκλοφορίας, παρατηρούνται συνήθως δευτερογενείς αυξήσεις της συγκέντρωσης του MPA στο πλάσµα σε περίπου 6-12 ώρες µετά τη δόση. Μία µείωση της AUC του MPA της τάξης του 40 % περίπου, σχετίζεται µε τη συγχορήγηση χολεστυραµίνης (4 g τρεις φορές την ηµέρα), γεγονός που υποδεικνύει ότι υπάρχει ένα σηµαντικό ποσό εντεροηπατικής επανακυκλοφορίας.

Σε κλινικώς σχετικές συγκεντρώσεις, το MPA δεσµεύεται σε ποσοστό 97 % µε τη λευκωµατίνη του πλάσµατος.

Βιοµετασχηµατισµός

Το MPA µεταβολίζεται κυρίως από τη γλυκουρονική τρανσφεράση (ισοµορφή UGT1A9) προς σχηµατισµό ανενεργού φαινολικού γλυκουρονιδίου του MPA (MPAG). In vivo, το MPAG µετατρέπεται πίσω σε ελεύθερο MPA µέσω της εντεροηπατικής επανακυκλοφορίας. Σχηµατίζεται, επίσης, έλασσον ακυλο-γλουκουρονίδιο (AcMPAG). Το AcMPAG είναι φαρµακολογικά ενεργό και πιθανολογείται ότι ευθύνεται για ορισµένες από τις ανεπιθύµητες ενέργειες του MMF (διάρροια, λευκοπενία).

Αποβολή

Μια αµελητέα ποσότητα ουσίας αποβάλλεται ως ΜΡΑ (< 1 % της δόσης) στα ούρα. Η από στόµατος χορήγηση ραδιοσεσηµασµένης µυκοφαινολάτης µοφετίλ έχει ως αποτέλεσµα την πλήρη ανάκτηση της χορηγηθείσας δόσης. Το 93 % της χορηγηθείσας δόσης ανακτήθηκε στα ούρα και το 6 % στα κόπρανα. Το µεγαλύτερο µέρος (περίπου 87 %) της χορηγηθείσας δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως

MPAG.

Σε κλινικώς απαντώµενες συγκεντρώσεις, τα MPA και MPAG δεν αποµακρύνονται µε αιµοδιύλιση. Ωστόσο, σε υψηλές συγκεντρώσεις MPAG στο πλάσµα (> 100 µg/mL), αποµακρύνονται µικρές ποσότητες MPAG. Παρεµβαλλόµενες στην εντεροηπατική κυκλοφορία του φαρµάκου, οι ουσίες που δεσµεύουν το χολικό οξύ, όπως είναι η χολεστυραµίνη, µειώνουν την AUC του MPA (βλ. παράγραφο

4.9).

Η κατανοµή του ΜΡΑ εξαρτάται από διάφορους µεταφορείς. Τα πολυπεπτίδια µεταφοράς οργανικού ανιόντος (ΟΑΤΡ) και η σχετιζόµενη µε την αντίσταση σε πολλά φάρµακα πρωτεΐνη 2 (MRP2) εµπλέκονται στη διάθεση του ΜΡΑ. Οι ισοµορφές OATP και η πρωτεΐνη αντίστασης καρκίνου του µαστού (BCRP) είναι µεταφορείς που σχετίζονται µε τη χολική απέκκριση των γλυκουρονιδίων. Η πρωτεΐνη αντίστασης πολλαπλών φαρµάκων (MDR1) είναι, επίσης, σε θέση να µεταφέρει MPA, αλλά η συµβολή της φαίνεται να περιορίζεται στη διαδικασία απορρόφησης. Στο νεφρό, το ΜΡΑ και οι µεταβολίτες του δυνητικά αλληλεπιδρούν µε νεφρικούς µεταφορείς οργανικών ανιόντων.

Σε ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε νεφρική, καρδιακή και ηπατική µεταµόσχευση, και κατά την πρώιµη περίοδο µετά τη µεταµόσχευση (< 40 ηµέρες µετά τη µεταµόσχευση), οι µέσες τιµές της AUC

του ΜΡΑ ήταν περίπου 30 % χαµηλότερες και της Cmax περίπου 40 % χαµηλότερες σε σχέση µε αυτές που παρατηρήθηκαν κατά την όψιµη περίοδο µετά τη µεταµόσχευση (3-6 µήνες µετά).

Ειδικοί πληθυσµοί

Νεφρική δυσλειτουργία

Σε µελέτη εφάπαξ δόσης (6 άτοµα ανά οµάδα), η µέση τιµή της AUC του MPA στο πλάσµα που παρατηρήθηκε σε άτοµα µε σοβαρή χρόνια νεφρική δυσλειτουργία (ρυθµός σπειραµατικής διήθησης < 25 mL/min/1,73 m2), ήταν 28-75 % υψηλότερη σε σχέση µε τις µέσες τιµές που παρατηρήθηκαν σε φυσιολογικά υγιή άτοµα ή σε άτοµα µε µικρότερου βαθµού νεφρική δυσλειτουργία. Ωστόσο, η µέση τιµή της AUC του ΜPAG κατά τη χορήγηση εφάπαξ δόσης ήταν 3-6 φορές υψηλότερη σε άτοµα µε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, απ’ ό,τι σε άτοµα µε ήπια νεφρική δυσλειτουργία ή σε φυσιολογικά υγιή άτοµα, σύµφωνα µε τη γνωστή νεφρική απέκκριση του MPAG. Πολλαπλές δόσεις της µυκοφαινολάτης µοφετίλ σε ασθενείς µε σοβαρή χρόνια νεφρική δυσλειτουργία δεν έχουν µελετηθεί.

∆εν υπάρχουν διαθέσιµα στοιχεία για ασθενείς µε σοβαρή χρόνια νεφρική δυσλειτουργία που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση καρδιάς ή ήπατος.

Επιβραδυµένη λειτουργία του νεφρικού µοσχεύµατος

Σε ασθενείς µε επιβραδυµένη λειτουργία του νεφρικού µοσχεύµατος µετά τη µεταµόσχευση, η µέση τιµή της AUC (0-12 ώρες) του MPA ήταν συγκρίσιµη µε αυτή που παρατηρήθηκε σε ασθενείς µετά τη µεταµόσχευση χωρίς επιβραδυµένη λειτουργία µοσχεύµατος. Η µέση τιµή της AUC (0-12 ώρες) του MPAG στο πλάσµα ήταν 2-3 φορές υψηλότερη απ’ ό,τι σε µεταµοσχευµένους ασθενείς χωρίς επιβραδυµένη λειτουργία µοσχεύµατος. Σε ασθενείς µε επιβραδυµένη λειτουργία νεφρικού µοσχεύµατος υπάρχει περίπτωση να παρουσιαστεί παροδική αύξηση του ελεύθερου κλάσµατος και της συγκέντρωσης του MPA στο πλάσµα. Τροποποίηση της δόσης του CellCept δεν φαίνεται να είναι απαραίτητη.

Ηπατική δυσλειτουργία

Σε εθελοντές µε αλκοολική κίρρωση, οι ηπατικές διαδικασίες γλυκουρονικής σύζευξης του MPA παρέµειναν σχετικά ανεπηρέαστες από την παρεγχυµατική ηπατική νόσο. Οι επιδράσεις της ηπατικής νόσου στη διαδικασία αυτή πιθανώς εξαρτώνται από τη συγκεκριµένη νόσο. Πάντως, ηπατική νόσος που προξενεί κυρίως χολική βλάβη, όπως η πρωτοπαθής χολική κίρρωση, µπορεί να επιδείξει διαφορετική επίδραση.

Παιδιατρικός πληθυσµός

Οι φαρµακοκινητικές παράµετροι αξιολογήθηκαν σε 49 παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 2 έως 18 ετών) που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού και στους οποίους χορηγούνταν από στόµατος 600 mg/m2 µυκοφαινολάτης µοφετίλ δύο φορές την ηµέρα. Με τη δόση αυτή παρατηρήθηκαν τιµές AUC του MPA παρόµοιες µε εκείνες που παρατηρήθηκαν σε ενήλικες ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού και λάµβαναν 1 g CellCept δύο φορές την ηµέρα κατά την πρώιµη και την όψιµη περίοδο µετά τη µεταµόσχευση. Οι τιµές AUC του MPA κατά την πρώιµη και την όψιµη περίοδο µετά τη µεταµόσχευση ήταν παρόµοιες µεταξύ των ηλικιακών οµάδων.

Ηλικιωµένοι

Η φαρµακοκινητική συµπεριφορά του CellCept σε ηλικιωµένους (≥ 65 ετών) δεν έχει επίσηµα αξιολογηθεί.

Ασθενείς που λαµβάνουν από στόµατος αντισυλληπτικά

Οι φαρµακοκινητικές ιδιότητες των από στόµατος αντισυλληπτικών δεν επηρεάστηκαν από τη συγχορήγηση CellCept (βλ. επίσης παράγραφο 4.5). Μια µελέτη επί της συγχορήγησης CellCept (1 g δύο φορές την ηµέρα) και συνδυασµένων από στόµατος αντισυλληπτικών που περιέχουν αιθινυλοιστραδιόλη (0,02 mg έως 0,04 mg) και λεβονοργεστρέλη (0,05 mg έως 0,15 mg), δεσογεστρέλη (0,15 mg) ή γεστοδένη (0,05 mg έως 0,10 mg), η οποία διεξήχθη σε 18 µη υποβληθείσες σε µεταµόσχευση γυναίκες (που δεν λάµβαναν άλλα ανοσοκατασταλτικά) για 3 συνεχόµενους εµµηνορρυσιακούς κύκλους, δεν έδειξε κλινικώς σηµαντική επίδραση του CellCept στην κατασταλτική επί της ωορρηξίας δράση των από στόµατος αντισυλληπτικών. Τα επίπεδα των LH, FSH και της προγεστερόνης στον ορό δεν επηρεάστηκαν σηµαντικά.

5.3 Προκλινικά δεδοµένα για την ασφάλεια

Σε πειραµατικά µοντέλα, η µυκοφαινολάτη µοφετίλ δεν προκάλεσε την εµφάνιση όγκων. Η υψηλότερη δόση που ελέγχθηκε στις µελέτες καρκινογένεσης σε ζώα, οδήγησε σε περίπου 2 - 3 φορές τη συστηµατική έκθεση (AUC ή Cmax) που παρατηρήθηκε σε ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού µε τη συνιστώµενη κλινική δόση των 2 g/ηµέρα και 1,3-2 φορές τη συστηµατική έκθεση (AUC ή Cmax) που παρατηρήθηκε σε ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση καρδιάς µε τη συνιστώµενη κλινική δόση των 3 g/ηµέρα.

∆ύο δοκιµασίες γενοτοξικότητας (in vitro µέτρηση λεµφώµατος µυός και in vivo µικροπυρηνική δοκιµασία σε µυελό οστών µυός) έδειξαν δυναµικό της µυκοφαινολάτης µοφετίλ για πρόκληση χρωµοσωµατικών εκτροπών. Τα αποτελέσµατα αυτά µπορεί να συσχετιστούν µε το φαρµακοδυναµικό τρόπο δράσης, την αναστολή δηλαδή της νουκλεοτιδικής σύνθεσης σε ευαίσθητα κύτταρα. Άλλες in

vitro δοκιµασίες για την ανίχνευση της µετάλλαξης των γονιδίων δεν κατέδειξαν γενοτοξική δραστικότητα.

Η µυκοφαινολάτη µοφετίλ δεν είχε καµία επίδραση στη γονιµότητα των αρσενικών επίµυων, σε από στόµατος χορηγούµενες δόσεις έως και 20 mg/kg/ηµέρα. Η συστηµατική έκθεση σ' αυτή τη δόση αντιπροσωπεύει 2 - 3 φορές την κλινική έκθεση στη συνιστώµενη κλινική δόση των 2 g/ηµέρα για ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού και 1,3-2 φορές την κλινική έκθεση στη συνιστώµενη κλινική δόση των 3 g/ηµέρα για ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση καρδιάς. Σε µία µελέτη για τη γονιµότητα των θηλυκών και την αναπαραγωγή που διεξήχθη σε επίµυς, από στόµατος χορηγούµενες δόσεις των 4,5 mg/kg/ηµέρα προκάλεσαν δυσπλασίες (συµπεριλαµβανοµένων της ανοφθαλµίας, της αγναθίας και του υδροκεφάλου) στην πρώτη γενεά απογόνων, απουσία τοξικότητας στη µητέρα. Η συστηµατική έκθεση σε αυτή τη δόση ήταν περίπου 0,5 φορές της κλινικής έκθεσης στη συνιστώµενη κλινική δόση των 2 g/ηµέρα για ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού και περίπου 0,3 φορές της κλινικής έκθεσης στη συνιστώµενη κλινική δόση των 3 g/ηµέρα για ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση καρδιάς. Καµία επίδραση επί της γονιµότητας ή των παραµέτρων αναπαραγωγής δεν ήταν εµφανής στις µητέρες των ζώων, ή στην επακόλουθη γενιά.

