Greek
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

Emend (aprepitant) – περιληψη των χαρακτηριστικων του προϊοντοσ - A04AD12

Updated on site: 06-Oct-2017

Όνομα φαρμάκουEmend
Κωδικός ATCA04AD12
Ουσίαaprepitant
ΚατασκευαστήςMerck Sharp

Περιεχόμενα άρθρου

1.ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

EMEND 40 mg σκληρά καψάκια

2.ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε καψάκιο περιέχει 40 mg απρεπιτάντης.

Έκδοχο με γνωστή δράση

Κάθε καψάκιο περιέχει 40 mg σακχαρόζης.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3.ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Σκληρό καψάκιο.

Τα καψάκια είναι αδιαφανή με λευκό σώμα και κάλυμμα χρώματος κίτρινο μουσταρδί με τυπωμένο στο σώμα ακτινωτά με μαύρο μελάνι το «464» και το «40 mg».

4.ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1Θεραπευτικές ενδείξεις

Το EMEND 40 mg ενδείκνυται για την πρόληψη της μετεγχειρητικής ναυτίας και του εμέτου (ΜΕΝΕ) σε ενήλικες.

4.2Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Οι οδηγίες σχετικά με την κλινική θεραπεία θα πρέπει να ληφθούν υπόψιν όσον αφορά την ανάγκη

για προληπτική αγωγή κατά της μετεγχειρητικής ναυτίας και εμέτου (ΜΕΝΕ).

Η συνιστώμενη από του στόματος δόση του EMEND είναι μία εφάπαξ δόση των 40 mg εντός 3 ωρών πριν την έναρξη της αναισθησίας.

Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι (≥65 ετών)

Δεν απαιτείται καμία αναπροσαρμογή της δοσολογίας για τους ηλικιωμένους (βλ. παράγραφο 5.2).

Φύλο

Δεν απαιτείται καμία αναπροσαρμογή της δόσης όσον αφορά το -φύλο (βλ. παράγραφο 5.2).

Νεφρική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται καμία αναπροσαρμογή της δοσολογίας για ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ή για ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση (βλ. παράγραφο 5.2).

Ηπατική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται καμία αναπροσαρμογή της δοσολογίας για ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία. Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία για ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία και δεν υπάρχουν στοιχεία για ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Η απρεπιτάντη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σ'αυτούς τους ασθενείς (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του EMEND 40 mg σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Τα παρόντα διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στις παραγράφους 5.1 και 5.2, αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.

Τρόπος χορήγησης Το σκληρό καψάκιο θα πρέπει να καταπίνεται ολόκληρο.

Το EMEND μπορεί να ληφθεί με ή χωρίς τροφή.

4.3Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

4.4Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία για ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία και δεν υπάρχουν

στοιχεία για ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Το EMEND θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σ’ αυτούς τους ασθενείς (βλ. παράγραφο 5.2).

Αλληλεπιδράσεις με το CYP3A4

Το EMEND (40 mg) θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα πιμοζίδη, τερφεναδίνη, αστεμιζόλη, σισαπρίδη ή αλκαλοειδή παράγωγα της ερυσιβώδους όλυρας. Η αναστολή του ισοενζύμου 3Α4 (CYP3A4) του κυτοχρώματος P450 από την απρεπιτάντη μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις αυτών των δραστικών ουσιών στο πλάσμα, που μπορεί να προκαλέσουν σοβαρές ανεπιθύμητες αντιδράσεις (βλ. παράγραφο 4.5).

Ταυτόχρονη χορήγηση με ορμονικά αντισυλληπτικά Η αποτελεσματικότητα των ορμονικών αντισυλληπτικών μπορεί να μειωθεί κατά την διάρκεια και για

28 ημέρες μετά την χορήγηση του EMEND. Πρέπει να χρησιμοποιηθούν εναλλακτικοί μη-ορμονικοί συμπληρωματικοί τρόποι αντισύλληψης κατά την διάρκεια της θεραπείας με EMEND και για 2 μήνες μετά την τελευταία δόση του EMEND (βλ. παράγραφο 4.5).

Για περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την πιθανότητα αλληλεπίδρασης της απρεπιτάντης σε μεγάλες και πολλαπλές δόσεις, αναφερθείτε στο κείμενο Περίληψης Χαρακτηριστικών του Προϊόντος του EMEND 80 mg σκληρά καψάκια και 125 mg σκληρά καψάκια.

Έκδοχα

Τα καψάκια EMEND περιέχουν σακχαρόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη, δυσαπορρόφησης της γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκεια σακχαράσης- ισομαλτάσης δεν θα πρέπει να λάβουν αυτό το φάρμακο.

4.5Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Η απρεπιτάντη είναι υπόστρωμα, και δοσοεξαρτώμενος αναστολέας, και επαγωγέας του CYP3A4. Η απρεπιτάντη είναι επίσης επαγωγέας του CYP2C9. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας η εφάπαξ δοσολογία απρεπιτάντης των 40 mg που συνιστάται για MENE οδηγεί σε ασθενή αναστολή του CYP3A4. Μετά το πέρας της θεραπείας, το EMEND προκαλεί ήπια παροδική επαγωγή του CYP2C9, CYP3A4 και της γλυκουρονιδίωσης. Η απρεπιτάντη έχει μελετηθεί σε μεγαλύτερες δόσεις. Κατά την διάρκεια της θεραπείας για την ναυτία και τον έμετο που προκαλείται από την χημειοθεραπεία (ΝΕΧ), το δοσολογικό σχήμα 3-ημερών με 125 mg/80 mg απρεπιτάντης είναι μέτριος αναστολέας του CYP3A4. Η απρεπιτάντη δεν φαίνεται να αλληλεπιδρά με τον μεταφορέα της P-γλυκοπρωτεϊνης, όπως υποδεικνύεται από την έλλειψη αλληλεπίδρασης της απρεπιτάντης με τη διγοξίνη.

Επίδραση της απρεπιτάντης στη φαρμακοκινητική άλλων δραστικών ουσιών

Αναστολή του CYP3A4

Ως ασθενής αναστολέας του συστήματος CYP3A4, η απρεπιτάντη (40 mg) μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα των από του στόματος συγχορηγούμενων δραστικών ουσιών, που μεταβολίζονται μέσω του CYP3A4. Η συνολική έκθεση των από του στόματος χορηγούμενων υποστρωμάτων του CYP3A4 μπορεί να αυξηθούν μέχρι περίπου 1,5-φορά μετά από μία εφάπαξ δόση 40 mg της απρεπιτάντης. Η επίδραση της απρεπιτάντης στις συγκεντρώσεις στο πλάσμα ενδοφλεβίως χορηγούμενων υποστρωμάτων του CYP3A4 αναμένεται να είναι μικρότερη.

Το EMEND 40 mg πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν πιμοζίδη, τερφεναδίνη, αστεμιζόλη, σισαπρίδη ή αλκαλοειδή παράγωγα της ερυσιβώδους όλυρας. Η αναστολή του CYP3A4 από την απρεπιτάντη μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις αυτών των δραστικών ουσιών στο πλάσμα, που μπορεί να προκαλέσουν σοβαρές αντιδράσεις.

Κορτικοστεροειδή

Δεξαμεθαζόνη: Όταν συγχορηγήθηκε μία εφάπαξ δόση 40 mg απρεπιτάντης με μία εφάπαξ δόση από το στόμα δεξαμεθαζόνης 20 mg, αυξήθηκε η AUC της δεξαμεθαζόνης κατά 1,45-φορές. Δεν συνιστάται αναπροσαρμογή της δοσολογίας.

Μεθυλπρεδνιζολόνη: Παρόλο που δεν έχει μελετηθεί η ταυτόχρονη χορήγηση της μεθυλπρεδνιζολόνης με μία εφάπαξ δόση των 40 mg απρεπιτάντης, μία εφάπαξ δόση 40 mg απρεπιτάντης προκαλεί ασθενή επαγωγή του CYP3A4 και δεν αναμένεται να αλλάξει τις συγκεντρώσεις της μεθυλπρεδνιζολόνης στο πλάσμα σε ένα κλινικά σημαντικό βαθμό. Γι΄αυτό, δεν συνιστάται αναπροσαρμογή της δοσολογίας.

Μιδαζολάμη

Η AUC της μιδαζολάμης που χορηγήθηκε από το στόμα, αυξήθηκε κατά 1,2-φορές όταν μία εφάπαξ δόση απρεπιτάντης 40 mg συγχορηγήθηκε με μία εφάπαξ δόση μιδαζολάμης 2 mg από του στόματος. Αυτή η επίδραση δεν θεωρήθηκε κλινικά σημαντική.

Επαγωγή

Ως ήπιος επαγωγέας του CYP2C9, του CYP3A4 και της γλυκουρονιδίωσης, η απρεπιτάντη μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα των υποστρωμάτων που αποβάλλονται μέσω αυτών των οδών εντός δύο εβδομάδων μετά την έναρξη της θεραπείας. Για τα υποστρώματα CYP2C9 και CYP3A4 η επαγωγή είναι παροδική με μέγιστη επίδραση που επιτυγχάνεται σε 3-5 ημέρες. Η επίδραση διατηρείται για μερικές ημέρες, και αναμένεται να είναι κλινικά μη σημαντική σε δύο εβδομάδες μετά το τέλος της θεραπείας με EMEND. Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τις επιδράσεις των CYP2C8 και CYP2C19. Η συγχορήγηση του EMEND με δραστικές ουσίες που είναι γνωστό ότι μεταβολίζονται μέσω του CYP2C9 (π.χ. φαινυτοΐνη, βαρφαρίνη), μπορεί να οδηγήσει σε μικρότερες συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυτών των δραστικών ουσιών. Βάσει μελετών αλληλεπίδρασης με τολβουταμίδη και αντισυλληπτικά χορηγούμενα από το στόμα, η συνολική έκθεση στην ταυτόχρονη χορήγηση των δραστικών ουσιών που μεταβολίζονται από το CYP2C9 ή το CYP3A4 μπορεί να μειωθεί έως 15-30%.

Ορμονικά αντισυλληπτικά

Η αποτελεσματικότητα των ορμονικών αντισυλληπτικών μπορεί να μειωθεί κατά την διάρκεια και για 28 ημέρες μετά την χορήγηση του EMEND. Πρέπει να χρησιμοποιηθούν εναλλακτικοί μη-ορμονικοί συμπληρωματικοί τρόποι αντισύλληψης κατά την διάρκεια θεραπείας με EMEND και για 2 μήνες μετά την τελευταία δόση του EMEND.

Ανταγωνιστές 5-HT3

Σε κλινικές μελέτες αλληλεπίδρασης, η απρεπιτάντη δεν είχε κλινικά σημαντικές επιδράσεις στη φαρμακοκινητική της ονδανσετρόνης, γρανισετρόνης ή υδροντολασετρόνης (ενεργός μεταβολίτης της ντολασετρόνης).

Επίδραση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη φαρμακοκινητική της απρεπιτάντης

Η ταυτόχρονη χορήγηση του EMEND με δραστικές ουσίες οι οποίες είναι αναστολείς της δραστηριότητας του CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, βορικοναζόλη, ποσακοναζόλη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, νεφαζοδόνη και αναστολείς πρωτεασών) θα πρέπει να γίνεται με προσοχή, επειδή ο συνδυασμός αναμένεται να οδηγήσει στην κατά αρκετές φορές αύξηση των συγκεντρώσεων απρεπιτάντης στο πλάσμα (βλ. παράγραφο 4.4).

Ταυτόχρονη χορήγηση του EMEND με δραστικές ουσίες που είναι ισχυροί επαγωγείς της δραστηριότητας του CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη) θα πρέπει να αποφεύγεται επειδή ο συνδυασμός οδηγεί σε μειώσεις των συγκεντρώσεων της απρεπιτάντης στο πλάσμα, που μπορεί να οδηγήσουν σε μειωμένη αποτελεσματικότητα του EMEND. Η ταυτόχρονη χορήγηση του EMEND με φυτικά παρασκευάσματα που περιέχουν St. John’s Wort (Hypericum perforatum) δεν συνιστάται.

Κετοκοναζόλη

Όταν χορηγήθηκε μία εφάπαξ δόση 125 mg της απρεπιτάντης κατά την ημέρα 5 ενός δοσολογικού σχήματος 10 -ημερών 400 mg/ ημέρα κετοκοναζόλης, ισχυρού αναστολέα του CYP3A4, η AUC της απρεπιτάντης αυξήθηκε κατά 5-φορές και ο μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της απρεπιτάντης αυξήθηκε περίπου κατά 3-φορές.

Ριφαμπικίνη

Όταν χορηγήθηκε μία εφάπαξ δόση της απρεπιτάντης 375 mg κατά την ημέρα 9 ενός δοσολογικού σχήματος 14 -ημερών 600 mg/ ημέρα ριφαμπικίνης, ισχυρού επαγωγέα του CYP3A4, η AUC της απρεπιτάντης μειώθηκε κατά 91 % και ο μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής μειώθηκε κατά 68 %.

4.6Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες Η αποτελεσματικότητα των ορμονικών αντισυλληπτικών μπορεί να μειωθεί κατά τη διάρκεια και για

28 ημέρες μετά τη χορήγηση του EMEND. Εναλλακτικές μη-ορμονικές συμπληρωματικές μέθοδοι αντισύλληψης θα πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά την διάρκεια της θεραπείας με EMEND και για 2 μήνες μετά τη χορήγηση της τελευταίας δόσης του EMEND (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5).

Κύηση Δεν είναι διαθέσιμα κλινικά δεδομένα σχετικά με εκτεθείσες σε απρεπιτάντη εγκυμοσύνες. Σε μελέτες

σε ζώα, δεν υπήρξε ένδειξη για άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιπτώσεις σχετικά με την κύηση, την εμβρυονική/εμβρυϊκή ανάπτυξη, τον τοκετό ή την ανάπτυξη μετά τον τοκετό (βλ. παράγραφο 5.3). Οι πιθανές επιδράσεις των μεταβολών της ρύθμισης της νευροκινίνης στην αναπαραγωγή δεν είναι γνωστές. Το EMEND δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την διάρκεια της κύησης εκτός και εάν είναι απολύτως απαραίτητο

Θηλασμός Η απρεπιτάντη εκκρίνεται στο γάλα των θηλαζόντων αρουραίων. Δεν είναι γνωστό εάν η απρεπιτάντη

εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Γι’αυτό η γαλουχία κατά την διάρκεια θεραπείας με EMEND δεν συνιστάται.

Γονιμότητα Οι μελέτες γονιμότητας δεν έδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς δράσεις σχετικά με την επίτευξη

ζευγαρώματος, τη γονιμότητα, την εμβρυονική/εμβρυική ανάπτυξη ή τον αριθμό των σπερματοζωαρίων και την κινητικότητα του σπέρματος (βλ. παράγραφο 5.3).

4.7Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Το EMEND μπορεί να έχει μικρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Ζάλη και κόπωση μπορεί να παρουσιαστούν μετά τη χορήγηση του EMEND (βλ. παράγραφο 4.8).

4.8Ανεπιθύμητες ενέργειες

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας Το προφίλ ασφάλειας της απρεπιτάντης αξιολογήθηκε περίπου σε 6.500 ενήλικες.

Ανεπιθύμητες ενέργειες, αναφέρθηκαν περίπου στο 4 % των ενηλίκων που έλαβαν θεραπεία με 40 mg απρεπιτάντης σε σύγκριση περίπου με το 6 % των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με 4 mg ονδανσετρόνης ενδοφλεβίως. Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες σε ενήλικες που λαμβάνουν γενική αναισθησία, σε 564 ασθενείς χορηγήθηκαν 40 mg απρεπιτάντης από το στόμα και σε 538 ασθενείς χορηγήθηκαν 4 mg ονδανσετρόνη ενδοφλεβίως. Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σ΄αυτές τις κλινικές μελέτες έχουν περιγραφεί ως ήπιες προς μέτριες σε ένταση.

Η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια που αναφέρθηκε με μεγαλύτερη συχνότητα σε ενήλικες που έλαβαν 40 mg απρεπιτάντη (1,1 %) σε σύγκριση με ονδανσετρόνη (1,0 %) ήταν αυξημένη ALT.

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρήθηκαν σε μελέτες ΜΕΝΕ σε ενήλικες που έλαβαν

απρεπιτάντη σε μεγαλύτερη συχνότητα από ότι σ’αυτούς που έλαβαν ονδανσετρόνη ή σε χρήση μετά την κυκλοφορία:

Οι συχνότητες ορίζονται ως: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000) και πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Κατηγορία Οργανικό Σύστημα

Ανεπιθύμητη ενέργεια

Συχνότητα

Διαταραχές του ανοσοποιητικού

αντιδράσεις υπερευαισθησίας

μη γνωστές

συστήματος

συμπεριλαμβανομένων αναφυλακτικών

 

 

αντιδράσεων

 

Ψυχιατρικές διαταραχές

αϋπνία

όχι συχνή

Διαταραχές του νευρικού

Δυσαρθρία, υπαισθησία, αισθητήριες

όχι συχνές

συστήματος

διαταραχές

 

Οφθαλμικές διαταραχές:

μύση, μειωμένη οπτική οξύτητα.

όχι συχνές

Καρδιακές διαταραχές

Βραδυκαρδία

όχι συχνή

Διαταραχές του αναπνευστικού

δύσπνοια, συριγμός

όχι συχνή

συστήματος, του θώρακα και

 

 

του μεσοθωράκιου

 

 

Διαταραχές του γαστρεντερικού

άλγος της άνω κοιλίας, μη φυσιολογικοί

όχι συχνή

 

εντερικοί θόρυβοι, ξηροστομία, ναυτία,

 

 

γαστρική δυσφορία, δυσκοιλιότητα*, ατελής

 

 

ειλεός*

 

Διαταραχές του δέρματος και

κνησμός, εξάνθημα, κνίδωση, σύνδρομο

μη γνωστές

του υποδόριου ιστού

Stevens-Johnson/τοξική επιδερμική

 

 

νεκρόλυση

 

Παρακλινικές εξετάσεις

αυξημένη ALT

συχνή

*Αναφέρθηκαν σε ασθενείς που λάμβαναν υψηλότερη δόση απρεπιτάντης.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Πρόσθετες ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρήθηκαν σε ενήλικες που έλαβαν θεραπεία με δοσολογικό

σχήμα απρεπιτάντης (125 mg/80 mg) για ναυτία και έμετο που προκαλούνται από χημειοθεραπεία (NEX) και με μεγαλύτερη συχνότητα από ότι με την καθιερωμένη θεραπεία: κοιλιακή διάταση, κοιλιακό άλγος, ακμή, αναιμία, ανησυχία, αυξημένη AST, εξασθένιση, αλκαλική φωσφατάση αίματος αυξημένη, νάτριο αίματος μειωμένο, καντιντίαση, καρδιαγγειακή διαταραχή, δυσφορία στο θώρακα, νοητική διαταραχή, επιπεφυκίτιδα, βήχας, όρεξη μειωμένη, αποπροσανατολισμός, ζάλη, διάτρηση δωδεκαδακτυλικού έλκους, δυσγευσία, δυσπεψία, δυσουρία, ερυγή, ευφορική συναισθηματική διάθεση, σκληρά κόπρανα, κόπωση, εμπύρετος ουδετεροπενία, μετεωρισμός, διαταραχή στο βάδισμα, νόσος γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης, παρουσία γλυκόζης στα ούρα, λόξυγκας, εξάψεις, υπερίδρωση, λήθαργος, αίσθημα κακουχίας, μυικοί σπασμοί, μυϊκή αδυναμία, ναυτία*, ουδετεροπενική κολίτιδα, μειωμένος αριθμός ουδετερόφιλων, οίδημα, άλγος στοματοφάρυγγα, αίσθημα παλμών, αντίδραση από φωτοευαισθησία, πολλακιουρία, πολυδιψία, οπισθορρινική έκκριση, κνιδωτικό εξάνθημα, θετική εξέταση ερυθροκυττάρων στα ούρα, σμηγματόρροια, αλλοιώσεις του δέρματος, φτάρνισμα, υπνηλία, σταφυλοκοκκική λοίμωξη, στοματίτιδα, ερεθισμός του λαιμού, εμβοές, απέκκριση ούρων αυξημένη, έμετος*, μείωση βάρους.

