Greek
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
Επιλέξτε γλώσσα ιστότοπου

Copalia HCT (amlodipine / valsartan / hydrochlorothiazide) – περιληψη των χαρακτηριστικων του προϊοντοσ - C09DX01

Updated on site: 06-Oct-2017

Όνομα φαρμάκουCopalia HCT
Κωδικός ATCC09DX01
Ουσίαamlodipine / valsartan / hydrochlorothiazide
ΚατασκευαστήςNovartis Europharm Ltd.

Περιεχόμενα άρθρου

1.ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Copalia HCT 5 mg/160 mg/12,5 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Copalia HCT 10 mg/160 mg/12,5 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Copalia HCT 5 mg/160 mg/25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Copalia HCT 10 mg/160 mg/25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Copalia HCT 10 mg/320 mg/25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

2.ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Copalia HCT 5 mg/160 mg/12,5 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 5 mg αμλοδιπίνης (ως αμλοδιπίνη βεσυλική), 160 mg βαλσαρτάνης και 12,5 mg υδροχλωροθειαζίδης.

Copalia HCT 10 mg/160 mg/12,5 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 10 mg αμλοδιπίνης (ως αμλοδιπίνη βεσυλική), 160 mg βαλσαρτάνης και 12,5 mg υδροχλωροθειαζίδης.

Copalia HCT 5 mg/160 mg/25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 5 mg αμλοδιπίνης (ως αμλοδιπίνη βεσυλική), 160 mg βαλσαρτάνης και 25 mg υδροχλωροθειαζίδης.

Copalia HCT 10 mg/160 mg/25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 10 mg αμλοδιπίνης (ως αμλοδιπίνη βεσυλική), 160 mg βαλσαρτάνης και 25 mg υδροχλωροθειαζίδης.

Copalia HCT 10 mg/320 mg/25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 10 mg αμλοδιπίνης (ως αμλοδιπίνη βεσυλική), 320 mg βαλσαρτάνης και 25 mg υδροχλωροθειαζίδης.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3.ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο (δισκίο)

Copalia HCT 5 mg/160 mg/12,5 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Λευκά, οβάλ, αμφίκυρτα δισκία με λοξοτομημένα άκρα, με εντυπωμένα τα «NVR» στη μία πλευρά και «VCL» στην άλλη.

Copalia HCT 10 mg/160 mg/12,5 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Υποκίτρινα, οβάλ, αμφίκυρτα δισκία με λοξοτομημένα άκρα, με εντυπωμένα τα «NVR» στη μία πλευρά και «VDL» στην άλλη.

Copalia HCT 5 mg/160 mg/25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Κίτρινα, οβάλ, αμφίκυρτα δισκία με λοξοτομημένα άκρα, με εντυπωμένα τα «NVR» στη μία πλευρά και «VEL» στην άλλη.

Copalia HCT 10 mg/160 mg/25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Καφέ-κίτρινα, οβάλ, αμφίκυρτα δισκία με λοξοτομημένα άκρα, με εντυπωμένα τα «NVR» στη μία πλευρά και «VHL» στην άλλη.

Copalia HCT 10 mg/320 mg/25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Καφέ-κίτρινα, οβάλ, αμφίκυρτα δισκία με λοξοτομημένα άκρα, με εντυπωμένα τα «NVR» στη μία πλευρά και «VFL» στην άλλη.

4.ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1Θεραπευτικές ενδείξεις

Θεραπεία της ιδιοπαθούς υπέρτασης ως θεραπεία αντικατάστασης σε ενήλικες ασθενείς, των οποίων η αρτηριακή πίεση ελέγχεται επαρκώς με συνδυασμό αμλοδιπίνης, βαλσαρτάνης και υδροχλωροθειαζίδη (HCT) που χρησιμοποιούνται είτε ως συνδυασμός τριών ξεχωριστών συστατικών είτε ως συνδυασμού ενός διπλού συστατικού και ενός απλού.

4.2Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία

Η συνιστώμενη δόση του Copalia HCT είναι ένα δισκίο την ημέρα, να λαμβάνεται κατά προτίμηση το πρωί.

Πριν την αλλαγή σε Copalia HCT οι ασθενείς θα πρέπει να ελέγχονται με σταθερές δόσεις των μεμονωμένων συστατικών όταν λαμβάνονται την ίδια στιγμή. Η δόση του Copalia HCT θα πρέπει να βασίζεται στις δόσεις των μεμονωμένων συστατικών του συνδυασμού στην περίοδο της αλλαγής.

Η μέγιστη συνιστώμενη δόση του Copalia HCT είναι 10 mg/320 mg/25 mg.

Ειδικοί πληθυσμοί Νεφρική δυσλειτουργία

Λόγω της υδροχλωροθειαζίδης, το Copalia HCT αντενδείκνυται για χρήση σε ασθενείς με ανουρία (βλ. παράγραφο 4.3) και σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (ρυθμός σπειραματικής διήθησης (GFR) <30 ml/min/1,73 m2) (βλ. παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.2).

Δεν απαιτείται προσαρμογή της αρχικής δόσης για ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).

Ηπατική δυσλειτουργία

Λόγω του συστατικού βαλσαρτάνης, το Copalia HCT αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.3). Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία χωρίς χολόσταση, η μέγιστη συνιστώμενη δόση είναι 80 mg βαλσαρτάνης και επομένως το Copalia HCT δεν είναι κατάλληλο σε αυτή την ομάδα ασθενών (βλ. παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.2). Η συνιστώμενη δόση της αμλοδιπίνης δεν έχει ακόμη καθοριστεί στους ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Κατά την αλλαγή των επιλέξιμων υπερτασικών ασθενών (βλ. παράγραφο 4.1) με ηπατική δυσλειτουργία σε Copalia HCT, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί η χαμηλότερη διαθέσιμη δόση αμλοδιπίνης σε συνδυασμό.

Καρδιακή ανεπάρκεια και στεφανιαία νόσος

Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία με την χρήση του Copalia HCT, ιδιαίτερα στη μέγιστη δόση, σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και στεφανιαία νόσο. Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και στεφανιαία νόσο, ιδιαίτερα στη μέγιστη δόση του Copalia HCT,

10 mg/320 mg/25 mg.

Ηλικιωμένοι (ηλικίας 65 ετών και άνω)

Συνιστάται προσοχή, συμπεριλαμβανομένου του συχνότερου ελέγχου της αρτηριακής πίεσης, σε ηλικιωμένους ασθενείς, ιδιαίτερα στη μέγιστη δόση του Copalia HCT, 10 mg/320 mg/25 mg, καθώς τα διαθέσιμα δεδομένα σε αυτό τον πληθυσμό ασθενών είναι περιορισμένα. Κατά την αλλαγή των επιλέξιμων ηλικιωμένων υπερτασικών ασθενών (βλ. παράγραφο 4.1) σε Copalia HCT, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί η χαμηλότερη διαθέσιμη δόση αμλοδιπίνης σε συνδυασμό.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Δεν υπάρχει σχετική χρήση του Copalia HCT στον παιδιατρικό πληθυσμό (ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών) για την ένδειξη της ιδιοπαθούς υπέρτασης.

Τρόπος χορήγησης Από στόματος χρήση.

Το Copalia HCT μπορεί να ληφθεί με ή χωρίς τροφή.

Τα δισκία θα πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα με λίγο νερό, την ίδια ώρα της ημέρας και κατά προτίμηση το πρωί.

4.3Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες, σε λοιπά σουλφοναμιδικά παράγωγα, σε παράγωγα των διυδροπυριδινών ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.6).

Ηπατική δυσλειτουργία, χολική κίρρωση ή χολόσταση.

Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (Ρυθμός Σπειραματικής Διήθησης- GFR <30 ml/min/1,73 m2), ανουρία και ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση.

Η ταυτόχρονη χρήση του Copalia HCT με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR <60 ml/min/1,73m2) (βλ. παραγράφους 4.5 και 5.1).

Ανθιστάμενη υποκαλιαιμία, υπονατριαιμία, υπερασβεστιαιμία και συμπτωματική υπερουριχαιμία.

Σοβαρή υπόταση.

Σοκ (συμπεριλαμβανομένου του καρδιογενούς σοκ).

Απόφραξη της οδούς εκροής της αριστεράς κοιλίας (π.χ. υπερτροφική αποφρακτική καρδιομυοπάθεια και αορτική στένωση υψηλού βαθμού).

Αιμοδυναμικά ασταθή καρδιακή ανεπάρκεια μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου.

4.4Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της αμλοδιπίνης σε υπερτασική κρίση δεν έχει τεκμηριωθεί.

Ασθενείς με υπονατριαιμία ή/και μειωμένο ενδοαγγειακό όγκο Σοβαρή υπόταση, στην οποία συμπεριλαμβάνεται η ορθοστατική υπόταση, διαπιστώθηκε στο 1,7%

των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με τη μέγιστη δόση Copalia HCT (10 mg/320 mg/25 mg) σε σχέση με το 1,8% των ασθενών με βαλσαρτάνη/υδροχλωροθειαζίδη (320 mg/25 mg), το 0,4% των ασθενών με αμλοδιπίνη/βαλσαρτάνη (10 mg/320 mg) και το 0,2% των ασθενών με υδροχλωροθειαζίδη/αμλοδιπίνη (25 mg/10 mg) σε μια ελεγχόμενη δοκιμή σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή μη επιπλεγμένη υπέρταση.

Σε ασθενείς με υπονατριαιμία ή/και με μειωμένο ενδοαγγειακό όγκο, όπως εκείνοι που λαμβάνουν υψηλές δόσεις διουρητικών, μπορεί να εμφανισθεί συμπτωματική υπόταση μετά την έναρξη της θεραπείας με Copalia HCT. Το Copalia HCT θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο μετά από διόρθωση τυχόν προϋπάρχουσας υπονατριαιμίας ή/και μειωμένου ενδοαγγειακού όγκου.

Εάν εμφανιστεί σοβαρή υπόταση από τη λήψη του Copalia HCT, ο ασθενής θα πρέπει να τοποθετείται σε ύπτια θέση και εάν είναι απαραίτητο, να του χορηγείται φυσιολογικός ορός σε ενδοφλέβια έγχυση. Η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί μόλις σταθεροποιηθεί η αρτηριακή πίεση του ασθενούς.

Μεταβολές των ηλεκτρολυτών ορού

Αμλοδιπίνη/βαλσαρτάνη/υδροχλωροθειαζίδη

Στην ελεγχόμενη δοκιμή του Copalia HCT, οι αντενεργές δράσεις της βαλσαρτάνης 320 mg και της υδροχλωροθειαζίδης 25 mg στο κάλιο ορού σχεδόν εξουδετέρωναν η μία την άλλη σε πολλούς ασθενείς. Σε άλλους ασθενείς, μπορεί να είναι κυρίαρχη η μία ή η άλλη δράση. Θα πρέπει να πραγματοποιούνται τακτικοί προσδιορισμοί των ηλεκτρολυτών ορού προς ανίχνευση πιθανής διαταραχής του ισοζυγίου ηλεκτρολυτών σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα.

Θα πρέπει να πραγματοποιείται περιοδική μέτρηση των ηλεκτρολυτών του ορού και ιδιαίτερα του καλίου σε κατάλληλα διαστήματα για να εντοπιστεί πιθανή ηλεκτρολυτική διαταραχή, ιδιαίτερα σε ασθενείς με άλλους παράγοντες κινδύνου, όπως νεφρική δυσλειτουργία, θεραπεία με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα ή ιστορικό προηγούμενων ηλεκτρολυτικών διαταραχών.

Βαλσαρτάνη

Η ταυτόχρονη χρήση με συμπληρώματα καλίου, καλιοσυντηρητικά διουρητικά, υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο ή άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα καλίου (ηπαρίνη κτλ), δεν συνιστάται. Θα πρέπει να γίνεται παρακολούθηση του καλίου όπως απαιτείται.

Υδροχλωροθειαζίδη

Η θεραπεία με Copalia HCT θα πρέπει να ξεκινάει μόνο μετά την αντιμετώπιση της υποκαλιαιμίας και οποιασδήποτε συνυπάρχουσας υπομαγνησιαιμίας. Τα θειαζιδικά διουρητικά μπορεί να επισπεύσουν την εμφάνιση νέας υποκαλιαιμίας ή να επιδεινώσουν προϋπάρχουσα υποκαλιαιμία. Τα θειαζιδικά διουρητικά θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς με καταστάσεις στις οποίες εμφανίζεται αυξημένη απώλεια καλίου, για παράδειγμα νεφροπάθειες με απώλεια καλίου και προνεφρική (καρδιογενή) νεφρική δυσλειτουργία. Αν η υποκαλιαιμία αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια θεραπείας με την υδροχλωροθειαζίδη το Copalia HCT θα πρέπει να διακόπτεται μέχρι τη διόρθωση και σταθεροποίηση των επιπέδων του καλίου.

Τα θειαζιδικά διουρητικά μπορούν να επισπεύσουν την εμφάνιση νέας υπονατριαιμίας και υποχλωραιμικής αλκάλωσης ή να επιδεινώσουν προϋπάρχουσα υπονατριαιμία. Έχει παρατηρηθεί υπονατριαιμία, συνοδευόμενη από νευρολογικά συμπτώματα (ναυτία, προοδευτικό αποπροσανατολισμό, απάθεια). Η θεραπεία με υδροχλωροθειαζίδη θα πρέπει να ξεκινάει μόνο μετά την αντιμετώπιση της προϋπάρχουσας υπονατριαιμίας. Σε περίπτωση που αναπτύσσεται σοβαρή ή ταχεία υπονατριαιμία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Copalia HCT, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί μέχρι η νατριαιμία να φτάσει στα φυσιολογικά επίπεδα.

Όλοι οι ασθενείς που λαμβάνουν θειαζιδικά διουρητικά πρέπει να παρακολουθούνται περιοδικά για διαταραχές των ηλεκτρολυτών, ιδιαίτερα του καλίου, νατρίου και μαγνησίου.