Σε µελέτες τερατογένεσης σε επίµυς και κουνέλια, παρατηρήθηκαν παλίνδροµες κυήσεις και δυσπλασίες, σε επίµυς στα 6 mg/kg/ηµέρα (συµπεριλαµβανοµένων της ανοφθαλµίας, της αγναθίας και του υδροκεφάλου) και σε κουνέλια στα 90 mg/kg/ηµέρα (συµπεριλαµβανοµένων καρδιαγγειακών και νεφρικών ανωµαλιών, όπως έκτοπος καρδία και έκτοποι νεφροί, και διαφραγµατοκήλη και οµφαλοκήλη), απουσία τοξικότητας στη µητέρα. Η συστηµατική έκθεση σε αυτά τα επίπεδα είναι περίπου ισοδύναµη µε ή λιγότερη από 0,5 φορές την κλινική έκθεση στη συνιστώµενη κλινική δόση των 2 g/ηµέρα για ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού και περίπου 0,3 φορές την κλινική έκθεση στη συνιστώµενη κλινική δόση των 3 g/ηµέρα για ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση καρδιάς (βλ. παράγραφο 4.6).

Το αιµοποιητικό και λεµφικό σύστηµα ήταν τα κύρια όργανα που επηρεάστηκαν στις τοξικολογικές µελέτες που διεξήχθησαν µε µυκοφαινολάτη µοφετίλ σε επίµυ, µυ, σκύλο και πίθηκο. Αυτές οι επιδράσεις παρατηρήθηκαν σε επίπεδα συστηµατικής έκθεσης τα οποία είναι ισοδύναµα µε ή µικρότερα από την κλινική έκθεση στη συνιστώµενη δόση των 2 g/ηµέρα για αποδέκτες νεφρικού µοσχεύµατος. Παρατηρήθηκαν γαστρεντερικές επιδράσεις στο σκύλο σε επίπεδα συστηµατικής έκθεσης ισοδύναµα µε ή µικρότερα από την κλινική έκθεση στη συνιστώµενη δόση. Γαστρεντερικές και νεφρικές επιδράσεις που συµφωνούν µε την αφυδάτωση, παρατηρήθηκαν επίσης στον πίθηκο στην υψηλότερη δόση (επίπεδα συστηµατικής έκθεσης ισοδύναµα µε ή υψηλότερα από την κλινική έκθεση). Η εικόνα της µη κλινικής τοξικότητας της µυκοφαινολάτης µοφετίλ φαίνεται να είναι σύµφωνη µε τα ανεπιθύµητα συµβάµατα που παρατηρήθηκαν στις κλινικές µελέτες στον άνθρωπο, οι οποίες τώρα παρέχουν στοιχεία για την ασφάλεια τα οποία είναι περισσότερο σχετικά µε τον πληθυσµό των ασθενών (βλ. παράγραφο 4.8).

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

CellCept 1 g/5 ml κόνις για πόσιµο εναιώρηµα σορβιτόλη κολλοειδές άνυδρο οξείδιο του πυριτίου κιτρικό νάτριο λεκιθίνη σόγιας

βελτιωτικό γεύσης ανάµικτα φρούτα κόµµι ξανθάνης ασπαρτάµη* (Ε951)

παραϋδροξυβενζοϊκός µεθυλεστέρας (E218) άνυδρο κιτρικό οξύ

* περιέχει φαινυλαλανίνη ισοδύναµη µε 2,78 mg/5 mL εναιωρήµατος.

6.2 Ασυµβατότητες

Αυτό το φαρµακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναµιγνύεται µε άλλα φαρµακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.

6.3 ∆ιάρκεια ζωής

H διάρκεια ζωής της κόνεως για πόσιµο εναιώρηµα είναι 2 χρόνια. Η διάρκεια ζωής του ανασυσταµένου εναιωρήµατος είναι 2 µήνες.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

Κόνις για πόσιµο εναιώρηµα και ανασυσταµένο εναιώρηµα: Μη φυλάσσετε σε θερµοκρασία µεγαλύτερη των 30°C.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Κάθε φιάλη περιέχει 35 g µυκοφαινολάτη µοφετίλ σε 110 g κόνεως για πόσιµο εναιώρηµα. Μετά την ανασύσταση, ο όγκος του εναιωρήµατος είναι 175 mL, αποδίδοντας χρήσιµο όγκο 160-165 mL. 5 mL ανασυσταµένου εναιωρήµατος περιέχουν 1 g µυκοφαινολάτη µοφετίλ.

Παρέχονται επίσης ένα εξάρτηµα προσαρµογής για τη φιάλη και 2 δοσιµετρικές σύριγγες για την από στόµατος χορήγηση.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισµός

Συνιστάται η ανασύσταση του CellCept 1 g/5 ml κόνις για πόσιµο εναιώρηµα να γίνεται από το φαρµακοποιό πριν τη χορήγηση στον ασθενή.

Παρασκευή του εναιωρήµατος

1.Χτυπήστε ελαφρά την κλειστή φιάλη αρκετές φορές για να αναταραχτεί η κόνις.

2.Μετρήστε 94 mL κεκαθαρµένου ύδατος σε ογκοµετρικό κύλινδρο.

3.Προσθέστε περίπου µισή από τη συνολική ποσότητα του κεκαθαρµένου ύδατος στη φιάλη και ανακινήστε καλά την κλειστή φιάλη για περίπου 1 λεπτό.

4.Προσθέστε το υπόλοιπο ύδωρ και ανακινήστε καλά την κλειστή φιάλη για περίπου 1 λεπτό.

5.Βγάλτε το πώµα ασφαλείας για παιδιά και πιέστε το εξάρτηµα προσαρµογής µέσα στο λαιµό της φιάλης.

6.Κλείστε σφικτά τη φιάλη µε το πώµα ασφαλείας για παιδιά. Αυτό θα διασφαλίσει τη σωστή τοποθέτηση του εξαρτήµατος προσαρµογής στη φιάλη και την ασφάλεια, ως προς τα παιδιά, του πώµατος.

7.Γράψτε την ηµεροµηνία λήξης του ανασυσταµένου εναιωρήµατος πάνω στην ετικέτα της φιάλης. (Η διάρκεια ζωής του ανασυσταµένου εναιωρήµατος είναι δύο µήνες).

Κάθε αχρησιµοποίητο προϊόν ή άχρηστο υλικό πρέπει να απορρίπτεται σύµφωνα µε τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ Α∆ΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Roche Registration Limited 6 Falcon Way

Shire Park

Welwyn Garden City AL7 1TW

Ηνωµένο Βασίλειο

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) Α∆ΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

EU/1/96/005/006 CellCept

(1 φιάλη 110 g)

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ Α∆ΕΙΑΣ

Ηµεροµηνία πρώτης έγκρισης: 14 Φεβρουαρίου 1996 Ηµεροµηνία τελευταίας ανανέωσης: 13 Μαρτίου 2006

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Λεπτοµερή πληροφοριακά στοιχεία για το προϊόν είναι διαθέσιµα στην ιστοσελίδα του Ευρωπαϊκού Οργανισµού Φαρµάκων http://www.ema.europa.eu/

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

CellCept 500 mg επικαλυµµένα µε λεπτό υµένιο δισκία.

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε δισκίο περιέχει 500 mg µυκοφαινολάτη µοφετίλ.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Επικαλυµµένα µε λεπτό υµένιο δισκία.

CellCept δισκία: ιώδους χρώµατος, σχήµατος καψιδίου, µε χαραγµένη την ένδειξη «CellCept 500» στη µία πλευρά και την επωνυµία «Roche» στην άλλη.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Το CellCept ενδείκνυται σε συνδυασµό µε κυκλοσπορίνη και κορτικοστεροειδή για την προφύλαξη της οξείας απόρριψης µοσχεύµατος σε ασθενείς που έχουν δεχθεί αλλογενή νεφρικά, καρδιακά ή ηπατικά µοσχεύµατα.

4.2 ∆οσολογία και τρόπος χορήγησης

Η θεραπεία µε CellCept θα πρέπει να αρχίζει και να συνεχίζεται από κατάλληλα εξειδικευµένο προσωπικό, ειδικό στις µεταµοσχεύσεις.

∆οσολογία

Χρήση σε µεταµόσχευση νεφρού

Ενήλικες

Η από στόµατος χορήγηση CellCept θα πρέπει να αρχίζει εντός 72 ωρών από τη µεταµόσχευση. Η συνιστώµενη δόση σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού είναι 1 g χορηγούµενη δύο φορές την ηµέρα (2 g ηµερήσια δόση).

Παιδιατρικός πληθυσµός ηλικίας 2 έως 18 ετών

Η συνιστώµενη δόση µυκοφαινολάτης µοφετίλ είναι 600 mg/m2 χορηγούµενη από στόµατος δύο φορές την ηµέρα (έως το πολύ 2 g την ηµέρα). Τα δισκία CellCept θα πρέπει να συνταγογραφούνται µόνο σε ασθενείς µε επιφάνεια σώµατος µεγαλύτερη του 1,5 m2 σε δόση 1 g δύο φορές την ηµέρα (2 g ηµερήσια δόση). Επειδή κάποιες ανεπιθύµητες αντιδράσεις λαµβάνουν χώρα µε αυξηµένη συχνότητα στην ηλικιακή αυτή οµάδα (βλ. παράγραφο 4.8) συγκριτικά µε τους ενήλικες, µπορεί να απαιτηθεί παροδική µείωση ή διακοπή της δόσης. Θα πρέπει να λαµβάνονται υπόψη οι σχετικοί κλινικοί παράγοντες συµπεριλαµβανοµένης της βαρύτητας της αντίδρασης.

Παιδιατρικός πληθυσµός < 2 ετών Τα δεδοµένα σχετικά µε την ασφάλεια και την αποτελεσµατικότητα σε παιδιά ηλικίας κάτω των 2

ετών είναι περιορισµένα. Αυτά είναι ανεπαρκή για την υπόδειξη συνιστώµενης δοσολογίας, ως εκ τούτου δεν συνιστάται η χρήση του προϊόντος σε αυτή την ηλικιακή οµάδα.

Χρήση σε µεταµόσχευση καρδιάς

Ενήλικες

Η από στόµατος χορήγηση CellCept θα πρέπει να αρχίζει εντός 5 ηµερών από τη µεταµόσχευση. Η συνιστώµενη δόση σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση καρδιάς είναι 1,5 g χορηγούµενη δύο φορές την ηµέρα (3 g ηµερήσια δόση).

Παιδιατρικός πληθυσµός ∆εν υπάρχουν διαθέσιµα στοιχεία για παιδιατρικούς ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση καρδιάς.

Χρήση σε µεταµόσχευση ήπατος

Ενήλικες

Θα πρέπει να χορηγείται CellCept ενδοφλεβίως για τις πρώτες 4 ηµέρες µετά τη µεταµόσχευση ήπατος. Αµέσως µετά, χορηγείται CellCept από στόµατος, µόλις αυτό µπορεί να γίνει ανεκτό. Η από στόµατος συνιστώµενη δόση για ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση ήπατος είναι 1,5 g χορηγούµενη δύο φορές την ηµέρα (3 g ηµερήσια δόση).

Παιδιατρικός πληθυσµός ∆εν υπάρχουν διαθέσιµα στοιχεία για παιδιατρικούς ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση ήπατος.

Χρήση σε ειδικούς πληθυσµούς

Ηλικιωµένοι

Η συνιστώµενη δόση του 1 g χορηγούµενη δύο φορές την ηµέρα για ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού και του 1,5 g χορηγούµενη δύο φορές την ηµέρα για ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση καρδιάς ή ήπατος είναι κατάλληλη για τους ηλικιωµένους.

Νεφρική δυσλειτουργία Σε ασθενείς µε σοβαρή χρόνια νεφρική δυσλειτουργία (ρυθµός σπειραµατικής διήθησης

< 25 mL/min/1,73 m2) που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού θα πρέπει να αποφεύγονται δόσεις µεγαλύτερες από 1 g χορηγούµενες δύο φορές την ηµέρα, εκτός της περιόδου που ακολουθεί αµέσως µετά τη µεταµόσχευση νεφρού. Οι ασθενείς αυτοί θα πρέπει επίσης να παρακολουθούνται προσεκτικά. ∆εν απαιτούνται ρυθµίσεις της δοσολογίας σε ασθενείς που εµφανίζουν µετεγχειρητικά, επιβραδυµένη λειτουργία του νεφρικού µοσχεύµατος (βλ. παράγραφο 5.2). ∆εν υπάρχουν διαθέσιµα στοιχεία για τους ασθενείς µε σοβαρή χρόνια νεφρική δυσλειτουργία που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση καρδιάς ή ήπατος.

Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία ∆εν απαιτείται καµία ρύθµιση της δόσης σε ασθενείς µε σοβαρή ηπατική παρεγχυµατική νόσο που

έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού. ∆εν υπάρχουν διαθέσιµα στοιχεία για τους ασθενείς µε σοβαρή ηπατική παρεγχυµατική νόσο που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση καρδιάς.