* Η ναυτία και ο έμετος ήταν παράμετροι αποτελεσματικότητας κατά τις πρώτες 5 ημέρες μετά την χημειοθεραπεία και αναφέρθηκαν ως αντιδράσεις μόνο στη συνέχεια.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας

του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

4.9Υπερδοσολογία

Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, το EMEND θα πρέπει να διακοπεί και θα πρέπει να παρασχεθεί γενική υποστηρικτική αγωγή και παρακολούθηση. Λόγω της αντιεμετικής δράσης της απρεπιτάντης, μπορεί να μην είναι αποτελεσματική η πρόκληση εμέτου που επάγεται από φαρμακευτικό προϊόν.

Η απρεπιτάντη δεν μπορεί να απομακρυνθεί με αιμοδιύλιση.

5.ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιεμετικά φάρμακα και φάρμακα κατά της ναυτίας, κωδικός ATC: A04AD12

Η απρεπιτάντη είναι ένας εκλεκτικός υψηλής συγγένειας ανταγωνιστής των υποδοχέων νευροκινίνης 1 (NK1) της ουσίας P στον άνθρωπο

Σε 2 πολυκεντρικές, τυχαιοποιημένες, διπλά-τυφλές ελεγχόμενες με ήδη εγκεκριμένο προϊόν θεραπείας, παράλληλων ομάδων φάσης ΙΙΙ κλινικές μελέτες σε ενήλικες, η απρεπιτάντη συγκρίθηκε με ονδανσετρόνη για την πρόληψη της ΜΕΝΕ σε 1658 ασθενείς που υποβλήθηκαν σε χειρουργική επέμβαση με λαπαροτομία. Η πλειοψηφία των ενηλίκων ήταν γυναίκες ( 90 %), που υποβλήθηκαν κυρίως σε γυναικολογική χειρουργική επέμβαση. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν 40 mg απρεπιτάντης, 125 mg απρεπιτάντης ή 4 mg ονδανσετρόνης. Η απρεπιτάντη χορηγήθηκε από το στόμα με 50 ml νερό 1 ως 3 ώρες πριν την αναισθησία. Η ονδανσετρόνη χορηγήθηκε ενδοφλέβια ακριβώς πριν την έναρξη της αναισθησίας. Η αντιεμετική επίδραση της απρεπιτάντης αξιολογήθηκε κατά το διάστημα της ώρας 0 ως 48 ώρες μετά το τέλος της επέμβασης.

Τα αποτελέσματα δεικνύουν ένα μεγαλύτερο ποσοστό μετεγχειρητικών ενηλίκων παρουσία σε πλήρη ανταπόκριση (απουσία εμέτου και χωρίς χρήση θεραπείας διάσωσης) με απρεπιτάντη 40 mg από ότι με ονδανσετρόνη 4 mg ( χαμηλότερο όριο του C.I. είναι 0,0 που υποδεικνύει οριακή στατιστική σημασία) όπως περιγράφεται στον Πίνακα 1.

Πίνακας 1 Ποσοστό μετεγχειρητικών ενηλίκων (ΜΕ) που ανταποκρίνονται κατά ομάδα θεραπείας

Συγκεντρωτικά Αποτελέσματα 2 Δοκιμών Φάσης ΙΙΙ

 

Απρεπιτάντη

Ονδανσετρόνη

 

Ποσοστιαία διαφορά των σημείων(%)

 

40 mg από

4 mg ενδοφλεβίως

 

 

 

§και 95% C.I.

 

στόματος

(N= 526)

 

 

 

 

 

 

(N= 541)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

n/m

(%)

n/m

 

(%)

 

%

95%C.I.

Πλήρης ανταπόκριση

298/541

(55,1)

258/526

 

(49,0)

 

5,9

(0,0, 11,8)

(0-24 ώρες) †

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

† Πλήρης ανταπόκριση :

Απουσία Εμέτου και χωρίς χρήση θεραπείας διάσωσης

 

 

§ Διαφορά (%) υπολογισθείσα ως Απρεπιτάντη 40 mg μείον Ονδανσετρόνη 4 mg

 

Διαφορά (%) και 95% C.I. υπολογισθέντα χρησιμοποιώντας τη διαστρωματοποιημένη μέθοδο Miettinen- Nurminen με στάθμιση κατά Cochran-Mantel-Haenszel

Η μείωση του κινδύνου για ένα επεισόδιο εμέτου κατά την περίοδο 0 ως 24 ώρες με απρεπιτάντη

40 mg σχετικά με την ονδανσετρόνη 4 mg ήταν 53,3 % (95 % C.I.: 35,3 ως 66,3) σε μία ανάλυση που εξέτασε ασθενείς ως προς το χρόνο χρήσης θεραπείας διάσωσης.

Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα διερευνητικά της απρεπιτάντης αξιολογήθηκαν σε μια κλινική

μελέτη Φάσης Ι (n=50) χρησιμοποιώντας 40 mg κόνεως για πόσιμο εναιώρημα. Το ποσοστό των ατόμων για τα οποία δεν αναφέρθηκε έμετος κατά τη διάρκεια των πρώτων 24 ωρών μετά από χειρουργική επέμβαση ήταν παρόμοιο με εκείνο των ατόμων που έλαβαν απρεπιτάντη έναντι της ονδανσετρόνης. Δεν διαπιστώθηκαν νέοι προβληματισμοί όσον αφορά την ασφάλεια. Ωστόσο, τα δεδομένα από αυτή την μικρή μελέτη δεν υποστηρίζουν κάποιο συμπέρασμα σχετικά με το βέλτιστο δοσολογικό σχήμα. Περαιτέρω μελέτες αξιολόγησης της χρήσης της απρεπιτάντης σε παιδιατρικούς ασθενείς βρίσκονται σε εξέλιξη (βλ. παράγραφο 4.2 για πληροφορίες στην παιδιατρική χρήση).

5.2Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Η απρεπιτάντη επιδεικνύει μη-γραμμική φαρμακοκινητική. Και η κάθαρση και η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μειώνονται με την αυξανόμενη δόση.

Απορρόφηση Η μέση απόλυτη από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της απρεπιτάντης είναι 67 % για το καψάκιο

των 80 mg και 59 % για το καψάκιο των 125 mg. Η μέση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) της απρεπιτάντης επιτεύχθηκε περίπου σε 4 ώρες (tmax).

Μετά την χορήγηση από το στόμα μίας εφάπαξ δόσης 40 mg του EMEND κατά την περίοδο νηστείας η καμπύλη AUC 0-∞ (μέση τιμή SD) ήταν 8,0 2,1 μg hr/ml και η Cmax ήταν 0,7 0,24 μg/ml. Η διάμεση τιμή Tmax ήταν 3,0 ώρες.

Ταυτόχρονη λήψη της δόσης των 40 mg με ένα καθιερωμένο πρωινό μείωσε την Cmax της απρεπιτάντης κατά 18 % αλλά δεν επηρέασε την AUC. Αυτό δεν θεωρήθηκε κλινικά σημαντικό.

Κατανομή Η απρεπιτάντη δεσμεύεται ισχυρά με τις πρωτεΐνες, κατά μέσο όρο 97 %. Ο γεωμετρικός μέσος

φαινομενικός όγκος κατανομής στη σταθεροποιημένη κατάσταση (Vdss) είναι περίπου 66 l στον άνθρωπο.

Βιομετασχηματισμός Η απρεπιτάντη υφίσταται εκτενή μεταβολισμό. Σε υγιείς νέους ενήλικες, η απρεπιτάντη ευθύνεται για

περίπου 19 % της ραδιενέργειας στο πλάσμα κατά την διάρκεια 72 ωρών μετά από μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση 100 mg της 14C-φοσαπρεπιτάντης, μιας πρόδρομης ουσίας της απρεπιτάντης, δεικνύοντας μία ουσιαστική παρουσία μεταβολιτών στο πλάσμα. Δώδεκα μεταβολίτες της απρεπιτάντης έχουν ταυτοποιηθεί στο ανθρώπινο πλάσμα. Ο μεταβολισμός της απρεπιτάντης συμβαίνει αργά μέσω οξείδωσης στον μορφολινικό-δακτύλιο και τις πλευρικές του αλυσίδες και οι τελικοί μεταβολίτες ήταν ασθενώς μόνο ενεργοί. Μελέτες in vitro που χρησιμοποιούν ανθρώπινα ηπατικά μικροσώματα δεικνύουν ότι η απρεπιτάντη μεταβολίζεται κυρίως από το σύστημα CYP3A4 και δυνητικά με ελάχιστη συμμετοχή από το CYP1A2 και CYP2C19.

Αποβολή Η απρεπιτάντη δεν απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα. Οι μεταβολίτες απεκκρίνονται στα ούρα και

μέσω της χολικής απέκκρισης στα κόπρανα. Κατόπιν χορήγησης μίας εφάπαξ ενδοφλέβιας δόσης 100 mg της 14C-φοσαπρεπιτάντης, μιας πρόδρομης ουσίας της απρεπιτάντης σε υγιή άτομα, το 57 % της ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα και 45 % στα κόπρανα.

Η κάθαρση της απρεπιτάντης του πλάσματος είναι δοσοεξαρτώμενη, μειούμενη αυξανομένης της δόσης και κυμαίνεται από περίπου 60 ως 72 ml/min στο θεραπευτικό δοσολογικό εύρος. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής είναι περίπου 9 ώρες μετά τη χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 40 mg.

Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς

Ηλικιωμένοι: Κατόπιν χορήγησης από το στόμα μίας εφάπαξ δόσης 125 mg της απρεπιτάντης την

ημέρα 1 και 80 mg μία φορά την ημέρα κατά τις ημέρες 2 ως 5, η καμπύλη AUC 0-24hr της απρεπιτάντης ήταν 21 % υψηλότερη την ημέρα 1 και 36 % υψηλότερη την ημέρα 5 στους

ηλικιωμένους ( 65 ετών) συγκριτικά με νέους ενήλικες. Η τιμή του Cmax ήταν 10 % υψηλότερη την ημέρα 1 και 24 % υψηλότερη την ημέρα 5 στους ηλικιωμένους συγκριτικά με νέους ενήλικες. Αυτές οι διαφορές δεν θεωρείται ότι έχουν κλινική σημασία. Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης του EMEND στους ηλικιωμένους ασθενείς.

Φύλο: Κατόπιν χορήγησης από το στόμα μίας εφάπαξ δόσης 125 mg της απρεπιτάντης, η τιμή Cmax της απρεπιτάντης ήταν 16 % υψηλότερη στις γυναίκες σε σύγκριση με τους άνδρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της απρεπιτάντης είναι 25 % μικρότερος στις γυναίκες σε σύγκριση με τους άνδρες και η τιμή tmax επιτυγχάνεται περίπου κατά τον ίδιο χρόνο. Αυτές οι διαφορές δεν θεωρείται ότι έχουν κλινική σημασία. Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης του EMEND λόγω φύλου.

Ηπατική δυσλειτουργία: Η ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh κατηγορία Α) δεν επηρέασε την φαρμακοκινητική της απρεπιτάντης σε κλινικά σημαντικό βαθμό. Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία. Συμπεράσματα σχετικά με την επίδραση της μέτριας ηπατικής δυσλειτουργίας (Child-Pugh κατηγορία Β) στη φαρμακοκινητική της απρεπιτάντης δεν μπορούν να συναχθούν από τα διαθέσιμα στοιχεία. Δεν υπάρχουν κλινικά στοιχεία ή στοιχεία φαρμακοκινητικής σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh κατηγορία C).

Νεφρική δυσλειτουργία: Μία εφάπαξ δόση 240 mg απρεπιτάντης χορηγήθηκε σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CrCl 30 ml/min) και σε ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου (ESRD) όπου απαιτείται αιμοδιύλιση.

Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η καμπύλη AUC0- της ολικής απρεπιτάντης (μη δεσμευμένης και δεσμευμένης με πρωτεΐνη) μειώθηκε κατά 21 % και η Cmax μειώθηκε κατά 32 %, σε σύγκριση με υγιή άτομα. Σε ασθενείς με ESRD σε αιμοδιύλιση, η καμπύλη AUC0- της ολικής απρεπιτάντης μειώθηκε κατά 42 % και η Cmax μειώθηκε κατά 32 %. Λόγω μέτριων μειώσεων στη δέσμευση της απρεπιτάντης με πρωτεΐνες σε ασθενείς με νεφροπάθεια, η καμπύλη AUC της φαρμακολογικά ενεργής μη δεσμευμένης απρεπιτάντης δεν επηρεάσθηκε σημαντικά σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία σε σύγκριση με υγιή άτομα. Η αιμοδιύλιση που διεξήχθη 4 ή 48 ώρες μετά την χορήγηση δεν είχε σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της απρεπιτάντης. Λιγότερο από το 0,2 % της δόσης ανακτήθηκε στο διήθημα.

Δεν είναι αναγκαία η αναπροσαρμογή της δοσολογίας του EMEND σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ή σε ασθενείς με ESRD που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση.

Παιδιατρικός πληθυσμός: Σε μια μελέτη, στην οποία χρησιμοποιήθηκε η φαρμακοτεχνική μορφή της κόνεως για πόσιμο εναιώρημα, χορηγήθηκε μία εφάπαξ δόση των 40 mg απρεπιτάντης σε εφήβους

ασθενείς (ηλικίας 12 έως 17 ετών) που είχε ως αποτέλεσμα μια μέση AUC0-48hr 6 μg/ml με μέση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) 0,5 μg/ml, η οποία εμφανίστηκε περίπου σε 4 ώρες. Με την

χορήγηση δόσεων προσαρμοσμένων με βάση την επιφάνεια σώματος σε ασθενείς ηλικίας 6 μηνών

έως λιγότερο από 12 ετών, επιτεύχθηκε μια μέση AUC0-48hr περισσότερο από 4 μg/ml με μέση Cmax περισσότερο από 0,5 μg/ml που εμφανίστηκε περίπου σε 3 ώρες.

Σχέση μεταξύ συγκέντρωσης και επίδρασης

Σε μελέτες τομογραφίας εκπομπής ποζιτρονίων (PET) σε υγιείς νέους άνδρες, όπου χρησιμοποιήθηκε ένας εξαιρετικά εξειδικευμένος ανιχνευτής ΝΚ1 υποδοχέων, δείχθηκε ότι η απρεπιτάντη εισέρχεται στον εγκέφαλο και δεσμεύει τους ΝΚ1 υποδοχείς κατά τρόπο εξαρτώμενο από τη δόση και την συγκέντρωση στο πλάσμα. Οι συγκεντρώσεις της απρεπιτάντης στο πλάσμα που επιτυγχάνονται με το δοσολογικό σχήμα των 3-ημερών του EMEND αναμένεται να καταλαμβάνουν περισσότερο από το 95 % των ΝΚ1 υποδοχέων του εγκεφάλου.

5.3Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Τα προκλινικά δεδομένα με βάση τις συμβατικές μελέτες τοξικότητας εφάπαξ και επαναλαμβανόμενων δόσεων για τον άνθρωπο, δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο τοξικότητας, γονοτοξικότητας, ενδεχόμενης καρκινογόνου δράσης, τοξικότητας ως προς την αναπαραγωγική ικανότητα και ανάπτυξη. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η συστηματική έκθεση στους ενήλικες αρσενικούς αρουραίους ήταν μικρότερη από ότι η θεραπευτική έκθεση στο άνθρωπο για τα 40 mg. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει επαρκής αξιολόγηση των πιθανών επιδράσεων στην ανδρική γονιμότητα στους αρουραίους. Ωστόσο, σε μία μελέτη 9 μηνών σε σκύλους δεν παρατηρήθηκε καμιά μεταβολή βάρους οργάνου ούτε αδρά ή ιστομορφολογικά ευρήματα στα ανδρικά όργανα αναπαραγωγής σε συστηματική έκθεση κατά 35-φορές πάνω από την θεραπευτική έκθεση στον άνθρωπο για τα 40 mg. Παρόλο που δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες σε μελέτες αναπαραγωγής κατά την έκθεση ενηλίκων θηλυκών ζώων 3,5- ως 4-φορές πάνω από την θεραπευτική έκθεση στον άνθρωπο για τα

40 mg, οι πιθανές επιδράσεις των μεταβολών στην ρύθμιση της νευροκινίνης στην αναπαραγωγή δεν είναι γνωστές.

Μια μελέτη τοξικότητας σε αρουραίους νεαρής ηλικίας που έλαβαν απρεπιτάντη από την ημέρα 10 έως την ημέρα 63 μετά τη γέννηση, οδήγησε σε ένα πρώιμο κολπικό άνοιγμα στους θηλυκούς από τα 250 mg/kg δύο φορές ημερησίως και σε έναν καθυστερημένο διαχωρισμό ακροποσθίας στους αρσενικούς από τα 10 mg/kg δύο φορές ημερησίως. Δεν υπήρξαν περιθώρια κλινικά σημαντικής έκθεσης. Δεν υπήρξαν επιδράσεις σχετιζόμενες με τη θεραπεία όσον αφορά το ζευγάρωμα, τη γονιμότητα ή την εμβρυϊκή επιβίωση και δεν υπήρξαν παθολογικές μεταβολές στα όργανα αναπαραγωγής. Σε μια μελέτη τοξικότητας σε σκύλους νεαρής ηλικίας που έλαβαν αγωγή από την ημέρα 14 έως την ημέρα 42 μετά τη γέννηση, παρατηρήθηκε μειωμένο βάρος όρχεων και μειωμένο μέγεθος των κυττάρων Leydig σε αρσενικούς στα 6 mg/kg/ημέρα και αυξημένο βάρος μήτρας, υπερτροφία της μήτρας και του τραχήλου και οίδημα των κολπικών ιστών στους θηλυκούς από τα

4 mg/kg/ημέρα. Δεν υπήρξαν περιθώρια κλινικά σημαντικής έκθεσης στην απρεπιτάντη. Αυτά τα ευρήματα δεν θεωρείται πιθανό να είναι κλινικά σημαντικά σε θεραπεία βραχείας διάρκειας, σύμφωνα με το συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα.

6.ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1Κατάλογος εκδόχων

Περιεχόμενο καψακίου Σακχαρόζη

Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη (Ε 460) Υδροξυπροπυλοκυτταρίνη (Ε 463) Λαουρυλοθειϊκό νάτριο

Κέλυφος καψακίου Ζελατίνη

Διοξείδιο του τιτανίου (E 171) Οξείδιο σιδήρου κίτρινο (Ε 172)

Μελάνι εκτύπωσης Κόμμεα λάκκας Υδροξείδιο του καλίου

Οξείδιο σιδήρου μέλαν (Ε 172)

6.2Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3Διάρκεια ζωής

4 χρόνια

6.4Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από την υγρασία.