Νεφρική δυσλειτουργία Τα θειαζιδικά διουρητικά μπορεί να επισπεύσουν την αζωθαιμία σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο.

Όταν χρησιμοποιείται το Copalia HCT σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία συνιστάται περιοδική παρακολούθηση των επιπέδων των ηλεκτρολυτών ορού (συμπεριλαμβανομένου του καλίου), της κρεατινίνης και του ουρικού οξέος στον ορό. Το Copalia HCT αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, ανουρία ή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση (βλ. παράγραφο 4.3).

Δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης του Copalia HCT σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (GFR ≥30 ml/min/1,73 m2).

Στένωση των νεφρικών αρτηριών

Το Copalia HCT θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή για τη θεραπεία τηs υπέρτασης σε ασθενείς με μονόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη στένωση των νεφρικών αρτηριών ή στένωση σε μονήρη νεφρό δεδομένου ότι η ουρία αίματος και η κρεατινίνη ορού μπορεί να αυξηθεί σε αυτούς τους ασθενείς.

Μεταμόσχευση νεφρού

Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει εμπειρία σχετικά με την ασφάλεια της χρήσης του Copalia HCT σε ασθενείς που υποβλήθηκαν πρόσφατα σε μεταμόσχευση νεφρού.

Ηπατική δυσλειτουργία Η βαλσαρτάνη αποβάλλεται κυρίως αναλλοίωτη μέσω της χολής. Η ημιπερίοδος ζωής της

αμλοδιπίνης παρατείνεται σε ασθενείς με διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας και οι τιμές της AUC είναι υψηλότερες. Η συνιστώμενη δόση στους ασθενείς αυτούς δεν έχει ακόμη καθοριστεί. Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία χωρίς χολόσταση, η μέγιστη συνιστώμενη δόση είναι 80 mg βαλσαρτάνης και επομένως, το Copalia HCT δεν είναι κατάλληλο σε αυτή την ομάδα ασθενών (βλ. παραγράφους 4.2, 4.3 και 5.2).

Αγγειοοίδημα Σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με βαλσαρτάνη, έχει αναφερθεί αγγειοοίδημα,

συμπεριλαμβανομένου του οιδήματος του λάρυγγα και της γλωττίδας, προκαλώντας απόφραξη των αεραγωγών και/ή πρήξιμο στο πρόσωπο, τα χείλη, το φάρυγγα και/ή τη γλώσσα. Μερικοί από αυτούς τους ασθενείς παρουσίασαν αγγειοοίδημα στο παρελθόν με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων ΜΕΑ. Το Copalia HCT πρέπει να διακοπεί αμέσως σε ασθενείς που αναπτύσσουν αγγειοοίδημα και δεν πρέπει να χορηγείται εκ νέου.

Καρδιακή ανεπάρκεια και στεφανιαία νόσος/μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου Ως αποτέλεσμα της αναστολής του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης, είναι πιθανό

να παρατηρηθούν μεταβολές της νεφρικής λειτουργίας σε ευπαθή άτομα. Σε ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια των οποίων η νεφρική λειτουργία μπορεί να εξαρτάται από τη δραστηριότητα του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης, η θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ και ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης έχει συνδεθεί με ολιγουρία και/ή προοδευτική αζωθαιμία και (σπάνια) με οξεία νεφρική ανεπάρκεια και/ή θάνατο. Παρόμοιες εκβάσεις έχουν αναφερθεί με τη βαλσαρτάνη. Η αξιολόγηση των ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια ή μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου πρέπει πάντα να περιλαμβάνει εκτίμηση της νεφρικής λειτουργίας.

Σε μια μακροχρόνια, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη (PRAISE-2) της χρήσης της αμλοδιπίνης σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια μη ισχαιμικής αιτιολογίας κατηγορίας ΙΙΙ και ΙV σύμφωνα με την ταξινόμηση της NYHA (Καρδιολογική Εταιρεία Νέας Υόρκης), η αμλοδιπίνη συνδέθηκε με αυξημένο αριθμό αναφορών πνευμονικού οιδήματος παρά τη μη σημαντική διαφορά στην επίπτωση της επιδείνωσης της καρδιακής ανεπάρκειας σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.

Οι αναστολείς διαύλων ασβεστίου, συμπεριλαμβανομένης της αμλοδιπίνης, θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, καθώς μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο μελλοντικών καρδιαγγειακών συμβαμάτων και θνητότητας.

Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και στεφανιαία νόσο, ιδιαίτερα στη μέγιστη δόση του Copalia HCT, 10 mg/320 mg/25 mg, εφόσον τα διαθέσιμα δεδομένα σε αυτούς τους πληθυσμούς ασθενών είναι περιορισμένα.

Στένωση της αορτικής και της μιτροειδούς βαλβίδας Όπως και με όλα τα αγγειοδιασταλτικά, ενδείκνυται ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με στένωση της

μιτροειδούς βαλβίδας ή σημαντική αορτική στένωση που δεν είναι υψηλού βαθμού.

Κύηση Οι Ανταγωνιστές των Υποδοχέων της Αγγειοτενσίνης ΙΙ (ΑΥΑΙΙ) δεν θα πρέπει να χορηγούνται κατά

τη διάρκεια της κύησης. Σε περίπτωση που η συνέχιση της θεραπείας με ΑΥΑΙΙ θεωρείται αναγκαία, ασθενείς που σχεδιάζουν εγκυμοσύνη θα πρέπει να αλλάξουν αντιυπερτασική θεραπεία με κάποια άλλη η οποία να έχει αναγνωρισμένο προφίλ ασφαλείας για την χρήση του φαρμάκου κατά την κύηση. Εάν διαπιστωθεί εγκυμοσύνη, η θεραπεία με ΑΥΑΙΙ θα πρέπει να διακοπεί άμεσα και εάν απαιτείται, θα πρέπει να ξεκινήσει κάποια εναλλακτική θεραπεία (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.6).

Πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμός Οι ασθενείς με πρωτοπαθή υπεραλδοστερονισμό δεν πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία με τον

ανταγωνιστή των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ βαλσαρτάνη, καθώς σε αυτούς τους ασθενείς το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης δεν είναι ενεργοποιημένο. Επομένως, το Copalia HCT δεν συνιστάται σε αυτό τον πληθυσμό.

Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος Έχει αναφερθεί ότι τα θειαζιδικά διουρητικά, συμπεριλαμβανομένης της υδροχλωροθειαζίδης,

προκαλούν εξάρσεις ή ενεργοποιούν τον συστηματικό ερυθηματώδη λύκο.

Λοιπές μεταβολικές διαταραχές Τα θειαζιδικά διουρητικά, συμπεριλαμβανομένης της υδροχλωροθειαζίδης, μπορεί να μεταβάλουν

την ανοχή στη γλυκόζη και να αυξήσουν τα επίπεδα της χοληστερόλης, των τριγλυκεριδίων και του ουρικού οξέος στον ορό. Σε διαβητικούς ασθενείς, ενδέχεται να απαιτηθούν αναπροσαρμογές της δόσης της ινσουλίνης ή των λαμβανόμενων από το στόμα υπογλυκαιμικών παραγόντων.

Λόγω του συστατικού υδροχλωροθειασίδης, το Copalia HCT αντενδείκνυται σε συμπτωματική υπερουριχαιμία. Η υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα ουρικού οξέος ορού λόγω της μειωμένης κάθαρσης του ουρικού οξέος και μπορεί να προκαλέσει ή να επιδεινώσει υπερουριχαιμία καθώς και να επισπεύσει την εμφάνιση ουρικής αρθρίτιδας σε ευαίσθητους ασθενείς.

Οι θειαζίδες μειώνουν την αποβολή ασβεστίου στα ούρα και μπορεί να προκαλέσουν μία διαλείπουσα κι ελαφρά αύξηση του ασβεστίου του ορού απουσία γνωστών διαταραχών του μεταβολισμού του ασβεστίου. Το Copalia HCT αντενδείκνυται σε ασθενείς με υπερασβεστιαιμία και μπορεί να χρησιμοποιείται μόνο μετά τη διόρθωση οποιασδήποτε προυπάρχουσας υπερασβεστιαιμίας. Το Copalia HCT θα πρέπει να διακόπτεται εάν αναπτυχθεί υπερασβεστιαιμία κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Τα επίπεδα του ασβεστίου στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με θειαζίδες. Αξιοσημείωτη υπερασβεστιαιμία μπορεί να αποτελεί ένδειξη λανθάνοντος υπερπαραθυρεοειδισμού. Οι θειαζίδες θα πρέπει να διακοπούν πριν τη διεξαγωγή ελέγχων της λειτουργίας του παραθυρεοειδούς.

Φωτοευαισθησία Με θειαζιδικά διουρητικά έχουν αναφερθεί περιπτώσεις αντιδράσεων φωτοευαισθησίας (βλ.

παράγραφο 4.8). Σε περίπτωση που παρουσιαστεί φωτοευαισθησία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Copalia HCT, συνιστάται η διακοπή της θεραπείας. Εάν κριθεί απαραίτητη η εκ νέου χορήγηση του διουρητικού, συνιστάται η προστασία περιοχών που εκτίθενται στον ήλιο ή σε τεχνητή UVA.

Οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας

Ηυδροχλωροθειαζίδη, μια σουλφοναμίδη, έχει συσχετιστεί με μια ιδιοσυγκρασιακή αντίδραση που έχει σαν αποτέλεσμα οξεία παροδική μυωπία και οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν οξεία εμφάνιση μειωμένης οπτικής οξύτητας ή οφθαλμικό πόνο και κατά κανόνα εμφανίζονται μέσα σε λίγες ώρες έως μία εβδομάδα από την έναρξη της θεραπείας. Το μη θεραπευμένο οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμη απώλεια της όρασης.

Ηκύρια θεραπεία είναι η διακοπή της υδροχλωροθειαζίδης όσο το δυνατόν ταχύτερα. Έγκαιρη ιατρική ή χειρουργική θεραπεία μπορεί να χρειαστεί αν η ενδοφθάλμια πίεση παραμένει ανεξέλεγκτη. Οι παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη οξέως γλαυκώματος κλειστής γωνίας μπορεί να περιλαμβάνουν ιστορικό αλλεργίας στις σουλφοναμίδες ή την πενικιλίνη.

Γενικά Θα πρέπει να δίνεται προσοχή σε ασθενείς που έχουν εμφανίσει προηγούμενη υπερευαισθησία σε

άλλους ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ. Αντιδράσεις υπερευαισθησίας στην υδροχλωροθειαζίδη είναι πιθανότερες σε ασθενείς με αλλεργία και άσθμα.

Ηλικιωμένοι (ηλικίας 65 ετών και άνω)

Συνιστάται προσοχή, συμπεριλαμβανομένου του συχνότερου ελέγχου της αρτηριακής πίεσης, σε ηλικιωμένους ασθενείς, ιδιαίτερα στη μέγιστη δόση του Copalia HCT, 10 mg/320 mg/25 mg, καθώς τα διαθέσιμα δεδομένα σε αυτό τον πληθυσμό ασθενών είναι περιορισμένα.

Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (ΣΡΑΑ)

Υπάρχουν αποδείξεις ότι η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, ΑΥΑΙΙ ή αλισκιρένης αυξάνει τον κίνδυνο υπότασης, υπερκαλιαιμίας και μειωμένης νεφρικής λειτουργίας (περιλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας). Ως εκ τούτου, διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης- αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (ΣΡΑΑ) μέσω της συνδυασμένης χρήσης αναστολέων ΜΕΑ, ΑΥΑΙΙ ή αλισκιρένης δεν συνιστάται (βλ. παραγράφους 4.5 και 5.1).

Εάν η θεραπεία διπλού αποκλεισμού θεωρείται απολύτως απαραίτητη, αυτό θα πρέπει να λάβει χώρα μόνο κάτω από την επίβλεψη ειδικού και με συχνή στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, των ηλεκτρολυτών και της αρτηριακής πίεσης. Οι αναστολείς ΜΕΑ και οι ΑΥΑΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.

4.5Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί επίσημες μελέτες αλληλεπιδράσεων με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα με το Copalia HCT. Επομένως, σε αυτή την παράγραφο παρέχονται μόνο πληροφορίες σχετικά με αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία είναι γνωστά για τις επιμέρους δραστικές ουσίες.

Ωστόσο, είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη ότι το Copalia HCT μπορεί να αυξήσει την υποτασική επίδραση λοιπών αντιυπερτασικών παραγόντων.

Δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση

 

Επιμέρους

Γνωστές

Αποτέλεσμα αλληλεπίδρασης με άλλα φαρμακευτικά

συστατικό

αλληλεπιδράσεις με

προϊόντα

του Copalia

τους εξής παράγοντες

 

HCT

 

 

Βαλσαρτάνη

Λίθιο

Έχουν αναφερθεί αναστρέψιμες αυξήσεις των

και

 

συγκεντρώσεων του λιθίου στον ορό καθώς και

HCT

 

περιστατικά τοξικότητας κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης

 

 

χορήγησης λιθίου με αναστολείς του ΜΕΑ, ανταγωνιστές

 

 

των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ

 

 

συμπεριλαμβανομένης της βαλσαρτάνης ή θειαζίδες.

 

 

Καθώς η νεφρική κάθαρση του λιθίου μειώνεται από τις

 

 

θειαζίδες ο κίνδυνος τοξικότητας λόγω του λιθίου πιθανά

 

 

να αυξηθεί περαιτέρω με το Copalia HCT. Επομένως

 

 

συνιστάται η προσεκτική παρακολούθηση των

 

 

συγκεντρώσεων του λιθίου στον ορό κατά την

 

 

συγχορήγηση (βλ. παράγραφο 4.4).