Αγωγή κατά τη διάρκεια επεισοδίων απόρριψης

Το µυκοφαινολικό οξύ (MPA) είναι ο ενεργός µεταβολίτης της µυκοφαινολάτης µοφετίλ. Η απόρριψη του νεφρικού µοσχεύµατος δεν οδηγεί σε µεταβολές της φαρµακοκινητικής του MPA, ενώ δεν απαιτείται µείωση της δόσης ή διακοπή του CellCept. ∆εν υπάρχει καµία βάση για προσαρµογή της δόσης του CellCept µετά από απόρριψη του καρδιακού µοσχεύµατος. ∆εν υπάρχουν διαθέσιµα φαρµακοκινητικά δεδοµένα κατά την απόρριψη του ηπατικού µοσχεύµατος.

Τρόπος χορήγησης

Από του στόµατος χορήγηση

Προφυλάξεις που πρέπει να λαµβάνονται πριν τον χειρισµό ή τη χορήγηση του φαρµακευτικού προϊόντος

Λόγω του ότι η µυκοφαινολάτη µοφετίλ έχει επιδείξει τερατογόνες επιδράσεις σε επίµυς και κουνέλια, τα δισκία CellCept δεν θα πρέπει να συνθλίβονται.

4.3 Αντενδείξεις

Το CellCept δεν θα πρέπει να δίνεται σε ασθενείς µε υπερευαισθησία στη µυκοφαινολάτη µοφετίλ, στο µυκοφαινολικό οξύ ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1. Έχουν παρατηρηθεί αντιδράσεις υπερευαισθησίας στο CellCept (βλ. παράγραφο 4.8).

To CellCept δεν θα πρέπει να δίνεται σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, οι οποίες δεν χρησιµοποιούν αντισύλληψη υψηλής αποτελεσµατικότητας (βλ. παράγραφο 4.6).

Η θεραπεία µε CellCept δεν θα πρέπει να ξεκινά σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, χωρίς να προσκοµίζουν αποτέλεσµα δοκιµασίας κύησης, προκειµένου να αποκλειστεί η ακούσια χρήση στην κύηση (βλ. παράγραφο 4.6).

Το CellCept δεν θα πρέπει να χρησιµοποιείται στην κύηση, εκτός εάν δεν υπάρχει κατάλληλη εναλλακτική θεραπεία για την πρόληψη της απόρριψης µοσχεύµατος (βλ. παράγραφο 4.6).

Το CellCept δεν θα πρέπει να δίνεται σε γυναίκες που θηλάζουν (βλ. παράγραφο 4.6).

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Νεοπλάσµατα

Ασθενείς που ακολουθούν θεραπευτική αγωγή µε ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες χρησιµοποιώντας συνδυασµούς φαρµακευτικών προϊόντων, συµπεριλαµβανοµένου του CellCept, διατρέχουν αυξηµένο κίνδυνο να παρουσιάσουν λεµφώµατα και άλλες κακοήθειες, ιδιαίτερα του δέρµατος (βλ. παράγραφο 4.8). Ο κίνδυνος φαίνεται να σχετίζεται περισσότερο µε την ένταση και τη διάρκεια της ανοσοκαταστολής, παρά µε τη χρήση κάποιου συγκεκριµένου παράγοντα. Σαν γενική συµβουλή και µε σκοπό την ελαχιστοποίηση του κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου του δέρµατος, η έκθεση στο ηλιακό και στο υπεριώδες φως θα πρέπει να περιορίζεται φορώντας προστατευτικά ρούχα και χρησιµοποιώντας αντιηλιακή κρέµα µε υψηλό δείκτη προστασίας.

Λοιµώξεις

Οι ασθενείς οι οποίοι υποβάλλονται σε θεραπεία µε ανοσοκατασταλτικά, συµπεριλαµβανοµένου του CellCept, βρίσκονται σε αυξηµένο κίνδυνο για ευκαιριακές λοιµώξεις (βακτηριακές, µυκητιασικές, ιογενείς και λοιµώξεις από πρωτόζωα), θανατηφόρες λοιµώξεις, και σηψαιµία (βλ. παράγραφο 4.8). Σε αυτού του είδους τις λοιµώξεις περιλαµβάνονται η επανενεργοποίηση λανθάνουσας ιογενούς λοίµωξης, όπως είναι η επανενεργοποίηση ηπατίτιδας Β ή ηπατίτιδας C, και οι λοιµώξεις που προκαλούνται από θηλωµατοϊούς (σχετιζόµενη µε τον ιό ΒΚ νεφροπάθεια, σχετιζόµενη µε τον ιό JC προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (PML)). Περιστατικά ηπατίτιδας λόγω επανενεργοποίησης της ηπατίτιδας Β ή της ηπατίτιδας C έχουν αναφερθεί σε ασθενείς-φορείς υπό θεραπεία µε ανοσοκατασταλτικά. Οι λοιµώξεις αυτές είναι συχνά συνδεδεµένες µε υψηλό συνολικό ανοσοκατασταλτικό φορτίο και µπορεί να οδηγήσουν σε σοβαρές ή θανατηφόρες καταστάσεις, τις οποίες οι θεράποντες ιατροί θα πρέπει να εξετάζουν κατά τη διαφορική διάγνωση σε ανοσοκατεσταλµένους ασθενείς µε επιδεινούµενη νεφρική λειτουργία ή µε νευρολογικά συµπτώµατα.

Υπήρξαν αναφορές υπογαµµασφαιριναιµίας συσχετιζόµενης µε υποτροπιάζουσες λοιµώξεις σε ασθενείς που λάµβαναν CellCept σε συνδυασµό µε άλλα ανοσοκατασταλτικά. Σε ορισµένες από αυτές τις περιπτώσεις η µετάβαση από το CellCept σε ένα εναλλακτικό ανοσοκατασταλτικό είχε ως

αποτέλεσµα τα επίπεδα IgG στον ορό να επανέλθουν σε φυσιολογικές τιµές. Οι ασθενείς υπό CellCept που αναπτύσσουν υποτροπιάζουσες λοιµώξεις θα πρέπει να µετρούν τις ανοσοσφαιρίνες στον ορό τους. Σε περιπτώσεις παρατεταµένης, κλινικά σχετιζόµενης υπογαµµασφαιριναιµίας, θα πρέπει να εξετάζεται καταλληλη κλινική ενέργεια, λαµβάνοντας υπόψη τις ισχυρές κυτταροστατικές επιδράσεις που µπορεί να έχει το µυκοφαινολικό οξύ στα Τ- και Β-λεµφοκύτταρα.

Υπήρξαν δηµοσιευµένες αναφορές βρογχεκτασίας σε ενήλικες και παιδιά που έλαβαν CellCept σε συνδυασµό µε άλλα ανοσοκατασταλτικά. Σε ορισµένες από αυτές τις περιπτώσεις η µετάβαση από το CellCept σε ένα εναλλακτικό ανοσοκατασταλτικό είχε ως αποτέλεσµα τη βελτίωση των αναπνευστικών συµπτωµάτων. Ο κίνδυνος βρογχεκτασίας µπορεί να συνδέεται µε υπογαµµασφαιριναιµία ή µε απευθείας επίδραση στον πνεύµονα. Υπήρξαν επίσης και µεµονωµένες αναφορές διάµεσης πνευµονοπάθειας και πνευµονικής ίνωσης, ορισµένες εκ των οποίων είχαν θανατηφόρο έκβαση (βλ. παράγραφο 4.8). Συνιστάται η διερεύνηση των ασθενών που εκδηλώνουν επίµονα πνευµονικά συµπτώµατα, όπως βήχα και δύσπνοια.

Αίµα και ανοσοποιητικό σύστηµα

Οι ασθενείς που λαµβάνουν CellCept θα πρέπει να παρακολουθούνται για ουδετεροπενία, η οποία µπορεί να σχετίζεται µε το ίδιο το CellCept, µε ταυτόχρονη θεραπευτική αγωγή, µε λοιµώξεις από ιούς ή µε κάποιο συνδυασµό αυτών των αιτιών. Οι ασθενείς που λαµβάνουν CellCept θα πρέπει να υποβάλλονται σε πλήρη αιµατολογικό έλεγχο µία φορά την εβδοµάδα κατά τη διάρκεια του πρώτου µήνα, δύο φορές το µήνα κατά το δεύτερο και τρίτο µήνα της θεραπείας και στη συνέχεια µία φορά το µήνα κατά τον πρώτο χρόνο. Αν αναπτυχθεί ουδετεροπενία (απόλυτος αριθµός ουδετερόφιλων

< 1,3 x 103/µl), πιθανόν να είναι κατάλληλη η διακοπή ή ο τερµατισµός της χορήγησης CellCept.

Περιπτώσεις αµιγούς ερυθροκυτταρικής µυελικής απλασίας (pure red cell aplasia, PRCA) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία µε CellCept σε συνδυασµό µε άλλα ανοσοκατασταλτικά. Ο µηχανισµός µε τον οποίο η µυκοφαινολάτη µοφετίλ προκαλεί PRCA είναι άγνωστος. Η PRCA µπορεί να υποχωρήσει µε µείωση της δόσης ή διακοπή της θεραπείας µε CellCept. Αλλαγές στη θεραπεία µε CellCept πρέπει να πραγµατοποιούνται µόνο υπό την κατάλληλη επίβλεψη στους αποδέκτες µοσχεύµατος ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος απόρριψης του µοσχεύµατος (βλ. παράγραφο 4.8).

Οι ασθενείς που λαµβάνουν CellCept θα πρέπει να καθοδηγούνται ώστε να αναφέρουν αµέσως οποιαδήποτε ένδειξη λοίµωξης, µη αναµενόµενο µώλωπα, αιµορραγία ή οποιαδήποτε άλλη εκδήλωση καταστολής του µυελού των οστών.

Οι ασθενείς θα πρέπει να πληροφορούνται ότι κατά τη διάρκεια της θεραπείας µε CellCept, οι εµβολιασµοί µπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσµατικοί και ότι η χρήση εµβολίων από ζώντες εξασθενηµένους οργανισµούς θα πρέπει να αποφεύγεται (βλ. παράγραφο 4.5). Ο εµβολιασµός κατά του ιού της γρίππης µπορεί να είναι χρήσιµος. Οι γιατροί που συνταγογραφούν το φαρµακευτικό προϊόν θα πρέπει να ανατρέχουν στις εθνικές οδηγίες για τους εµβολιασµούς κατά της γρίππης.

Γαστρεντερικό

Το CellCept έχει συσχετιστεί µε αυξηµένη συχνότητα εµφάνισης ανεπιθύµητων συµβαµάτων από το πεπτικό σύστηµα, συµπεριλαµβανοµένων σπανίων περιπτώσεων εξέλκωσης της γαστρεντερικής οδού, αιµορραγίας και διάτρησης. Το CellCept θα πρέπει να χορηγείται µε προσοχή σε ασθενείς µε σοβαρή ενεργή νόσο του πεπτικού συστήµατος.

Το CellCept είναι ένας αναστολέας του ενζύµου αφυδρογονάση της µονοφωσφορικής ινοσίνης

(IMPDH, inosine monophosphate dehydrogenase). Ως εκ τούτου, θα πρέπει να αποφεύγεται η χρήση του από ασθενείς που έχουν τη σπάνια κληρονοµική έλλειψη του ενζύµου φωσφοριβοσυλ-

τρανσφεράση της υποξανθίνης-γουανίνης (HGPRT, hypoxanthine-guanine phosphoribosyl- transferase) όπως στο σύνδροµο Lesch - Nyhan και Kelley - Seegmiller.

Αλληλεπιδράσεις

Θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή κατά την αλλαγή της θεραπείας συνδυασµού από τα σχήµατα που περιέχουν ανοσοκατασταλτικά, τα οποία παρεµβαίνουν στην εντεροηπατική επανακυκλοφορία του MPA, π.χ. από κυκλοσπορίνη σε άλλα που δεν ασκούν τη συγκεκριµένη επίδραση, π.χ.

σιρόλιµους, µπελατασέπτη, ή αντίστροφα, καθώς αυτό µπορεί να έχει ως αποτέλεσµα αλλαγές στην έκθεση του MPA. Τα φάρµακα άλλων κατηγοριών που παρεµβαίνουν στον εντεροηπατικό κύκλο του MPA π.χ. χολεστυραµίνη θα πρέπει να χρησιµοποιούνται µε προσοχή, εξαιτίας της πιθανότητάς τους να µειώσουν τα επίπεδα στο πλάσµα και την αποτελεσµατικότητα του CellCept (βλ. επίσης παράγραφο 4.5).

Συνιστάται ότι δεν θα πρέπει να χορηγείται το CellCept ταυτόχρονα µε αζαθειοπρίνη, διότι µια τέτοια ταυτόχρονη χορήγηση δεν έχει µελετηθεί.

∆εν έχει τεκµηριωθεί η αναλογία οφέλους/κινδύνου της µυκοφαινολάτης µοφετίλ σε συνδυασµό µε το τακρόλιµους ή το σιρόλιµους (βλ. επίσης παράγραφο 4.5).