6.5Φύση και συστατικά του περιέκτη

Διαφορετικά μεγέθη συσκευασίας είναι διαθέσιμα:

Κυψέλη αλουμινίου που περιέχει ένα καψάκιο των 40 mg.

5 Κυψέλες αλουμινίου που η κάθε μία περιέχει ένα καψάκιο των 40 mg.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Καμία ειδική υποχρέωση για απόρριψη.

7.ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Merck Sharp & Dohme Ltd. Hertford Road, Hoddesdon Hertfordshire EN 11 9BU Ηνωμένο Βασίλειο

8.ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

EU/1/03/262/007

EU/1/03/262/008

9.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία της πρώτης έγκρισης: 11 Νοεμβρίου 2003 Ημερομηνία της τελευταίας ανανέωσης: 22 Σεπτεμβρίου 2008

10.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Λεπτομερείς πληροφορίες για το παρόν φαρμακευτικό προϊόν είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων: http://www.ema.europa.eu.

1.ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

EMEND 165 mg σκληρά καψάκια

2.ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε καψάκιο περιέχει 165 mg απρεπιτάντης.

Έκδοχο με γνωστή δράση

Κάθε καψάκιο περιέχει 165 mg σακχαρόζης.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3.ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Σκληρό καψάκιο.

Τα καψάκια είναι αδιαφανή με ανοικτό μπλε κάλυμμα και λευκό σώμα με το «466» και το «165 mg» τυπωμένα ακτινωτά στην μια πλευρά του σώματος με μαύρο μελάνι και το λογότυπο της Merck στην άλλη πλευρά.

4.ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1Θεραπευτικές ενδείξεις

Πρόληψη της οξείας και όψιμης φάσης της ναυτίας και του εμέτου που σχετίζονται με ισχυρή εμετογόνο, βασιζόμενη στη σισπλατίνη, χημειοθεραπεία του καρκίνου σε ενήλικες.

Πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου που σχετίζονται με μέτρια εμετογόνο χημειοθεραπεία του καρκίνου σε ενήλικες.

To EMEND 165 mg χορηγείται ως μέρος θεραπείας συνδυασμού (βλ. παράγραφο 4.2).

4.2Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία

Το EMEND 165 mg χορηγείται την Ημέρα 1 μόνο, περίπου μία ώρα πριν την έναρξη της χημειοθεραπείας, ως μέρος ενός σχήματος που περιλαμβάνει ένα κορτικοστεροειδές και έναν ανταγωνιστή 5-HT3.

Συνιστώνται τα ακόλουθα σχήματα σε ενήλικες για την πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου που σχετίζονται με την εμετογόνο χημειοθεραπεία του καρκίνου:

Σχήμα για Ισχυρή Εμετογόνο Χημειοθεραπεία

 

Ημέρα 1

Ημέρα 2

Ημέρα 3

Ημέρα 4

EMEND

165 mg από

κανένα

κανένα

κανένα

 

στόματος

 

 

 

Δεξαμεθαζόνη

12 mg από

8 mg από

8 mg από

8 mg από

 

στόματος

στόματος

στόματος

στόματος

 

 

 

δύο φορές την

δύο φορές την

 

 

 

ημέρα

ημέρα

Ανταγωνιστές

Καθιερωμένες

κανένα

κανένα

κανένα

5-ΗΤ3

δοσολογίες των

 

 

 

 

ανταγωνιστών 5-

 

 

 

 

ΗΤ3. Δείτε τα

 

 

 

 

πληροφοριακά

 

 

 

 

στοιχεία του

 

 

 

 

προϊόντος για τον

 

 

 

 

επιλεγμένο

 

 

 

 

ανταγωνιστή 5-

 

 

 

 

ΗΤ3 για

 

 

 

 

πληροφορίες

 

 

 

 

σχετικά με την

 

 

 

 

κατάλληλη

 

 

 

 

δοσολογία

 

 

 

Η δεξαμεθαζόνη θα πρέπει να χορηγείται 30 λεπτά πριν από τη χορήγηση της χημειοθεραπείας την Ημέρα 1 και το πρωί των Ημερών 2 έως 4. Η δεξαμεθαζόνη θα πρέπει επίσης να χορηγείται τα απογεύματα των Ημερών 3 και 4. Η δόση της δεξαμεθαζόνης υπολογίζεται βάσει των αλληλεπιδράσεων της δραστικής ουσίας.

Σχήμα για Μέτρια Εμετογόνο Χημειοθεραπεία

 

Ημέρα 1

EMEND

165 mg από στόματος

Δεξαμεθαζόνη

12 mg από στόματος

Ανταγωνιστές 5-ΗΤ3

Καθιερωμένες δοσολογίες

 

των ανταγωνιστών 5-ΗΤ3.

 

Δείτε τα πληροφοριακά

 

στοιχεία του προϊόντος για

 

τον επιλεγμένο ανταγωνιστή

 

5-ΗΤ3 για πληροφορίες

 

σχετικά με την κατάλληλη

 

δοσολογία

Η δεξαμεθαζόνη θα πρέπει να χορηγείται 30 λεπτά πριν από τη χορήγηση της χημειοθεραπείας την Ημέρα 1. Η δόση της δεξαμεθαζόνης υπολογίζεται βάσει των αλληλεπιδράσεων της δραστικής ουσίας.

Τα δεδομένα για την αποτελεσματικότητα του συνδυασμού με άλλα κορτικοστεροειδή και ανταγωνιστές 5-HT3 είναι περιορισμένα. Για επιπλέον πληροφορίες σχετικά με την ταυτόχρονη χορήγηση με κορτικοστεροειδή, βλ. παράγραφο 4.5. Παρακαλείστε να ανατρέξετε στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος των συγχορηγούμενων ανταγωνιστών 5-ΗΤ3 φαρμακευτικών προϊόντων.

Η φοσαπρεπιτάντη 150 mg, ένα λυοφιλοποιημένο προ-φάρμακο της απρεπιτάντης για ενδοφλέβια χορήγηση, είναι επίσης διαθέσιμο ως μονή δόση και μπορεί να χορηγηθεί εναλλακτικά του από στόματος EMEND 165 mg.

Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι (≥ 65 ετών)

Δεν απαιτείται καμία αναπροσαρμογή της δόσης για τους ηλικιωμένους (βλ. παράγραφο 5.2).

Φύλο

Δεν απαιτείται καμία αναπροσαρμογή της δόσης με βάση το φύλο (βλ. παράγραφο 5.2).

Νεφρική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται καμία αναπροσαρμογή της δόσης για ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ή για ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση (βλ. παράγραφο 5.2).

Ηπατική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται καμία αναπροσαρμογή της δόσης για ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία. Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία και δεν υπάρχουν δεδομένα για ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Η απρεπιτάντη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του EMEND 165 mg σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. Άλλες φαρμακοτεχνικές μορφές/περιεκτικότητες μπορεί να πιο κατάλληλες για χορήγηση σε αυτό τον πληθυσμό.

Τρόπος χορήγησης Το σκληρό καψάκιο θα πρέπει να καταπίνεται ολόκληρο.

Το EMEND μπορεί να ληφθεί με ή χωρίς τροφή.

4.3Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Ταυτόχρονη χορήγηση με πιμοζίδη, τερφεναδίνη, αστεμιζόλη ή σισαπρίδη (βλ. παράγραφο 4.5).

4.4Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία και δεν υπάρχουν

δεδομένα για ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Το EMEND θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. παράγραφο 5.2).

Αλληλεπιδράσεις με το CYP3A4

Το EMEND θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα δραστικές ουσίες που μεταβολίζονται πρωτίστως μέσω του CYP3A4 και με περιορισμένο θεραπευτικό εύρος, όπως κυκλοσπορίνη, tacrolimus, sirolimus, everolimus, αλφαιντανύλη, αλκαλοειδή παράγωγα της ερυσιβώδους όλυρας, φαιντανύλη και κινιδίνη (βλ. παράγραφο 4.5). Επιπλέον, η ταυτόχρονη χορήγηση με ιρινοτεκάνη θα πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή, καθώς ο συνδυασμός μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη τοξικότητα.

Ταυτόχρονη χορήγηση με βαρφαρίνη (ένα υπόστρωμα του CYP2C9)

Σε ασθενείς που λαμβάνουν χρόνια θεραπεία με βαρφαρίνη, η Διεθνής Ομαλοποιημένη Σχέση (INR) θα πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το EMEND και για

14 ημέρες μετά τη χρήση του EMEND (βλ. παράγραφο 4.5).

Ταυτόχρονη χορήγηση με ορμονικά αντισυλληπτικά Η αποτελεσματικότητα των ορμονικών αντισυλληπτικών μπορεί να μειωθεί κατά τη διάρκεια και για

28 ημέρες μετά τη χορήγηση του EMEND. Θα πρέπει να χρησιμοποιούνται εναλλακτικές μη- ορμονικές συμπληρωματικές μέθοδοι αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το EMEND και για 2 μήνες μετά την τελευταία δόση του EMEND (βλ. παράγραφο 4.5).

Έκδοχα

Τα καψάκια EMEND περιέχουν σακχαρόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη, δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκειας σακχαράσης-ισομαλτάσης δεν θα πρέπει να λάβουν αυτό το φάρμακο.

4.5Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Η απρεπιτάντη είναι υπόστρωμα, μέτριος αναστολέας και επαγωγέας του CYP3A4. Η απρεπιτάντη είναι επίσης επαγωγέας του συστήματος CYP2C9. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το EMEND, το CYP3A4 αναστέλλεται για έως και 4 ημέρες. Το EMEND προκαλεί μία παροδική, ήπια επαγωγή του CYP2C9, του CYP3A4 και της γλυκουρονιδίωσης περίπου μία εβδομάδα μετά τη θεραπεία. Η απρεπιτάντη δεν φαίνεται να αλληλεπιδρά με τον μεταφορέα της P-γλυκοπρωτεΐνης, όπως υποδεικνύεται από την έλλειψη αλληλεπίδρασης της απρεπιτάντης με τη διγοξίνη.

Επίδραση της απρεπιτάντης στη φαρμακοκινητική άλλων δραστικών ουσιών

Αναστολή του CYP3A4

Ως μέτριος αναστολέας του CYP3A4, η απρεπιτάντη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα συγχορηγούμενων δραστικών ουσιών, που μεταβολίζονται μέσω του CYP3A4. Η συνολική έκθεση των από στόματος χορηγούμενων υποστρωμάτων του CYP3A4 μπορεί να αυξηθεί μέχρι περίπου 3 φορές για 2 ημέρες μετά από χορήγηση μονής δόσης EMEND 165 mg και να μειωθεί στα αρχικά επίπεδα περίπου 4 ημέρες μετά από χορήγηση δόσης EMEND 165 mg. Η επίδραση της απρεπιτάντης στις συγκεντρώσεις πλάσματος ενδοφλεβίως χορηγούμενων υποστρωμάτων του CYP3A4 αναμένεται να είναι μικρότερη. Το EMEND δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με πιμοζίδη, τερφεναδίνη, αστεμιζόλη ή σισαπρίδη (βλ. παράγραφο 4.3). Η αναστολή του CYP3A4 από την απρεπιτάντη θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις αυτών των δραστικών ουσιών στο πλάσμα, που πιθανόν να προκαλέσουν σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή αντιδράσεις. Συνιστάται προσοχή κατά τη διάρκεια της ταυτόχρονης χορήγησης του EMEND και δραστικών ουσιών που μεταβολίζονται πρωτίστως μέσω του CYP3A4 και με περιορισμένο θεραπευτικό εύρος, όπως κυκλοσπορίνη, tacrolimus, sirolimus, everolimus, αλφαιντανύλη, διεργοταμίνη, εργοταμίνη, φαιντανύλη και κινιδίνη (βλ. παράγραφο 4.4).

Κορτικοστεροειδή

Δεξαμεθαζόνη: Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αλληλεπίδρασης με απρεπιτάντη 165 mg και δεξαμεθαζόνη. Ωστόσο, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ακόλουθη μελέτη με 200 mg απρεπιτάντης, όταν χρησιμοποιείται το EMEND 165 mg με από στόματος δεξαμεθαζόνη. Η απρεπιτάντη, όταν χορηγείται ως μονή δόση των 200 mg μετά από λήψη τροφής (τυπικό ελαφρύ πρόγευμα) την Ημέρα 1 με από στόματος δεξαμεθαζόνη, συγχορηγούμενη από στόματος ως 12 mg την Ημέρα 1 και 8 mg τις

Ημέρες 2 έως 4, αύξησε την AUC0-24hr της δεξαμεθαζόνης κατά 2,1 και 2,3 φορές τις Ημέρες 1 και 2, σε μικρότερο βαθμό (1,4 φορές αύξηση) την Ημέρα 3 και δεν είχε καμία επίδραση την Ημέρα 4

(1,1 φορά). Η ημερήσια δόση της δεξαμεθαζόνης τις Ημέρες 1 και 2 θα πρέπει να μειωθεί κατά περίπου 50 % όταν χορηγείται ταυτόχρονα με EMEND 165 mg την Ημέρα 1, ώστε να επιτευχθούν εκθέσεις δεξαμεθαζόνης παρόμοιες με αυτές που επιτυγχάνονται όταν χορηγείται χωρίς το EMEND 165 mg.

Μεθυλπρεδνιζολόνη: Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αλληλεπίδρασης με απρεπιτάντη 165 mg και μεθυλπρεδνιζολόνη. Ωστόσο, μπορεί να ληφθεί υπόψη η ακόλουθη μελέτη με το σχήμα απρεπιτάντης 125 mg/80 mg όταν χρησιμοποιείται το EMEND 165 mg με μεθυλπρεδνιζολόνη. Το EMEND, όταν χορηγήθηκε ως σχήμα 125 mg την Ημέρα 1 και 80 mg/ημέρα τις Ημέρες 2 και 3, αύξησε την AUC της μεθυλπρεδνιζολόνης, ενός υποστρώματος του CYP3A4, κατά 1,3 φορές την Ημέρα 1 και κατά 2,5 φορές την Ημέρα 3, όταν η μεθυλπρεδνιζολόνη χορηγήθηκε ταυτόχρονα ενδοφλεβίως ως 125 mg την Ημέρα 1 και από στόματος ως 40 mg τις Ημέρες 2 και 3.

Κατά τη διάρκεια συνεχούς θεραπείας με μεθυλπρεδνιζολόνη, η AUC της μεθυλπρεδνιζολόνης μπορεί να μειωθεί σε ένα μετέπειτα χρονικό διάστημα εντός 14 ημερών μετά την έναρξη της δοσολογίας με το EMEND, λόγω της επαγωγικής δράσης της απρεπιτάντης στο CYP3A4. Αυτή η δράση μπορεί να αναμένεται να είναι πιο έντονη για την από στόματος χορηγούμενη μεθυλπρεδνιζολόνη.

Χημειοθεραπευτικά φαρμακευτικά προϊόντα

Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αλληλεπίδρασης με απρεπιτάντη 165 mg και χημειοθεραπευτικά φαρμακευτικά προϊόντα. Ωστόσο, βάσει μελετών με σχήμα 3 ημερών από στόματος απρεπιτάντης και δοσεταξέλης και βινορελβίνης, το EMEND 165 mg δεν αναμένεται να έχει κλινικά σχετιζόμενη αλληλεπίδραση με ενδοφλεβίως χορηγούμενη δοσεταξέλη και βινορελβίνη. Σε μελέτες φαρμακοκινητικής, το EMEND, όταν χορηγήθηκε ως σχήμα 125 mg την Ημέρα 1 και 80 mg/ημέρα τις Ημέρες 2 και 3, δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική της ενδοφλεβίως χορηγούμενης δοσεταξέλης την Ημέρα 1 ή της ενδοφλεβίως χορηγούμενης βινορελβίνης την Ημέρα 1 ή την Ημέρα 8. Επειδή η επίδραση του EMEND στη φαρμακοκινητική των από στόματος χορηγούμενων υποστρωμάτων του CYP3A4 είναι μεγαλύτερη από την επίδραση του EMEND στη φαρμακοκινητική των ενδοφλεβίως χορηγούμενων υποστρωμάτων του CYP3A4, δεν μπορεί να αποκλειστεί μία αλληλεπίδραση με από στόματος χορηγούμενα χημειοθεραπευτικά φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται κατά κύριο λόγο ή εν μέρει από το σύστημα CYP3A4 (π.χ. ετοποσίδη, βινορελβίνη). Συνιστάται προσοχή και μπορεί να είναι απαραίτητη πρόσθετη παρακολούθηση σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται κατά κύριο λόγο ή εν μέρει από το σύστημα CYP3A4 (βλ.

παράγραφο 4.4). Συμβάματα νευροτοξικότητας μετά την κυκλοφορία, μια πιθανή ανεπιθύμητη αντίδραση της ιφωσφαμίδης, έχουν αναφερθεί μετά την συγχορήγηση της απρεπιτάντης και της ιφωσφαμίδης.

Ανοσοκατασταλτικά

    φάρμακα με συνταγογράφηση που απαριθμούνται. Ουσία: "Aprepitant"

  • Ivemend - fosaprepitant

Έπειτα από χορήγηση μονής δόσης 165 mg απρεπιτάντης, αναμένεται μία παροδική, μέτριου βαθμού αύξηση για δύο ημέρες, πιθανόν ακολουθούμενη από ήπιου βαθμού μείωση στην έκθεση ανοσοκατασταλτικών που μεταβολίζονται από το CYP3A4 (π.χ. κυκλοσπορίνη, tacrolimus, everolimus και sirolimus). Δεδομένης της μικρής διάρκειας της αυξημένης έκθεσης, δεν συνιστάται μείωση της δόσης των ανοσοκατασταλτικών, βάσει του συστήματος Παρακολούθησης Θεραπευτικής Δόσης, την ημέρα χορήγησης και την επομένη της ημέρας χορήγησης του EMEND 165 mg.

Μιδαζολάμη

Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αλληλεπίδρασης με απρεπιτάντη 165 mg και μιδαζολάμη. Ωστόσο, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ακόλουθη μελέτη με 200 mg απρεπιτάντης, όταν χρησιμοποιείται το EMEND 165 mg με φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται μέσω του CYP3A4. Σε μία μελέτη με 2 mg μιδαζολάμης χορηγούμενης από στόματος ταυτόχρονα με 200 mg απρεπιτάντης μετά από λήψη τροφής (τυπικό ελαφρύ πρόγευμα), η AUC0-∞ της μιδαζολάμης, ενός ευαίσθητου υποστρώματος του CYP3A4, αυξήθηκε κατά 3,2 φορές την Ημέρα 1. Δεν προέκυψε κάποια κλινικά σημαντική επίδραση την Ημέρα 4 (αύξηση AUC0-∞ μιδαζολάμης κατά 1,2 φορές) και παρατηρήθηκε μία ελαφρά μεταβολή στην AUC0-∞ της μιδαζολάμης την Ημέρα 8 (μείωση 35 %).

Οι δυνητικές επιδράσεις των αυξημένων συγκεντρώσεων στο πλάσμα της μιδαζολάμης ή άλλων βενζοδιαζεπινών που μεταβολίζονται μέσω του CYP3A4 (αλπραζολάμη, τριαζολάμη) θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα χορηγούνται ταυτόχρονα με το EMEND 165 mg.