Βαλσαρτάνη

Καλιοσυντηρητικά

Εάν σε συνδυασμό με τη βαλσαρτάνη, θεωρείται

 

διουρητικά,

απαραίτητο ένα φαρμακευτικό προϊόν που επηρεάζει τα

 

συμπληρώματα καλίου,

επίπεδα καλίου, συνιστάται συχνή παρακολούθηση των

 

υποκατάστατα άλατος

επιπέδων του καλίου στο πλάσμα.

 

που περιέχουν κάλιο και

 

 

άλλες ουσίες που μπορεί

 

 

να αυξήσουν τα επίπεδα

 

 

καλίου

 

Αμλοδιπίνη

Γκρέιπφρουτ ή χυμός

Δεν συνιστάται η χορήγηση της αμλοδιπίνης με

 

γκρέιπφρουτ

γκρέιπφρουτ ή χυμό γκρέιπφρουτ καθώς μπορεί να

 

 

αυξηθεί η βιοδιαθεσιμότητα σε ορισμένους ασθενείς, με

 

 

αποτέλεσμα την αύξηση του αντιυπερτασικού

 

 

αποτελέσματος.

Απαιτείται προσοχή κατά την ταυτόχρονη χρήση

Επιμέρους

Γνωστές

Αποτέλεσμα αλληλεπίδρασης με άλλα φαρμακευτικά

συστατικό

αλληλεπιδράσεις με

προϊόντα

του Copalia

τους εξής παράγοντες

 

HCT

 

 

Αμλοδιπίνη

Αναστολείς του

Η ταυτόχρονη χρήση της αμλοδιπίνης με ισχυρούς ή

 

CYP3A4

μέτριους αναστολείς του CYP3A4 (αναστολείς

 

(δηλ. κετοκοναζόλη,

πρωτεάσης, αντιμυκητιασικά της ομάδας των αζολών,

 

ιτρακοναζόλη,

μακρολίδια όπως ερυθρομυκίνη ή κλαριθρομυκίνη,

 

ριτοναβίρη)

βεραπαμίλη ή διλτιαζέμη) μπορεί να οδηγήσει σε

 

 

σημαντική αύξηση της έκθεσης στην αμλοδιπίνη. Η

 

 

κλινική μετάφραση αυτών των φαρμακοκινητικών

 

 

διαφοροποιήσεων ενδέχεται να είναι εντονότερη στους

 

 

ηλικιωμένους. Συνεπώς, μπορεί να απαιτείται κλινική

 

 

παρακολούθηση και προσαρμογή της δοσολογίας.

 

Αναστολείς του

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για την επίδραση των

 

CYP3A4

επαγωγέων του CYP3A4 στην αμλοδιπίνη. Η

 

(αντιεπιληπτικοί

συγχορήγηση των επαγωγέων του CYP3A4 [π.χ.

 

παράγοντες [π.χ.

ριφαμπικίνη, υπερικόν το διάτρητον (βαλσαμόχορτο)]

 

καρβαμαζεπίνη,

μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη συγκέντρωση της

 

φαινοβαρβιτάλη,

αμλοδιπίνης στο πλάσμα. Η αμλοδιπίνη πρέπει να

 

φαινυτοΐνη,

χορηγείται με προσοχή όταν συγχορηγείται με επαγωγείς

 

φωσφαινυτοΐνη,

του CYP3A4.

 

πριμιδόνη],

 

 

ριφαμπικίνη, υπερικόν

 

 

το διάτρητον

 

 

[βαλσαμόχορτο St.

 

 

John’s])

 

 

Σιμβαστατίνη

Η συγχορήγηση πολλαπλών δόσεων των 10 mg

 

 

αμλοδιπίνης με 80 mg σιμβαστατίνης οδήγησε σε αύξηση

 

 

77% της έκθεσης στη σιμβαστατίνη σε σύγκριση με τη

 

 

σιμβαστατίνη μόνη της. Συνιστάται να περιοριστεί η δόση

 

 

της σιμβαστατίνης σε 20 mg ημερησίως σε ασθενείς με

 

 

αμλοδιπίνη.

 

Δαντρολένιο (έγχυση)

Μετά από χορήγηση βεραπαμίλης και δαντρολενίου

 

 

ενδοφλεβίως σε ζώα, παρατηρήθηκε θανατηφόρος

 

 

κοιλιακή μαρμαρυγή και καρδιογενής καταπληξία

 

 

σχετιζόμενη με υπερκαλιαιμία. Λόγω του κινδύνου

 

 

εμφάνισης υπερκαλιαιμίας, συνιστάται η αποφυγή

 

 

συγχορήγησης αναστολέων διαύλων του ασβεστίου, όπως

 

 

η αμλοδιπίνη, σε ασθενείς επιρρεπείς σε κακοήθη

 

 

υπερθερμία και στην αντιμετώπιση της κακοήθους

 

 

υπερθερμίας.

Βαλσαρτάνη

Μη στεροειδή

Τα ΜΣΑΦ μπορεί να εξασθενήσουν την αντιυπερτασική

και HCT

αντιφλεγμονώδη

δράση και των ανταγωνιστών της αγγειοτενσίνης ΙΙ και

 

φάρμακα (ΜΣΑΦ),

της υδροχλωροθειαζίδης όταν χορηγούνται ταυτόχρονα.

 

περιλαμβανομένων

Επιπλέον, η ταυτόχρονη χρήση Copalia HCT με ΜΣΑΦ

 

εκλεκτικών αναστολέων

μπορεί να οδηγήσει σε επιδείνωση της νεφρικής

 

της κυκλοοξυγενάσης-2

λειτουργίας και αύξηση του καλίου ορού. Επομένως,

 

(COX-2 αναστολείς)

συνιστάται η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας

 

ακετυλοσαλικυλικού

κατά την έναρξη της θεραπείας καθώς και η επαρκής

 

οξέος (>3 g/ημέρα) και

ενυδάτωση του ασθενούς.

 

μη εκλεκτικών ΜΣΑΦ

 

 

 

Βαλσαρτάνη

Αναστολείς του

Τα αποτελέσματα μιας μελέτης in vitro με ιστούς

 

μεταφορέα πρόσληψης

ανθρώπινου ήπατος δείχνουν ότι η βαλσαρτάνη αποτελεί

 

(ριφαμπικίνη,

υπόστρωμα του μεταφορέα ηπατικής πρόσληψης

 

κυκλοσπορίνη) ή

OATP1B1 και του μεταφορέα της ηπατικής εκροής

 

μεταφορέα εκροής

MRP2. Η συγχορήγηση των αναστολέων του μεταφορέα

 

(ριτοναβίρη)

πρόσληψης (ριφαμπικίνη, κυκλοσπορίνη) ή του

 

 

μεταφορέα εκροής (ριτοναβίρη) μπορεί να αυξήσει την

 

 

συστηματική έκθεση στη βαλσαρτάνη.

HCT

Οινόπνευμα,

Η συγχορήγηση θειαζιδικών διουρητικών με ουσίες που

 

βαρβιτουρικά ή

επίσης μειώνουν την αρτηριακή πίεση (π.χ. μειώνοντας τη

 

ναρκωτικά

δραστηριότητα του κεντρικού νευρικού συστήματος ή την

 

 

άμεση αγγειοδιαστολή) μπορεί να ενισχύσει την

 

 

ορθοστατική υπόταση.

 

Αμανταδίνη

Οι θειαζίδες, συμπεριλαμβανομένης της

 

 

υδροχλωροθειαζίδης, ενδέχεται να αυξήσουν τον κίνδυνο

 

 

εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών που προκαλεί η

 

 

αμανταδίνη.

 

Αντιχολινεργικοί

Η βιοδιαθεσιμότητα διουρητικών θειαζιδικού τύπου

 

παράγοντες και άλλα

μπορεί να αυξηθεί από αντιχολινεργικούς παράγοντες

 

φαρμακευτικά προϊόντα

(π.χ. ατροπίνη, βιπεριδένη), προφανώς λόγω της μείωσης

 

που επηρεάζουν την

της γαστρεντερικής κινητικότητας και του ρυθμού

 

κινητικότητα του

κένωσης του στομάχου. Αντίθετα, αναμένεται ότι οι

 

στομάχου

προκινητικές ουσίες όπως η σισαπρίδη μπορούν να

 

 

μειώσουν τη βιοδιαθεσιμότητα των θειαζιδικού τύπου

 

 

διουρητικών.

 

Αντιδιαβητικοί

Οι θειαζίδες μπορεί να μεταβάλουν την ανοχή στη

 

παράγοντες (π.χ.

γλυκόζη. Μπορεί να είναι απαραίτητη η αναπροσαρμογή

 

ινσουλίνη και

της δοσολογίας του αντιδιαβητικού φαρμακευτικού

 

λαμβανόμενοι από το

προϊόντος.

 

στόμα αντιδιαβητικοί

 

 

παράγοντες)

 

 

Μετφορμίνη

Η μετφορμίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή

 

 

λόγω του κινδύνου εμφάνισης γαλακτικής οξέωσης που

 

 

επάγεται από τη λειτουργική νεφρική ανεπάρκεια που

 

 

συνδέεται με την υδροχλωροθειαζίδη.

 

Β-αναστολείς και

Η ταυτόχρονη χρήση θειαζιδικών διουρητικών,

 

διαζοξίδη

συμπεριλαμβανομένης της υδροχλωροθειαζίδης, με β-

 

 

αποκλειστές μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης

 

 

υπεργλυκαιμίας. Τα θειαζιδικά διουρητικά,

 

 

συμπεριλαμβανομένης της υδροχλωροθειαζίδης, μπορεί

 

 

να ενισχύσουν την υπεργλυκαιμική επίδραση της

 

 

διαζοξίδης.

 

Κυκλοσπορίνη

Η παράλληλη θεραπεία με κυκλοσπορίνη μπορεί να

 

 

αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης υπερουριχαιμίας και

 

 

επιπλοκών τύπου ουρικής αρθρίτιδας.

 

Κυτταροτοξικοί

Οι θειαζίδες, συμπεριλαμβανομένης της

 

παράγοντες

υδροχλωροθειαζίδης, μπορεί να μειώσουν την νεφρική

 

 

αποβολή κυτταροτοξικών παραγόντων (π.χ.

 

 

κυκλοφωσφαμίδη, μεθοτρεξάτη) και να ενισχύσουν τις

 

 

μυελοκατασταλτικές τους επιδράσεις.

 

Γλυκοσίδες

Η επαγόμενη από θειαζίδες υποκαλιαιμία ή

 

δακτυλίτιδας

υπομαγνησιαιμία μπορεί να παρουσιαστούν ως

 

 

ανεπιθύμητες ενέργειες που ευνοούν την εκδήλωση

 

 

επαγόμενων από δακτυλίτιδα καρδιακών αρρυθμιών.

Σκιαγραφικοί

Σε περίπτωση επαγόμενης από διουρητικά αφυδάτωσης,

παράγοντες ιωδίου

υπάρχει αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης οξείας νεφρικής

 

ανεπάρκειας, ειδικά με υψηλές δόσεις ιωδιούχων

 

σκευασμάτων. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενυδατωθούν εκ

 

νέου πριν από τη χορήγηση.

Ρητίνες ανταλλαγής

Η απορρόφηση των θειαζιδικών διουρητικών,

ιόντων

περιλαμβανομένης της υδροχλωροθειαζίδης, μειώνεται

 

από τη χολεστυραμίνη ή την κολεστιπόλη. Αυτό μπορεί

 

να οδηγήσει σε υπο-θεραπευτικές δράσεις των

 

θειαζιδικών διουρητικών. Ωστόσο, η ρύθμιση της

 

δοσολογίας της υδροχλωροθειαζίδης και της ρητίνης, έτσι

 

ώστε η υδροχλωροθειαζίδη να χορηγείται τουλάχιστον

 

4 ώρες πριν ή 4-6 ώρες μετά τη χορήγηση των ρητινών,

 

δυνητικά θα ελαχιστοποιήσει την αλληλεπίδραση.

Φαρμακευτικά προϊόντα

Συγχορήγηση καλιουρητικών διουρητικών,

που επηρεάζουν το

κορτικοστεροειδών, υπακτικών, αδρενοκορτικοτρόπου

επίπεδο του καλίου στον

ορμόνης (ACTH), αμφοτερικίνης, καρβενοξολόνης,

ορό

πενικιλλίνης G και παραγώγων σαλικυλικού οξέος ή

 

αντιαρρυθμικών μπορεί να αυξηθεί η υποκαλιαιμική

 

επίδραση της υδροχλωροθειαζίδης. Εάν πρόκειται να

 

χορηγηθούν αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα με το

 

συνδυασμό αμλοδιπίνης/

 

βαλσαρτάνης/υδροχλωροθειαζίδης, συνιστάται

 

παρακολούθηση των επιπέδων καλίου στο πλάσμα.

Φαρμακευτικά προϊόντα

Η υπονατριαιμική δράση των διουρητικών μπορεί να

που επηρεάζουν το

ενταθεί από την ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκων όπως

επίπεδο του νατρίου

τα αντικαταθλιπτικά, αντιψυχωσικά, αντιεπιληπτικά, κλπ.

στον ορό

Ενδείκνυται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη μακροχρόνια

 

χορήγηση αυτών των φαρμάκων.

Φαρμακευτικά προϊόντα

Λόγω του κινδύνου υποκαλιαιμίας, η υδροχλωροθειαζίδη

που μπορεί να

πρέπει να χορηγείται με προσοχή όταν συνδυάζεται με

προκαλέσουν

φαρμακευτικά προϊόντα που θα μπορούσαν να

πολύμορφη κοιλιακή

προκαλέσουν πολύμορφη κοιλιακή ταχυκαρδία (torsades

ταχυκαρδία (torsades

de pointes), ιδίως αντιαρρυθμικά κλάσεως Ια και ΙΙΙ και

de pointes)

μερικά αντιψυχωσικά.