Ειδικοί πληθυσµοί

Οι ηλικιωµένοι ασθενείς ενδέχεται να διατρέχουν αυξηµένο κίνδυνο εµφάνισης ανεπιθύµητων ενεργειών, όπως ορισµένες λοιµώξεις (συµπεριλαµβανοµένης της διηθητικής νόσου των ιστών από κυτταροµεγαλοϊό) και πιθανόν γαστρεντερική αιµορραγία και πνευµονικό οίδηµα, σε σύγκριση µε νεότερα άτοµα (βλ. παράγραφο 4.8).

Τερατογόνες επιδράσεις Η µυκοφαινολάτη είναι µία ισχυρή τερατογόνος ουσία για τον άνθρωπο. Έχουν αναφερθεί αυτόµατες

αποβολές (ποσοστό 45-49%) και συγγενείς δυσπλασίες (εκτιµώµενο ποσοστό 23-27%) µετά από την έκθεση στη µυκοφαινολάτη µοφετίλ κατά τη διάρκεια της κύησης. Ως εκ τούτου, το CellCept αντεδείκνυται στην κύηση εκτός εάν δεν υπάρχουν κατάλληλες εναλλακτικές θεραπείες για την πρόληψη της απόρριψης µοσχεύµατος. Οι γυναίκες και οι άνδρες ασθενείς σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να ενηµερώνονται για τους κινδύνους και να ακολουθούν τις συστάσεις που παρέχονται στην παράγραφο 4.6 (π.χ. µέθοδοι αντισύλληψης, δοκιµασία κύησης) πριν, κατά τη διάρκεια και µετά τη θεραπεία µε CellCept. Οι γιατροί θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι γυναίκες και οι άνδρες που λαµβάνουν µυκοφαινολάτη κατανοούν τον κίνδυνο βλάβης για το βρέφος, την ανάγκη για αποτελεσµατική αντισύλληψη και την ανάγκη να συµβουλεύονται άµεσα έναν γιατρό εάν υπάρχει πιθανότητα κύησης.

Αντισύλληψη (βλ. παράγραφο 4.6)

Λόγω του γενοτοξικού και τερατογόνου δυναµικού του CellCept, οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να χρησιµοποιούν ταυτόχρονα δύο αξιόπιστες µορφές αντισύλληψης πριν από την έναρξη της θεραπείας µε CellCept, κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για έξι εβδοµάδες µετά τη διακοπή της θεραπείας, εκτός εάν η αποχή είναι η µέθοδος αντισύλληψης που έχει επιλεγεί (βλ. παράγραφο 4.5).

Οι σεξουαλικά ενεργοί άνδρες συνιστάται να χρησιµοποιούν προφυλακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 90 ηµέρες µετά τη διακοπή της θεραπείας. Η χρήση προφυλακτικού έχει εφαρµογή τόσο για άνδρες µε αναπαραγωγική ικανότητα, όσο και για άνδρες που έχουν υποβληθεί σε εκτοµή σπερµατικού πόρου, καθώς οι κίνδυνοι που σχετίζονται µε τη µεταφορά σπερµατικού υγρού ισχύουν επίσης και για τους άνδρες που έχουν υποβληθεί σε εκτοµή σπερµατικού πόρου. Επιπρόσθετα, οι γυναίκες σύντροφοι ανδρών ασθενών υπό θεραπεία µε CellCept συνιστάται να χρησιµοποιούν αντισύλληψη υψηλής αποτελεσµατικότητας κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για συνολικά 90 ηµέρες µετά την τελευταία δόση του CellCept.

Eκπαιδευτικά υλικά

Ο κάτοχος της Άδειας Κυκλοφορίας του προϊόντος θα παρέχει εκπαιδευτικά υλικά στους επαγγελµατίες του τοµέα υγειονοµικής περίθαλψης, ώστε να βοηθήσει τους ασθενείς να αποφύγουν την έκθεση εµβρύων στη µυκοφαινολάτη και να παρέχει πρόσθετες σηµαντικές πληροφορίες

ασφαλείας. Τα εκπαιδευτικά υλικά θα τονίζουν τις προειδοποιήσεις σχετικά µε την τερατογόνο δράση της µυκοφαινολάτης, θα παρέχουν συµβουλές σχετικά µε την αντισύλληψη πριν από την έναρξη της θεραπείας και καθοδήγηση σχετικά µε την ανάγκη για δοκιµασίες κύησης. Πλήρης πληροφόρηση σχετικά µε τον κίνδυνο τερατογένεσης και τα µέτρα αποφυγής της κύησης θα πρέπει να παρέχεται από τον γιατρό σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία και ανάλογα µε την περίπτωση, σε άνδρες ασθενείς.

Επιπρόσθετες προφυλάξεις Οι ασθενείς δεν θα πρέπει να δωρίζουν αίµα κατά τη διάρκεια της θεραπείας ή για τουλάχιστον 6

εβδοµάδες µετά τη διακοπή της µυκοφαινολάτης. Οι άνδρες δεν θα πρέπει να δωρίζουν σπέρµα κατά τη διάρκεια της θεραπείας ή για 90 ηµέρες µετά τη διακοπή της µυκοφαινολάτης.

4.5 Αλληλεπιδράσεις µε άλλα φαρµακευτικά προϊόντα και άλλες µορφές αλληλεπίδρασης

Ακυκλoβίρη

Υψηλότερες συγκεντρώσεις ακυκλοβίρης στο πλάσµα παρατηρήθηκαν όταν χορηγήθηκε η µυκοφαινολάτη µοφετίλ µαζί µε ακυκλοβίρη, σε σύγκριση µε τη χορήγηση της ακυκλοβίρης µόνο. Οι µεταβολές της φαρµακοκινητικής του MPAG (το φαινολικό γλυκουρονίδιο του MPA) (αύξηση MPAG κατά 8 %) ήταν ελάχιστες και δεν θεωρούνται κλινικώς σηµαντικές. Επειδή οι συγκεντρώσεις του MPAG στο πλάσµα αυξάνονται µε την ύπαρξη νεφρικής δυσλειτουργίας, καθώς και οι συγκεντρώσεις της ακυκλοβίρης, υπάρχει το ενδεχόµενο η µυκοφαινολάτη µοφετίλ και η ακυκλοβίρη, ή τα προφάρµακά της, π.χ. η βαλακυκλοβίρη, να ανταγωνίζονται για σωληναριακή απέκκριση και µπορεί να σηµειωθούν περαιτέρω αυξήσεις στις συγκεντρώσεις και των δύο ουσιών.

Αντιόξινα και αναστολείς της αντλίας πρωτονίων (PPIs)

Μειωµένη έκθεση σε MPA έχει παρατηρηθεί όταν αντιόξινα, όπως υδροξείδια µαγνησίου και αργιλίου, και PPIs, που περιλαµβάνουν λανσοπραζόλη και παντοπραζόλη, χορηγήθηκαν µε CellCept. Όταν συνέκριναν τα ποσοστά της απόρριψης µοσχεύµατος ή τα ποσοστά της απώλειας µοσχεύµατος, µεταξύ των ασθενών µε CellCept που λάµβαναν PPIs έναντι ασθενών µε CellCept που δεν λάµβαναν PPIs, δεν παρατηρήθηκαν σηµαντικές διαφορές.

Αυτά τα δεδοµένα υποστηρίζουν επέκταση αυτού του ευρήµατος σε όλα τα αντιόξινα, διότι η µείωση της έκθεσης όταν το CellCept συγχορηγήθηκε µε υδροξείδια µαγνησίου και αργιλίου είναι σηµαντικά µικρότερη από ό, τι όταν το CellCept συγχορηγήθηκε µε PPIs.

Χολεστυραµίνη

Μετά τη χορήγηση εφάπαξ δόσης 1,5 g µυκοφαινολάτης µοφετίλ σε φυσιολογικά υγιή άτοµα, τα οποία προηγουµένως είχαν ακολουθήσει αγωγή µε 4 g χολεστυραµίνης τρεις φορές την ηµέρα για 4 ηµέρες, υπήρξε µία κατά 40 % µείωση της AUC του MPA (βλ. παράγραφο 4.4 και παράγραφο 5.2). Απαιτείται προσοχή κατά την ταυτόχρονη χορήγηση, εξαιτίας της πιθανότητας µείωσης της αποτελεσµατικότητας του CellCept.

Φαρµακευτικά προϊόντα που παρεµβαίνουν στην εντεροηπατική κυκλοφορία Θα πρέπει να δίνεται προσοχή σε φαρµακευτικά προϊόντα που παρεµβαίνουν στην εντεροηπατική

κυκλοφορία, εξαιτίας της πιθανότητας να µειώσουν την αποτελεσµατικότητα του CellCept.

Κυκλοσπορίνη Α

Η φαρµακοκινητική της κυκλοσπορίνης Α (CsA) δεν επηρεάζεται από τη µυκοφαινολάτη µοφετίλ. Σε αντίθεση, εάν σταµατήσει η συγχορήγηση της κυκλοσπορίνης, πρέπει να αναµένεται αύξηση της AUC του MPA κατά περίπου 30%. Η CsA παρεµβαίνει στην εντεροηπατική ανακύκλωση του ΜΡΑ, οδηγώντας σε µειωµένες εκθέσεις ΜΡΑ κατά 30-50% στους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού και έχουν λάβει θεραπεία µε CellCept και CsA συγκριτικά µε τους ασθενείς που λαµβάνουν σιρόλιµους ή µπελατασέπτη και παρόµοιες δόσεις CellCept (βλ. επίσης παράγραφο 4.4). Αντίθετα, θα πρέπει να αναµένονται αλλαγές στην έκθεση του ΜΡΑ κατά την αλλαγή των ασθενών από CsA σε ένα από τα ανοσοκατασταλτικά, τα οποία δεν παρεµβαίνουν στον εντεροηπατικό κύκλο του ΜΡΑ.

Τελµισαρτάνη

Η ταυτόχρονη χορήγηση τελµισαρτάνης και CellCept οδήγησε σε περίπου 30% µείωση των συγκεντρώσεων του ΜΡΑ. Η τελµισαρτάνη αλλάζει την αποµάκρυνση του ΜΡΑ ενισχύοντας την έκφραση του PPAR γάµµα (ενεργοποιηµένος υποδοχέας-γάµµα υπεροξεισωµατικού πολλαπλασιαστή), ο οποίος µε τη σειρά του οδηγεί σε ενισχυµένη έκφραση και δραστηριότητα του UGT1A9. Κατά τη σύγκριση των ποσοστών απόρριψης µοσχεύµατος, των ποσοστών απώλειας µοσχεύµατος ή των προφίλ ανεπιθύµητων συµβάντων ανάµεσα στους ασθενείς του CellCept µε και χωρίς ταυτόχρονη φαρµακευτική αγωγή τελµισαρτάνης, δεν παρατηρήθηκαν κλινικές συνέπειες στις φαρµακοκινητικές φαρµακευτικές αλληλεπιδράσεις.

Γκανσικλοβίρη Με βάση τα αποτελέσµατα µιας µελέτης χορήγησης εφάπαξ δόσης από στόµατος µυκοφαινολάτης

µοφετίλ και ενδοφλέβιας γκανσικλοβίρης στις συνιστώµενες δόσεις και των γνωστών επιδράσεων της νεφρικής δυσλειτουργίας στη φαρµακοκινητική του CellCept (βλ. παράγραφο 4.2) και της γκανσικλοβίρης, αναµένεται ότι η ταυτόχρονη χορήγηση αυτών των δύο παραγόντων (που ανταγωνίζονται για τους µηχανισµούς της νεφρικής σωληναριακής απέκκρισης) θα έχει σαν αποτέλεσµα αυξήσεις στις συγκεντρώσεις της MPAG και της γκανσικλοβίρης. ∆εν αναµένεται σηµαντική τροποποίηση στη φαρµακοκινητική του MPA και δεν απαιτείται προσαρµογή της δόσης του CellCept. Σε ασθενείς µε νεφρική δυσλειτουργία που λαµβάνουν ταυτόχρονα CellCept και γκανσικλοβίρη ή προφάρµακά της, π.χ. βαλγκανσικλοβίρη, οι συστάσεις για τη δόση της γκανσικλοβίρης θα πρέπει να τηρούνται και οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.

Από στόµατος αντισυλληπτικά Οι φαρµακοκινητικές και φαρµακοδυναµικές ιδιότητες των από στόµατος αντισυλληπτικών δεν

επηρεάστηκαν από τη συγχορήγηση CellCept (βλ. επίσης παράγραφο 5.2).

Ριφαµπικίνη

Σε ασθενείς που επίσης δεν λαµβάνουν κυκλοσπορίνη, η συγχορήγηση του CellCept και της

ριφαµπικίνης είχε ως αποτέλεσµα µία µείωση στην έκθεση του ΜΡΑ (AUC0-12h) από 18% σε 70%. Συνιστάται να παρακολουθούνται τα επίπεδα έκθεσης του MPA και να προσαρµόζεται η δόση του

CellCept αντίστοιχα ώστε να διατηρείται η κλινική αποτελεσµατικότητα όταν η ριφαµπικίνη χορηγείται ταυτόχρονα.