Επαγωγή

Ως ήπιος επαγωγέας του CYP2C9, του CYP3A4 και της γλυκουρονιδίωσης, η απρεπιτάντη μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα των υποστρωμάτων που αποβάλλονται μέσω αυτών των οδών. Αυτή η επίδραση μπορεί να γίνει εμφανής περίπου 7 ημέρες μετά από τη χορήγηση μονής δόσης EMEND 165 mg. Η επίδραση αυτή διατηρείται για μερικές ημέρες και κατόπιν υποχωρεί βραδέως και καθίσταται κλινικά μη σημαντική εντός 14 ημερών μετά το πέρας της θεραπείας με το EMEND. Μία μονή δόση απρεπιτάντης 200 mg την Ημέρα 1 χορηγούμενη ταυτόχρονα με μιδαζολάμη, ένα ευαίσθητο υπόστρωμα του CYP3A4, τις Ημέρες 1, 4 και 8, είχε ως αποτέλεσμα μία μείωση κατά

35 % στην AUC0-∞ της μιδαζολάμης την Ημέρα 8. Αναμένεται ότι το EMEND 165 mg θα προκαλούσε παρόμοια επαγωγή του CYP2C9, του CYP3A4 και της γλυκουρονιδίωσης με εκείνη που προκαλείται από τη χορήγηση του σχήματος 3 ημερών από στόματος απρεπιτάντης, για το οποίο έχει παρατηρηθεί μία παροδική επαγωγή, με μέγιστη επίδραση 6 έως 8 ημέρες μετά την πρώτη δόση απρεπιτάντης. Το σχήμα 3 ημερών από στόματος απρεπιτάντης είχε ως αποτέλεσμα περίπου 30-35 % μείωση της AUC των υποστρωμάτων CYP2C9 και έως 64 % μείωση των κατώτερων συγκεντρώσεων αιθυνυλοιστραδιόλης. Υπάρχει έλλειψη δεδομένων σχετικά με τις επιδράσεις στα CYP2C8 και CYP2C19. Συνιστάται προσοχή όταν βαρφαρίνη, ασενοκουμαρόλη, τολβουταμίδη, φαινυτοΐνη ή άλλες δραστικές ουσίες, που είναι γνωστό ότι μεταβολίζονται από το CYP2C9, χορηγούνται μαζί με το EMEND 165 mg.

Βαρφαρίνη

Σε ασθενείς σε χρόνια θεραπεία με βαρφαρίνη, ο χρόνος προθρομβίνης (INR) θα πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 14 ημέρες μετά τη χρήση του EMEND 165 mg για ναυτία και έμετο που προκαλούνται από χημειοθεραπεία (βλ. παράγραφο 4.4). Όταν χορηγήθηκε μία μονή δόση 125 mg του EMEND την Ημέρα 1 και 80 mg/ημέρα τις Ημέρες 2 και 3 σε υγιή άτομα τα οποία είχαν σταθεροποιηθεί σε χρόνια θεραπεία με βαρφαρίνη, δεν υπήρξε καμία επίδραση του EMEND στην AUC στο πλάσμα της R(+) ή S(-) βαρφαρίνης που προσδιορίστηκε την Ημέρα 3. Ωστόσο, υπήρξε μείωση κατά 34 % της κατώτερης συγκέντρωσης S(-) βαρφαρίνης (ένα υπόστρωμα του CYP2C9) συνοδευόμενη από μείωση κατά 14 % στον INR 5 ημέρες μετά την ολοκλήρωση της χορήγησης του EMEND.

Τολβουταμίδη

To EMEND, όταν χορηγήθηκε ως 125 mg την Ημέρα 1 και 80 mg/ημέρα τις Ημέρες 2 και 3, μείωσε την AUC της τολβουταμίδης (ένα υπόστρωμα του CYP2C9), κατά 23 % την Ημέρα 4, 28 % την Ημέρα 8 και 15 % την Ημέρα 15, όταν χορηγήθηκε μία μονή δόση τολβουταμίδης 500 mg από στόματος πριν από τη χορήγηση του σχήματος 3 ημερών του EMEND και τις Ημέρες 4, 8 και 15.

Ορμονικά αντισυλληπτικά

Η αποτελεσματικότητα των ορμονικών αντισυλληπτικών μπορεί να μειωθεί κατά τη διάρκεια και για 28 ημέρες μετά τη χορήγηση του EMEND. Θα πρέπει να χρησιμοποιούνται εναλλακτικές μη- ορμονικές συμπληρωματικές μέθοδοι αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το EMEND και για 2 μήνες μετά την τελευταία δόση του EMEND.

Σε μία κλινική μελέτη, μονές δόσεις ενός από στόματος αντισυλληπτικού, που περιέχει αιθυνυλοιστραδιόλη και νορεθινδρόνη, χορηγήθηκαν τις Ημέρες 1 έως 21 μαζί με το EMEND, ως ένα σχήμα 125 mg την Ημέρα 8 και 80 mg/ημέρα τις Ημέρες 9 και 10 με ονδανσετρόνη 32 mg ενδοφλεβίως την Ημέρα 8 και από στόματος δεξαμεθαζόνη ως 12 mg την Ημέρα 8 και 8 mg/ημέρα τις Ημέρες 9, 10 και 11. Στη μελέτη αυτή, κατά τη διάρκεια των ημερών 9 έως 21, παρουσιάστηκε μείωση έως 64 % των κατώτερων συγκεντρώσεων αιθυνυλοιστραδιόλης και μείωση έως 60 % των κατώτερων συγκεντρώσεων νορεθινδρόνης.

Ανταγωνιστές 5-HT3

Σε κλινικές μελέτες αλλελεπίδρασης, η απρεπιτάντη, όταν χορηγήθηκε ως ένα σχήμα 125 mg την Ημέρα 1 και 80 mg τις Ημέρες 2 και 3, δεν είχε κλινικά σημαντικές επιδράσεις στη φαρμακοκινητική της ονδανσετρόνης, της γρανισετρόνης ή της υδροντολασετρόνης (ο ενεργός μεταβολίτης της ντολασετρόνης).

Επίδραση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη φαρμακοκινητική της απρεπιτάντης

Η ταυτόχρονη χορήγηση του EMEND με δραστικές ουσίες που αναστέλλουν τη δράση του CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, βορικοναζόλη, ποσακοναζόλη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, νεφαζοδόνη και αναστολείς πρωτεασών) θα πρέπει να γίνεται με προσοχή, καθώς ο συνδυασμός αναμένεται να έχει ως αποτέλεσμα την κατά αρκετές φορές αύξηση των συγκεντρώσεων της απρεπιτάντης στο πλάσμα (βλ. παράγραφο 4.4).

Ταυτόχρονη χορήγηση του EMEND με δραστικές ουσίες που είναι ισχυροί επαγωγείς της δράσης του CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη) θα πρέπει να αποφεύγεται, καθώς ο συνδυασμός οδηγεί σε μειώσεις των συγκεντρώσεων της απρεπιτάντης στο πλάσμα, που μπορεί να οδηγήσουν σε μειωμένη αποτελεσματικότητα του EMEND. Η ταυτόχρονη χορήγηση του EMEND με φυτικά σκευάσματα που περιέχουν St. John’s Wort (Hypericum perforatum) δεν συνιστάται.

Κετοκοναζόλη

Όταν χορηγήθηκε μία μονή δόση 125 mg απρεπιτάντης την Ημέρα 5 ενός σχήματος 10 ημερών κετοκοναζόλης 400 mg/ημέρα, ενός ισχυρού αναστολέα του CYP3A4, η AUC της απρεπιτάντης αυξήθηκε κατά περίπου 5-φορές και ο μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της απρεπιτάντης αυξήθηκε κατά περίπου 3-φορές.

Ριφαμπικίνη

Όταν χορηγήθηκε μία μονή δόση 375 mg απρεπιτάντης την Ημέρα 9 ενός σχήματος 14 ημερών 600 mg/ημέρα ριφαμπικίνης, ενός ισχυρού επαγωγέα του CYP3A4, η AUC της απρεπιτάντης μειώθηκε κατά 91 % και ο μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής μειώθηκε κατά 68 %.

4.6Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες Η αποτελεσματικότητα των ορμονικών αντισυλληπτικών μπορεί να μειωθεί κατά τη διάρκεια και για

28 ημέρες μετά τη χορήγηση του EMEND. Θα πρέπει να χρησιμοποιούνται εναλλακτικές μη- ορμονικές συμπληρωματικές μέθοδοι αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το EMEND και για 2 μήνες μετά την τελευταία δόση του EMEND (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5).

Κύηση Δεν είναι διαθέσιμα κλινικά δεδομένα σχετικά με εκτεθείσες σε απρεπιτάντη εγκυμοσύνες. Η

πιθανότητα για αναπαραγωγική τοξικότητα της απρεπιτάντης δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως, καθώς δεν ήταν δυνατό να επιτευχθούν, σε μελέτες με πειραματόζωα, επίπεδα έκθεσης πάνω από τη θεραπευτική έκθεση στον άνθρωπο, στις δόσεις των 125 mg/80 mg και 165 mg. Αυτές οι μελέτες δεν έδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς δράσεις στην κύηση, στην εμβρυονική/εμβρυική ανάπτυξη, στην ανάπτυξη κατά ή μετά τον τοκετό (βλ. παράγραφο 5.3). Οι πιθανές επιδράσεις στην αναπαραγωγή των μεταβολών της ρύθμισης της νευροκινίνης είναι άγνωστες. Το EMEND δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, εκτός εάν είναι απολύτως απαραίτητο.

Θηλασμός Η απρεπιτάντη απεκκρίνεται στο γάλα των θηλαζόντων αρουραίων. Δεν είναι γνωστό εάν η

απρεπιτάντη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Συνεπώς, η γαλουχία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το EMEND δεν συνιστάται.

Γονιμότητα Η πιθανότητα επιδράσεων της απρεπιτάντης στη γονιμότητα δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως, καθώς

δεν ήταν δυνατό να επιτευχθούν, σε μελέτες με πειραματόζωα, επίπεδα έκθεσης πάνω από τη θεραπευτική έκθεση στον άνθρωπο. Αυτές οι μελέτες γονιμότητας δεν έδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς δράσεις σχετικά με την επίτευξη ζευγαρώματος, τη γονιμότητα, την εμβρυονική/εμβρυική ανάπτυξη ή τον αριθμό των σπερματοζωαρίων και την κινητικότητα του σπέρματος (βλ.

παράγραφο 5.3).

4.7Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Το EMEND μπορεί να έχει μικρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Ζάλη και κόπωση μπορεί να παρουσιαστούν μετά τη λήψη του EMEND (βλ. παράγραφο 4.8).

4.8Ανεπιθύμητες ενέργειες

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας Το προφίλ ασφάλειας της απρεπιτάντης αξιολογήθηκε σε περίπου 6.500 ενήλικες.

Με βάση ένα συγκρίσιμο φαρμακοκινητικό/φαρμακοδυναμικό προφίλ, το από στόματος σχήμα

1 ημέρας του EMEND 165 mg αναμένεται να έχει παρόμοιο προφίλ ασφάλειας και ανεκτικότητας με αυτό του σχήματος 1 ημέρας φοσαπρεπιτάντης 150 mg και του σχήματος 3 ημερών από στόματος απρεπιτάντης σε ασθενείς υπό χημειοθεραπεία (βλ. παράγραφο 5.2).

Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν με μεγαλύτερη επίπτωση σε ενήλικες που έλαβαν το σχήμα 3 ημερών από στόματος απρεπιτάντης σε σχέση με την καθιερωμένη θεραπεία, σε ασθενείς που λάμβαναν Ισχυρή Εμετογόνο Χημειοθεραπεία (ΙΕΧ) ήταν: λόξυγκας (4,6 % έναντι

2,9 %), αμινοτρανσφεράση αλανίνης (ALT) αυξημένη (2,8 % έναντι 1,1 %), δυσπεψία (2,6 % έναντι 2,0 %), δυσκοιλιότητα (2,4 % έναντι 2,0 %), κεφαλαλγία (2,0 % έναντι 1,8 %) και μειωμένη όρεξη (2,0 % έναντι 0,5 %). Η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια που αναφέρθηκε με μεγαλύτερη επίπτωση σε ασθενείς που έλαβαν το σχήμα 3 ημερών από στόματος απρεπιτάντης σε σχέση με την καθιερωμένη θεραπεία, σε ασθενείς που λάμβαναν Μέτρια Εμετογόνο Χημειοθεραπεία (ΜΕΧ) ήταν κόπωση (1,4 % έναντι 0,9 %).

Κατάλογος ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε μορφή πίνακα Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρήθηκαν σε μια συγκεντρωτική ανάλυση στις μελέτες

ΙΕΧ και ΜΕΧ σε μεγαλύτερη συχνότητα με απρεπιτάντη από ό,τι με την καθιερωμένη θεραπεία σε ενήλικες, ή σε χρήση μετά την κυκλοφορία:

Οι συχνότητες ορίζονται ως: πολύ συχνές (≥ 1/10 ), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10 ), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000) και πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Κατηγορία / οργανικό σύστημα

Ανεπιθύμητη ενέργεια

Συχνότητα

Λοιμώξεις και παρασιτώσεις

καντιντίαση, σταφυλοκοκκική λοίμωξη

σπάνιες

Διαταραχές του αιμοποιητικού

εμπύρετη ουδετεροπενία, αναιμία

όχι συχνές

και του λεμφικού συστήματος

 

 

Διαταραχές του ανοσοποιητικού

αντιδράσεις υπερευαισθησίας

μη γνωστές

συστήματος

συμπεριλαμβανομένων αναφυλακτικών

 

 

αντιδράσεων

 

Διαταραχές του μεταβολισμού

μειωμένη όρεξη

συχνές

και της θρέψης

πολυδιψία

σπάνιες

Ψυχιατρικές διαταραχές

άγχος

όχι συχνές

 

αποπροσανατολισμός, ευφορική

σπάνιες

 

συναισθηματική διάθεση

 

Διαταραχές του νευρικού

κεφαλαλγία

συχνές

συστήματος

ζάλη, υπνηλία

όχι συχνές

 

 

 

 

νοητική διαταραχή, λήθαργος, δυσγευσία

σπάνιες

Οφθαλμικές διαταραχές

επιπεφυκίτιδα

σπάνιες

Διαταραχές του ωτός και του

εμβοές

σπάνιες

λαβυρίνθου

 

 

Καρδιακές διαταραχές

αίσθημα παλμών

όχι συχνές

 

βραδυκαρδία, καρδιαγγειακή διαταραχή

σπάνιες

Αγγειακές διαταραχές

έξαψη

όχι συχνές

Διαταραχές του αναπνευστικού

λόξυγκας

συχνές

συστήματος, του θώρακα και

άλγος στοματοφάρυγγα, πταρμός, βήχας,

σπάνιες

του μεσοθωράκιου

οπισθορρινική καταρροή, ερεθισμός του

 

 

λαιμού

 

Διαταραχές του γαστρεντερικού

δυσκοιλιότητα, δυσπεψία

συχνές

συστήματος

ερυγή, ναυτία*, έμετος*, γαστροοισοφαγική

όχι συχνές

 

παλινδρόμηση, κοιλιακό άλγος, ξηροστομία,

 

 

μετεωρισμός

 

 

 

 

 

διάτρηση δωδεκαδακτυλικού έλκους,

σπάνιες

 

στοματίτιδα, διάταση της κοιλίας, σκληρά

 

 

κόπρανα, ουδετεροπενική κολίτιδα

 

Διαταραχές του δέρματος και

εξάνθημα, ακμή

όχι συχνές

του υποδόριου ιστού

 

 

 

αντίδραση από φωτοευαισθησία, υπερίδρωση,

σπάνιες

 

σμηγματόρροια, δερματική αλλοίωση,

 

 

κνησμώδες εξάνθημα, σύνδρομο Stevens-

 

 

Johnson/τοξική επιδερμική νεκρόλυση

 

 

κνησμός, κνίδωση

μη γνωστές

Διαταραχές του μυοσκελετικού

μυϊκή αδυναμία, μυϊκοί σπασμοί

σπάνιες

συστήματος και του συνδετικού

 

 

ιστού

 

 

Διαταραχές των νεφρών και των

δυσουρία

όχι συχνές

ουροφόρων οδών

πολλακιουρία

σπάνιες

Γενικές διαταραχές και

κόπωση

συχνές

καταστάσεις της οδού

εξασθένιση, αίσθημα κακουχίας

όχι συχνές

χορήγησης

οίδημα, θωρακική δυσφορία, διαταραχή στο

σπάνιες

 

βάδισμα

 

Παρακλινικές εξετάσεις

ALT αυξημένη

συχνές

 

AST αυξημένη, αλκαλική φωσφατάση

όχι συχνές

 

αίματος αυξημένη

 

 

 

 

 

εξέταση ερυθροκυττάρων στα ούρα θετική,

σπάνιες

 

νάτριο αίματος μειωμένο, σωματικό βάρος

 

 

μειωμένο, αριθμός ουδετερόφιλων μειωμένος,

 

 

παρουσία γλυκόζης στα ούρα, απέκκριση

 

 

ούρων αυξημένη

 

*Ναυτία και έμετος ήταν παράμετροι αποτελεσματικότητας κατά τις 5 πρώτες ημέρες μετά τη χημειοθεραπεία και αναφέρονταν ως ανεπιθύμητες ενέργειες μόνο στο επόμενο διάστημα.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων αντιδράσεων Τα προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών σε ενήλικες στην επέκταση Πολλαπλών Κύκλων των

μελετών ΙΕΧ και ΜΕΧ για έως 6 επιπλέον κύκλους χημειοθεραπείας ήταν γενικά παρόμοια με εκείνα που παρατηρήθηκαν στον Κύκλο 1.

Σε μία επιπρόσθετη κλινική μελέτη ελεγχόμενη με ενεργό παράγοντα σε 1.169 ενήλικες ασθενείς που λάμβαναν το σχήμα 3 ημερών από στόματος απρεπιτάντης και ΙΕΧ, το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν γενικά παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε σε άλλες μελέτες ΙΕΧ με το σχήμα 3 ημερών από στόματος απρεπιτάντης.

Επιπρόσθετες ανεπιθύμητες αντιδράσεις παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με απρεπιτάντη για μετεγχειρητική ναυτία και έμετο (ΜΕΝΕ) και με μεγαλύτερη επίπτωση από ότι με ονδανσετρόνη: άλγος άνω κοιλιακής χώρας, εντερικοί ήχοι μη φυσιολογικοί, δυσκοιλιότητα*, δυσαρθρία, δύσπνοια, υπαισθησία, αϋπνία, μύση, ναυτία, διαταραχή αισθητικότητας, δυσφορία του στομάχου, ατελής ειλεός*, οπτική οξύτητα μειωμένη, συριγμός.

*Αναφέρθηκαν σε ασθενείς που λάμβαναν μεγαλύτερη δόση απρεπιτάντης.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας

του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

4.9Υπερδοσολογία

Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, το EMEND θα πρέπει να διακοπεί και θα πρέπει να παρασχεθεί γενική υποστηρικτική αγωγή και παρακολούθηση. Λόγω της αντιεμετικής δράσης της απρεπιτάντης, μπορεί κάποιο φάρμακο που χορηγείται για την πρόκληση εμέτου να μην είναι αποτελεσματικό.

Η απρεπιτάντη δεν μπορεί να απομακρυνθεί με αιμοδιύλιση.