Φαρμακευτικά προϊόντα

Ενδέχεται να χρειαστούν αναπροσαρμογές των δόσεων

που χρησιμοποιούνται

των ουρικοζουρητικών φαρμακευτικών προϊόντων, καθώς

στη θεραπεία της

η υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να αυξήσει το επίπεδο του

ουρικής αρθρίτιδας

ουρικού οξέος στον ορό. Μπορεί να χρειαστεί αύξηση της

(προβενεσίδη,

δόσης της προβενεσίδης ή της σουλφινοπυραζόνης.

σουλφινοπυραζόνη και

Η συγχορήγηση θειαζιδικών διουρητικών,

αλλοπουρινόλη)

συμπεριλαμβανομένης της υδροχλωροθειαζίδης,

 

ενδέχεται να αυξήσει την επίπτωση των αντιδράσεων

 

υπερευαισθησίας στην αλλοπουρινόλη.

Μεθυλντόπα

Έχουν υπάρξει μεμονωμένες αναφορές αιμολυτικής

 

αναιμίας που παρουσιάστηκαν με την ταυτόχρονη χρήση

 

υδροχλωροθειαζίδης και μεθυλντόπας.

 

Μη εκπολωτικά

Οι θειαζίδες, συμπεριλαμβανομένης της

 

χαλαρωτικά των

υδροχλωροθειαζίδης, ενισχύουν τη δράση των

 

σκελετικών μυών (π.χ.

παραγώγων του κουραρίου.

 

τουβοκουραρίνη)

 

 

Άλλα ανιυπερτασικά

Οι θειαζίδες ενισχύουν την αντιυπερτασική δράση άλλων

 

φαρμακευτικά προϊόντα

αντιυπερτασικών φαρμάκων (π.χ. γουανεθιδίνη,

 

 

μεθυλντόπα, β-αποκλειστές, αγγειοδιασταλτικά,

 

 

αποκλειστές των διαύλων ασβεστίου, αναστολείς ΜΕΑ,

 

 

ΑΥΑ και άμεσοι αναστολείς της ρενίνης [DRIs]).

 

Αμίνες που αυξάνουν

Η υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να μειώσει την

 

την αρτηριακή πίεση

ανταπόκριση στις αγγειοσυσπαστικές αμίνες όπως η

 

(π.χ. νοραδρεναλίνη,

νοραδρεναλίνη. Η κλινική σημασία αυτής της επίδρασης

 

αδρεναλίνη)

είναι αβέβαιη και δεν αρκεί για να αποκλειστεί η χρήση

 

 

τους.

 

Βιταμίνη D και άλατα

Η χορήγηση θειαζιδικών διουρητικών,

 

ασβεστίου

συμπεριλαμβανομένης της υδροχλωροθειαζίδης, με

 

 

βιταμίνη D ή άλατα ασβεστίου μπορεί να ενισχύσει την

 

 

αύξηση του ασβεστίου του ορού. Η ταυτόχρονη

 

 

χορήγηση θειαζιδικών διουρητικών μπορεί να οδηγήσει

 

 

σε υπερασβεστιαιμία σε ασθενείς με προδιάθεση για

 

 

υπερασβεστιαιμία (π.χ. υπερπαραθυρεοειδισμός,

 

 

κακοήθεια ή νόσους που διαμεσολαβούνται από την

 

 

βιταμίνη D) με την αύξηση της σωληναριακής

 

 

επαναπορρόφησης του ασβεστίου.

Διπλός αποκλεισμός του ΣΡΑΑ με ΑΥΑ, αναστολείς ΜΕΑ ή αλισκιρένη

Τα δεδομένα από κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι ο διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης- αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (ΣΡΑΑ) μέσω της συνδυασμένης χρήσης αναστολέων ΜΕΑ, ΑΥΑΙΙ ή αλισκιρένης συσχετίζεται με υψηλότερη συχνότητα ανεπιθυμήτων συμβάντων όπως η υπόταση, η υπερκαλιαιμία και η μειωμένη νεφρική λειτουργία (περιλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας) σε σύγκριση με τη χρήση ενός μόνου παράγοντα που δρα στο σύστημα ρενίνης- αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (ΣΡΑΑ) (βλ. παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.1).

4.6Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Εγκυμοσύνη

Αμλοδιπίνη

Η ασφάλεια της αμλοδιπίνης κατά την διάρκεια της κύησης δεν έχει τεκμηριωθεί. Σε μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε ζώα, παρατηρήθηκε αναπαραγωγική τοξικότητα σε υψηλές δόσεις (βλ. παράγραφο 5.3). Η χρήση αμλοδιπίνης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης συνιστάται μόνο όταν δεν υπάρχει άλλη ασφαλέστερη εναλλακτική και όταν η ίδια η ασθένεια φέρει μεγαλύτερο κίνδυνο για την μητέρα και το έμβρυο.

Βαλσαρτάνη

Η χρήση των Ανταγωνιστών των Υποδοχέων της Αγγειοτενσίνης ΙΙ (ΑΥΑΙΙ) δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της εγκυμοσύνης (βλ. παράγραφο 4.4). Η χρήση των ΑΥΑΙΙ αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της εγκυμοσύνης (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4).

Τα επιδημιολογικά στοιχεία που υπάρχουν σχετικά με τον κίνδυνο τερατογένεσης μετά από χρήση αναστολέων ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της εγκυμοσύνης δεν έχουν καταλήξει σε σαφές συμπέρασμα. Ωστόσο δεν μπορεί να αποκλειστεί μια μικρή αύξηση εμφάνισης κινδύνου. Παρόλο που δεν υπάρχουν ελεγχόμενα επιδημιολογικά στοιχεία για τον κίνδυνο με τη χρήση Ανταγωνιστών των Υποδοχέων της Αγγειοτενσίνης ΙΙ (ΑΥΑΙΙ), μπορεί να υπάρχει παρόμοιος

κίνδυνος για αυτή την κατηγορία φαρμάκων. Σε περίπτωση που η συνέχιση της θεραπείας με ΑΥΑΙΙ θεωρείται αναγκαία, ασθενείς που σχεδιάζουν εγκυμοσύνη θα πρέπει να αλλάξουν αντιυπερτασική θεραπεία με κάποια άλλη η οποία να έχει αναγνωρισμένο προφίλ ασφαλείας για την χρήση του φαρμάκου κατά την κύηση. Εάν διαπιστωθεί εγκυμοσύνη, η θεραπεία με ΑΥΑΙΙ θα πρέπει να διακοπεί άμεσα και εάν απαιτείται, θα πρέπει να ξεκινήσει κάποια εναλλακτική θεραπεία.

Η έκθεση σε θεραπεία με ΑΥΑΙΙ κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο είναι γνωστό ότι προκαλεί εμβρυοτοξικότητα στον άνθρωπο (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση οστεοποίησης κρανίου) και νεογνική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία) (βλ. παράγραφο 5.3).

Εάν η έκθεση σε ΑΥΑΙΙ έλαβε χώρα από το δεύτερο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, συνιστάται έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου με υπερήχους.

Νεογνά των οποίων οι μητέρες εκτέθηκαν σε ΑΥΑΙΙ θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για υπόταση (βλ παραγράφους 4.3 και 4.4).

Υδροχλωροθειαζίδη

Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία με την υδροχλωροθειαζίδη κατά την εγκυμοσύνη, ειδικά κατά το πρώτο τρίμηνο. Οι μελέτες σε ζώα είναι ανεπαρκείς.

Η υδροχλωροθειαζίδη διαπερνά τον πλακούντα. Βασιζόμενοι στον φαρμακολογικό μηχανισμό δράσης της υδροχλωροθειαζίδης, η χρήση της κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την εμβρυο-πλακουντική άρδευση και μπορεί να προκαλέσει εμβρυϊκές και νεογνικές επιδράσεις όπως ίκτερο, διαταραχές στην ισορροπία των ηλεκτρολυτών και θρομβοπενία.

Αμλοδιπίνη/βαλσαρτάνη/υδροχλωροθειαζίδη

Δεν υπάρχει εμπειρία σχετικά με τη χρήση του Copalia HCT σε έγκυες γυναίκες. Βασιζόμενοι στα υπάρχοντα δεδομένα για τα συστατικά του φαρμάκου, η χρήση του Copalia HCT δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου και αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της κύησης (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4).

Θηλασμός Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τη χρήση της βαλσαρτάνης ή/και της αμλοδιπίνης

κατά το θηλασμό. Η υδροχλωροθειαζίδη αποβάλλεται στο ανθρώπινο γάλα σε μικρές ποσότητες. Οι θειαζίδες σε υψηλές δόσεις προκαλούν έντονη διούρηση που μπορεί να αναστείλει την παραγωγή γάλακτος. Η χρήση του Copalia HCT δεν συνιστάταικατά το θηλασμό. Εάν το Copalia HCT χρησιμοποιείται κατά το θηλασμό, θα πρέπει να χορηγείται σε όσο το δυνατόν χαμηλότερη δοσολογία. Προτείνονται εναλλακτικές θεραπείες με εγκατεστημένο προφίλ ασφάλειας, ιδιαίτερα κατά το θηλασμό νεογέννητου ή πρόωρου βρέφους.

Γονιμότητα

Δεν υπάρχουν κλινικές μελέτες για την γονιμότητα με Copalia HCT.

Βαλσαρτάνη

Η βαλσαρτάνη δεν είχε ανεπιθύμητες ενέργειες στην αναπαραγωγική ικανότητα αρσενικών ή θηλυκών αρουραίων σε από του στόματος δόσεις μέχρι 200 mg/kg/ημέρα. Αυτή η δόση είναι 6 φορές η μέγιστη συνιστώμενη δόση στον άνθρωπο με βάση mg/m2 (οι υπολογισμοί υποθέτουν από του στόματος δόση 320 mg/ημέρα και ασθενή 60-kg).

Αμλοδιπίνη

Σε ορισμένους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αναστολείς των διαύλων ασβεστίου αναφέρθηκαν αναστρέψιμες βιοχημικές μεταβολές στην κεφαλή των σπερματοζωαρίων. Τα κλινικά δεδομένα είναι ανεπαρκή σχετικά με τη δυνητική επίδραση της αμλοδιπίνης στη γονιμότητα. Σε μία μελέτη σε αρουραίους παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες επιδράσεις στη γονιμότητα των αρσενικών (βλ. παράγραφο 5.3).

4.7Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών

Οι ασθενείς που λαμβάνουν Copalia HCT και οδηγούν οχήματα ή χειρίζονται μηχανές πρέπει να λαμβάνουν υπόψη ότι μπορεί να εμφανιστεί ζάλη ή κόπωση περιστασιακά.

Η αμλοδιπίνη μπορεί να έχει μικρή ή μέτρια επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών. Εάν οι ασθενείς που λαμβάνουν Copalia HCT υποφέρουν από ζάλη, κεφαλαλγία, κόπωση ή ναυτία, η ικανότητα αντίδρασης μπορεί να έχει επηρεασθεί.

4.8Ανεπιθύμητες ενέργειες

Το προφίλ ασφάλειας του Copalia HCT που παρουσιάζεται παρακάτω, βασίζεται σε κλινικές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν με το Copalia HCT και τα γνωστά προφίλ ασφαλείας των επιμέρους συστατικών αμλοδιπίνης, βαλσαρτάνης και υδροχλωροθειαζίδης.

Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας

Η ασφάλεια του Copalia HCT έχει αξιολογηθεί στη μέγιστη δόση των 10 mg/320 mg/25 mg σε μία ελεγχόμενη, βραχυχρόνια (8 εβδομάδες) κλινική μελέτη με 2.271 ασθενείς, από τους οποίου 582 έλαβαν βαλσαρτάνη σε συνδυασμό με αμλοδιπίνη και υδροχλωροθειαζίδη. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν γενικώς ήπιες και παροδικής φύσης και μόνο όχι συχνά απαιτήθηκε διακοπή της

θεραπείας. Σε αυτή την ελεγχόμενη κλινική δοκιμή με δραστικό φάρμακο, τα συχνότερα αίτια για διακοπή της θεραπείας με Copalia HCT ήταν η ζάλη και η υπόταση) (0,7%).

Στην ελεγχόμενη κλινική μελέτη 8-εβδομάδων, δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές νέες ή μη αναμενόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες με αγωγή με τριπλή θεραπεία σε σύγκριση με τις γνωστές επιδράσεις των συστατικών της μονοθεραπείας ή της διπλής θεραπείας.

Στην ελεγχόμενη κλινική μελέτη διάρκειας 8-εβδομάδων, οι μεταβολές των εργαστηριακών παραμέτρων που παρατηρήθηκαν με το συνδυασμό Copalia HCT ήταν μικρές και συνεπείς με το φαρμακολογικό μηχανισμό δράσης των παραγόντων της μονοθεραπείας. Η παρουσία βαλσαρτάνης στον τριπλό συνδυασμό μετρίασε την υποκαλιαιμική επίδραση της υδροχλωροθειαζίδης.

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα Οι παρακάτω ανεπιθύμητες ενέργειες, που παρατίθενται κατά Κατηγορία Οργανικού Συστήματος

σύμφωνα με το MedDRA και συχνότητα, αφορούν το Copalia HCT (αμλοδιπίνη/βαλσαρτάνη/HCT) και την αμλοδιπίνη, την βαλσαρτάνη και την HCT μεμονωμένα.