Σεβελαµέρη

Μείωση στις Cmax και AUC (0-12h) του ΜΡΑ κατά 30% και 25% αντίστοιχα, παρατηρήθηκε όταν το CellCept συγχορηγήθηκε µε σεβελαµέρη χωρίς καθόλου κλινικές επιπτώσεις (π.χ.απόρριψη µοσχεύµατος). Συνίσταται, εντούτοις, να χορηγείται το CellCept τουλάχιστον µία ώρα πριν ή τρεις ώρες µετά τη λήψη της σεβελαµέρης ώστε να ελαχιστοποιηθεί η επίδραση από την απορρόφηση του MPΑ. ∆εν υπάρχουν δεδοµένα για το Cellcept και άλλα δεσµευτικά του φωσφόρου εκτός της σεβελαµέρης.

Τριµεθοπρίµη/σουλφαµεθοξαζόλη

∆εν παρατηρήθηκε καµία επίδραση στη βιοδιαθεσιµότητα του MPA.

Νορφλοξασίνη και µετρονιδαζόλη

Σε υγιείς εθελοντές, δεν παρατηρήθηκε καµία σηµαντική αλληλεπίδραση όταν το CellCept χορηγήθηκε ταυτόχρονα µε νορφλοξασίνη ή µετρονιδαζόλη ξεχωριστά. Εν τούτοις, ο συνδυασµός µε νορφλοξασίνη ή µετρονιδαζόλη µείωσε την έκθεση του MPA κατά 30% µετά από εφάπαξ δόση του

CellCept.

Σιπροφλοξασίνη και αµοξικιλλίνη µε κλαβουλανικό οξύ

Μειώσεις στις (ελάχιστες) συγκεντρώσεις MPA περίπου κατά 50% πριν από τη δόση έχουν αναφερθεί σε αποδέκτες νεφρικού µοσχεύµατος στις µέρες που ακολουθούν αµέσως µετά την έναρξη από του στόµατος χορηγούµενης σιπροφλοξασίνης ή αµοξικιλλίνης µε κλαβουλανικό οξύ. Αυτή η επίδραση έτεινε να µειωθεί µε συνεχή χρήση αντιβιοτικών και σταµατάει µέσα σε λίγες ηµέρες µετά τη διακοπή των αντιβιοτικών. Η αλλαγή του επιπέδου πριν από τη δόση µπορεί να µην αντιπροσωπεύει ακριβώς αλλαγές στην ολική έκθεση σε MPA. Εποµένως, αλλαγή της δόσης του CellCept δεν είναι κανονικά

απαραίτητη ελλείψει κλινικών στοιχείων δυσλειτουργίας του µοσχεύµατος. Ωστόσο, στενή κλινική παρακολούθηση θα πρέπει να εκτελείται κατά τη διάρκεια του συνδυασµού και αµέσως µετά την αντιβιοτική αγωγή.

Τακρόλιµους

Σε αποδέκτες ηπατικού µοσχεύµατος που ξεκίνησαν µε CellCept και τακρόλιµους, η AUC και η Cmax του MPA, του ενεργού µεταβολίτη του CellCept, δεν επηρεάστηκαν σηµαντικά από τη συγχορήγηση µε τακρόλιµους. Σε αντίθεση, υπήρξε περίπου 20 % αύξηση της AUC του τακρόλιµους όταν χορηγήθηκαν επανειληµµένες δόσεις CellCept (1,5 g δύο φορές την ηµέρα) σε ασθενείς-αποδέκτες ηπατικού µοσχεύµατος που λάµβαναν τακρόλιµους. Εν τούτοις, σε αποδέκτες νεφρικού µοσχεύµατος η συγκέντρωση του τακρόλιµους δεν φάνηκε να µεταβάλλεται από το Cellcept (βλ. επίσης παράγραφο

4.4).

Άλλες αλληλεπιδράσεις Η ταυτόχρονη χορήγηση προβενεσίδης και µυκοφαινολάτης µοφετίλ σε πιθήκους αυξάνει στο

τριπλάσιο την AUC του MPAG στο πλάσµα. Εποµένως, άλλες ουσίες που είναι γνωστό ότι υφίστανται νεφρική σωληναριακή απέκκριση µπορεί να ανταγωνίζονται µε το MPAG, και ως εκ τούτου να αυξάνουν τις συγκεντρώσεις στο πλάσµα του MPAG ή της άλλης ουσίας που υφίσταται σωληναριακή απέκκριση.

Εµβόλια από ζώντες οργανισµούς Τα εµβόλια από ζώντες οργανισµούς δεν θα πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς µε διαταραγµένη

ανοσολογική απάντηση. Η απάντηση του αντισώµατος σε άλλα εµβόλια µπορεί να είναι ελαττωµένη (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).

Παιδιατρικός πληθυσµός Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν διενεργηθεί µόνο σε ενήλικες.

4.6 Κύηση και γαλουχία

Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες

Το CellCept αντεδείκνυται σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, οι οποίες δεν χρησιµοποιούν αντισύλληψη υψηλής αποτελεσµατικότητας.

Λόγω του γενοτοξικού και τερατογόνου δυναµικού του CellCept, οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να χρησιµοποιούν ταυτόχρονα δύο αξιόπιστες µορφές αντισύλληψης πριν από την έναρξη της θεραπείας µε CellCept, κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για έξι εβδοµάδες µετά τη διακοπή της θεραπείας, εκτός εάν η αποχή είναι η µέθοδος αντισύλληψης που έχει επιλεγεί (βλ. παράγραφο 4.5).

Οι σεξουαλικά ενεργοί άνδρες συνιστάται να χρησιµοποιούν προφυλακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 90 ηµέρες µετά τη διακοπή της θεραπείας. Η χρήση προφυλακτικού έχει εφαρµογή τόσο για άνδρες µε αναπαραγωγική ικανότητα, όσο και για άνδρες που έχουν υποβληθεί σε εκτοµή σπερµατικού πόρου, καθώς οι κίνδυνοι που σχετίζονται µε τη µεταφορά σπερµατικού υγρού ισχύουν επίσης και για τους άνδρες που έχουν υποβληθεί σε εκτοµή σπερµατικού πόρου. Επιπρόσθετα, οι γυναίκες σύντροφοι ανδρών ασθενών υπό θεραπεία µε CellCept συνιστάται να χρησιµοποιούν αντισύλληψη υψηλής αποτελεσµατικότητας κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για συνολικά 90 ηµέρες µετά την τελευταία δόση του CellCept.

Κύηση

To CellCept αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης εκτός εάν δεν υπάρχει κατάλληλη εναλλακτική θεραπεία για την πρόληψη της απόρριψης µοσχεύµατος. Η θεραπεία δεν θα πρέπει να ξεκινά χωρίς να προσκοµίζεται αρνητικό αποτέλεσµα δοκιµασίας κύησης προκειµένου να αποκλειστεί η ακούσια χρήση στην κύηση.

Οι γυναίκες και οι άνδρες ασθενείς σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να γνωρίζουν τον αυξηµένο κίνδυνο αποβολής και συγγενών δυσπλασιών στην αρχή της θεραπείας και πρέπει να ενηµερώνονται σχετικά µε την αποφυγή και τον προγραµµατισµό της κύησης.

Πριν από την έναρξη της θεραπείας µε CellCept, οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να υποβληθούν σε δοκιµασία κύησης προκειµένου να αποκλειστεί η ακούσια έκθεση του εµβρύου στη µυκοφαινολάτη. Συνιστώνται δύο δοκιµασίες κύησης ορού ή ούρων µε ευαισθησία τουλάχιστον 25mIU/mL. Η δεύτερη δοκιµασία θα πρέπει να διενεργείται 8-10 ηµέρες µετά την πρώτη και αµέσως πριν από την έναρξη της µυκοφαινολάτης µοφετίλ. Οι δοκιµασίες κύησης θα πρέπει να επαναλαµβάνονται όπως απαιτείται κλινικά (π.χ. µετά από αναφορά οποιασδήποτε διακοπής στην αντισύλληψη). Τα αποτελέσµατα όλων των δοκιµασιών κύησης θα πρέπει να συζητούνται µε την ασθενή. Θα πρέπει να δίνεται στις ασθενείς η οδηγία να συµβουλεύονται αµέσως το γιατρό τους, εάν προκύψει κύηση.

Η µυκοφαινολάτη είναι µία ισχυρή τερατογόνος ουσία για τον άνθρωπο, µε αυξηµένο κίνδυνο αυτόµατων αποβολών και συγγενών δυσπλασιών στην περίπτωση έκθεσης κατά τη διάρκεια της κύησης:

Έχουν αναφερθεί αυτόµατες αποβολές σε ποσοστό 45 έως 49% των εγκύων γυναικών που εκτέθηκαν σε µυκοφαινολάτη µοφετίλ, συγκριτικά µε το αναφερόµενο ποσοστό µεταξύ 12 και 33% σε ασθενείς µε µεταµόσχευση συµπαγών οργάνων, οι οποίοι έλαβαν θεραπεία µε άλλα ανοσοκατασταλτικά εκτός από τη µυκοφαινολάτη µοφετίλ.

Με βάση βιβλιογραφικές αναφορές, δυσπλασίες συνέβησαν σε ποσοστό 23 έως 27% των γεννήσεων ζώντων νεογνών σε γυναίκες που εκτέθηκαν στη µυκοφαινολάτη µοφετίλ κατά τη διάρκεια της κύησης (συγκριτικά µε 2% έως 3% των γεννήσεων ζώντων νεογνών στο συνολικό πληθυσµό και µε περίπου 4 έως 5% των γεννήσεων ζώντων νεογνών σε ασθενείς µε µεταµόσχευση συµπαγών οργάνων που έλαβαν θεραπεία µε άλλα ανοσοκατασταλτικά, εκτός από τη µυκοφαινολάτη µοφετίλ).

Συγγενείς δυσπλασίες, συµπεριλαµβανοµένων αναφορών πολλαπλών δυσπλασιών, έχουν παρατηρηθεί µετά από την κυκλοφορία του φαρµάκου σε παιδιά ασθενών που είχαν εκτεθεί σε CellCept σε συνδυασµό µε άλλα ανοσοκατασταλτικά κατά τη διάρκεια της κύησης. Οι ακόλουθες δυσπλασίες αναφέρθηκαν µε µεγαλύτερη συχνότητα:

Ανωµαλίες του ωτός (π.χ. µη φυσιολογικός σχηµατισµός ή απουσία έξω/µέσου ωτός), ατρησία του έξω ακουστικού πόρου,

Συγγενής καρδιοπάθεια όπως ελλείµµατα του µεσοκολπικού και του µεσοκοιλιακού διαφράγµατος,

∆υσπλασίες του προσώπου όπως χειλεοσχιστία (λαγώχειλο), υπερωιοσχιστία (λυκόστοµα), µικρογναθία και µη φυσιολογική υπέρµετρη απόσταση µεταξύ των οφθαλµικών κόγχων,

Ανωµαλίες του οφθαλµού (π.χ. κολόβωµα),

∆υσπλασίες των δακτύλων (π.χ. πολυδακτυλία, συνδακτυλία),

Τραχειο-οισοφαγικές δυσπλασίες (π.χ. οισοφαγική ατρησία),

∆υσπλασίες του νευρικού συστήµατος όπως δισχιδής ράχη,

Ανωµαλίες των νεφρών

Επιπρόσθετα, υπάρχουν µεµονωµένες αναφορές για τις ακόλουθες δυσπλασίες:

Μικροφθαλµία,

συγγενής κύστη χοριοειδούς πλέγµατος,

αγενεσία του διαφανούς διαφράγµατος,

αγενεσία του οσφρητικού νεύρου.

Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. παράγραφο 5.3).

Θηλασµός

Έχει καταδειχθεί ότι η µυκοφαινολάτη µοφετίλ απεκκρίνεται στο γάλα επίµυων που θηλάζουν. ∆εν είναι γνωστό εάν η ουσία αυτή απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Εξαιτίας του ενδεχοµένου σοβαρών ανεπιθύµητων αντιδράσεων από τη µυκοφαινολάτη µοφετίλ στα θηλάζοντα βρέφη, το CellCept αντενδείκνυται σε µητέρες που θηλάζουν (βλ. παράγραφο 4.3).

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισµού µηχανών

∆εν έχουν πραγµατοποιηθεί µελέτες σχετικά µε τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισµού µηχανών. Η φαρµακοδυναµική εικόνα και οι αναφερθείσες ανεπιθύµητες αντιδράσεις υποδεικνύουν ότι κάποια τέτοια επίδραση δεν είναι πιθανή.

4.8 Ανεπιθύµητες ενέργειες

Οι παρακάτω ανεπιθύµητες ενέργειες καλύπτουν ανεπιθύµητες αντιδράσεις από κλινικές µελέτες Οι κύριες ανεπιθύµητες αντιδράσεις που σχετίζονται µε τη χορήγηση του CellCept σε συνδυασµό µε κυκλοσπορίνη και κορτικοστεροειδή περιλαµβάνουν διάρροια, λευκοπενία, σηψαιµία και έµετο, ενώ υπάρχουν ενδείξεις για υψηλότερη συχνότητα ορισµένων τύπων λοιµώξεων (βλ. παράγραφο 4.4).