5.ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιεμετικά φάρμακα και φάρμακα κατά της ναυτίας, κωδικός ATC: A04AD12

Η απρεπιτάντη είναι ένας εκλεκτικός, υψηλής συγγένειας ανταγωνιστής των υποδοχέων νευροκινίνης 1 (NK1) της ουσίας P του ανθρώπου. Η φοσαπρεπιτάντη, ένα προ-φάρμακο της απρεπιτάντης, μετατρέπεται ταχέως σε απρεπιτάντη όταν χορηγείται ενδοφλεβίως.

Με βάση ένα συγκρίσιμο φαρμακοκινητικό/φαρμακοδυναμικό προφίλ, το από στόματος σχήμα 1 ημέρας του EMEND 165 mg αναμένεται να έχει παρόμοιο προφίλ αποτελεσματικότητας με το

σχήμα 1 ημέρας φοσαπρεπιτάντης 150 mg και το σχήμα 3 ημερών από στόματος απρεπιτάντης (βλ. παράγραφο 5.2).

Σχήμα 3 ημερών απρεπιτάντης σε ενήλικες Σε 2 τυχαιοποιημένες, διπλά-τυφλές μελέτες, που περιλάμβαναν συνολικά 1.094 ενήλικες ασθενείς

που λάμβαναν χημειοθεραπεία, η οποία περιλάμβανε σισπλατίνη 70 mg/m2, η απρεπιτάντη σε συνδυασμό με ένα σχήμα ονδανσετρόνης/δεξαμεθαζόνης (βλ. παράγραφο 4.2) συγκρίθηκε με ένα καθιερωμένο σχήμα (εικονικό φάρμακο συν ονδανσετρόνη 32 mg χορηγούμενη ενδοφλεβίως την Ημέρα 1 συν δεξαμεθαζόνη 20 mg χορηγούμενη από στόματος την Ημέρα 1 και 8 mg χορηγούμενη από στόματος δύο φορές την ημέρα τις Ημέρες 2 έως 4). Αν και στις κλινικές δοκιμές χρησιμοποιήθηκε ενδοφλέβια δόση 32 mg ονδανσετρόνης, δεν είναι πλέον αυτή η συνιστώμενη δόση. Δείτε τα πληροφοριακά στοιχεία του προϊόντος για τον επιλεγμένο ανταγωνιστή 5-ΗΤ3 για πληροφορίες σχετικά με την κατάλληλη δοσολογία.

Η αποτελεσματικότητα βασίστηκε στην αξιολόγηση της ακόλουθης συνδυασμένης μέτρησης: πλήρης ανταπόκριση (οριζόμενη ως απουσία επεισοδίων εμέτου και χωρίς τη χορήγηση θεραπείας διάσωσης) πρωτίστως κατά τη διάρκεια του Κύκλου 1. Τα αποτελέσματα αξιολογήθηκαν για κάθε μεμονωμένη μελέτη και συνδυασμένα για τις 2 μελέτες.

Μία περίληψη των βασικών αποτελεσμάτων της μελέτης από τη συνδυασμένη ανάλυση παρατίθεται στον Πίνακα 1.

Πίνακας 1 Ποσοστό ενηλίκων ασθενών που λάμβαναν Ισχυρή Εμετογόνο Χημειοθεραπεία που ανταποκρίθηκαν,

ανά ομάδα θεραπείας και φάση – Κύκλος 1

 

Σχήμα

Καθιερωμένη

 

Διαφορές*

 

με απρεπιτάντη

Θεραπεία

 

 

ΣΥΝΔΥΑΣΜΕΝΕΣ ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ

(N= 521)

(N= 524)

 

 

 

%

%

%

(95 % CI)

Πλήρης ανταπόκριση (απουσία εμέτου και χωρίς θεραπεία διάσωσης)

Συνολική (0-120 ώρες)

67,7

47,8

19,9

(14,0, 25,8)

0-24 ώρες

86,0

73,2

12,7

(7,9, 17,6)

25-120 ώρες

71,5

51,2

20,3

(14,5, 26,1)

ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΕΣ ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ

Απουσία εμέτου (απουσία επεισοδίων εμέτου ανεξάρτητα από τη χορήγηση θεραπείας διάσωσης)

Συνολική (0-120 ώρες)

71,9

49,7

22,2

(16,4, 28,0)

0-24 ώρες

86,8

74,0

12,7

(8,0, 17,5)

25-120 ώρες

76,2

53,5

22,6

(17,0, 28,2)

Απουσία σημαντικής ναυτίας (μέγιστη μέτρηση στην κλίμακα VAS < 25 mm στην κλίμακα των 0-100 mm)

Συνολική (0-120 ώρες)

72,1

64,9

7,2

(1,6, 12,8)

25-120 ώρες

74,0

66,9

7,1

(1,5, 12,6)

* Τα διαστήματα εμπιστοσύνης υπολογίστηκαν χωρίς να γίνει αναπροσαρμογή για το φύλο και την συγχορηγούμενη χημειοθεραπεία, τα οποία είχαν συμπεριληφθεί στην πρωταρχική ανάλυση της διαφοράς αναλογιών και λογιστικών μοντέλων.

Ένας ασθενής στο σχήμα Απρεπιτάντης είχε δεδομένα μόνο κατά την οξεία φάση και αποκλείστηκε από τις αναλύσεις της συνολικής και καθυστερημένης φάσης. Ένας ασθενής στο καθιερωμένο σχήμα είχε δεδομένα μόνο κατά την όψιμη φάση και αποκλείστηκε από τις αναλύσεις της συνολικής και της οξείας φάσης.

Ο εκτιμώμενος χρόνος έως το πρώτο επεισόδιο εμέτου στη συνδυασμένη ανάλυση απεικονίζεται στο διάγραμμα Kaplan-Meier στην Εικόνα 1.

Εικόνα 1 Ποσοστό ενηλίκων ασθενών που λάμβαναν Ισχυρή Εμετογόνο Χημειοθεραπεία

οι οποίοι παρέμειναν χωρίς έμετο καθ’ όλη τη διάρκεια—Κύκλος 1

Ποσοστό Ασθενών

100%

▬▬ Σχήμα Απρεπιτάντης (Ν=520)

---- Καθιερωμένη Θεραπεία (Ν=523)

 

90%

80%

70%

60%

50%

40%

Χρόνος (ώρες)

Στατιστικά σημαντικές διαφορές στην αποτελεσματικότητα παρατηρήθηκαν επίσης σε κάθε μία από τις 2 μεμονωμένες μελέτες.

Στις ίδιες 2 κλινικές μελέτες, 851 ενήλικες ασθενείς συνέχισαν στην επέκταση Πολλαπλών Κύκλων για έως 5 επιπλέον κύκλους χημειοθεραπείας. Η αποτελεσματικότητα του σχήματος απρεπιτάντης προφανώς διατηρήθηκε κατά τη διάρκεια όλων των κύκλων.

Σε μία τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή μελέτη σε συνολικά 866 ενήλικες ασθενείς (864 γυναίκες,

2 άνδρες), οι οποίοι λάμβαναν χημειοθεραπεία που περιλάμβανε κυκλοφωσφαμίδη 750-1500 mg/m2 ή κυκλοφωσφαμίδη 500-1500 mg/m2 και δοξορουβικίνη ( 60 mg/m2) ή επιρουβικίνη ( 100 mg/m2), η απρεπιτάντη σε συνδυασμό με ένα σχήμα ονδανσετρόνης/δεξαμεθαζόνης (βλ. παράγραφο 4.2)

συγκρίθηκε με την καθιερωμένη θεραπεία (εικονικό φάρμακο συν ονδανσετρόνη 8 mg χορηγούμενη από στόματος (δύο φορές την Ημέρα 1 και κάθε 12 ώρες τις Ημέρες 2 και 3) συν δεξαμεθαζόνη 20 mg χορηγούμενη από στόματος την Ημέρα 1).

Η αποτελεσματικότητα βασίστηκε στην αξιολόγηση της συνδυασμένης μέτρησης: πλήρης ανταπόκριση (οριζόμενη ως απουσία επεισοδίων εμέτου και χωρίς τη χορήγηση θεραπείας διάσωσης) πρωτίστως κατά τη διάρκεια του Κύκλου 1.

Μία περίληψη των βασικών αποτελεσμάτων της μελέτης παρατίθεται στον Πίνακα 2.

Πίνακας 2 Ποσοστό ενηλίκων ασθενών που ανταποκρίθηκαν, ανά ομάδα θεραπείας και φάση – Κύκλος 1

Μέτρια Εμετογόνος Χημειοθεραπεία

 

Σχήμα

Καθιερωμένη

 

Διαφορές*

 

με απρεπιτάντη

θεραπεία

 

 

ΣΥΝΔΥΑΣΜΕΝΕΣ ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ

(N= 433)

(N= 424)

 

 

 

%

%

%

(95 % CI)

 

 

 

Πλήρης ανταπόκριση (απουσία εμέτου και χωρίς θεραπεία διάσωσης)

 

 

Συνολική (0-120 ώρες)

50,8

42,5

8,3

(1,6, 15,0)

0-24 ώρες

75,7

69,0

6,7

(0,7, 12,7)

25-120 ώρες

55,4

49,1

6,3

(-0,4, 13,0)

ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΕΣ ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ

Απουσία εμέτου (απουσία επεισοδίων εμέτου ανεξάρτητα από τη χορήγηση θεραπείας διάσωσης)

Συνολική (0-120 ώρες)

75,7

58,7

17,0

(10,8, 23,2)

0-24 ώρες

87,5

77,3

10,2

(5,1, 15,3)

25-120 ώρες

80,8

69,1

11,7

(5,9, 17,5)

Απουσία σημαντικής ναυτίας (μέγιστη μέτρηση στην κλίμακα VAS < 25 mm στην κλίμακα των 0-100 mm)

Συνολική (0-120 ώρες)

60,9

55,7

5,3

(-1,3, 11,9)

0-24 ώρες

79,5

78,3

1,3

(-4,2,

6,8)

25-120 ώρες

65,3

61,5

3,9

(-2,6,

10,3)

* Τα διαστήματα εμπιστοσύνης υπολογίστηκαν χωρίς να γίνει αναπροσαρμογή για την κατηγορία ηλικίας (< 55 ετών, 55 ετών) και ερευνητικής ομάδας, τα οποία είχαν συμπεριληφθεί στην πρωταρχική ανάλυση της διαφοράς αναλογιών και λογιστικών μοντέλων.

Ένας ασθενής στο σχήμα Απρεπιτάντης είχε δεδομένα μόνο κατά την οξεία φάση και αποκλείστηκε από τις αναλύσεις της συνολικής και καθυστερημένης φάσης.

Στην ίδια κλινική μελέτη, 744 ενήλικες ασθενείς συνέχισαν στην επέκταση Πολλαπλών Κύκλων για έως 3 επιπλέον κύκλους χημειοθεραπείας. Η αποτελεσματικότητα του σχήματος απρεπιτάντης προφανώς διατηρήθηκε κατά τη διάρκεια όλων των κύκλων.

Σε μία δεύτερη, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, παράλληλων ομάδων κλινική μελέτη, το σχήμα απρεπιτάντης συγκρίθηκε με την καθιερωμένη θεραπεία σε 848 ενήλικες ασθενείς

(652 γυναίκες, 196 άνδρες) οι οποίοι λάμβαναν ένα σχήμα χημειοθεραπείας που περιλάμβανε οποιαδήποτε ενδοφλέβια δόση οξαλιπλατίνης, καρβοπλατίνης, επιρουβικίνης, ιδαρουβικίνης, ιφωσφαμίδης, ιρινοτεκάνης, δαουνορουβικίνης, δοξορουβικίνης, κυκλοφωσφαμίδης ενδοφλεβίως (< 1500 mg/m2) ή κυταραβίνης ενδοφλεβίως (> 1 g/m2). Οι ασθενείς που λάμβαναν το σχήμα απρεπιτάντης, λάμβαναν χημειοθεραπεία για όγκους διαφόρων τύπων, συμπεριλαμβανομένων καρκίνου του μαστού (52 %), καρκίνων του γαστρεντερικού συστήματος (21 %) συμπεριλαμβανομένου ορθοκολικού καρκίνου, καρκίνου του πνεύμονα (13 %) και γυναικολογικών

καρκίνων (6 %). Το σχήμα απρεπιτάντης σε συνδυασμό με ένα σχήμα ονδανσετρόνης/δεξαμεθαζόνης (βλ. παράγραφο 4.2) συγκρίθηκε με την καθιερωμένη θεραπεία (εικονικό φάρμακο σε συνδυασμό με ονδανσετρόνη 8 mg από στόματος (δύο φορές την Ημέρα 1 και κάθε 12 ώρες τις Ημέρες 2 και 3) συν δεξαμεθαζόνη 20 mg από στόματος την Ημέρα 1).

Η αποτελεσματικότητα βασίστηκε στην αξιολόγηση των ακόλουθων κύριων και σημαντικών δευτερευόντων τελικών σημείων: Απουσία εμέτου στη συνολική περίοδο (0 έως 120 ώρες μετά τη χημειοθεραπεία), αξιολόγηση της ασφάλειας και της ανεκτικότητας του σχήματος απρεπιτάντης για ναυτία και έμετο που προκαλείται από την χημειοθεραπεία (ΝΕΧ), και πλήρης ανταπόκριση (οριζόμενη ως απουσία εμέτου και μη χρήση θεραπείας διάσωσης) στη συνολική περίοδο (0 έως 120 ώρες μετά τη χημειοθεραπεία). Επιπλέον, η απουσία σημαντικής ναυτίας στη συνολική περίοδο (0 έως 120 ώρες μετά τη χημειοθεραπεία) αξιολογήθηκε ως τελικό σημείο προς διερεύνηση, καθώς και στην οξεία και όψιμη φάση ως post–hoc ανάλυση.

Μία περίληψη των βασικών αποτελεσμάτων της μελέτης παρατίθεται στον Πίνακα 3.

Πίνακας 3 Ποσοστό ενηλίκων ασθενών που ανταποκρίθηκαν, ανά ομάδα θεραπείας και φάση για τη Μελέτη 2 –

Κύκλος 1 Μέτρια Εμετογόνος Χημειοθεραπεία

Σχήμα

Καθιερωμένη

 

Διαφορές*

με απρεπιτάντη

θεραπεία

 

 

(N= 425)

(N= 406)

 

 

%

%

%

(95 % CI)

Πλήρης ανταπόκριση (απουσία εμέτου και χωρίς θεραπεία διάσωσης)

Συνολική (0-120 ώρες)

68,7

56,3

12,4

(5,9, 18,9)

0-24 ώρες

89,2

80,3

8,9

(4,0, 13,8)

25-120 ώρες

70,8

60,9

9,9

(3,5, 16,3)

Απουσία εμέτου (απουσία επεισοδίων εμέτου ανεξάρτητα από τη χορήγηση θεραπείας διάσωσης)

Συνολική (0-120 ώρες)

76,2

62,1

14,1

(7,9, 20,3)

0-24 ώρες

92,0

83,7

8,3

(3,9, 12,7)

25-120 ώρες

77,9

66,8

11,1

(5,1, 17,1)

Απουσία σημαντικής ναυτίας (μέγιστη μέτρηση στην κλίμακα VAS < 25 mm στην κλίμακα των 0-100 mm)

Συνολική (0-120 ώρες)

73,6

66,4

7,2

(1,0,

13,4)

0-24 ώρες

90,9

86,3

4,6

(0,2,

9,0)

25-120 ώρες

74,9

69,5

5,4

(-0,7, 11,5)

*Τα διαστήματα εμπιστοσύνης υπολογίστηκαν χωρίς να γίνει προσαρμογή ως προς το φύλο και την περιοχή, τα οποία είχαν συμπεριληφθεί στην πρωταρχική ανάλυση με τη χρήση λογιστικών μοντέλων.

Το όφελος της θεραπείας συνδυασμού της απρεπιτάντης σε όλον τον πληθυσμό της μελέτης προήλθε κυρίως από τα αποτελέσματα που παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με μη ικανοποιητικό έλεγχο με το καθιερωμένο σχήμα, όπως στις γυναίκες, παρ' όλο που τα αποτελέσματα ήταν αριθμητικά καλύτερα ανεξάρτητα από την ηλικία, τον τύπο καρκίνου ή το φύλο. Πλήρης ανταπόκριση στο σχήμα απρεπιτάντης και στην καθιερωμένη θεραπεία, αντίστοιχα, επιτεύχθηκε σε 209/324 (65 %) και 161/320 (50 %) στις γυναίκες και 83/101 (82 %) και 68/87 (78 %) στους άνδρες.

Σχήμα 1 ημέρας φοσαπρεπιτάντης 150 mg σε ενήλικες

Σε μία τυχαιοποιημένη, παράλληλη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με ενεργό παράγοντα μελέτη, η φοσαπρεπιτάντη 150 mg (N=1.147) συγκρίθηκε με ένα σχήμα απρεπιτάντης 3 ημερών (N=1.175) σε ενήλικες ασθενείς που λάμβαναν ένα σχήμα ΙΕΧ που συμπεριλάμβανε σισπλατίνη (≥ 70 mg/m2). Το σχήμα φοσαπρεπιτάντης αποτελούνταν από φοσαπρεπιτάντη 150 mg την Ημέρα 1 σε συνδυασμό με ενδοφλέβια ονδανσετρόνη 32 mg την Ημέρα 1 και δεξαμεθαζόνη 12 mg την Ημέρα 1, 8 mg την Ημέρα 2 και 8 mg δύο φορές την ημέρα τις Ημέρες 3 και 4. Το σχήμα απρεπιτάντης αποτελούνταν από απρεπιτάντη 125 mg την Ημέρα 1 και 80 mg/ημέρα τις Ημέρες 2 και 3 σε συνδυασμό με ενδοφλέβια ονδανσετρόνη 32 mg την Ημέρα 1 και δεξαμεθαζόνη 12 mg την Ημέρα 1 και 8 mg ημερησίως τις Ημέρες 2 έως 4. Τα εικονικά φάρμακα που χρησιμοποιούνται αντί της φοσαπρεπιτάντης, της απρεπιτάντης και της δεξαμεθαζόνης (το βράδυ των Ημερών 3 και 4) χρησιμοποιήθηκαν για να διατηρηθεί η απόκρυψη (τυφλή) της χορηγούμενης θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.2). Αν και στις κλινικές δοκιμές χρησιμοποιήθηκε ενδοφλέβια δόση 32 mg ονδανσετρόνης, δεν είναι πλέον αυτή η συνιστώμενη δόση. Δείτε τα πληροφοριακά στοιχεία του προϊόντος για τον επιλεγμένο ανταγωνιστή 5-ΗΤ3 για πληροφορίες σχετικά με την κατάλληλη δοσολογία.

Η αποτελεσματικότητα βασίστηκε στην αξιολόγηση των παρακάτω συνδυασμένων μετρήσεων: πλήρης ανταπόκριση τόσο στη συνολική όσο και στην όψιμη φάση και απουσία εμέτου

στη συνολική φάση. Η φοσαπρεπιτάντη 150 mg αποδείχτηκε ότι δεν είναι κατώτερη από το σχήμα 3 ημερών απρεπιτάντης. Μία σύνοψη του πρωταρχικού και του δευτερεύοντος τελικού σημείου παρατίθεται στον Πίνακα 4.