Πολύ συχνές: ≥1/10, συχνές: ≥1/100 έως <1/10, όχι συχνές: ≥1/1.000 έως <1/100, σπάνιες: ≥1/10.000 έως <1/1.000, πολύ σπάνιες: <1/10.000, μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Κατηγορία

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Συχνότητα

 

 

 

Οργανικού

 

Copalia

Αμλοδιπίνη

Βαλσαρτάνη

HCT

Συστήματος

 

HCT

 

 

 

κατά MedDRA

 

 

 

 

 

Διαταραχές του

Ακοκκιοκυττάρωση,

--

--

--

Πολύ

αιμοποιητικού

ανεπάρκεια του μυελού των

 

 

 

σπάνιες

και του λεμφικού

οστών

 

 

 

 

συστήματος

Aιμοσφαιρίνη και

--

--

Μη γνωστές

--

 

αιματοκρίτης μειωμένα

 

 

 

 

 

Αιμολυτική αναιμία

--

--

--

Πολύ

 

 

 

 

 

σπάνιες

 

Λευκοπενία

--

Πολύ

--

Πολύ

 

 

 

σπάνιες

 

σπάνιες

 

Ουδετεροπενία

--

--

Μη γνωστές

--

 

Θρομβοπενία, μερικές φορές

--

Πολύ

Μη γνωστές

Σπάνιες

 

με πορφύρα

 

σπάνιες

 

 

 

Απλαστική αναιμία

--

--

--

Μη γνωστές

Διαταραχές του

Υπερευαισθησία

--

Πολύ

Μη γνωστές

Πολύ

ανοσοποιητικού

 

 

σπάνιες

 

σπάνιες

συστήματος

 

 

 

 

 

Διαταραχές του

Ανορεξία

Όχι συχνές

--

--

--

μεταβολισμού

Υπερασβεστιαιμία

Όχι συχνές

--

--

Σπάνιες

και της θρέψης

Υπεργλυκαιμία

--

Πολύ

--

Σπάνιες

 

 

 

σπάνιες

 

 

 

Υπερλιπιδαιμία

Όχι συχνές

--

--

--

 

Υπερουριχαιμία

Όχι συχνές

--

--

Συχνές

 

Υποχλωριαιμική αλκάλωση

--

--

--

Πολύ

 

 

 

 

 

σπάνιες

 

Υποκαλιαιμία

Συχνές

--

--

Πολύ

 

 

 

 

 

συχνές

 

Υπομαγνησιαιμία

--

--

--

Συχνές

 

Υπονατριαιμία

Όχι συχνές

--

--

Συχνές

 

Επιδείνωση της διαβητικής

--

--

--

Σπάνιες

 

μεταβολικής κατάστασης

 

 

 

 

Ψυχιατρικές

Κατάθλιψη

--

Όχι συχνές

--

Σπάνιες

διαταραχές

Αϋπνία/ διαταραχές ύπνου

Όχι συχνές

Όχι συχνές

--

Σπάνιες

 

Διακυμάνσεις της

--

Όχι συχνές

--

--

 

συναισθηματικής διάθεσης

 

 

 

 

 

Σύγχυση

--

Σπάνιες

--

--

Διαταραχές του

Μη φυσιολογικός

Όχι συχνές

--

--

--

νευρικού

συντονισμός

 

 

 

 

συστήματος

Ζάλη

Συχνές

Συχνές

--

Σπάνιες

 

Ζάλη θέσης, ζάλη

Όχι συχνές

--

--

--

 

προσπάθειας

 

 

 

 

 

Δυσγευσία

Όχι συχνές

Όχι συχνές

--

--

 

Εξωπυραμιδικό σύνδρομο

--

Μη γνωστές

--

--

 

Κεφαλαλγία

Συχνές

Συχνές

--

Σπάνιες

 

Υπερτονία

--

Πολύ

--

--

 

 

 

σπάνιες

 

 

 

Λήθαργος

Όχι συχνές

--

--

--

 

Παραισθησία

Όχι συχνές

Όχι συχνές

--

Σπάνιες

 

Περιφερική νευροπάθεια,

Όχι συχνές

Πολύ

--

--

 

νευροπάθεια

 

σπάνιες

 

 

 

Υπνηλία

Όχι συχνές

Συχνές

--

--

 

Συγκοπή

Όχι συχνές

Όχι συχνές

--

--

 

Τρόμος

--

Όχι συχνές

--

--

 

Υπαισθησία

--

Όχι συχνές

--

--

Οφθαλμικές

Οξύ γλαύκωμα κλειστής-

--

--

--

Μη γνωστές

διαταραχές

γωνίας

 

 

 

 

 

Οπτική διαταραχή

--

Όχι συχνές

--

--

 

Μείωση οπτικής οξύτητας

Όχι συχνές

Όχι συχνές

--

Σπάνιες

Διαταραχές του

Εμβοές

--

Όχι συχνές

--

--

ωτός και του

Ίλιγγος

Όχι συχνές

--

Όχι συχνές

--

λαβυρίνθου

 

 

 

 

 

Καρδιακές

Αίσθημα παλμών

--

Συχνές

--

--

διαταραχές

Ταχυκαρδία

Όχι συχνές

--

--

--

 

Αρρυθμίες

--

Πολύ

--

Σπάνιες

 

(συμπεριλαμβάνεται η

 

σπάνιες

 

 

 

βραδυκαρδία, η κοιλιακή

 

 

 

 

 

ταχυκαρδία και η κολπική

 

 

 

 

 

μαρμαρυγή)

 

 

 

 

 

Έμφραγμα του μυοκαρδίου

--

Πολύ

--

--

 

 

 

σπάνιες

 

 

Αγγειακές

Έξαψη

--

Συχνές

--

--

διαταραχές

Υπόταση

Συχνές

Όχι συχνές

--

--

 

Ορθοστατική υπόταση

Όχι συχνές

--

--

Συχνές

 

Φλεβίτιδα, θρομβοφλεβίτιδα

Όχι συχνές

--

--

--

 

Αγγειίτιδα

--

Πολύ

Μη γνωστές

--

 

 

 

σπάνιες

 

 

Διαταραχές του

Βήχας

Όχι συχνές

Πολύ

Όχι συχνές

--

αναπνευστικού

 

 

σπάνιες

 

 

συστήματος, του

Δύσπνοια

Όχι συχνές

Όχι συχνές

--

--

θώρακα και του

Αναπνευστική δυσχέρεια,

--

--

--

Πολύ

μεσοθωράκιου

πνευμονικό οίδημα,

 

 

 

σπάνιες

 

πνευμονίτιδα

 

 

 

 

 

Ρινίτιδα

--

Όχι συχνές

--

--

 

Ερεθισμός του λαιμού

Όχι συχνές

--

--

--

Διαταραχές του

Κοιλιακή δυσφορία, άλγος

Όχι συχνές

Συχνές

Όχι συχνές

Σπάνιες

γαστρεντερικού

στην άνω κοιλιακή χώρα

 

 

 

 

συστήματος

Απόπνοια

Όχι συχνές

--

--

--

 

Μεταβολή εντερικών

--

Όχι συχνές

--

--

 

συνηθειών

 

 

 

 

 

Δυσκοιλιότητα

--

--

--

Σπάνιες

 

Μειωμένη όρεξη

--

--

--

Συχνές

 

Διάρροια

Όχι συχνές

Όχι συχνές

--

Σπάνιες

 

Ξηροστομία

Όχι συχνές

Όχι συχνές

--

--

 

Δυσπεψία

Συχνές

Όχι συχνές

--

--

 

Γαστρίτιδα

--

Πολύ

--

--

 

 

 

σπάνιές

 

 

 

Υπερπλασία ούλων

--

Πολύ

--

--

 

 

 

σπάνιες

 

 

 

Ναυτία

Όχι συχνές

Συχνές

--

Συχνές

 

Παγκρεατίτιδα

--

Πολύ

--

Πολύ

 

 

 

σπάνιες

 

σπάνιες

 

Έμετος

Όχι συχνές

Όχι συχνές

--

Συχνές

Διαταραχές του

Δοκιμασίες ηπατικής

--

Πολύ

Μη γνωστές

--

ήπατος και των

λειτουργίας μη

 

σπάνιες**

 

 

χοληφόρων

φυσιολογικές,

 

 

 

 

 

συμπεριλαμβανομένης της

 

 

 

 

 

αύξησης της χολερυθρίνης

 

 

 

 

 

αίματος

 

 

 

 

 

Ηπατίτιδα

--

Πολύ

--

--

 

 

 

σπάνιες

 

 

 

Ενδοηπατική χολόσταση,

--

Πολύ

--

Σπάνιες

 

ίκτερος

 

σπάνιες

 

 

Διαταραχές του

Αλωπεκία

--

Όχι συχνές

--

 

δέρματος και του

Αγγειοοίδημα

--

Πολύ

Μη γνωστές

--

υποδόριου ιστού

 

 

σπάνιες

 

 

 

Δερματίτιδα πομφολυγώδης

--

--

Μη γνωστές

--

 

Δερματικές αντιδράσεις

--

--

--

Πολύ

 

προσομοιάζουσες με

 

 

 

σπάνιες

 

δερματικό ερυθηματώδη

 

 

 

 

 

λύκο, επανενεργοποίηση

 

 

 

 

 

δερματικού ερυθηματώδους

 

 

 

 

 

λύκου

 

 

 

 

 

Πολύμορφο ερύθημα

--

Πολύ

--

Μη γνωστές

 

 

 

σπάνιες

 

 

 

Εξάνθημα

--

Όχι συχνές

--

--

 

Υπερίδρωση

Όχι συχνές

Όχι συχνές

--

--

 

Αντίδραση

--

Πολύ

--

Σπάνιες

 

φωτοευαισθησίας*

 

σπάνιες

 

 

 

Κνησμός

Όχι συχνές

Όχι συχνές

Μη γνωστές

--

 

Πορφύρα

--

Όχι συχνές

--

Σπάνιες

 

Εξάνθημα

--

Όχι συχνές

Μη γνωστές

Συχνές

 

Αποχρωματισμός δέρματος

--

Όχι συχνές

--

--

 

Κνίδωση και άλλες μορφές

--

Πολύ

--

Συχνές

 

εξανθήματος

 

σπάνιες

 

 

 

Νεκρωτική αγγειίτιδα και

--

--

--

Πολύ

 

τοξική επιδερμική

 

 

 

σπάνιες

 

νεκρόλυση

 

 

 

 

 

Αποφολιδωτική δερματίτιδα

--

Πολύ

--

--

 

 

 

σπάνιες

 

 

 

Σύνδρομο Stevens-Johnson

--

Πολύ

--

--

 

 

 

σπάνιες

 

 

 

Οίδημα Quincke

--

Πολύ

--

--

 

 

 

σπάνιες

 

 

Διαταραχές του

Αρθραλγία

--

Όχι συχνές

--

--

μυοσκελετικού

Οσφυαλγία

Όχι συχνές

Όχι συχνές

--

--

συστήματος και

Οίδημα στις αρθρώσεις

Όχι συχνές

--

--

--

του συνδετικού

Μυϊκός σπασμός

Όχι συχνές

Όχι συχνές

--

Μη γνωστές

ιστού

Μυϊκή αδυναμία

Όχι συχνές

--

--

--

 

Μυαλγία

Όχι συχνές

Όχι συχνές

Μη γνωστές

--

 

Άλγος στα άκρα

Όχι συχνές

--

--

--

 

Οίδημα σφυρών

--

Συχνές

--

--

Διαταραχές των

Κρεατινίνη αίματος

Όχι συχνές

--

Μη γνωστές

--

νεφρών και των

αυξημένη

 

 

 

 

ουροφόρων οδών

Διαταραχή της ούρησης

 

Όχι συχνές

 

 

 

Νυκτουρία

--

Όχι συχνές

--

--

 

Πολλακιουρία

Συχνές

Όχι συχνές

--

 

 

Νεφρική δυσλειτουργία

--

--

--

Μη γνωστές

 

Οξεία νεφρική ανεπάρκεια

Όχι συχνές

--

--

Μη γνωστές

 

Νεφρική ανεπάρκεια και

--

--

Μη γνωστές

Σπάνιες

 

δυσλειτουργία

 

 

 

 

Διαταραχές του

Ανικανότητα

Όχι συχνές

Όχι συχνές

--

Συχνές

αναπαραγωγικού

Γυναικομαστία

 

Όχι συχνές

--

--

συστήματος και

 

 

 

 

 

του μαστού

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γενικές

Αβασία, διαταραχή

Όχι συχνές

--

--

--

διαταραχές και

βαδίσματος

 

 

 

 

καταστάσεις της

Εξασθένιση

Όχι συχνές

Όχι συχνές

--

Μη γνωστές

οδού χορήγησης

Δυσφορία, αίσθημα

Όχι συχνές

Όχι συχνές

--

--

 

κακουχίας

 

 

 

 

 

Κόπωση

Συχνές

Συχνές

Όχι συχνές

--

 

Μη καρδιακό θωρακικό

Όχι συχνές

Όχι συχνές

--

--

 

άλγος

 

 

 

 

 

Οίδημα

Συχνές

Συχνές

--

--

 

Άλγος

--

Όχι συχνές

--

--

 

Πυρεξία

--

--

--

Μη γνωστές

Παρακλινικές

Αύξηση λιπιδίων

 

--

 

Πολύ

εξετάσεις

 

 

 

 

συχνές

 

Αύξηση ουρίας αίματος

Όχι συχνές

--

--

--

 

Αύξηση ουρικού οξέος

Όχι συχνές

--

--

 

 

αίματος

 

 

 

 

 

Γλυκοζουρία

 

 

 

Σπάνιες

 

Μείωση καλίου αίματος

Όχι συχνές

--

--

--

 

Αύξηση καλίου αίματος

--

--

Μη γνωστές

--

 

Αύξηση σωματικού βάρους

Όχι συχνές

Όχι συχνές

--

--

 

Μείωση σωματικού βάρους

--

Όχι συχνές

--

--

*Βλ. παράγραφο 4.4. Φωτοευαισθησία

**Κυρίως συμβατά με χολόσταση

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας

του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

4.9Υπερδοσολογία

Συμπτώματα

Δεν υπάρχει εμπειρία υπερδοσολογίας με το Copalia HCT. Το κυριότερο σύμπτωμα της υπερδοσολογίας με βαλσαρτάνη είναι ενδεχομένως η έντονη υπόταση με ζάλη. Η υπερδοσολογία με αμλοδιπίνη μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολική περιφερική αγγειοδιαστολή και ενδεχομένως, σε αντανακλαστική ταχυκαρδία. Με την αμλοδιπίνη έχει επίσης αναφερθεί σημαντική και δυνητικώς παρατεταμένη συστηματική υπόταση, που περιλαμβάνει καταπληξία με θανατηφόρο κατάληξη.