Κακοήθειες

Ασθενείς που ακολουθούν θεραπευτική αγωγή µε ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες χρησιµοποιώντας συνδυασµούς φαρµακευτικών προϊόντων, συµπεριλαµβανοµένου του CellCept διατρέχουν αυξηµένο κίνδυνο να παρουσιάσουν λεµφώµατα και άλλες κακοήθειες, ιδιαίτερα του δέρµατος (βλ. παράγραφο 4.4). Σε ελεγχόµενες κλινικές µελέτες ασθενών που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού (δεδοµένα για 2 g), καρδιάς και ήπατος και ήταν υπό παρακολούθηση για 1 τουλάχιστον έτος, αναπτύχθηκε λεµφοϋπερπλαστική νόσος ή λέµφωµα σε ποσοστό 0,6 % των ασθενών που λάµβαναν CellCept (2 g ή 3 g ηµερησίως) σε συνδυασµό µε άλλα ανοσοκατασταλτικά. Καρκινώµατα του δέρµατος εκτός µελανώµατος εµφανίστηκαν στο 3,6 % των ασθενών, ενώ άλλοι τύποι κακοήθειας εµφανίστηκαν στο 1,1 % των ασθενών. ∆εδοµένα ασφάλειας τριών ετών σε ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού και καρδιάς δεν απεκάλυψαν µη αναµενόµενες µεταβολές στη συχνότητα εµφάνισης κακοήθειας, συγκριτικά µε τα δεδοµένα ενός έτους. Οι ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση ήπατος ήταν υπό παρακολούθηση για διάστηµα ενός τουλάχιστον έτους, µικρότερο όµως των τριών ετών.

Ευκαιριακές λοιµώξεις

Όλοι οι ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση διατρέχουν αυξηµένο κίνδυνο εµφάνισης ευκαιριακών λοιµώξεων και ο κίνδυνος αυτός αυξάνεται µε το συνολικό ανοσοκατασταλτικό φορτίο (βλ. παράγραφο 4.4). Σε ελεγχόµενες κλινικές µελέτες ασθενών που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού (δεδοµένα για 2 g), καρδιάς και ήπατος και ήταν υπό παρακολούθηση για 1 τουλάχιστον έτος, οι συχνότερα εµφανιζόµενες ευκαιριακές λοιµώξεις σε ασθενείς που λαµβάνουν CellCept (2 g ή 3 g ηµερησίως) µε άλλα ανοσοκατασταλτικά ήταν βλεννογονοδερµατική καντιντίαση, ιαιµία/σύνδροµο CMV (κυτταροµεγαλοϊού) και απλός έρπης. Η αναλογία των ασθενών µε ιαιµία/σύνδροµο CMV ήταν 13,5 %.

Παιδιατρικός πληθυσµός

Σε µια κλινική µελέτη επί 92 παιδιατρικών ασθενών ηλικίας από 2 έως 18 ετών στους οποίους χορηγούνταν από στόµατος 600 mg/m2 µυκοφαινολάτης µοφετίλ δύο φορές την ηµέρα, το είδος και η συχνότητα των ανεπιθύµητων αντιδράσεων ήταν γενικώς παρόµοια προς εκείνα που παρατηρήθηκαν σε ενήλικες ασθενείς, οι οποίοι λάµβαναν 1 g CellCept δύο φορές την ηµέρα. Ωστόσο, τα ακόλουθα σχετιζόµενα µε τη θεραπεία, ανεπιθύµητα συµβάµατα ήταν συχνότερα στον παιδιατρικό πληθυσµό, ιδιαίτερα σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών, συγκριτικά µε τους ενήλικες: διάρροια, σηψαιµία, λευκοπενία, αναιµία και λοίµωξη.

Ηλικιωµένοι

Οι ηλικιωµένοι ασθενείς (≥ 65 ετών) µπορεί γενικώς να διατρέχουν αυξηµένο κίνδυνο εµφάνισης ανεπιθύµητων αντιδράσεων που οφείλονται στην ανοσοκαταστολή. Οι ηλικιωµένοι ασθενείς που λαµβάνουν CellCept ως µέρος µιας συνδυασµένης ανοσοκατασταλτικής θεραπευτικής αγωγής, µπορεί να διατρέχουν αυξηµένο κίνδυνο εµφάνισης ορισµένων λοιµώξεων (συµπεριλαµβανοµένης της διηθητικής των ιστών νόσου από κυτταροµεγαλοϊό) και πιθανόν γαστρεντερικής αιµορραγίας και πνευµονικού οιδήµατος, σε σύγκριση µε νεότερα άτοµα.

Άλλες ανεπιθύµητες αντιδράσεις

Οι ανεπιθύµητες αντιδράσεις που πιθανόν ή δυνατόν να σχετίζονται µε το CellCept και αναφέρθηκαν σε 1/10 και σε ≥1/100 έως <1/10 των ασθενών στους οποίους χορηγήθηκε CellCept στις ελεγχόµενες κλινικές µελέτες σε ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού (δεδοµένα για 2 g), καρδιάς και ήπατος παρουσιάζονται στον ακόλουθο πίνακα.

Ανεπιθύµητες Αντιδράσεις που Πιθανόν ή ∆υνατόν να Σχετίζονται µε το CellCept και Αναφέρθηκαν σε Ασθενείς που Ακολούθησαν Αγωγή µε CellCept σε Συνδυασµό µε Κυκλοσπορίνη και Κορτικοστεροειδή κατά τη ∆ιάρκεια των Κλινικών Νεφρικών, Καρδιακών και Ηπατικών Μελετών

Εντός των κατηγοριών οργάνου συστήµατος, οι ανεπιθύµητες ενέργειες παρατίθενται υπό επικεφαλίδες συχνότητας, χρησιµοποιώντας τις ακόλουθες κατηγορίες: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές

(≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), άγνωστης συχνότητας (δεν µπορεί να υπολογιστεί από τα διαθέσιµα στοιχεία). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εµφάνισης, οι ανεπιθύµητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Kατηγορία οργάνου συστήµατος

Ανεπιθύµητες αντιδράσεις φαρµάκου

 

 

 

Λοιµώξεις και παρασιτώσεις

Πολύ συχνές

Σηψαιµία, γαστρεντερική καντιντίαση,

 

 

ουρολοίµωξη, έρπης απλός, έρπης ζωστήρας

 

Συχνές

Πνευµονία, γρίππη, λοίµωξη του

 

 

αναπνευστικού συστήµατος, µονιλίαση

 

 

αναπνευστικού συστήµατος, γαστρεντερική

 

 

λοίµωξη, καντιντίαση, γαστρεντερίτιδα,

 

 

λοίµωξη, βρογχίτιδα, φαρυγγίτιδα, κολπίτιδα,

 

 

µυκητιασική δερµατική λοίµωξη, δερµατική

 

 

κάντιντα, κολπική καντιντίαση, ρινίτιδα

Νεοπλάσµατα καλοήθη,

Πολύ συχνές

-

κακοήθη και µη καθοριζόµενα

Συχνές

Καρκίνος δέρµατος, καλόηθες νεόπλασµα

(περιλαµβάνονται κύστεις και

 

δέρµατος

πολύποδες)

 

 

∆ιαταραχές του αιµοποιητικού

Πολύ συχνές

Λευκοπενία, θροµβοπενία, αναιµία

και του λεµφικού συστήµατος

Συχνές

Πανκυτταροπενία, λευκοκυττάρωση

∆ιαταραχές του µεταβολισµού

Πολύ συχνές

-

και της θρέψης

Συχνές

Οξέωση, υπερκαλιαιµία, υποκαλιαιµία,

 

 

υπεργλυκαιµία, υποµαγνησιαιµία,

 

 

υπασβεστιαιµία, υπερχοληστερολαιµία,

 

 

υπερλιπιδαιµία, υποφωσφοραιµία,

 

 

υπερουριχαιµία, ουρική αρθρίτιδα, ανορεξία

Ψυχιατρικές διαταραχές

Πολύ συχνές

-

 

Συχνές

∆ιέγερση, συγχυτική κατάσταση, κατάθλιψη,

 

 

άγχος, σκέψη µη φυσιολογική, αϋπνία

Kατηγορία οργάνου συστήµατος

Ανεπιθύµητες αντιδράσεις φαρµάκου

 

 

 

∆ιαταραχές του νευρικού

Πολύ συχνές

-

συστήµατος

Συχνές

Σπασµός, υπερτονία, τρόµος, υπνηλία,

 

 

µυασθενικό σύνδροµο, ζάλη, κεφαλαλγία,

 

 

παραισθησία, δυσγευσία

Καρδιακές διαταραχές

Πολύ συχνές

-

 

Συχνές

Ταχυκαρδία

Αγγειακές διαταραχές

Πολύ συχνές

-

 

Συχνές

Υπόταση, υπέρταση, αγγειοδιαστολή

∆ιαταραχές του αναπνευστικού

Πολύ συχνές

-

συστήµατος, του θώρακα και

Συχνές

Υπεζωκοτική συλλογή, δύσπνοια, βήχας

του µεσοθωρακίου

 

 

∆ιαταραχές του γαστρεντερικού

Πολύ συχνές

΄Εµετος, κοιλιακό άλγος, διάρροια, ναυτία

συστήµατος

Συχνές

Αιµορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα,

 

 

περιτονίτιδα διαπυητική, ειλεός, κολίτιδα,

 

 

γαστρικό έλκος, γαστροδωδεκαδακτυλικό

 

 

έλκος, γαστρίτιδα, οισοφαγίτιδα, στοµατίτιδα,

 

 

δυσκοιλιότητα, δυσπεψία, µετεωρισµός, ερυγή

∆ιαταραχές του ήπατος και των

Πολύ συχνές

-

χοληφόρων

Συχνές

Ηπατίτιδα, ίκτερος, υπερχολερυθριναιµία

∆ιαταραχές του δέρµατος και

Πολύ συχνές

-

του υποδόριου ιστού

Συχνές

Υπερτροφία δέρµατος, εξάνθηµα, ακµή,

 

 

αλωπεκία

∆ιαταραχές του µυοσκελετικού

Πολύ συχνές

-

συστήµατος και του συνδετικού

Συχνές

Αρθραλγία

ιστού

 

 

∆ιαταραχές των νεφρών και των

Πολύ συχνές

-

ουροφόρων οδών

Συχνές

Νεφρική δυσλειτουργία

Γενικές διαταραχές και

Πολύ συχνές

-

καταστάσεις της οδού

Συχνές

Οίδηµα, πυρεξία, ρίγη, άλγος, αίσθηµα

χορήγησης

 

κακουχίας, εξασθένιση

Παρακλινικές εξετάσεις

Πολύ συχνές

-

 

Συχνές

Αύξηση τιµών ηπατικών ενζύµων, κρεατινίνη

 

 

αίµατος αυξηµένη, γαλακτική αφυδρογονάση

 

 

αίµατος αυξηµένη, ουρία αίµατος αυξηµένη,

 

 

αλκαλική φωσφατάση αίµατος αυξηµένη,

 

 

σωµατικό βάρος µειωµένο

Σηµείωση: στις µελέτες φάσης III για την πρόληψη απόρριψης σε µεταµόσχευση νεφρού, καρδιάς και ήπατος, αντιµετωπίστηκαν 501 (2 g CellCept ηµερησίως), 289 (3 g CellCept ηµερησίως) και 277 (2 g ενδοφλεβίως / 3 g από στόµατος CellCept ηµερησίως) ασθενείς, αντιστοίχως.

Οι παρακάτω ανεπιθύµητες ενέργειες καλύπτουν τις ανεπιθύµητες αντιδράσεις που αναφέρθηκαν µετά την κυκλοφορία του CellCept

Το είδος των ανεπιθύµητων αντιδράσεων του CellCept που αναφέρθηκαν µετά την κυκλοφορία του, είναι παρόµοιο εκείνων που παρατηρήθηκαν σε ελεγχόµενες µελέτες σε µεταµοσχεύσεις νεφρού, καρδιάς και ήπατος. Ακολούθως περιγράφονται οι ανεπιθύµητες αντιδράσεις που αναφέρθηκαν επιπλέον µετά την κυκλοφορία, µε τις αναφερθείσες συχνότητες, εφόσον είναι γνωστές, εντός παρενθέσεως.

Γαστρεντερικό

Υπερπλασία των ούλων (≥1/100 έως <1/10), κολίτιδα συµπεριλαµβανοµένης κολίτιδας από κυτταροµεγαλοϊό, (≥1/100 έως <1/10), παγκρεατίτιδα (≥1/100 έως <1/10) και ατροφία της εντερικής λάχνης.

Λοιµώξεις

Σοβαρές λοιµώξεις, απειλητικές για τη ζωή, συµπεριλαµβάνουσες µηνιγγίτιδα, ενδοκαρδίτιδα, φυµατίωση και άτυπη µυκοβακτηριακή λοίµωξη.

Περιπτώσεις σχετιζόµενης µε τον ιό ΒΚ νεφροπάθειας όπως επίσης και περιπτώσεις σχετιζόµενης µε τον ιό JC προϊούσας πολυεστιακής λευκοεγκεφαλοπάθειας (PML) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαµβάνουν θεραπεία µε ανοσοκατασταλτικά, συµπεριλαµβανολένου του CellCept.