Πίνακας 4 Ποσοστό ενηλίκων ασθενών που λάμβαναν Ισχυρή Εμετογόνο Χημειοθεραπεία

που ανταποκρίθηκαν, ανά ομάδα θεραπείας και φάση – Κύκλος 1

ΤΕΛΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ*

Σχήμα με

Σχήμα με

Διαφορά

 

φοσαπρεπιτάντη

απρεπιτάντη

(95 % CI)

 

(N =1.106) **

(N =1.134) **

 

 

%

%

 

Πλήρης ανταπόκριση

 

 

 

Συνολική§

71,9

72,3

-0,4 (-4,1, 3,3)

Όψιμη φάσ秧

74,3

74,2

0,1 (-3,5, 3,7)

Απουσία εμέτου

 

 

 

Συνολική§

72,9

74,6

-1,7 (-5,3, 2,0)

*Το πρωταρχικό τελικό σημείο είναι τυπωμένο με έντονα γράμματα.

**N: Αριθμός ασθενών που συμπεριλήφθηκαν στην πρωταρχική ανάλυση της πλήρους ανταπόκρισης.

†Η διαφορά και το διάστημα εμπιστοσύνης (CI) υπολογίστηκαν με τη χρήση της μεθόδου που προτάθηκε από τους Miettinen και Nurminen και προσαρμόστηκε για το Φύλο.

‡Πλήρης ανταπόκριση = απουσία εμέτου και μη χρήση θεραπείας διάσωσης. §Συνολική = 0 έως 120 ώρες μετά την έναρξη της χημειοθεραπείας με σισπλατίνη. §§Όψιμη φάση = 25 έως 120 ώρες μετά την έναρξη της χημειοθεραπείας με σισπλατίνη.

Παιδιατρικός πληθυσμός Μελέτες σχετικά με την αξιολόγηση της χρήσης απρεπιτάντης σε παιδιατρικούς ασθενείς βρίσκονται

σε εξέλιξη (βλ. παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

5.2Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Η απρεπιτάντη επιδεικνύει μη-γραμμική φαρμακοκινητική. Τόσο η κάθαρση όσο και η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μειώνονται με αύξηση της δόσης.

Απορρόφηση

Η AUC0-∞ της απρεπιτάντης μετά από χορήγηση από στόματος 165 mg ήταν ισοδύναμη με την AUC0-∞ των 150 mg φοσαπρεπιτάντης χορηγούμενης ενδοφλεβίως, ενώ η Cmax ήταν 2,4 φορές χαμηλότερη

Μετά από χορήγηση εφάπαξ από στόματος δόσης απρεπιτάντης 165 mg σε υγιείς εθελοντές, η μέση AUC0-∞ της απρεπιτάντης ήταν 32,5 µg hr/ml και η μέση μέγιστη συγκέντρωση της απρεπιτάντης ήταν 1,67 µg/ml.

Η μέση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) της απρεπιτάντης επιτεύχθηκε σε περίπου 4 ώρες (tmax). Η από στόματος χορήγηση του καψακίου με ένα σύνηθες ελαφρύ πρόγευμα και με ένα υψηλής περιεκτικότητας σε λίπος πρόγευμα είχε ως αποτέλεσμα μία αύξηση της AUC0-∞ της απρεπιτάντης κατά 8 % και 47 % αντίστοιχα. Αυτή η αύξηση δεν θεωρείται κλινικά σχετιζόμενη.

Κατανομή Η απρεπιτάντη δεσμεύεται ισχυρά από τις πρωτεΐνες, κατά μέσο όρο κατά 97 %. Ο γεωμετρικός

μέσος φαινομενικός όγκος κατανομής στη σταθερή κατάσταση (Vdss) είναι περίπου 66 l στον άνθρωπο.

Βιομετασχηματισμός Η απρεπιτάντη υφίσταται εκτενή μεταβολισμό. Σε υγιείς νέους ενήλικες, η απρεπιτάντη ευθύνεται για

το 19 % περίπου της ραδιενέργειας στο πλάσμα σε διάστημα 72 ωρών μετά από χορήγηση μίας μονής ενδοφλέβιας δόσης 100 mg 14C-φοσαπρεπιτάντης, ενός προ-φαρμάκου της απρεπιτάντης, υποδεικνύοντας μία ουσιαστική παρουσία μεταβολιτών στο πλάσμα. Έχουν ταυτοποιηθεί δώδεκα μεταβολίτες της απρεπιτάντης στο ανθρώπινο πλάσμα. Ο μεταβολισμός της απρεπιτάντης συμβαίνει κατά μεγάλο βαθμό μέσω οξείδωσης στον μορφολινικό δακτύλιο και στις πλευρικές του αλυσίδες και οι προκύπτοντες μεταβολίτες ήταν ασθενώς μόνο ενεργοί. Μελέτες in vitro με χρήση ανθρώπινων ηπατικών μικροσωμάτιων, υποδεικνύουν ότι η απρεπιτάντη μεταβολίζεται πρωτίστως από το CYP3A4 και δυνητικά με ελάχιστη συμβολή από το CYP1A2 και το CYP2C19.

Αποβολή Η απρεπιτάντη δεν απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα. Οι μεταβολίτες απεκκρίνονται στα ούρα και

μέσω της χοληφόρου απέκκρισης στα κόπρανα. Κατόπιν ενδοφλέβιας χορήγησης μίας εφάπαξ δόσης 100 mg 14C-φοσαπρεπιτάντης, ενός προ-φαρμάκου της απρεπιτάντης, σε υγιή άτομα, το 57 % της ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα και το 45 % στα κόπρανα.

Η κάθαρση της απρεπιτάντης στο πλάσμα είναι δοσοεξαρτώμενη, μειούμενη αυξανόμενης της δόσης και κυμαινόμενη από περίπου 60 έως 72 ml/min στο θεραπευτικό δοσολογικό εύρος. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής κυμάνθηκε από περίπου 9 έως 13 ώρες.

Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς

Ηλικιωμένοι: Κατόπιν από στόματος χορήγησης μίας εφάπαξ δόσης 125 mg απρεπιτάντης την Ημέρα 1 και 80 mg μία φορά ημερησίως τις Ημέρες 2 έως 5, η AUC0-24hr της απρεπιτάντης ήταν 21 % υψηλότερη την Ημέρα 1 και 36 % υψηλότερη την Ημέρα 5 στους ηλικιωμένους ( 65 ετών) συγκριτικά με νεότερους ενήλικες. Η Cmax ήταν 10 % υψηλότερη την Ημέρα 1 και 24 % υψηλότερη την Ημέρα 5 στους ηλικιωμένους συγκριτικά με νεότερους ενήλικες. Αυτές οι διαφορές δεν θεωρούνται κλινικά σημαντικές. Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης του EMEND σε ηλικιωμένους ασθενείς.

Φύλο: Κατόπιν από στόματος χορήγησης μίας μονής δόσης 125 mg απρεπιτάντης, η Cmax της απρεπιτάντης είναι 16 % υψηλότερη στις γυναίκες σε σύγκριση με τους άνδρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της απρεπιτάντης είναι 25 % χαμηλότερος στις γυναίκες σε σύγκριση με τους άνδρες και η tmax της απρεπιτάντης επιτυγχάνεται περίπου κατά την ίδια χρονική στιγμή. Αυτές οι διαφορές δεν θεωρούνται κλινικά σημαντικές. Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης του EMEND με βάση το φύλο.

Ηπατική δυσλειτουργία: Η ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh κατηγορία Α) δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της απρεπιτάντης σε κλινικά σημαντική έκταση. Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία. Από τα διαθέσιμα στοιχεία δεν μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα σχετικά με την επίδραση της μέτριας ηπατικής δυσλειτουργίας (Child-Pugh κατηγορία Β) στη φαρμακοκινητική της απρεπιτάντης. Δεν υπάρχουν κλινικά ή φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh κατηγορία C).

Νεφρική δυσλειτουργία: Μία εφάπαξ δόση 240 mg απρεπιτάντης χορηγήθηκε σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CrCl 30 ml/min) και σε ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου (ESRD) όπου απαιτείται αιμοδιύλιση.

Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η AUC0- της ολικής απρεπιτάντης (μη δεσμευμένη και δεσμευμένη από πρωτεΐνες) μειώθηκε κατά 21 % και η Cmax μειώθηκε κατά 32 %, σε σύγκριση με υγιή άτομα. Σε ασθενείς με ESRD που υποβάλλονταν σε αιμοδιύλιση, η AUC0- της ολικής απρεπιτάντης μειώθηκε κατά 42 % και η Cmax μειώθηκε κατά 32 %. Λόγω μέτριων μειώσεων της δέσμευσης της απρεπιτάντης από πρωτεΐνες σε ασθενείς με νεφροπάθεια, η AUC της φαρμακολογικά ενεργής, μη δεσμευμένης απρεπιτάντης δεν επηρεάστηκε σημαντικά σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, σε σύγκριση με υγιή άτομα. Η αιμοδιύλιση που διεξήχθη 4 ή 48 ώρες μετά τη χορήγηση δεν είχε σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της απρεπιτάντης. Λιγότερο από το 0,2 % της δόσης ανακτήθηκε στο διήθημα.

Δεν είναι αναγκαία η αναπροσαρμογή της δόσης του EMEND σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ή σε ασθενείς με ESRD που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση.

Σχέση μεταξύ συγκέντρωσης και επίδρασης

Σε μελέτες τομογραφίας εκπομπής ποζιτρονίων (PET) σε υγιείς νέους άνδρες, όπου χρησιμοποιήθηκε ένας εξαιρετικά εξειδικευμένος ανιχνευτής ΝΚ1 υποδοχέων, δείχθηκε ότι η απρεπιτάντη εισέρχεται στον εγκέφαλο και δεσμεύει τους ΝΚ1 υποδοχείς κατά τρόπο εξαρτώμενο από τη δόση και τη συγκέντρωση στο πλάσμα. Οι συγκεντρώσεις της απρεπιτάντης στο πλάσμα που επιτεύχθηκαν με το σχήμα 3 ημερών του EMEND αναμένεται να καταλαμβάνουν περισσότερο από το 95 % των ΝΚ1 υποδοχέων του εγκεφάλου.

Μία μελέτη PET σε υγιείς νέους άνδρες, στους οποίους χορηγήθηκε μία εφάπαξ από στόματος δόση 165 mg απρεπιτάντης ή μία μονή ενδοφλέβια δόση 150 mg φοσαπρεπιτάντης, κατέδειξε παρόμοια

κατάληψη των NK1 υποδοχέων του εγκεφάλου στην tmax (≥ 99 %), στις 24 ώρες (≥ 99 %), στις 48 ώρες (≥ 97 %) και στις 120 ώρες (37 έως 76 %) μετά τη χορήγηση. Η κατάληψη των NK1

υποδοχέων στον εγκέφαλο από την απρεπιτάντη συσχετίζεται καλά με τις συγκεντρώσεις της απρεπιτάντης στο πλάσμα.

5.3Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Τα προκλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο, με βάση τις συμβατικές μελέτες τοξικότητας εφάπαξ και επαναλαμβανόμενων δόσεων, γονοτοξικότητας, ενδεχόμενης καρκινογόνου δράσης, τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα και ανάπτυξη. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η συστηματική έκθεση στα τρωκτικά ήταν παρόμοια ή ακόμα μικρότερη από τη θεραπευτική έκθεση στον άνθρωπο στις δόσεις των 125 mg/80 mg και 165 mg. Συγκεκριμένα, παρ' όλο που δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες σε μελέτες αναπαραγωγής σε επίπεδα έκθεσης στον άνθρωπο, οι εκθέσεις στα πειραματόζωα δεν είναι επαρκείς, ώστε να γίνει επαρκής εκτίμηση του κινδύνου για τον άνθρωπο.

Μια μελέτη τοξικότητας σε αρουραίους νεαρής ηλικίας που έλαβαν απρεπιτάντη από την ημέρα 10 έως την ημέρα 63 μετά τη γέννηση, οδήγησε σε ένα πρώιμο κολπικό άνοιγμα στους θηλυκούς από τα 250 mg/kg δύο φορές ημερησίως και σε έναν καθυστερημένο διαχωρισμό ακροποσθίας στους αρσενικούς από τα 10 mg/kg δύο φορές ημερησίως. Δεν υπήρξαν περιθώρια κλινικά σημαντικής έκθεσης. Δεν υπήρξαν επιδράσεις σχετιζόμενες με τη θεραπεία όσον αφορά το ζευγάρωμα, τη γονιμότητα ή την εμβρυϊκή επιβίωση και δεν υπήρξαν παθολογικές μεταβολές στα όργανα αναπαραγωγής. Σε μια μελέτη τοξικότητας σε σκύλους νεαρής ηλικίας που έλαβαν αγωγή από την ημέρα 14 έως την ημέρα 42 μετά τη γέννηση, παρατηρήθηκε μειωμένο βάρος όρχεων και μειωμένο μέγεθος κυττάρων Leydig σε αρσενικούς στα 6 mg/kg/ημέρα και αυξημένο βάρος μήτρας, υπερτροφία της μήτρας και του τραχήλου και οίδημα των κολπικών ιστών στους θηλυκούς από τα

4 mg/kg/ημέρα. Δεν υπήρξαν περιθώρια κλινικά σημαντικής έκθεσης στην απρεπιτάντη. Αυτά τα ευρήματα δεν θεωρείται πιθανό να είναι κλινικά σημαντικά σε θεραπεία βραχείας διάρκειας, σύμφωνα με το συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα.

6.ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1Κατάλογος εκδόχων

Περιεχόμενο καψακίου Σακχαρόζη

Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη (Ε 460) Υδροξυπροπυλοκυτταρίνη (Ε 463) Νάτριο λαουρυλοθειικό

Κέλυφος καψακίου Ζελατίνη

Τιτανίου διοξείδιο (E 171) Ινδικοκαρμίνιο (E 132)

Μελάνι εκτύπωσης Κόμμεα λάκκας Καλίου υδροξείδιο

Μέλαν οξείδιο σιδήρου (Ε 172)

6.2Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3Διάρκεια ζωής

4 χρόνια

6.4Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από την υγρασία.

6.5Φύση και συστατικά του περιέκτη

Κυψέλη αλουμινίου που περιέχει ένα καψάκιο των 165 mg.

6 κυψέλες αλουμινίου που η κάθε μία περιέχει ένα καψάκιο των 165 mg.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Καμία ειδική υποχρέωση για απόρριψη.

7.ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Merck Sharp & Dohme Ltd. Hertford Road, Hoddesdon Hertfordshire EN 11 9BU Ηνωμένο Βασίλειο

8.ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

EU/1/03/262/009

EU/1/03/262/010

9.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 11 Νοεμβρίου 2003 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 22 Σεπτεμβρίου 2008

10.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Λεπτομερείς πληροφορίες για το παρόν φαρμακευτικό προϊόν είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων: http://www.ema.europa.eu.

1.ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

EMEND 125 mg σκληρά καψάκια

EMEND 80 mg σκληρά καψάκια

2.ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε καψάκιο των 125 mg περιέχει 125 mg απρεπιτάντης. Κάθε καψάκιο των 80 mg περιέχει 80 mg απρεπιτάντης.

Έκδοχο με γνωστή δράση

Κάθε καψάκιο περιέχει 125 mg σακχαρόζης (στο καψάκιο των 125 mg). Έκδοχο με γνωστή δράση

Κάθε καψάκιο περιέχει 80 mg σακχαρόζης (στο καψάκιο των 80 mg).

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3.ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Σκληρό καψάκιο.

Το καψάκιο των 125 mg είναι αδιαφανές, με λευκό σώμα και ροζ κάλυμμα, με τυπωμένο στο σώμα ακτινωτά με μαύρο μελάνι το «462» και το «125 mg». Τα καψάκια των 80 mg είναι αδιαφανή, με λευκό σώμα και κάλυμμα, με τυπωμένο στο σώμα ακτινωτά με μαύρο μελάνι το «461» και το

«80 mg».

4.ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1Θεραπευτικές ενδείξεις

Πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου που σχετίζονται με ισχυρή και μετρίως εμετογόνο χημειοθεραπεία του καρκίνου σε ενήλικες και εφήβους από την ηλικία των 12 ετών.

To EMEND 125 mg/80 mg χορηγείται ως μέρος θεραπείας συνδυασμού (βλ. παράγραφο 4.2).

4.2Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία

Ενήλικες

Το EMEND χορηγείται για 3 ημέρες ως μέρος ενός δοσολογικού σχήματος που περιλαμβάνει ένα κορτικοστεροειδές και έναν ανταγωνιστή 5-HT3. Η συνιστώμενη δόση είναι 125 mg χορηγούμενη από το στόμα μία φορά την ημέρα μία ώρα πριν την έναρξη της χημειοθεραπείας την Ημέρα 1 και 80 mg από του στόματος μία φορά την ημέρα κατά τις Ημέρες 2 και 3 το πρωί.

Συνιστώνται τα ακόλουθα δοσολογικά σχήματα σε ενήλικες για την πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου που σχετίζονται με την εμετογόνο χημειοθεραπεία του καρκίνου:

Δοσολογικό σχήμα για Ισχυρή Εμετογόνο Χημειοθεραπεία

 

Ημέρα 1

Ημέρα 2

Ημέρα 3

Ημέρα 4

EMEND

125 mg από

80 mg από

80 mg από

ουδέν

 

στόματος

στόματος

στόματος

 

Δεξαμεθαζόνη

12 mg από

8 mg από

8 mg από

8 mg από

 

στόματος

στόματος

στόματος

στόματος

Ανταγωνιστές 5-

Καθιερωμένες

ουδέν

ουδέν

ουδέν

ΗΤ3

δοσολογίες των

 

 

 

 

ανταγωνιστών 5-

 

 

 

 

ΗΤ3. Δείτε τα

 

 

 

 

πληροφοριακά

 

 

 

 

στοιχεία του

 

 

 

 

προϊόντος για τον

 

 

 

 

επιλεγμένο

 

 

 

 

ανταγωνιστή 5-

 

 

 

 

ΗΤ3 για

 

 

 

 

πληροφορίες

 

 

 

 

σχετικά με την

 

 

 

 

κατάλληλη

 

 

 

 

δοσολογία

 

 

 

Η δεξαμεθαζόνη θα πρέπει να χορηγείται 30 λεπτά πριν από την χορήγηση της χημειοθεραπείας κατά την Ημέρα 1 και κατά τα πρωινά της Ημέρας 2 έως 4. Η δόση της δεξαμεθαζόνης υπολογίζεται βάσει των αλληλεπιδράσεων της δραστικής ουσίας.

Δοσολογικό σχήμα για Μετρίως Εμετογόνο Χημειοθεραπεία

 

Ημέρα 1

Ημέρα 2

Ημέρα 3

EMEND

125 mg από

80 mg από

80 mg από

 

στόματος

στόματος

στόματος

Δεξαμεθαζόνη

12 mg από

ουδέν

ουδέν

 

στόματος

 

 

Ανταγωνιστές 5-

Καθιερωμένες

ουδέν

ουδέν

ΗΤ3

δοσολογίες των

 

 

 

ανταγωνιστών 5-

 

 

 

ΗΤ3. Δείτε τα

 

 

 

πληροφοριακά

 

 

 

στοιχεία του

 

 

 

προϊόντος για τον

 

 

 

επιλεγμένο

 

 

 

ανταγωνιστή 5-

 

 

 

ΗΤ3 για

 

 

 

πληροφορίες

 

 

 

σχετικά με την

 

 

 

κατάλληλη

 

 

 

δοσολογία

 

 

Η δεξαμεθαζόνη θα πρέπει να χορηγείται 30 λεπτά πριν από την χορήγηση της χημειοθεραπείας κατά την Ημέρα 1. Η δόση της δεξαμεθαζόνης υπολογίζεται βάσει των αλληλεπιδράσεων της δραστικής ουσίας.