Θεραπεία

Αμλοδιπίνη/Βαλσαρτάνη/Υδροχλωροθειαζίδη

Η κλινικά σημαντική υπόταση που οφείλεται σε υπερδοσολογία με Copalia HCT απαιτεί την ενεργή καρδιαγγειακή υποστήριξη, συμπεριλαμβανομένης της συχνής παρακολούθησης της καρδιακής και της αναπνευστικής λειτουργίας, της ανύψωσης των άκρων και της παρακολούθησης του όγκου των υγρών στην κυκλοφορία καθώς και της αποβολής ούρων. Ένα αγγειοσυσταλτικό μπορεί να βοηθήσει στην αποκατάσταση του αγγειακού τόνου και της αρτηριακής πίεσης, με την προϋπόθεση ότι δεν αντενδείκνυται η χρήση του. Το ενδοφλεβίως χορηγούμενο γλυκονικό ασβέστιο μπορεί να αποβεί επωφελές όσον αφορά την προσπάθεια να αντιστραφούν οι επιδράσεις του αποκλεισμού των διαύλων ασβεστίου.

Αμλοδιπίνη

Εάν έγινε πρόσφατα η κατάποση, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο πρόκλησης εμέτου ή πλύσης στομάχου. Η χορήγηση ενεργού άνθρακα σε υγιείς εθελοντές αμέσως μετά τη λήψη αμλοδιπίνης ή έως και δύο ώρες μετά από αυτήν έχει αποδειχτεί ότι μειώνει σημαντικά την απορρόφηση της αμλοδιπίνης.

Η αμλοδιπίνη είναι απίθανο να απομακρυνθεί με αιμοδιύλιση.

Βαλσαρτάνη

Η βαλσαρτάνη είναι απίθανο να απομακρυνθεί με αιμοδιύλιση.

Υδροχλωροθειαζίδη

Η υπερδοσολογία με υδροχλωροθειαζίδη συνδέεται με έλλειψη ηλεκτρολυτών (υποκαλιαιμία, υποχλωριαιμία) και υποογκαιμία που προκύπτει από υπερβολική διούρηση. Τα συχνότερα σημεία και συμπτώματα υπερδοσολογίας είναι η ναυτία και η υπνηλία. Η υποκαλιαιμία μπορεί να οδηγήσει σε μυϊκούς σπασμούς ή/και να τονίσει την αρρυθμία που συνδέεται με την ταυτόχρονη χρήση γλυκοσιδών δακτυλίτιδας ή ορισμένων αντι-αρρυθμικών φαρμακευτικών προϊόντων.

Ο βαθμός στον οποίο απομακρύνεται η υδροχλωροθειαζίδη με αιμοδιύλιση δεν έχει τεκμηριωθεί.

5.ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Παράγοντες που δρουν στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης, ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ, άλλοι συνδυασμοί, κωδικός ATC: C09DΧ01.

Μηχανισμός δράσης

Το Copalia HCT συνδυάζει τρεις αντιυπερτασικές ουσίες με συμπληρωματικούς μηχανισμούς δράσης προκειμένου να ελεγχθεί η αρτηριακή πίεση των ασθενών με ιδιοπαθή υπέρταση: η αμλοδιπίνη ανήκει στην ομάδα των ανταγωνιστών του ασβεστίου, η βαλσαρτάνη στην ομάδα των ανταγωνιστών της αγγειοτενσίνης ΙΙ και η υδροχλωροθειαζίδη ανήκει στην ομάδα των θειαζιδικών διουρητικών. Ο συνδυασμός αυτών των ουσιών έχει αθροιστική αντιυπερτασική επίδραση.

Αμλοδιπίνη/Βαλσαρτάνη/Υδροχλωροθειαζίδη

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Το Copalia HCT μελετήθηκε σε μια διπλή τυφλή, ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο μελέτη σε υπερτασικούς ασθενείς. Συνολικά 2.271 ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή υπέρταση (η μέση αρχική συστολική/διαστολική αρτηριακή πίεση ήταν 170/107 mmHg) έλαβαν θεραπείες με αμλοδιπίνη/βαλσαρτάνη/υδροχλωροθειαζίδη 10 mg/320 mg/25 mg, βαλσαρτάνη/υδροχλωροθειαζίδη 320 mg/25 mg, αμλοδιπίνη/βαλσαρτάνη 10 mg/320 mg ή υδροχλωροθειαζίδη/αμλοδιπίνη

25 mg/10 mg. Στην έναρξη της μελέτης, οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν χαμηλότερες δόσεις της συνδυασμένης θεραπείας και τιτλοποιήθηκαν στην πλήρη θεραπευτική δόση έως την εβδομάδα 2.

Την εβδομάδα 8, οι μέσες μειώσεις της συστολικής/διαστολικής αρτηριακής πίεσης ήταν 39,7/24,7 mmHg με Copalia HCT, 32,0/19,7 mmHg με βαλσαρτάνη/υδροχλωροθειαζίδη,

33,5/21,5 mmHg με αμλοδιπίνη/βαλσαρτάνη και 31,5/19,5 mmHg με αμλοδιπίνη/υδροχλωροθειαζίδη. Η τριπλή συνδυασμένη θεραπεία ήταν στατιστικά ανώτερη από καθεμιά από τις τρεις διπλές συνδυασμένες θεραπείες ως προς τη μείωση της διαστολικής και της συστολικής αρτηριακής πίεσης. Οι μειώσεις της συστολικής/διαστολικής αρτηριακής πίεσης με το Copalia HCT ήταν κατά

7,6/5,0 mmHg μεγαλύτερες από ότι με τη βαλσαρτάνη/υδροχλωροθειαζίδη, κατά 6,2/3,3 mmHg μεγαλύτερες από ότι με την αμλοδιπίνη/βαλσαρτάνη και κατά 8,2/5,3 mmHg μεγαλύτερες από ότι με την αμλοδιπίνη/υδροχλωροθειαζίδη. Η πλήρης επίδραση μείωσης της αρτηριακής πίεσης επιτεύχθηκε μετά από 2 εβδομάδες λήψης της μέγιστης δόσης του Copalia HCT. Στατιστικά μεγαλύτερα ποσοστά ασθενών πέτυχαν ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης (<140/90 mmHg) με Copalia HCT (71%) σε σχέση με καθεμιά από τις τρεις διπλές συνδυασμένες θεραπείες (45-54%) (p<0,0001).

Σε μια υποομάδα 283 ασθενών που εστίαζε στην παρακολούθηση της περιπατητικής αρτηριακής πίεσης, παρατηρήθηκαν κλινικά και στατιστικά ανώτερες μειώσεις της 24-ωρης συστολικής και διαστολικής αρτηριακής πίεσης με τον τριπλό συνδυασμό σε σύγκριση με την βαλσαρτάνη/υδροχλωροθειαζίδη, την βαλσαρτάνη/αμλοδιπίνη και την υδροχλωροθειαζίδη/αμλοδιπίνη.

Αμλοδιπίνη

Μηχανισμός δράσης

Η αμλοδιπίνη, που είναι ένα από τα συστατικά του Copalia HCT, αναστέλλει τη διαμεμβρανική είσοδο των ιόντων ασβεστίου στον καρδιακό και στον αγγειακό λείο μυ. Ο μηχανισμός της αντιυπερτασικής δράσης της αμλοδιπίνης οφείλεται στην χάλαση των λείων μυϊκών ινών των αγγείων, που προκαλεί μείωση των περιφερικών αγγειακών αντιστάσεων και της αρτηριακής πίεσης.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Πειραματικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η αμλοδιπίνη συνδέεται σε σημεία σύνδεσης τόσο των διυδροπυριδινών όσο και των μη-διυδροπυριδινών. Οι συσταλτικές διαδικασίες του καρδιακού και αγγειακού λείου μυός εξαρτώνται από την είσοδο των εξωκυττάριων ιόντων ασβεστίου σε αυτά τα κύτταρα διαμέσου συγκεκριμένων διαύλων ιόντων.

Μετά από χορήγηση θεραπευτικών δόσεων σε υπερτασικούς ασθενείς, η αμλοδιπίνη προκαλεί αγγειοδιαστολή, οδηγώντας σε μείωση της αρτηριακής πίεσης σε ύπτια και σε όρθια θέση. Αυτές οι μειώσεις της αρτηριακής πίεσης δεν συνοδεύονται από σημαντική μεταβολή του καρδιακού ρυθμού ή των επιπέδων κατεχολαμινών στο πλάσμα με χρόνια χορήγηση.

Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα συσχετίζονται με το αποτέλεσμα και σε νέους και σε ηλικιωμένους ασθενείς.

Σε υπερτασικούς ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, οι θεραπευτικές δόσεις της αμλοδιπίνης οδήγησαν σε μείωση των νεφρικών αγγειακών αντιστάσεων και σε αύξηση του ρυθμού σπειραματικής διήθησης και της δραστικής νεφρικής ροής πλάσματος, χωρίς μεταβολή του κλάσματος διήθησης ή πρωτεϊνουρία.

Όπως και με άλλους αναστολείς των διαύλων ασβεστίου, οι αιμοδυναμικές μετρήσεις της καρδιακής λειτουργίας σε ηρεμία και κατά τη διάρκεια άσκησης (ή βηματοδότησης) σε ασθενείς με φυσιολογική κοιλιακή λειτουργία που λαμβάνουν αμλοδιπίνη έχουν δείξει γενικά μικρή αύξηση του καρδιακού δείκτη χωρίς σημαντική επίδραση στο λόγο dP/dt ή στην τελοδιαστολική πίεση ή τον τελοδιαστολικό όγκο της αριστερής κοιλίας. Σε αιμοδυναμικές μελέτες, η αμλοδιπίνη δεν έχει συσχετιστεί με αρνητική ινότροπο δράση όταν χορηγήθηκε στο εύρος θεραπευτικών δόσεων σε υγιή ζώα και ανθρώπους, ακόμα και όταν συγχορηγήθηκε με βήτα αποκλειστές σε ανθρώπους.

Ηαμλοδιπίνη δεν μεταβάλλει τη λειτουργία του φλεβοκόμβου ή την κολποκοιλιακή αγωγιμότητα σε υγιή ζώα ή ανθρώπους. Σε κλινικές μελέτες όπου η αμλοδιπίνη χορηγήθηκε σε συνδυασμό με βήτα αποκλειστές σε ασθενείς είτε με υπέρταση είτε με στηθάγχη, δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες επιδράσεις σε ηλεκτροκαρδιογραφικές παραμέτρους.

Ηαμλοδιπίνη έχει μελετηθεί σε ασθενείς με χρόνια σταθερή στηθάγχη, αγγειοσυσπαστική στηθάγχη και αγγειογραφικά τεκμηριωμένη στεφανιαία νόσο.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Χρήση σε ασθενείς με υπέρταση

Μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή μελέτη νοσηρότητας-θνησιμότητας, που ονομάζεται Μελέτη Αντιυπερτασικής και Αντιλιπιδαιμικής Θεραπείας για την Πρόληψη του Καρδιακού Επεισοδίου (ALLHAT), πραγματοποιήθηκε για να συγκρίνει νεότερες θεραπείες: αμλοδιπίνη 2,5-10 mg/ημέρα (αποκλειστής των διαύλων ασβεστίου) ή λισινοπρίλη 10-40 mg/ημέρα (ΑΜΕΑ) ως θεραπείες πρώτης γραμμής έναντι του διουρητικού θειαζίδης, χλωροθαλιδόνη 12,5-25 mg/ημέρα στην ήπια έως μέτρια υπέρταση.

Συνολικά 33.357 υπερτασικοί ασθενείς ηλικίας 55 ετών και άνω τυχαιοποιήθηκαν και παρακολουθήθηκαν για μέσο διάστημα 4,9 ετών. Οι ασθενείς είχαν τουλάχιστον έναν πρόσθετο παράγοντα κινδύνου στεφανιαίας νόσου, συμπεριλαμβανομένου του προηγούμενου εμφράγματος του μυοκαρδίου ή του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (>6 μήνες πριν την ένταξη) ή άλλης τεκμηριωμένης αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου (συνολικά 51,5%), διαβήτη τύπου 2 (36,1%), υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνης - χοληστερόλη <35 mg/dl ή <0,906 mmol/l (11,6%), διάγνωση υπερτροφίας της αριστερής κοιλίας μέσω ηλεκτροκαρδιογραφήματος ή ηχοκαρδιογραφήματος (20,9%), ενεργοί καπνιστές (21,9%).

Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν σύνθετο και περιελάμβανε θανατηφόρα στεφανιαία νόσο ή μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου. Δεν υπήρχε σημαντική διαφορά στο κύριο καταληκτικό σημείο μεταξύ της βασισμένης σε αμλοδιπίνη θεραπείας και της βασισμένης σε χλωροθαλιδόνη θεραπείας: σχετικός κίνδυνος (RR) 0,98, 95% CI (0,90-1,07), p=0,65. Από τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία, η επίπτωση της καρδιακής ανεπάρκειας (συνιστώσα ενός σύνθετου συνδυασμένου καρδιαγγειακού καταληκτικού σημείου) ήταν σημαντικά υψηλότερη στην ομάδα της αμλοδιπίνης, σε σύγκριση με την ομάδα της χλωροθαλιδόνης (10,2% έναντι 7,7%, RR 1,38, 95% CI [1,25-1,52], p <0,001). Ωστόσο, δεν υπήρχε σημαντική διαφορά στη θνησιμότητα όλων των αιτιών μεταξύ της βασισμένης σε αμλοδιπίνη θεραπείας και της βασισμένης σε χλωροθαλιδόνη θεραπείας

RR 0,96, 95% CI [0,89-1,02], p=0,20.