Έχουν αναφερθεί ακοκκιοκυτταραιµία (≥1/1000 έως <1/100) και ουδετεροπενία, ως εκ τούτου, συνιστάται τακτική παρακολούθηση των ασθενών που λαµβάνουν CellCept (βλ. παράγραφο 4.4). Υπήρξαν αναφορές απλαστικής αναιµίας και καταστολής του µυελού των οστών σε ασθενείς που λάµβαναν CellCept, ορισµένες από τις οποίες ήταν θανατηφόρες.

∆ιαταραχές του αιµοποιητικού και του λεµφικού συστήµατος

Περιπτώσεις αµιγούς ερυθροκυτταρικής µυελικής απλασίας (PRCA) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία µε CellCept (βλ. παράγραφο 4.4).

Μεµονωµένες περιπτώσεις ανώµαλης µορφολογίας των ουδετερόφιλων, συµπεριλαµβανοµένης της επίκτητης ανωµαλίας Pelger-Huet, έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς που ακολουθούν αγωγή µε CellCept. Αυτές οι αλλαγές δεν σχετίζονται µε διαταραγµένη λειτουργία των ουδετερόφιλων. Αυτές οι αλλαγές ενδέχεται να υποδείξουν µια «αριστερή στροφή» στην ωρίµανση των ουδετερόφιλων στις αιµατολογικές εξετάσεις, οι οποίες µπορεί εσφαλµένα να ερµηνευτούν ως σηµάδι λοίµωξης σε ανοσοκατεσταλµένους ασθενείς όπως εκείνοι που λαµβάνουν CellCept.

Υπερευαισθησία

Έχουν αναφερθεί αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συµπεριλαµβανοµένων αγγειονευρωτικού οιδήµατος και αναφυλακτικής αντίδρασης.

Καταστάσεις της κύησης, της λοχείας και της περιγεννητικής περιόδου

Έχουν αναφερθεί περιστατικά αυτόµατων αποβολών σε ασθενείς που εκτέθηκαν σε µυκοφαινολάτη µοφετίλ, κυρίως κατά το πρώτο τρίµηνο, βλ. παράγραφο 4.6.

Συγγενείς διαταραχές

Έχουν παρατηρηθεί συγγενείς δυσπλασίες µετά την κυκλοφορία του φαρµάκου, σε παιδιά γονέων που εκτέθηκαν σε CellCept σε συνδυασµό µε άλλα ανοσοκατασταλτικά, βλ. παράγραφο 4.6.

∆ιαταραχές του αναπνευστικού συστήµατος, του θώρακα και του µεσοθωράκιου

Υπήρξαν µεµονωµένες αναφορές διάµεσης πνευµονοπάθειας και πνευµονικής ίνωσης σε ασθενείς που λάµβαναν CellCept σε συνδυασµό µε άλλα ανοσοκατασταλτικά, ορισµένες από τις οποίες είχαν θανατηφόρo έκβαση. Υπήρξαν επίσης αναφορές βρογχεκτασίας σε παιδιά και ενήλικες (συχνότητα µη γνωστή).

∆ιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήµατος

Έχει αναφερθεί υπογαµµασφαιριναιµία σε ασθενείς που λαµβάνουν CellCept σε συνδυασµό µε άλλα ανοσοκατασταλτικά (συχνότητα µη γνωστή).

Αναφορά πιθανολογούµενων ανεπιθύµητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούµενων ανεπιθύµητων ενεργειών µετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρµακευτικού προϊόντος είναι σηµαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρµακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελµατίες του τοµέα της υγειονοµικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούµενες ανεπιθύµητες ενέργειες µέσω του εθνικού συστήµατος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτηµα V.

4.9 Υπερδοσολογία

Αναφορές υπερδοσολογίας µε µυκοφαινολάτη µοφετίλ έχουν ληφθεί από κλινικές δοκιµές και κατά τη διάρκεια της εµπειρίας µετά την κυκλοφορία του φαρµάκου. Σε πολλές από αυτές τις περιπτώσεις, δεν αναφέρθηκαν ανεπιθύµητες ενέργειες. Σε αυτές τις περιπτώσεις της υπερδοσολογίας στις οποίες αναφέρθηκαν ανεπιθύµητες ενέργειες , τα συµβάµατα εµπίπτουν στα πλαίσια της γνωστής εικόνας ασφάλειας του φαρµακευτικού προϊόντος.

Αναµένεται ότι η υπερδοσολογία µε µυκοφαινολάτη µοφετίλ θα µπορούσε πιθανώς να έχει ως αποτέλεσµα περαιτέρω καταστολή του ανοσοποιητικού συστήµατος και αυξηµένη ευπάθεια σε λοιµώξεις και καταστολή του µυελού των οστών (βλ. παράγραφο 4.4). Εάν αναπτυχθεί ουδετεροπενία, η δοσολογία του CellCept θα πρέπει να διακόπτεται ή να µειώνεται η δόση (βλ. παράγραφο 4.4).

Η αιµοδιύλιση δεν θα πρέπει να αναµένεται να αποµακρύνει κλινικά σηµαντικές ποσότητες του MPA ή του MPAG. Τα απολύµατα του χολικού οξέος, όπως η χολεστυραµίνη, µπορούν να αποβάλλουν το MPA µε το να µειώσουν την εντεροηπατική επανακυκλοφορία του φαρµάκου (βλ. παράγραφο 5.2).

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ Ι∆ΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρµακοδυναµικές ιδιότητες

Φαρµακοθεραπευτική κατηγορία: ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, κωδικός ATC: L04AA06

Μηχανισµός δράσης

Η µυκοφαινολάτη µοφετίλ είναι ο 2-µορφολινοαιθυλικός εστέρας του MPA. Το MPA είναι ένας ισχυρός, εκλεκτικός, µη ανταγωνιστικός και αναστρέψιµος αναστολέας της αφυδρογονάσης της µονοφωσφορικής ινοσίνης και συνεπώς αναστέλλει την de novo οδό σύνθεσης του νουκλεοτιδίου της γουανοσίνης χωρίς ενσωµάτωση στο DNA. Επειδή τα Τ- και Β- λεµφοκύτταρα εξαρτώνται άµεσα, όσον αφορά στον πολλαπλασιασµό τους, από την de novo σύνθεση των πουρινών ενώ άλλοι τύποι κυττάρων µπορούν να χρησιµοποιούν οδούς διάσωσης, το MPA έχει ισχυρότερη κυτταροστατική δράση επί των λεµφοκυττάρων απ’ ό,τι σε άλλα κύτταρα.

5.2 Φαρµακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση

Μετά την από στόµατος χορήγηση, η µυκοφαινολάτη µοφετίλ υφίσταται ταχεία και εκτεταµένη απορρόφηση και πλήρη µεταβολισµό πριν εισέλθει στη συστηµατική κυκλοφορία σε ενεργό µεταβολίτη, το ΜPA. Όπως αποδεικνύεται από την καταστολή της οξείας απόρριψης µετά από µεταµόσχευση νεφρού, η ανοσοκατασταλτική δράση του CellCept σχετίζεται µε τη συγκέντρωση του ΜΡΑ. H µέση βιοδιαθεσιµότητα της από στόµατος χορηγούµενης µυκοφαινολάτης µοφετίλ, σύµφωνα µε την AUC του MPA, είναι 94 % σε σχέση µε την ενδοφλέβια χορηγούµενη µυκοφαινολάτη µοφετίλ. Η τροφή δεν είχε καµία επίδραση στο βαθµό απορρόφησης της µυκοφαινολάτης µοφετίλ (AUC του ΜΡΑ) που χορηγήθηκε σε δόσεις των 1,5 g δύο φορές την ηµέρα σε ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε νεφρική µεταµόσχευση. Ωστόσο, το Cmax του ΜΡΑ µειώθηκε κατά 40 % παρουσία τροφής. Η µυκοφαινολάτη µοφετίλ δεν είναι συστηµατικώς µετρήσιµη στο πλάσµα, µετά την από στόµατος χορήγηση.

Κατανοµή

Ως αποτέλεσµα της εντεροηπατικής επανακυκλοφορίας, παρατηρούνται συνήθως δευτερογενείς αυξήσεις της συγκέντρωσης του MPA στο πλάσµα σε περίπου 6-12 ώρες µετά τη δόση. Μία µείωση της AUC του MPA της τάξης του 40 % περίπου, σχετίζεται µε τη συγχορήγηση χολεστυραµίνης (4 g τρεις φορές την ηµέρα), γεγονός που υποδεικνύει ότι υπάρχει ένα σηµαντικό ποσό εντεροηπατικής επανακυκλοφορίας.

Σε κλινικώς σχετικές συγκεντρώσεις, το MPA δεσµεύεται σε ποσοστό 97 % µε τη λευκωµατίνη του πλάσµατος.

Βιοµετασχηµατισµός

Το MPA µεταβολίζεται κυρίως από τη γλυκουρονική τρανσφεράση (ισοµορφή UGT1A9) προς σχηµατισµό ανενεργού φαινολικού γλυκουρονιδίου του MPA (MPAG). In vivo, το MPAG µετατρέπεται πίσω σε ελεύθερο MPA µέσω της εντεροηπατικής επανακυκλοφορίας. Σχηµατίζεται, επίσης, έλασσον ακυλο-γλουκουρονίδιο (AcMPAG). Το AcMPAG είναι φαρµακολογικά ενεργό και πιθανολογείται ότι ευθύνεται για ορισµένες από τις ανεπιθύµητες ενέργειες του MMF (διάρροια, λευκοπενία).

Αποβολή

Μια αµελητέα ποσότητα ουσίας αποβάλλεται ως ΜΡΑ (< 1 % της δόσης) στα ούρα. Η από στόµατος χορήγηση ραδιοσεσηµασµένης µυκοφαινολάτης µοφετίλ έχει ως αποτέλεσµα την πλήρη ανάκτηση της χορηγηθείσας δόσης. Το 93 % της χορηγηθείσας δόσης ανακτήθηκε στα ούρα και το 6 % στα κόπρανα. Το µεγαλύτερο µέρος (περίπου 87 %) της χορηγηθείσας δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως

MPAG.

Σε κλινικώς απαντώµενες συγκεντρώσεις, τα MPA και MPAG δεν αποµακρύνονται µε αιµοδιύλιση. Ωστόσο, σε υψηλές συγκεντρώσεις MPAG στο πλάσµα (> 100 µg/mL), αποµακρύνονται µικρές ποσότητες MPAG. Παρεµβαλλόµενες στην εντεροηπατική κυκλοφορία του φαρµάκου, οι ουσίες που δεσµεύουν το χολικό οξύ, όπως είναι η χολεστυραµίνη, µειώνουν την AUC του MPA (βλ. παράγραφο

4.9).

Η κατανοµή του ΜΡΑ εξαρτάται από διάφορους µεταφορείς. Τα πολυπεπτίδια µεταφοράς οργανικού ανιόντος (ΟΑΤΡ) και η σχετιζόµενη µε την αντίσταση σε πολλά φάρµακα πρωτεΐνη 2 (MRP2) εµπλέκονται στη διάθεση του ΜΡΑ. Οι ισοµορφές OATP και η πρωτεΐνη αντίστασης καρκίνου του µαστού (BCRP) είναι µεταφορείς που σχετίζονται µε τη χολική απέκκριση των γλυκουρονιδίων. Η πρωτεΐνη αντίστασης πολλαπλών φαρµάκων (MDR1) είναι, επίσης, σε θέση να µεταφέρει MPA, αλλά η συµβολή της φαίνεται να περιορίζεται στη διαδικασία απορρόφησης. Στο νεφρό, το ΜΡΑ και οι µεταβολίτες του δυνητικά αλληλεπιδρούν µε νεφρικούς µεταφορείς οργανικών ανιόντων.

Σε ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε νεφρική, καρδιακή και ηπατική µεταµόσχευση, και κατά την πρώιµη περίοδο µετά τη µεταµόσχευση (< 40 ηµέρες µετά τη µεταµόσχευση), οι µέσες τιµές της AUC

του ΜΡΑ ήταν περίπου 30 % χαµηλότερες και της Cmax περίπου 40 % χαµηλότερες σε σχέση µε αυτές που παρατηρήθηκαν κατά την όψιµη περίοδο µετά τη µεταµόσχευση (3-6 µήνες µετά).

Eιδικοί πληθυσµοί

Νεφρική δυσλειτουργία

Σε µελέτη εφάπαξ δόσης (6 άτοµα ανά οµάδα), η µέση τιµή της AUC του MPA στο πλάσµα που παρατηρήθηκε σε άτοµα µε σοβαρή χρόνια νεφρική δυσλειτουργία (ρυθµός σπειραµατικής διήθησης < 25 mL/min/1,73 m2) ήταν 28-75 % υψηλότερη σε σχέση µε τις µέσες τιµές που παρατηρήθηκαν σε φυσιολογικά υγιή άτοµα ή σε άτοµα µε µικρότερου βαθµού νεφρική δυσλειτουργία. Ωστόσο, η µέση τιµή της AUC του ΜPAG κατά τη χορήγηση εφάπαξ δόσης ήταν 3-6 φορές υψηλότερη σε άτοµα µε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, απ’ ό,τι σε άτοµα µε ήπια νεφρική δυσλειτουργία ή σε φυσιολογικά υγιή άτοµα, σύµφωνα µε τη γνωστή νεφρική απέκκριση του MPAG. Πολλαπλές δόσεις της µυκοφαινολάτης µοφετίλ σε ασθενείς µε σοβαρή χρόνια νεφρική δυσλειτουργία δεν έχουν µελετηθεί. ∆εν υπάρχουν διαθέσιµα στοιχεία για ασθενείς µε σοβαρή χρόνια νεφρική δυσλειτουργία που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση καρδιάς ή ήπατος.