Παιδιατρικός πληθυσμός Έφηβοι (ηλικίας 12 έως17 ετών)

Το EMEND δίνεται για 3 ημέρες ως μέρος ενός δοσολογικού σχήματος που περιλαμβάνει έναν ανταγωνιστή 5-ΗΤ3. Η συνιστώμενη δόση των καψακίων EMEND είναι 125 mg από του στόματος κατά την Ημέρα 1 και 80 mg από του στόματος κατά τις Ημέρες 2 και 3. Το EMEND χορηγείται από του στόματος 1 ώρα πριν τη χημειοθεραπεία κατά τις Ημέρες 1, 2 και 3. Εάν δεν δοθεί χημειοθεραπεία κατά τις Ημέρες 2 και 3, το EMEND θα πρέπει να χορηγηθεί το πρωί. Βλ. την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος (ΠΧΠ) του επιλεγμένου ανταγωνιστή 5-ΗΤ3 για πληροφορίες σχετικά με την κατάλληλη δοσολογία. Εάν συγχορηγηθεί με το EMEND ένα κορτικοστεροειδές, όπως η δεξαμεθαζόνη, η δόση του κορτικοστεροειδούς θα πρέπει να χορηγείται στο 50 % της συνήθους δόσης (βλ. παραγράφους 4.5 και 5.1).

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα των 80 mg και 125 mg καψακίων, δεν έχουν αποδειχθεί σε παιδιά ηλικίας μικρότερης των 12 ετών. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. Αναφερθείτε στην ΠΧΠ της κόνεως για πόσιμο εναιώρημα για την κατάλληλη δοσολογία σε βρέφη, νήπια και παιδιά ηλικίας 6 μηνών έως λιγότερο από 12 ετών.

Γενικά

Είναι περιορισμένα τα στοιχεία για την αποτελεσματικότητα του συνδυασμού με άλλα κορτικοστεροειδή και ανταγωνιστές 5-HT3. Για επιπλέον πληροφορίες σχετικά με την συγχορήγηση με κορτικοστεροειδή, δείτε την παράγραφο 4.5. Παρακαλείσθε να αναφερθείτε στην ΠΧΠ των συγχορηγούμενων ανταγωνιστών 5-ΗΤ3 φαρμακευτικών προϊόντων.

Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι (≥ 65 ετών)

Δεν απαιτείται καμία αναπροσαρμογή της δοσολογίας στους ηλικιωμένους (βλ. παράγραφο 5.2).

Φύλο

Δεν απαιτείται καμία αναπροσαρμογή της δόσης όσον αφορά το φύλο (βλ. παράγραφο 5.2).

Νεφρική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται καμία αναπροσαρμογή της δοσολογίας για ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ή για ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση (βλ. παράγραφο 5.2).

Ηπατική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται καμία αναπροσαρμογή της δοσολογίας για ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία. Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία για ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία και δεν υπάρχουν στοιχεία για ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Η απρεπιτάντη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σ'αυτούς τους ασθενείς (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).

Τρόπος χορήγησης Το σκληρό καψάκιο θα πρέπει να καταπίνεται ολόκληρο.

Το EMEND μπορεί να ληφθεί με ή χωρίς τροφή.

4.3Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Συγχορήγηση με πιμοζίδη, τερφεναδίνη, αστεμιζόλη ή σισαπρίδη (βλ. παράγραφο 4.5).

4.4Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία για ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία και δεν υπάρχουν

στοιχεία για ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Το EMEND θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σ’ αυτούς τους ασθενείς (βλ. παράγραφο 5.2).

Αλληλεπιδράσεις με το CYP3A4

Το EMEND θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα από του στόματος χορηγούμενες δραστικές ουσίες, που μεταβολίζονται κυρίως μέσω του CYP3A4 και με περιορισμένο θεραπευτικό εύρος, όπως κυκλοσπορίνη, tacrolimus, sirolimus, everolimus, αλφαιντανύλη, αλκαλοειδή παράγωγα της ερυσιβώδους όλυρας, φαιντανύλη, και κινιδίνη (βλ. παράγραφο 4.5). Επιπλέον, η ταυτόχρονη χορήγηση με ιρινοτεκάνη θα πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή, επειδή ο συνδυασμός μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη τοξικότητα.

Ταυτόχρονη χορήγηση με βαρφαρίνη (ένα υπόστρωμα του CYP2C9)

Σε ασθενείς που λαμβάνουν χρόνια θεραπεία με βαρφαρίνη, η Διεθνής Ομαλοποιημένη Σχέση (INR) θα πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με EMEND και για 14 ημέρες μετά από κάθε αγωγή 3-ημερών με EMEND (βλ. παράγραφο 4.5).

Ταυτόχρονη χορήγηση με ορμονικά αντισυλληπτικά Η αποτελεσματικότητα των ορμονικών αντισυλληπτικών μπορεί να μειωθεί κατά την διάρκεια και για

28 ημέρες μετά την χορήγηση του EMEND. Εναλλακτικές μη-ορμονικές συμπληρωματικές μέθοδοι αντισύλληψης θα πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά την διάρκεια της θεραπείας με EMEND και για 2 μήνες μετά την τελευταία δόση του EMEND (βλ. παράγραφο 4.5).

Έκδοχα

Τα καψάκια EMEND περιέχουν σακχαρόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη, δυσαπορρόφησης της γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκεια σακχαράσης- ισομαλτάσης δεν θα πρέπει να λάβουν αυτό το φάρμακο.

4.5Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Ηαπρεπιτάντη (125 mg/80 mg) είναι ένα υπόστρωμα, μέτριος αναστολέας, και επαγωγέας του συστήματος CYP3A4. Η απρεπιτάντη είναι επίσης επαγωγέας του συστήματος CYP2C9. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με EMEND, το σύστημα CYP3A4 αναστέλλεται. Μετά το πέρας της θεραπείας, το EMEND προκαλεί ήπια παροδική επαγωγή του CYP2C9, του CYP3A4, και της γλυκουρονιδίωσης.

Ηαπρεπιτάντη δεν φαίνεται να αλληλεπιδρά με τον μεταφορέα της P-γλυκοπρωτεϊνης, όπως υποδεικνύεται από την έλλειψη αλληλεπίδρασης της απρεπιτάντης με τη διγοξίνη.

Επίδραση της απρεπιτάντης στη φαρμακοκινητική άλλων δραστικών ουσιών

Αναστολή του CYP3A4

Ως μέτριος αναστολέας του συστήματος CYP3A4, η απρεπιτάντη (125 mg/80 mg) μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα συγχορηγούμενων δραστικών ουσιών, που μεταβολίζονται μέσω του CYP3A4. Η συνολική έκθεση των από του στόματος χορηγούμενων υποστρωμάτων του CYP3A4 μπορεί να αυξηθεί μέχρι περίπου 3-φορές κατά τη διάρκεια της θεραπείας 3-ημερών με EMEND. Η επίδραση της απρεπιτάντης στις συγκεντρώσεις στο πλάσμα των υποστρωμάτων CYP3A4 χορηγούμενων ενδοφλεβίως αναμένεται να είναι μικρότερη. Το EMEND δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με πιμοζίδη, τερφεναδίνη, αστεμιζόλη ή σισαπρίδη (βλ. παράγραφο 4.3). Η αναστολή του CYP3A4 από την απρεπιτάντη μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις αυτών των δραστικών ουσιών στο πλάσμα, που πιθανόν να προκαλέσουν σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή αντιδράσεις. Συνιστάται προσοχή κατά την διάρκεια ταυτόχρονης χορήγησης του EMEND και των από του στόματος χορηγούμενων δραστικών ουσιών που μεταβολίζονται πρωταρχικά μέσω του CYP3A4 και με περιορισμένο θεραπευτικό εύρος, όπως κυκλοσπορίνη, tacrolimus, sirolimus, everolimus, αλφαιντανύλη, διεργοταμίνη, εργοταμίνη, φαιντανύλη, και κινιδίνη (βλ. παράγραφο 4.4).

Κορτικοστεροειδή

Δεξαμεθαζόνη: Η συνήθης δόση δεξαμεθαζόνης που χορηγείται από το στόμα θα πρέπει να μειωθεί περίπου κατά 50 % όταν συγχορηγείται με EMEND δοσολογικό σχήμα 125 mg/80 mg. Η δόση δεξαμεθαζόνης στις κλινικές δοκιμές ναυτίας και εμέτου που προκαλείται από την χημειοθεραπεία, επιλέχθηκε ώστε να υπολογισθούν οι αλληλεπιδράσεις της δραστικής ουσίας (βλ. παράγραφο 4.2). Το EMEND όταν χορηγήθηκε ταυτόχρονα ως δοσολογικό σχήμα των 125 mg με δεξαμεθαζόνη που

χορηγήθηκε από το στόμα ως 20 mg κατά την ημέρα 1, και το EMEND όταν χορηγήθηκε ως 80 mg/ημέρα με δεξαμεθαζόνη που χορηγήθηκε από το στόμα ως 8 mg κατά τις ημέρες 2 ως 5,

αύξησαν τη συγκέντρωση στην καμπύλη AUC της δεξαμεθαζόνης, υπόστρωμα του CYP3A4, κατά 2,2-φορές κατά τις ημέρες 1 και 5.

Μεθυλπρεδνιζολόνη: Η συνήθης δόση μεθυλπρεδνιζολόνης που χορηγείται ενδοφλεβίως θα πρέπει να μειωθεί περίπου κατά 25 %, και η συνήθης δόση μεθυλπρεδνιζολόνης που χορηγείται από το στόμα θα πρέπει να μειωθεί περίπου κατά 50 % όταν συγχορηγείται με EMEND δοσολογικό σχήμα

125 mg/80 mg. Το EMEND όταν χορηγήθηκε ως δοσολογικό σχήμα των 125 mg κατά την ημέρα 1, και 80 mg/ημέρα κατά τις ημέρες 2 και 3, αύξησε την συγκέντρωση στην καμπύλη AUC της μεθυλπρεδνιζολόνης, ένα υπόστρωμα του CYP3A4, κατά 1,3-φορές την ημέρα 1 και κατά 2,5-φορές την ημέρα 3, όταν χορηγήθηκε ταυτόχρονα με μεθυλπρεδνιζολόνη που χορηγήθηκε ενδοφλεβίως ως δοσολογικό σχήμα των 125 mg κατά την ημέρα 1 και χορηγούμενο από το στόμα ως 40 mg κατά τις ημέρες 2 και 3.

Κατά την διάρκεια συνεχούς θεραπείας με μεθυλπρεδνιζολόνη, η συγκέντρωση στην καμπύλη AUC της μεθυλπρεδνιζολόνης μπορεί να μειωθεί σε ένα μετέπειτα χρονικό διάστημα εντός 2 εβδομάδων μετά την έναρξη της δόσης του EMEND, λόγω της επαγωγικής επίδρασης της απρεπιτάντης στο CYP3A4. Αυτή η επίδραση μπορεί να αναμένεται να είναι πιο έκδηλη για την μεθυλπρεδνιζολόνη που χορηγείται από το στόμα.

Χημειοθεραπευτικά φαρμακευτικά προϊόντα

Σε μελέτες φαρμακοκινητικής, το EMEND όταν χορηγήθηκε ως δοσολογικό σχήμα των 125 mg κατά την ημέρα 1 και 80 mg/ημέρα κατά τις ημέρες 2 και 3, δεν επηρέασε την φαρμακοκινητική της ντοσεταξέλης που χορηγήθηκε ενδοφλέβια κατά την ημέρα 1 ή της βινορελβίνης που χορηγήθηκε ενδοφλέβια κατά την ημέρα 1 ή κατά την ημέρα 8. Επειδή η επίδραση του EMEND στη φαρμακοκινητική των από του στόματος χορηγούμενων υποστρωμάτων του CYP3A4 είναι μεγαλύτερη από την επίδραση του EMEND στη φαρμακοκινητική των ενδοφλεβίως χορηγούμενων υποστρωμάτων του CYP3A4, δεν μπορεί να αποκλεισθεί μία αλληλεπίδραση με από του στόματος χορηγούμενα χημειοθεραπευτικά φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται κατά κύριο λόγο ή εν μέρει από το σύστημα CYP3A4 (π.χ. ετοποσίδη, βινορελβίνη). Συνιστάται προσοχή και πρόσθετη παρακολούθηση μπορεί να είναι απαραίτητη σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται κατά κύριο λόγο ή εν μέρει από το σύστημα CYP3A4 (βλ. παράγραφο 4.4). Συμβάματα νευροτοξικότητας μετά την κυκλοφορία, μια πιθανή ανεπιθύμητη αντίδραση της ιφωσφαμίδης, έχουν αναφερθεί μετά την συγχορήγηση της απρεπιτάντης και της ιφωσφαμίδης.

Ανοσοκατασταλτικά

Κατά την διάρκεια του θεραπευτικού σχήματος CINV 3-ημερών, αναμένεται παροδική μέτριου βαθμού αύξηση ακολουθούμενη από ήπιου βαθμού μείωση στην έκθεση ανοσοκατασταλτικών που μεταβολίζονται μέσω του CYP3A4 (π.χ. κυκλοσπορίνη, tacrolimus, everolimus και sirolimus). Λόγω της μικρής διάρκειας του θεραπευτικού σχήματος των 3-ημερών και χρονοεξαρτώμενων περιορισμένων αλλαγών στην έκθεση, δεν συνιστάται μείωση της δοσολογίας των ανοσοκατασταλτικών κατά την διάρκεια των 3-ημερών συγχορήγησης με το EMEND.

Μιδαζολάμη

Οι δυνητικές επιδράσεις των αυξημένων συγκεντρώσεων της μιδαζολάμης στο πλάσμα ή άλλων βενζοδιαζεπινών που μεταβολίζονται μέσω του συστήματος CYP3A4 (αλπραζολάμη, τριαζολάμη) θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν όταν συγχορηγούνται αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα με EMEND (125 mg/80 mg).

Το EMEND αύξησε την συγκέντρωση AUC της μιδαζολάμης, ευαίσθητου υποστρώματος του συστήματος CYP3A4, κατά 2,3-φορές κατά την ημέρα 1 και κατά 3,3-φορές κατά την ημέρα 5, όταν συγχορηγήθηκε μία εφάπαξ δόση 2 mg μιδαζολάμης από το στόμα κατά τις ημέρες 1 και 5 με ένα δοσολογικό σχήμα του EMEND 125 mg κατά την ημέρα 1 και 80 mg/ημέρα κατά τις ημέρες 2 έως 5.

Σε μία άλλη μελέτη με μιδαζολάμη που χορηγήθηκε ενδοφλεβίως, το EMEND χορηγήθηκε ως

125 mg την ημέρα 1 και 80 mg/ημέρα κατά τις ημέρες 2 και 3, και 2 mg μιδαζολάμης χορηγήθηκαν

ενδοφλεβίως πριν από την χορήγηση του δοσολογικού σχήματος τριών ημερών του EMEND και κατά τις ημέρες 4, 8, και 15. Το EMEND αύξησε την συγκέντρωση AUC της μιδαζολάμης κατά 25 % την ημέρα 4 και μείωσε την συγκέντρωση AUC της μιδαζολάμης κατά 19 % την ημέρα 8 και κατά 4 % την ημέρα 15. Αυτά τα αποτελέσματα δεν υπολογίσθηκαν ως κλινικώς σημαντικά.

Σε μία τρίτη μελέτη με ενδοφλέβια και από του στόματος χορήγηση μιδαζολάμης, το EMEND χορηγήθηκε ως δόση των 125 mg κατά την ημέρα 1 και 80 mg/ημέρα κατά τις ημέρες 2 και 3, μαζί με ονδανσετρόνη 32 mg κατά την ημέρα 1, δεξαμεθαζόνη 12 mg κατά την ημέρα 1 και 8 mg κατά τις ημέρες 2-4. Αυτός ο συνδυασμός (π.χ. EMEND, ονδανσετρόνη, και δεξαμεθαζόνη) μείωσε την καμπύλη AUC της από του στόματος μιδαζολάμης κατά 16 % κατά την ημέρα 6, κατά 9 % κατά την ημέρα 8, κατά 7 % κατά την ημέρα 15 και κατά 17 % κατά την ημέρα 22. Αυτές οι επιδράσεις δεν θεωρήθηκαν ως κλινικά σημαντικές.

Μία επιπλέον μελέτη ολοκληρώθηκε με ενδοφλέβια χορήγηση μιδαζολάμης και EMEND. Χορηγήθηκε 2 mg μιδαζολάμη ενδοφλεβίως 1 ώρα μετά την από του στόματος χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης του EMEND 125 mg. Η AUC της μιδαζολάμης στο πλάσμα αυξήθηκε κατά 1,5-φορές. Αυτή η επίδραση δεν θεωρήθηκε κλινικά σημαντική.

Επαγωγή

Ως ήπιος επαγωγέας του CYP2C9, του CYP3A4 και της γλυκουρονιδίωσης, η απρεπιτάντη μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα των υποστρωμάτων που αποβάλλονται μέσω αυτών των οδών εντός 2 εβδομάδων μετά την έναρξη και θεραπεία. Αυτή η επίδραση μπορεί να γίνει εμφανής, μόνο μετά το πέρας της 3-ημερών θεραπείας με EMEND. Για τα υποστρώματα CYP2C9 και CYP3A4, η επαγωγή είναι παροδική με μέγιστη επίδραση που επιτυγχάνεται σε 3-5 ημέρες μετά το πέρας της θεραπείας 3-ημερών με EMEND. Η επίδραση διατηρείται για μερικές ημέρες, κατόπιν μειώνεται αργά και είναι κλινικά μη σημαντική σε δύο εβδομάδες μετά το τέλος της θεραπείας με EMEND. Επαγωγή ήπιου βαθμού της γλυκουρονιδίωσης παρατηρήθηκε επίσης με 80 mg απρεπιτάντης από το στόμα χορηγούμενη για 7 ημέρες. Δεν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με τις επιδράσεις στο CYP2C8 και CYP2C19. Συνιστάται προσοχή εάν χορηγηθούν κατά την περίοδο αυτή βαρφαρίνη, ασενοκουμαρόλη, τολβουταμίδη, φαινυτοΐνη ή άλλες δραστικές ουσίες, που είναι γνωστό ότι μεταβολίζονται μέσω του CYP2C9.

Βαρφαρίνη

Σε ασθενείς σε χρόνια θεραπεία με βαρφαρίνη, ο χρόνος προθρομβίνης (INR) θα πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με EMEND και για 2 εβδομάδες μετά από κάθε σχήμα 3-ημερών με EMEND για ναυτία και έμετο που προκαλείται από χημειοθεραπεία (βλ. παράγραφο 4.4). Όταν χορηγήθηκε μία εφάπαξ δόση 125 mg του EMEND κατά την ημέρα 1 και 80 mg/ημέρα κατά τις ημέρες 2 και 3 σε υγιή άτομα τα οποία είχαν σταθεροποιηθεί σε χρόνια θεραπεία με βαρφαρίνη, δεν υπήρξε καμία επίδραση του EMEND στη συγκέντρωση AUC στο πλάσμα της R(+) ή S(-) βαρφαρίνης που προσδιορίσθηκε την ημέρα 3. Ωστόσο, υπήρξε μία μείωση

34 % της S(-) βαρφαρίνης (CYP2C9 υπόστρωμα) της ελάχιστης συγκέντρωσης συγχρόνως με μείωση κατά 14 % στο INR πέντε ημέρες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας με EMEND.