Βαλσαρτάνη

Μηχανισμός δράσης

Η βαλσαρτάνη είναι ένας χορηγούμενος από του στόματος δραστικός, ισχυρός και ειδικός ανταγωνιστής των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ. Δρα εκλεκτικά στον υπότυπο υποδοχέα AT1, που είναι υπεύθυνος για τις γνωστές δράσεις της αγγειοτενσίνης ΙΙ.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Η χορήγηση βαλσαρτάνης σε ασθενείς με υπέρταση οδηγεί σε πτώση της αρτηριακής πίεσης χωρίς να επηρεάζει τον καρδιακό ρυθμό.

Στην πλειονότητα των ασθενών, μετά τη χορήγηση μίας δόσης από του στόματος, η αντιυπερτασική δράση εμφανίζεται εντός 2 ωρών, και η μέγιστη πτώση της αρτηριακής πίεσης επιτυγχάνεται εντός 4-6 ωρών. Η αντιυπερτασική δράση παραμένει για διάστημα μεγαλύτερο των 24 ωρών μετά τη χορήγηση. Με επαναλαμβανόμενη χορήγηση, η μέγιστη μείωση της αρτηριακής πίεσης με οποιαδήποτε δόση επιτυγχάνεται εντός 2-4 εβδομάδων.

Υδροχλωροθειαζίδη

Μηχανισμός δράσης

Το σημείο δράσης των θειαζιδικών διουρητικών βρίσκεται κυρίως στο άπω εσπειραμένο νεφρικό σωληνάριο. Έχει αποδειχθεί ότι υπάρχει ένας υποδοχέας υψηλής συγγένειας στο νεφρικό φλοιό ως κύριο σημείο δέσμευσης για τη δράση των θειαζιδικών διουρητικών και την αναστολή της μεταφοράς NaCl στο άπω εσπειραμένο νεφρικό σωληνάριο. Ο τρόπος δράσης των θειαζιδών είναι μέσω της αναστολής του συμμεταφορέα Na+Cl- ίσως με τον ανταγωνισμό για το σημείο Cl-, επηρεάζοντας, ως εκ τούτου, τους μηχανισμούς επαναπορρόφησης ηλεκτρολυτών: άμεσα με την αύξηση της αποβολής νατρίου και χλωρίου σε ίσο βαθμό κατά προσέγγιση και έμμεσα, μέσω της διουρητικής δράσης, που μειώνει τον όγκο του πλάσματος, με συνακόλουθες αυξήσεις της δράσης της ρενίνης στο πλάσμα, της έκκρισης αλδοστερόνης και της έκκρισης καλίου μέσω των ούρων και μείωση του καλίου του ορού.

Παιδιατρικός πληθυσμός Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των

αποτελεσμάτων των μελετών με το Copalia HCT σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην ιδιοπαθή υπέρταση (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

Άλλα: Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (ΣΡΑΑ)

Δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες (η ONTARGET (ONgoing Telmisartan Alone and in combination with Ramipril Global Endpoint Trial) και η VA NEPHRON-D (The Veterans Affairs Nephropathy in Diabetes)) έχουν εξετάσει τη χρήση του συνδυασμού ενός αναστολέα ΜΕΑ με έναν ΑΥΑII.

Η ONTARGET ήταν μία μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς με ιστορικό καρδιαγγειακής ή εγκεφαλικής αγγειακής νόσου ή σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 συνοδευόμενο από ένδειξη βλάβης τελικού οργάνου. Η VA NEPHRON-D ήταν μία μελέτη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και διαβητική νεφροπάθεια.

Αυτές οι μελέτες δεν έχουν δείξει σημαντική ωφέλιμη επίδραση στις νεφρικές και/ή στις καρδιαγγειακές εκβάσεις και τη θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε ένας αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και/ή υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία. Δεδομένων των παρόμοιων φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων, αυτά τα αποτελέσματα είναι επίσης σχετικά για άλλους αναστολείς ΜΕΑ και ΑΥΑΙΙ.

Ως εκ τούτου οι αναστολείς ΜΕΑ και οι ΑΥΑΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια (βλ. παράγραφο 4.4).

Η ALTITUDE (Aliskiren Trial in Type 2 Diabetes Using Cardiovascular and Renal Disease Endpoints) ήταν μία μελέτη σχεδιασμένη να ελέγξει το όφελος της προσθήκης αλισκιρένης σε μία πρότυπη θεραπεία με έναν αναστολέα ΜΕΑ ή έναν ΑΥΑΙΙ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνια νεφρική νόσο, καρδιαγγειακή νόσο ή και τα δύο. Η μελέτη διεκόπη πρόωρα λόγω ενός αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων εκβάσεων. Ο καρδιαγγειακός θάνατος και το εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν και τα δύο αριθμητικά συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και τα ανεπιθύμητα συμβάντα και τα σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα ενδιαφέροντος (υπερκαλιαιμία, υπόταση και νεφρική δυσλειτουργία) αναφέρθηκαν συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.

5.2Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Γραμμικότητα Η αμλοδιπίνη, η βαλσαρτάνη και η υδροχλωροθειαζίδη παρουσιάζουν γραμμική φαρμακοκινητική.

Αμλοδιπίνη/βαλσαρτάνη/υδροχλωροθειαζίδη

Μετά την από του στόματος χορήγηση Copalia HCT σε φυσιολογικούς, υγιείς ενηλίκους, οι μέγιστες συγκεντρώσεις αμλοδιπίνης, βαλσαρτάνης και υδροχλωροθειαζίδης στο πλάσμα επιτυγχάνονται σε 6-8 ώρες, 3 ώρες και 2 ώρες αντίστοιχα. Το ποσοστό και ο βαθμός της απορρόφησης της αμλοδιπίνης, της βαλσαρτάνης και της υδροχλωροθειαζίδης από το Copalia HCT είναι ίδιοι όπως όταν χορηγούνται ως μεμονωμένες δοσολογικές μορφές.

Αμλοδιπίνη

Απορρόφηση

Μετά την από του στόματος χορήγηση θεραπευτικών δόσεων μονοθεραπείας αμλοδιπίνης, οι μέγιστες συγκεντρώσεις της αμλοδιπίνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται σε 6-12 ώρες. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα υπολογίζεται ότι κυμαίνεται μεταξύ 64% και 80%. Η βιοδιαθεσιμότητα της αμλοδιπίνης δεν επηρεάζεται από την λήψη τροφής.

Κατανομή

Ο όγκος κατανομής είναι περίπου 21 l/kg. Μελέτες in vitro με την αμλοδιπίνη έδειξαν ότι το 97,5% περίπου του κυκλοφορούντος φαρμάκου δεσμεύεται από τις πρωτεΐνες του πλάσματος.

Βιομετασχηματισμός

Η αμλοδιπίνη μεταβολίζεται σε εκτεταμένο βαθμό (περίπου 90%) στο ήπαρ σε ανενεργούς μεταβολίτες.

Αποβολή

Η απομάκρυνση της αμλοδιπίνης από το πλάσμα είναι διφασική, με τελικό χρόνο ημιζωής για την απομάκρυνση 30 έως 50 ώρες. Τα επίπεδα σταθερής κατάστασης στο πλάσμα επιτυγχάνονται μετά από συνεχή χορήγηση για 7-8 ημέρες. Το 10% της αρχικής αμλοδιπίνης και το 60% των μεταβολιτών της αμλοδιπίνης απεκκρίνονται στα ούρα.

Βαλσαρτάνη

Απορρόφηση

Μετά από του στόματος χορήγηση μονοθεραπείας βαλσαρτάνης, οι μέγιστες συγκεντρώσεις της βαλσαρτάνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται σε 2-4 ώρες. Η μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι 23%. Η τροφή μειώνει την έκθεση (όπως μετράται μέσω της AUC) στη βαλσαρτάνη κατά 40% περίπου και τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) κατά 50% περίπου, αν και 8 ώρες περίπου μετά τη δόση οι συγκεντρώσεις της βαλσαρτάνης στο πλάσμα είναι παρόμοιες για την ομάδα των ασθενών που έλαβαν τροφή και για την ομάδα αυτών που δεν έλαβαν. Ωστόσο, αυτή η μείωση της AUC δεν συνοδεύεται από κλινικά σημαντική μείωση της θεραπευτικής δράσης, και επομένως η βαλσαρτάνη μπορεί να χορηγείται με ή χωρίς τροφή.

Κατανομή

Ο όγκος κατανομής της βαλσαρτάνης σε σταθερή κατάσταση μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι περίπου 17 λίτρα, υποδεικνύοντας ότι η βαλσαρτάνη δεν κατανέμεται εκτενώς στους ιστούς. Η βαλσαρτάνη συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με πρωτεΐνες ορού (94–97%), και κυρίως λευκωματίνη ορού.

Βιομετασχηματισμός

Η βαλσαρτάνη δεν μετατρέπεται σε μεγάλο βαθμό, καθώς μόνο το 20% περίπου της δόσης ανιχνεύεται ως μεταβολίτες. Ένας υδροξυμεταβολίτης έχει εντοπιστεί στο πλάσμα σε χαμηλές συγκεντρώσεις (λιγότερο από το 10% της AUC της βαλσαρτάνης). Αυτός ο μεταβολίτης είναι φαρμακολογικά μη δραστικός.

Αποβολή

Η βαλσαρτάνη εμφανίζει κινητική πολυεκθετικής εξασθένισης (t½α <1 ώρας και t½β περίπου 9 ώρες). Η βαλσαρτάνη αποβάλλεται κατά κύριο λόγο από τα κόπρανα (περίπου το 83% της δόσης) και τα ούρα (περίπου το 13% της δόσης), κυρίως ως αναλλοίωτο φάρμακο. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η κάθαρση της βαλσαρτάνης στο πλάσμα είναι περίπου 2 l/h και η νεφρική της κάθαρση είναι 0,62 l/h (περίπου το 30% της ολικής κάθαρσης). Η ημιζωή της βαλσαρτάνης είναι 6 ώρες.

Υδροχλωροθειαζίδη

Απορρόφηση

Ηαπορρόφηση της υδροχλωροθειαζίδης έπειτα από μία δόση από το στόμα, είναι ταχεία (Tmax περίπου 2 ώρες). Η αύξηση της μέσης AUC είναι γραμμική και ανάλογη της δόσης στο θεραπευτικό εύρος.

Ηεπίδραση της τροφής στην απορρόφηση της υδροχλωροθειαζίδης, εάν υπάρχει, έχει ελάχιστη κλινική σημασία. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της υδροχλωροθειαζίδης είναι 70% μετά από χορήγηση από το στόμα.

Κατανομή

Ο φαινόμενος όγκος κατανομής είναι 4-8 l/kg. Η κυκλοφορούσα υδροχλωροθειαζίδη συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με πρωτεΐνες ορού (40-70%), και κυρίως λευκωματίνη ορού. Η υδροχλωροθειαζίδη συσσωρεύεται επίσης στα ερυθροκύτταρα σε επίπεδα περίπου 3 φορές από εκείνα στο πλάσμα.

Βιομετασχηματισμός

Η υδροχλωροθειαζίδη αποβάλλεται κυρίως ως αμετάβλητη ουσία.

Αποβολή

Η υδροχλωροθειαζίδη αποβάλλεται από το πλάσμα με χρόνο ημίσειας ζωής κατά μέσο όρο 6 έως 15 ώρες κατά την τελική φάση της αποβολής. Δεν υπάρχει καμία αλλαγή στην κινητική της

υδροχλωροθειαζίδης με την επαναληπτική δοσολογία και η συσσώρευση είναι ελάχιστη όταν η δόση χορηγείται άπαξ ημερησίως. Ποσοστό μεγαλύτερο του 95% της απορροφούμενης δόσης αποβάλλεται ως αναλλοίωτη ουσία στα ούρα. Η νεφρική κάθαρση συνίσταται από παθητική διήθηση και ενεργή απέκκριση στο νεφρικό σωληνάριο.

Ειδικοί πληθυσμοί

Παιδιατρικοί ασθενείς (ηλικίας κάτω των 18 ετών)

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα φαρμακοκινητικής όσον αφορά τον παιδιατρικό πληθυσμό.

Ηλικιωμένοι (ηλικίας 65 ετών και άνω)

Ο χρόνος έως τις μέγιστες συγκεντρώσεις της αμλοδιπίνης στο πλάσμα είναι παρόμοιος για τους νέους και τους ηλικιωμένους ασθενείς. Σε ηλικιωμένους ασθενείς, η κάθαρση της αμλοδιπίνης τείνει να μειώνεται, κάτι που προκαλεί αυξήσεις στην περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) και την ημιζωή απομάκρυνσης. Η μέση συστηματική AUC της βαλσαρτάνης είναι μεγαλύτερη κατά 70% στους ηλικιωμένους ασθενείς από ότι στους νέους, επομένως απαιτείται προσοχή όταν αυξάνεται η δοσολογία.

Η συστηματική έκθεση στην βαλσαρτάνη είναι ελαφρώς αυξημένη στους ηλικιωμένους σε σχέση με τους νέους, αλλά δεν έχει αποδειχθεί ότι αυτό παρουσιάζει οποιαδήποτε κλινική σημασία.

Περιορισμένα δεδομένα δείχνουν ότι η συστηματική κάθαρση της υδροχλωροθειαζίδης είναι μειωμένη και στους υγιείς και στους υπερτασικούς ηλικιωμένους σε σχέση με νεαρούς υγιείς εθελοντές.

Εφόσον τα τρία συστατικά είναι εξίσου καλά ανεκτά σε νέους και ηλικιωμένους ασθενείς, συνιστώνται κανονικά δοσολογικά σχήματα (βλ. παράγραφο 4.2).

Νεφρική δυσλειτουργία

Η φαρμακοκινητική της αμλοδιπίνης δεν επηρεάζεται σημαντικά από τη νεφρική δυσλειτουργία. Όπως αναμένεται για μια ένωση που η νεφρική της κάθαρση αντιστοιχεί μόλις στο 30% της ολικής κάθαρσης στο πλάσμα, δεν παρατηρήθηκε συσχέτιση μεταξύ της νεφρικής λειτουργίας και της συστηματικής έκθεσης στη βαλσαρτάνη.

Ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία μπορούν, επομένως, να λάβουν τη συνήθη αρχική δόση (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).

Με την παρουσία νεφρικής δυσλειτουργίας, οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και οι τιμές AUC της υδροχλωροθειαζίδης αυξάνονται και ο ρυθμός απέκκρισης από τα ούρα μειώνεται. Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια βαρύτητα νεφρικής δυσλειτουργίας, έχει παρατηρηθεί 3-πλάσια αύξηση στην AUC της υδροχλωροθειαζίδης. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία έχει παρατηρηθεί 8-πλάσια αύξηση στην AUC. Το Copalia HCT αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, ανουρία ή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση (βλ. παράγραφο 4.3).

Ηπατική δυσλειτουργία

Πολύ περιορισμένα κλινικά δεδομένα είναι διαθέσιμα σχετικά με τη χορήγηση της αμλοδιπίνης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Οι ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία παρουσιάζουν μειωμένη κάθαρση της αμλοδιπίνης με συνεπακόλουθη αύξηση της AUC κατά 40-60% περίπου. Κατά μέσο όρο, σε ασθενείς με ήπια έως μέτριας βαρύτητας χρόνια ηπατική νόσο, η έκθεση (μετρηθείσα με τιμές AUC) στη βαλσαρτάνη είναι δύο φορές μεγαλύτερη από αυτή των υγιών εθελοντών (προσαρμοσμένη ως προς την ηλικία, το φύλο και το σωματικό βάρος). Λόγω του συστατικού της βαλσαρτάνης, το Copalia HCT αντενδείκνυται σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.3).

5.3Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Αμλοδιπίνη/Βαλσαρτάνη/Υδροχλωροθειαζίδη Σε διάφορες προκλινικές μελέτες ασφάλειας που διεξήχθησαν σε αρκετά ζωικά είδη με αμλοδιπίνη,

βαλσαρτάνη, υδροχλωροθειαζίδη, βαλσαρτάνη/υδροχλωροθειαζίδη, αμλοδιπίνη/βαλσαρτάνη και αμλοδιπίνη/βαλσαρτάνη/υδροχλωροθειαζίδη (Copalia HCT), δεν υπήρχαν ενδείξεις συστηματικής τοξικότητας ή τοξικότητας του οργάνου-στόχου που θα μπορούσαν να επηρεάσουν δυσμενώς την ανάπτυξη του Copalia HCT για κλινική χρήση στον άνθρωπο.

Προκλινικές μελέτες ασφάλειας διάρκειας μέχρι 13 εβδομάδων διεξήχθησαν με αμλοδιπίνη/βαλσαρτάνη/υδροχλωροθειαζίδη σε αρουραίους. Ο συνδυασμός οδήγησε σε αναμενόμενη μείωση της ερυθροκυτταρικής μάζας (ερυθροκύτταρα, αιμοσφαιρίνη, αιματοκρίτης και δικτυοερυθροκύτταρα), αύξηση της ουρίας ορού, αύξηση της κρεατινίνης ορού, αύξηση του καλίου ορού, υπερπλασία των κυττάρων της παρασπειραματικής συσκευής (JG) στο νεφρό και εστιακές αλλοιώσεις του αδενώδους τοιχώματος του στομάχου στον αρουραίο. Όλες αυτές οι μεταβολές ήταν αναστρέψιμες μετά από περίοδο ανάρρωσης 4 εβδομάδων και θεωρήθηκε ότι ήταν υπερβολικές φαρμακολογικές δράσεις.

Ο συνδυασμός αμλοδιπίνη/βαλσαρτάνη/υδροχλωροθειαζίδη δεν δοκιμάστηκε για γονιδιοτοξικότητα ή καρκινογένεση, εφόσον δεν υπήρχαν ενδείξεις για τυχόν αλληλεπιδράσεις ανάμεσα σε αυτές τις ουσίες, οι οποίες κυκλοφορούσαν στην αγορά για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, η αμλοδιπίνη, η βαλσαρτάνη και η υδροχλωροθειαζίδη έχουν δοκιμαστεί μεμονωμένα για γονιδιοτοξικότητα και καρκινογένεση με αρνητικά αποτελέσματα.

Αμλοδιπίνη

Αναπαραγωγική τοξικολογία

Σε μελέτες αναπαραγωγής με επίμυες και μύες, μετά από χορήγηση δόσεων περίπου 50 φορές μεγαλύτερες από τη μέγιστη συνιστώμενη δοσολογία για τους ανθρώπους, βασιζόμενοι σε mg/kg, παρατηρήθηκαν καθυστέρηση τοκετού, αυξημένη διάρκεια τοκετού και μειωμένη επιβίωση του εμβρύου και του νεογνού.

Δυσλειτουργία γονιμότητας

Δεν υπήρξε επίδραση στη γονιμότητα των αρουραίων που έλαβαν αμλοδιπίνη (τα αρσενικά για 64 ημέρες και τα θηλυκά για 14 ημέρες πριν το ζευγάρωμα) σε δόσεις μέχρι και 10 mg/kg/ημέρα

(8 φορές* μεγαλύτερη της μέγιστης συνιστώμενης δόσης στον άνθρωπο των 10 mg, βάσει mg/m2). Σε μία άλλη μελέτη σε αρουραίους κατά την οποία στα αρσενικά χορηγήθηκε amlodipine besilate για

30 ημέρες σε δόση συγκρίσιμη με την ανθρώπινη δόση βάσει mg/kg, παρατηρήθηκε μείωση της θυλακο-διεγερτικής ορμόνης και της τεστοστερόνης στο πλάσμα καθώς και μειώσεις στην πυκνότητα του σπέρματος και στον αριθμό της ώριμης σπερματίδης και των κυττάρων Sertoli.

Καρκινογένεση, μεταλλαξιογένεση

Δεν υπήρχαν ενδείξεις καρκινογένεσης σε αρουραίους και ποντίκια όπου δόθηκε στη δίαιτά τους αμλοδιπίνη για δύο χρόνια σε συγκεντρώσεις που υπολογίζεται ότι αντιστοιχούν σε ημερήσια δόση 0,5, 1,25 και 2,5 mg/kg. Η υψηλότερη δόση (για τους ποντικούς, όμοια και για τους αρουραίους δύο φορές* μεγαλύτερη της μέγιστης συνιστώμενης κλινικής δόσης των 10 mg βάσει mg/m2) ήταν κοντά στη μέγιστη ανεκτή δόση για τους ποντικούς, αλλά όχι για τους αρουραίους.

Μελέτες μεταλλαξιογένεσης δεν έδειξαν επιδράσεις του φαρμάκου στα γονίδια ή στο επίπεδο των χρωμοσωμάτων.

* Με βάση το βάρος ασθενούς ίσο με 50 kg.

Βαλσαρτάνη Τα μη κλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις

συμβατικές μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων, γονοτοξικότητας, ενδεχόμενης καρκινογόνου δράσης, τοξικότητας στην αναπαραγωγή και την ανάπτυξη.

Σε αρουραίους, μητρικές τοξικές δόσεις (600 mg/kg/ημέρα) κατά τις τελευταίες ημέρες της κύησης και κατά τη γαλουχία οδήγησαν σε μικρότερη επιβίωση, χαμηλότερη αύξηση βάρους και καθυστερημένη ανάπτυξη (αποκόλληση του πτερυγίου του ωτός και του έξω ακουστικού πόρου) των απογόνων (βλ. παράγραφο 4.6). Οι δόσεις αυτές σε αρουραίους (600 mg/kg/ημέρα) είναι περίπου

18 φορές η μέγιστη συνιστώμενη ανθρώπινη δόση σε βάση mg/m2 (οι υπολογισμοί θεωρούν ως δεδομένη μια από του στόματος δόση των 320 mg/ημέρα και ασθενή 60-κιλών).

Σε μη κλινικές μελέτες για την ασφάλεια, υψηλές δόσεις βαλσαρτάνης (200 έως 600 mg/kg σωματικού βάρους) προκάλεσαν στους αρουραίους μείωση των παραμέτρων των κυττάρων των ερυθρών αιμοσφαιρίων (ερυθροκύτταρα, αιμοσφαιρίνη, αιματοκρίτης) και ένδειξη μεταβολών στη νεφρική αιμοδυναμική (ελαφρά αυξημένη ουρία αζώτου του αίματος, υπερπλασία των νεφρικών σωληναρίων και βασεοφιλία σε άρρενες). Οι δόσεις αυτές σε αρουραίους (20 έως 600 mg/kg/ημέρα) είναι περίπου 6 και 18 φορές η μέγιστη συνιστώμενη ανθρώπινη δόση σε βάση mg/m2 (οι υπολογισμοί θεωρούν ως δεδομένη μια από του στόματος δόση των 320 mg/ημέρα και ασθενή 60- κιλών).

Σε αρκτόμυς σε συγκρίσιμες δόσεις, οι μεταβολές ήταν παρόμοιες αν και σοβαρότερες, ιδιαίτερα στα νεφρά, όπου οι μεταβολές εξελίχθηκαν σε νεφροπάθεια, συμπεριλαμβανομένης αυξημένης ουρίας αζώτου αίματος και κρεατινίνης.

Υπερτροφία των παρασπειραματικών κυττάρων παρατηρήθηκε επίσης και στα δύο είδη ζώων. Όλες οι μεταβολές θεωρήθηκε ότι προκλήθηκαν από τη φαρμακολογική δράση της βαλσαρτάνης, που προκαλεί παρατεταμένη υπόταση, ιδιαίτερα στους αρκτόμυες. Για θεραπευτικές δόσεις βαλσαρτάνης στον άνθρωπο, η υπερτροφία των παρασπειραματικών κυττάρων δε φαίνεται να έχει καμία σχετική σημασία.

6.ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1Κατάλογος εκδόχων

Copalia HCT 5 mg/160 mg/12,5 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Πυρήνας του δισκίου

Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική Κροσποβιδόνη Άνυδρο κολλοειδές πυριτίου οξείδιο Μαγνήσιο στεατικό

Επικάλυψη

Υπρομελλόζη

Τιτανίου διοξείδιο (E171) Πολυαιθυλενογλυκόλη 4000 Τάλκης

Copalia HCT 10 mg/160 mg/12,5 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Πυρήνας του δισκίου

Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική Κροσποβιδόνη Άνυδρο κολλοειδές πυριτίου οξείδιο Μαγνήσιο στεατικό

Επικάλυψη

Υπρομελλόζη Πολυαιθυλενογλυκόλη 4000 Τάλκης

Τιτανίου διοξείδιο (E171)

Κίτρινο οξείδιο του σιδήρου (E172) Κόκκινο οξείδιο του σιδήρου (Ε172)

Copalia HCT 5 mg/160 mg/25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Πυρήνας του δισκίου

Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική Κροσποβιδόνη Άνυδρο κολλοειδές πυριτίου οξείδιο Μαγνήσιο στεατικό

Επικάλυψη

Υπρομελλόζη Πολυαιθυλενογλυκόλη 4000 Τάλκης

Τιτανίου διοξείδιο (E171)

Κίτρινο οξείδιο του σιδήρου (E172)

Copalia HCT 10 mg/160 mg/25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Πυρήνας του δισκίου

Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική Κροσποβιδόνη Άνυδρο κολλοειδές πυριτίου οξείδιο Μαγνήσιο στεατικό

Επικάλυψη

Υπρομελλόζη Πολυαιθυλενογλυκόλη 4000 Τάλκης

Κίτρινο οξείδιο του σιδήρου (E172)

Copalia HCT 10 mg/320 mg/25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Πυρήνας του δισκίου

Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική Κροσποβιδόνη Άνυδρο κολλοειδές πυριτίου οξείδιο Μαγνήσιο στεατικό

Επικάλυψη

Υπρομελλόζη Πολυαιθυλενογλυκόλη 4000 Τάλκης

Κίτρινο οξείδιο του σιδήρου (E172)

6.2Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3Διάρκεια ζωής

2 χρόνια

6.4Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 30°C.

Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από την υγρασία.

6.5Φύση και συστατικά του περιέκτη

Κυψέλες PVC/PVDC. Μια κυψέλη περιέχει 7, 10 ή 14 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία. Μεγέθη συσκευασίας: 14, 28, 30, 56, 90, 98 ή 280 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία. Πολλαπλές συσκευασίες των 280 δισκίων, που αποτελούνται από 20 κουτιά, που το καθένα περιέχει 14 δισκία.

PVC/PVDC διάτρητες κυψέλες, μονάδων δόσης για νοσοκομειακή χρήση: Μεγέθη συσκευασίας: 56, 98 ή 280 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.

Πολλαπλές συσκευασίες των 280 δισκίων, που αποτελούνται από 4 κουτιά, που το καθένα περιέχει 70 δισκία.

Μπορεί να μη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Καμία ειδική υποχρέωση.

7.ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Novartis Europharm Limited Frimley Business Park Camberley GU16 7SR

Ηνωμένο Βασίλειο

8.ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Copalia HCT 5 mg/160 mg/12,5 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

EU/1/09/575/001-012

Copalia HCT 10 mg/160 mg/12,5 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

EU/1/09/575/013-024

Copalia HCT 5 mg/160 mg/25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

EU/1/09/575/025-036

Copalia HCT 10 mg/160 mg/25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

EU/1/09/575/037-048

Copalia HCT 10 mg/320 mg/25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

EU/1/09/575/049-060

9.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 04 Νοεμβρίου 2009 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 06 Νοεμβρίου 2014

10.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Λεπτομερή πληροφοριακά στοιχεία για το παρόν φαρμακευτικό προϊόν είναι διαθέσιμα στον διαδικτυακό τόπο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων http://www.ema.europa.eu

Σχόλια

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
  • Βοήθεια
  • Get it on Google Play
  • Σχετικά
  • Info on site by:

  • Presented by RXed.eu

  • 27558

    φάρμακα με συνταγογράφηση που απαριθμούνται