Επιβραδυµένη λειτουργία του νεφρικού µοσχεύµατος

Σε ασθενείς µε επιβραδυµένη λειτουργία του νεφρικού µοσχεύµατος µετά τη µεταµόσχευση, η µέση τιµή της AUC (0-12 ώρες) του MPA ήταν συγκρίσιµη µε αυτή που παρατηρήθηκε σε ασθενείς µετά τη µεταµόσχευση χωρίς επιβραδυµένη λειτουργία µοσχεύµατος. Η µέση τιµή της AUC (0-12 ώρες) του MPAG στο πλάσµα ήταν 2-3 φορές υψηλότερη απ’ ό,τι σε µεταµοσχευµένους ασθενείς χωρίς επιβραδυµένη λειτουργία µοσχεύµατος. Σε ασθενείς µε επιβραδυµένη λειτουργία νεφρικού

µοσχεύµατος υπάρχει περίπτωση να παρουσιαστεί παροδική αύξηση του ελεύθερου κλάσµατος και της συγκέντρωσης του MPA στο πλάσµα. Τροποποίηση της δόσης του CellCept δεν φαίνεται να είναι απαραίτητη.

Ηπατική δυσλειτουργία

Σε εθελοντές µε αλκοολική κίρρωση, οι ηπατικές διαδικασίες γλυκουρονικής σύζευξης του MPA παρέµειναν σχετικά ανεπηρέαστες από την παρεγχυµατική ηπατική νόσο. Οι επιδράσεις της ηπατικής νόσου στη διαδικασία αυτή πιθανώς εξαρτώνται από τη συγκεκριµένη νόσο. Πάντως, ηπατική νόσος που προξενεί κυρίως χολική βλάβη, όπως η πρωτοπαθής χολική κίρρωση, µπορεί να επιδείξει διαφορετική επίδραση.

Παιδιατρικός πληθυσµός

Οι φαρµακοκινητικές παράµετροι αξιολογήθηκαν σε 49 παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 2 έως 18 ετών) που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού και στους οποίους χορηγούνταν από στόµατος 600 mg/m2 µυκοφαινολάτης µοφετίλ δύο φορές την ηµέρα. Με τη δόση αυτή παρατηρήθηκαν τιµές AUC του MPA παρόµοιες µε εκείνες που παρατηρήθηκαν σε ενήλικες ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού και λάµβαναν 1 g CellCept δύο φορές την ηµέρα κατά την πρώιµη και την όψιµη περίοδο µετά τη µεταµόσχευση. Οι τιµές AUC του MPA κατά την πρώιµη και την όψιµη περίοδο µετά τη µεταµόσχευση ήταν παρόµοιες µεταξύ των ηλικιακών οµάδων.

Ηλικιωµένοι

Η φαρµακοκινητική συµπεριφορά του CellCept σε ηλικιωµένους (≥ 65 ετών) δεν έχει επίσηµα αξιολογηθεί.

Ασθενείς που λαµβάνουν από στόµατος αντισυλληπτικά

Οι φαρµακοκινητικές ιδιότητες των από στόµατος αντισυλληπτικών δεν επηρεάστηκαν από τη συγχορήγηση CellCept (βλ. επίσης παράγραφο 4.5). Μια µελέτη επί της συγχορήγησης CellCept (1 g δύο φορές την ηµέρα) και συνδυασµένων από στόµατος αντισυλληπτικών που περιέχουν αιθινυλοιστραδιόλη (0,02 mg έως 0,04 mg) και λεβονοργεστρέλη (0,05 mg έως 0,15 mg), δεσογεστρέλη (0,15 mg) ή γεστοδένη (0,05 mg έως 0,10 mg), η οποία διεξήχθη σε 18 µη υποβληθείσες σε µεταµόσχευση γυναίκες (που δεν λάµβαναν άλλα ανοσοκατασταλτικά) για 3 συνεχόµενους εµµηνορρυσιακούς κύκλους, δεν έδειξε κλινικώς σηµαντική επίδραση του CellCept στην κατασταλτική επί της ωορρηξίας δράση των από στόµατος αντισυλληπτικών. Τα επίπεδα των LH, FSH και της προγεστερόνης στον ορό δεν επηρεάστηκαν σηµαντικά.

5.3 Προκλινικά δεδοµένα για την ασφάλεια

Σε πειραµατικά µοντέλα, η µυκοφαινολάτη µοφετίλ δεν προκάλεσε την εµφάνιση όγκων. Η υψηλότερη δόση που ελέγχθηκε στις µελέτες καρκινογένεσης σε ζώα, οδήγησε σε περίπου 2 - 3 φορές τη συστηµατική έκθεση (AUC ή Cmax) που παρατηρήθηκε σε ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού µε τη συνιστώµενη κλινική δόση των 2 g/ηµέρα, και 1,3-2 φορές τη συστηµατική έκθεση (AUC ή Cmax) που παρατηρήθηκε σε ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση καρδιάς µε τη συνιστώµενη κλινική δόση των 3 g/ηµέρα.

∆ύο δοκιµασίες γενοτοξικότητας (in vitro µέτρηση λεµφώµατος µυός και in vivo µικροπυρηνική δοκιµασία σε µυελό οστών µυός) έδειξαν δυναµικό της µυκοφαινολάτης µοφετίλ για πρόκληση χρωµοσωµατικών εκτροπών. Τα αποτελέσµατα αυτά µπορεί να συσχετιστούν µε το φαρµακοδυναµικό τρόπο δράσης, την αναστολή δηλαδή της νουκλεοτιδικής σύνθεσης σε ευαίσθητα κύτταρα. Άλλες in vitro δοκιµασίες για την ανίχνευση της µετάλλαξης των γονιδίων δεν κατέδειξαν γενοτοξική δραστικότητα.

Η µυκοφαινολάτη µοφετίλ δεν είχε καµία επίδραση στη γονιµότητα των αρσενικών επίµυων, σε από στόµατος χορηγούµενες δόσεις έως και 20 mg/kg/ηµέρα. Η συστηµατική έκθεση σ’ αυτή τη δόση αντιπροσωπεύει 2 - 3 φορές την κλινική έκθεση στη συνιστώµενη κλινική δόση των 2 g/ηµέρα για ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού και 1,3-2 φορές την κλινική έκθεση στη συνιστώµενη κλινική δόση των 3 g/ηµέρα για ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση καρδιάς. Σε µία µελέτη για τη γονιµότητα των θηλυκών και την αναπαραγωγή που διεξήχθη σε

επίµυς, από στόµατος χορηγούµενες δόσεις των 4,5 mg/kg/ηµέρα προκάλεσαν δυσπλασίες (συµπεριλαµβανοµένων της ανοφθαλµίας, της αγναθίας και του υδροκεφάλου) στην πρώτη γενεά απογόνων, απουσία τοξικότητας στη µητέρα. Η συστηµατική έκθεση σε αυτή τη δόση ήταν περίπου 0,5 φορές της κλινικής έκθεσης στη συνιστώµενη κλινική δόση των 2 g/ηµέρα για ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού και περίπου 0,3 φορές της κλινικής έκθεσης στη συνιστώµενη κλινική δόση των 3 g/ ηµέρα για ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση καρδιάς. Καµία επίδραση επί της γονιµότητας ή των παραµέτρων αναπαραγωγής δεν ήταν εµφανής στις µητέρες των ζώων, ή στην επακόλουθη γενιά.

Σε µελέτες τερατογένεσης σε επίµυς και κουνέλια, παρατηρήθηκαν παλίνδροµες κυήσεις και δυσπλασίες, σε επίµυς στα 6 mg/kg/ηµέρα (συµπεριλαµβανοµένων της ανοφθαλµίας, της αγναθίας και του υδροκεφάλου) και σε κουνέλια στα 90 mg/kg/ηµέρα (συµπεριλαµβανοµένων καρδιαγγειακών και νεφρικών ανωµαλιών, όπως έκτοπος καρδία και έκτοποι νεφροί, και διαφραγµατοκήλη και οµφαλοκήλη), απουσία τοξικότητας στη µητέρα. Η συστηµατική έκθεση σε αυτά τα επίπεδα είναι περίπου ισοδύναµη µε ή λιγότερη από 0,5 φορές την κλινική έκθεση στη συνιστώµενη κλινική δόση των 2 g/ηµέρα για ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση νεφρού και περίπου 0,3 φορές την κλινική έκθεση στη συνιστώµενη κλινική δόση των 3 g/ηµέρα, για ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε µεταµόσχευση καρδιάς (βλ. παράγραφο 4.6).

Το αιµοποιητικό και λεµφικό σύστηµα ήταν τα κύρια όργανα που επηρεάστηκαν στις τοξικολογικές µελέτες που διεξήχθησαν µε µυκοφαινολάτη µοφετίλ σε επίµυ, µυ, σκύλο και πίθηκο. Αυτές οι επιδράσεις παρατηρήθηκαν σε επίπεδα συστηµατικής έκθεσης τα οποία είναι ισοδύναµα µε ή µικρότερα από την κλινική έκθεση στη συνιστώµενη δόση των 2 g/ηµέρα για αποδέκτες νεφρικού µοσχεύµατος. Παρατηρήθηκαν γαστρεντερικές επιδράσεις στο σκύλο σε επίπεδα συστηµατικής έκθεσης ισοδύναµα µε ή µικρότερα από την κλινική έκθεση στη συνιστώµενη δόση. Γαστρεντερικές και νεφρικές επιδράσεις που συµφωνούν µε την αφυδάτωση, παρατηρήθηκαν επίσης στον πίθηκο στην υψηλότερη δόση (επίπεδα συστηµατικής έκθεσης ισοδύναµα µε ή υψηλότερα από την κλινική έκθεση). Η εικόνα της µη κλινικής τοξικότητας της µυκοφαινολάτης µοφετίλ φαίνεται να είναι σύµφωνη µε τα ανεπιθύµητα συµβάµατα που παρατηρήθηκαν στις κλινικές µελέτες στον άνθρωπο, οι οποίες τώρα παρέχουν στοιχεία για την ασφάλεια τα οποία είναι περισσότερο σχετικά µε τον πληθυσµό των ασθενών (βλ. παράγραφο 4.8).

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

CellCept δισκία

µικροκρυσταλλική κυτταρίνη πολυβιδόνη (K-90)

νατριούχος διασταυρούµενη καρµελλόζη στεατικό µαγνήσιο

Επικάλυψη δισκίων υδροξυπροπυλική µεθυλοκυτταρίνη υδροξυπροπυλική κυτταρίνη διοξείδιο τιτανίου (E171) πολυαιθυλενογλυκόλη 400

λάκκα αργιλίου ινδικοκαρµινίου (E132) ερυθρό οξείδιο σιδήρου (E172)

6.2 Ασυµβατότητες

∆εν έχει εφαρµογή.

6.3 ∆ιάρκεια ζωής

3 χρόνια.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

Μη φυλάσσετε σε θερµοκρασία µεγαλύτερη των 30°C. Φυλάσσετε την κυψέλη στο εξωτερικό κουτί για να προστατεύεται από το φως.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

CellCept 500 mg επικαλυµµένα µε λεπτό υµένιο δισκία: 1 κουτί περιέχει 50 δισκία (σε συσκευασία κυψελών των 10 δισκίων)

1 κουτί περιέχει 150 δισκία (σε συσκευασία κυψελών των 10 δισκίων)

Μπορεί να µην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Κάθε αχρησιµοποίητο προϊόν ή άχρηστο υλικό πρέπει να απορρίπτεται σύµφωνα µε τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ Α∆ΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Roche Registration Limited 6 Falcon Way

Shire Park

Welwyn Garden City AL7 1TW

Ηνωµένο Βασίλειο

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) Α∆ΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

EU/1/96/005/002 CellCept

(50 δισκία)

EU/1/96/005/004 CellCept

(150 δισκία)

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ Α∆ΕΙΑΣ

Ηµεροµηνία πρώτης έγκρισης: 14 Φεβρουαρίου 1996 Ηµεροµηνία τελευταίας ανανέωσης: 13 Μαρτίου 2006

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Λεπτοµερή πληροφοριακά στοιχεία για το προϊόν είναι διαθέσιµα στην ιστοσελίδα του Ευρωπαϊκού Οργανισµού Φαρµάκων http://www.ema.europa.eu/

Σχόλια

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
  • Βοήθεια
  • Get it on Google Play
  • Σχετικά
  • Info on site by:

  • Presented by RXed.eu

  • 27558

    φάρμακα με συνταγογράφηση που απαριθμούνται