Τολβουταμίδη

To EMEND όταν χορηγήθηκε ως δοσολογικό σχήμα των 125 mg κατά την ημέρα 1 και 80 mg/ημέρα κατά τις ημέρες 2 ως 3, μείωσε την συγκέντρωση στην καμπύλη AUC της τολβουταμίδης (ένα υπόστρωμα του CYP2C9), κατά 23 % κατά την ημέρα 4, 28 % κατά την ημέρα 8, και 15 % κατά την ημέρα 15, όταν χορηγήθηκε μία εφάπαξ δόση τολβουταμίδης 500 mg από το στόμα πριν από την χορήγηση του σχήματος τριών ημερών του EMEND και κατά τις ημέρες 4, 8, και 15.

Ορμονικά αντισυλληπτικά

Η αποτελεσματικότητα των ορμονικών αντισυλληπτικών μπορεί να μειωθεί κατά την διάρκεια και για 28 ημέρες μετά την χορήγηση του EMEND. Εναλλακτικές μη ορμονικές συμπληρωματικές μέθοδοι αντισύλληψης θα πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά την διάρκεια της θεραπείας με EMEND και για

2 μήνες μετά την τελευταία δόση του EMEND.

Σε μία κλινική μελέτη, εφάπαξ δόσεις ενός αντισυλληπτικού που χορηγείται από το στόμα και περιέχει αιθυνυλοιστραδιόλη και νορεθινδρόνη χορηγήθηκαν κατά τις ημέρες 1 ως 21 με EMEND, ως ένα σχήμα των 125 mg κατά την ημέρα 8 και 80 mg/ημέρα κατά τις ημέρες 9 και 10 με ονδανσετρόνη 32 mg ενδοφλεβίως κατά την ημέρα 8 και δεξαμεθαζόνη χορηγούμενη από το στόμα ως 12 mg κατά την ημέρα 8 και 8 mg/ημέρα κατά τις ημέρες 9, 10 και 11. Στη μελέτη αυτή, κατά τη διάρκεια των ημερών 9 ως 21 παρουσιάσθηκε μείωση έως 64 % των κατώτερων συγκεντρώσεων αιθυνυλοιστραδιόλης και μείωση έως 60 % των κατώτερων συγκεντρώσεων νορεθινδρόνης.

Ανταγωνιστές 5-HT3

Σε κλινικές μελέτες αλληλεπίδρασης, η απρεπιτάντη δεν είχε κλινικά σημαντικές επιδράσεις στη φαρμακοκινητική της ονδανσετρόνης , γρανισετρόνης, ή υδροντολασετρόνη (ενεργός μεταβολίτης της ντολασετρόνης).

Επίδραση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη φαρμακοκινητική της απρεπιτάντης

Η ταυτόχρονη χορήγηση του EMEND με δραστικές ουσίες που είναι αναστολείς της δραστηριότητας του CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, βορικοναζόλη, ποσακοναζόλη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, νεφαζοδόνη, και αναστολείς πρωτεασών) θα πρέπει να γίνεται προσεκτικά, επειδή ο συνδυασμός αναμένεται να οδηγήσει σε στην κατά αρκετές φορές αύξηση των συγκεντρώσεων απρεπιτάντης στο πλάσμα (βλ. παράγραφο 4.4).

Ταυτόχρονη χορήγηση του EMEND με δραστικές ουσίες που είναι ισχυροί επαγωγείς της δραστηριότητας του CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη) θα πρέπει να αποφεύγεται επειδή ο συνδυασμός οδηγεί σε μειώσεις των συγκεντρώσεων της απρεπιτάντης στο πλάσμα, που μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη αποτελεσματικότητα του EMEND. Η ταυτόχρονη χορήγηση του EMEND με φυτικά παρασκευάσματα που περιέχουν St. John’s Wort (Hypericum perforatum) δεν συνιστάται.

Κετοκοναζόλη

Όταν χορηγήθηκε μία εφάπαξ δόση 125 mg απρεπιτάντης κατά την Ημέρα 5 του δοσολογικού σχήματος 10-ημερών των 400 mg/ημέρα κετοκοναζόλη, ισχυρού αναστολέα του CYP3A4, η συγκέντρωση AUC της απρεπιτάντης αυξήθηκε κατά 5-φορές και ο μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αυξήθηκε περίπου κατά 3-φορές.

Ριφαμπικίνη

Όταν χορηγήθηκε μία εφάπαξ δόση 375 mg απρεπιτάντης κατά την Ημέρα 9 του δοσολογικού σχήματος 14-ημερών των 600 mg/την ημέρα ριφαμπικίνη, ισχυρού επαγωγέα του CYP3A4, η συγκέντρωση AUC της απρεπιτάντης μειώθηκε κατά 91 % και ο μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής μειώθηκε κατά 68 %.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.

4.6Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες Η αποτελεσματικότητα των ορμονικών αντισυλληπτικών μπορεί να μειωθεί κατά τη διάρκεια και για

28 ημέρες μετά τη χορήγηση του EMEND. Εναλλακτικές μη-ορμονικές συμπληρωματικές μέθοδοι αντισύλληψης θα πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με EMEND και για 2 μήνες μετά τη χορήγηση της τελευταίας δόσης του EMEND (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5).

Κύηση Δεν είναι διαθέσιμα κλινικά δεδομένα σχετικά με εκτεθείσες σε απρεπιτάντη εγκυμοσύνες. Η

πιθανότητα για αναπαραγωγική τοξικότητα της απρεπιτάντης δεν έχει χαρακτηρισθεί πλήρως, επειδή τα επίπεδα της έκθεσης πάνω από την θεραπευτική έκθεση στον άνθρωπο με την δόση των

125 mg/80 mg, δεν μπορούσαν να επιτευχθούν στις μελέτες σε ζώα. Αυτές οι μελέτες δεν επέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιπτώσεις στην κύηση, την εμβρυονική/εμβρυϊκή ανάπτυξη, ανάπτυξη κατά τον τοκετό ή μετά τον τοκετό (βλ. παράγραφο 5.3). Οι πιθανές επιδράσεις στην αναπαραγωγή των μεταβολών της ρύθμισης της νευροκινίνης δεν είναι γνωστές. Το EMEND δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την διάρκεια της κύησης εκτός και εάν είναι απολύτως απαραίτητο.

Θηλασμός Η απρεπιτάντη εκκρίνεται στο γάλα των θηλαζόντων αρουραίων. Δεν είναι γνωστό εάν η απρεπιτάντη

εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Γι’αυτό η γαλουχία κατά την διάρκεια θεραπείας με EMEND δεν συνιστάται.

Γονιμότητα Η πιθανότητα επιδράσεων της απρεπιτάντης στη γονιμότητα δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως, καθώς

δεν ήταν δυνατό να επιτευχθούν, σε μελέτες με πειραματόζωα, επίπεδα έκθεσης πάνω από τη θεραπευτική έκθεση στον άνθρωπο. Αυτές οι μελέτες γονιμότητας δεν έδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς δράσεις σχετικά με την επίτευξη ζευγαρώματος, τη γονιμότητα, την εμβρυονική/εμβρυϊκή ανάπτυξη ή τον αριθμό των σπερματοζωαρίων και την κινητικότητα του σπέρματος (βλ.

παράγραφο 5.3).

4.7Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Το EMEND μπορεί να έχει μικρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης, χειρισμού δικύκλων και μηχανημάτων. Ζάλη και κόπωση μπορεί να παρουσιαστούν μετά τη χορήγηση του EMEND (βλ. παράγραφο 4.8).

4.8Ανεπιθύμητες ενέργειες

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας Το προφίλ ασφάλειας της απρεπιτάντης αξιολογήθηκε περίπου σε 6.500 ενήλικες σε περισσότερες

από 50 μελέτες και σε 184 παιδιά και εφήβους σε 2 πιλοτικές παιδιατρικές κλινικές δοκιμές.

Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν με μεγαλύτερη συχνότητα σε ενήλικες που έλαβαν το δοσολογικό σχήμα της απρεπιτάντης από ότι σ’αυτούς που λαμβάνουν την καθιερωμένη θεραπεία σε ασθενείς που έλαβαν Ισχυρή Εμετογόνο Χημειοθεραπεία (ΙΕΧ) ήταν: λόξυγκας (4,6 % έναντι 2,9 %), αύξηση της αμινοτρανσφεράσης αλανίνης (ALT) (2,8 % έναντι 1,1 %), δυσπεψία (2,6% έναντι 2,0%), δυσκοιλιότητα (2,4 % έναντι 2,0 %), κεφαλαλγία (2,0 % έναντι 1,8 %), και όρεξη μειωμένη(2,0 % έναντι 0,5 %). Η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια που αναφέρθηκε με μεγαλύτερη συχνότητα σε ασθενείς που έλαβαν δοσολογικό σχήμα απρεπιτάντης από ότι με την καθιερωμένη θεραπεία σε ασθενείς που λαμβάνουν Μετρίως Εμετογόνο Χημειοθεραπεία (ΜΕΧ) ήταν κόπωση(1,4 % έναντι 0,9 %).

Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν με μεγαλύτερη συχνότητα σε παιδιατρικούς ασθενείς που έλαβαν το δοσολογικό σχήμα της απρεπιτάντης σε σχέση με το δοσολογικό σχήμα ελέγχου, ενώ λάμβαναν εμετογόνο χημειοθεραπεία καρκίνου ήταν λόξυγκας (3,3 % έναντι 0,0 %) και ερύθημα (1,1 % έναντι 0,0 %).

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρήθηκαν σε μια συγκεντρωτική ανάλυση των μελετών

με ΙΕΧ και ΜΕΧ σε μεγαλύτερη συχνότητα με απρεπιτάντη από ό,τι με την καθιερωμένη θεραπεία σε ενήλικες ή σε παιδιατρικούς ασθενείς ή σε χρήση μετά την κυκλοφορία. Οι κατηγορίες συχνότητας που δίνονται στον πίνακα βασίζονται σε μελέτες σε ενήλικες. Οι συχνότητες που παρατηρήθηκαν σε παιδιατρικές μελέτες ήταν παρόμοιες ή χαμηλότερες, εκτός αν παρουσιάζονται στον πίνακα. Ορισμένες λιγότερο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες (ΑΕ) στον πληθυσμό των ενηλίκων, δεν

παρατηρήθηκαν στις παιδιατρικές μελέτες.

Η συχνότητα ορίζεται ως : πολύ συχνές (≥ 1/10 ) συχνές(≥ 1/100,έως < 1/10 ) όχι συχνές (≥ 1/1.000,έως < 1/100) σπάνιες (≥ 1/10.000 έως< 1/1.000) και πολύ σπάνιες (< 1/10.000, μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία).

Κατηγορία /Οργανικό Σύστημα

Ανεπιθύμητη ενέργεια

Συχνότητα

Λοιμώξεις και παρασιτώσεις

καντιντίαση, σταφυλοκοκκική λοίμωξη

σπάνιες

 

 

 

Διαταραχές του αιμοποιητικού

εμπύρετη ουδετεροπενία, αναιμία

όχι συχνές

και του λεμφικού συστήματος

 

 

 

 

 

Διαταραχές του ανοσοποιητικού

αντιδράσεις υπερευαισθησίας

μη γνωστές

συστήματος

συμπεριλαμβανομένων αναφυλακτικών

 

 

αντιδράσεων

 

Διαταραχές του μεταβολισμού

μειωμένη όρεξη

συχνή

και της θρέψης

 

 

 

πολυδιψία

σπάνια

 

 

 

Ψυχιατρικές διαταραχές

άγχος

όχι συχνή

 

 

 

 

αποπροσανατολισμός,

σπάνιες

 

ευφορική συναισθηματική διάθεση

 

 

 

 

Διαταραχές του νευρικού

κεφαλαλγία

συχνή

συστήματος

 

 

 

ζάλη, υπνηλία

όχι συχνή

 

 

 

 

νοητική διαταραχή, λήθαργος, δυσγευσία

σπάνιες

 

 

 

Οφθαλμικές διαταραχές

επιπεφυκίτιδα

σπάνια

 

 

 

Διαταραχές του ωτός και του

εμβοές

σπάνια

λαβυρίνθου

 

 

Καρδιακές διαταραχές

αίσθημα παλμών

όχι συχνή

 

 

 

 

βραδυκαρδία, καρδιαγγειακή διαταραχή

σπάνιες

 

 

 

Αγγειακές διαταραχές

έξαψη/ερύθημα

όχι συχνές

 

 

 

Διαταραχές του αναπνευστικού

λόξυγκας

συχνή

συστήματος, του θώρακα και

 

 

του μεσοθωράκιου

 

 

 

 

 

 

άλγος στοματοφάρυγγα, πταρμός, βήχας,

σπάνιες

 

οπισθορρινική καταρροή, ερεθισμός του

 

 

λαιμού

 

 

 

 

Διαταραχές του γαστρεντερικού

δυσκοιλιότητα, δυσπεψία

συχνές

 

 

 

 

ερυγή, ναυτία, έμετος, γαστροοισοφαγική

όχι συχνές

 

παλινδρόμηση, κοιλιακό άλγος, ξηροστομία,

 

 

μετεωρισμός

 

 

 

 

Κατηγορία /Οργανικό Σύστημα

Ανεπιθύμητη ενέργεια

Συχνότητα

 

διάτρηση δωδεκαδακτυλικού έλκους,

σπάνιες

 

στοματίτιδα, διάταση της κοιλίας, σκληρά

 

 

κόπρανα, ουδετεροπενική κολίτιδα

 

 

 

 

Διαταραχές του δέρματος και

εξάνθημα, ακμή

όχι συχνές

του υποδόριου ιστού

 

 

 

αντίδραση από φωτοευαισθησία, υπερίδρωση,

σπάνιες

 

σμηγματόρροια, δερματική αλλοίωση,

 

 

κνησμώδες εξάνθημα, σύνδρομο Stevens-

 

 

Johnson/τοξική επιδερμική νεκρόλυση

 

 

 

 

 

κνησμός, κνίδωση

όχι γνωστές

 

 

 

Διαταραχές του μυοσκελετικού

μυϊκή αδυναμία, μυϊκοί σπασμοί

σπάνιες

συστήματος και του συνδετικού

 

 

ιστού

 

 

Διαταραχές των νεφρών και των

δυσουρία

όχι συχνή

ουροφόρων οδών

πολλακιουρία

σπάνια

 

 

 

Γενικές διαταραχές και

κόπωση

συχνή

καταστάσεις της οδού

 

 

χορήγησης:

εξασθένιση, αίσθημα κακουχίας

όχι συχνές

 

 

 

 

οίδημα, θωρακική δυσφορία, διαταραχή στο

σπάνιες

 

βάδισμα

 

 

 

 

Παρακλινικές εξετάσεις

ALT αυξημένη

συχνή

 

 

 

 

AST αυξημένη, αλκαλική φωσφατάση

όχι συχνές

 

αίματος αυξημένη

 

 

 

 

 

εξέταση ερυθροκυττάρων στα ούρα θετική,

σπάνιες

 

νάτριο αίματος μειωμένο, σωματικό βάρος

 

 

μειωμένο, αριθμός ουδετερόφιλων μειωμένος,

 

 

παρουσία γλυκόζης στα ούρα, απέκκριση

 

 

ούρων αυξημένη

 

 

 

 

Ναυτία και έμετος ήταν παράμετροι αποτελεσματικότητας κατά τις 5 πρώτες ημέρες μετά τη χημειοθεραπεία και είχαν αναφερθεί ως ανεπιθύμητες ενέργειες μόνον στο επόμενο διάστημα.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών σε ενήλικες στην επέκταση Πολλαπλών-κύκλων των

μελετών ΙΕΧ και ΜΕΧ για έως 6 επιπλέον κύκλους χημειοθεραπείας ήταν γενικά παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε στον Κύκλο 1.

Σε μία επιπρόσθετη κλινική μελέτη ελεγχόμενη με ενεργό παράγοντα σε 1.169 ενήλικες ασθενείς που λάμβαναν απρεπιτάντη και ΙΕΧ, το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν γενικά παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε σε άλλες μελέτες ΙΕΧ με απρεπιτάντη.

Επιπλέον ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρήθηκαν σε ενήλικες ασθενείς που έλαβαν απρεπιτάντη για μετεγχειρητική ναυτία και έμετο (ΜΕΝΕ) και με μεγαλύτερη συχνότητα από ότι με ονδανσετρόνη: άλγος της άνω κοιλίας, μη φυσιολογικοί εντερικοί ήχοι, δυσκοιλιότητα*, δυσαρθρία, δύσπνοια, υπαισθησία, αϋπνία, μύση, ναυτία, διαταραχή αισθητικότητας, δυσφορία στομάχου, ατελής ειλεός*, μειωμένη οπτική οξύτητα, συριγμός.

*Αναφέρθηκαν σε ασθενείς που λάμβαναν μεγαλύτερη δόση απρεπιτάντης.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας

του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

4.9Υπερδοσολογία

Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, το EMEND θα πρέπει να διακοπεί και θα πρέπει να παρασχεθεί γενική υποστηρικτική αγωγή και παρακολούθηση. Λόγω της αντιεμετικής δραστικότητας της απρεπιτάντης, μπορεί να μην είναι αποτελεσματική η πρόκληση εμέτου που επάγεται από φαρμακευτικό προϊόν.

Η απρεπιτάντη δεν μπορεί να απομακρυνθεί με αιμοδιύλυση.

5.ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιεμετικά φάρμακα και φάρμακα κατά της ναυτίας, κωδικός ATC: A04AD12

Η απρεπιτάντη είναι ένας εκλεκτικός υψηλής συγγένειας ανταγωνιστής των υποδοχέων της ουσίας P νευροκινίνης 1 (NK1) στον άνθρωπο.

Σχήμα 3 ημερών απρεπιτάντης σε ενήλικες Σε 2 τυχαιοποιημένες, διπλά-τυφλές μελέτες που περιλάμβαναν συνολικά 1.094 ενήλικες ασθενείς,

που έλαβαν χημειοθεραπεία η οποία περιελάμβανε σισπλατίνη 70 mg/m2, η απρεπιτάντη σε συνδυασμό με ένα σχήμα ονδανσετρόνης/δεξαμεθαζόνης (βλ. παράγραφο 4.2) συγκρίθηκε με ένα καθιερωμένο σχήμα (placebo και ονδανσετρόνη 32 mg που χορηγήθηκαν ενδοφλεβίως την Ημέρα 1 και δεξαμεθαζόνη 20 mg που χορηγήθηκε από το στόμα την Ημέρα 1 και 8 mg χορηγήθηκαν από το στόμα δύο φορές την ημέρα κατά τις Ημέρες 2 έως 4). Αν και στις κλινικές δοκιμές χρησιμοποιήθηκε ενδοφλέβια δόση 32 mg ονδανσετρόνης, δεν είναι πλέον αυτή η συνιστώμενη δόση. Δείτε τα πληροφοριακά στοιχεία του προϊόντος για τον επιλεγμένο ανταγωνιστή 5-ΗΤ3 για πληροφορίες σχετικά με την κατάλληλη δοσολογία.

Η αποτελεσματικότητα βασίσθηκε στην αξιολόγηση της ακόλουθης συνδυασμένης μέτρησης: πλήρης ανταπόκριση (ορίζεται ως απουσία επεισοδίων εμέτου και μη χρήση θεραπείας διάσωσης) πρωταρχικά κατά την διάρκεια του Κύκλου 1. Τα αποτελέσματα αξιολογήθηκαν για κάθε μελέτη ξεχωριστά και συνδυασμένα για τις δύο μελέτες.

Μία περίληψη των βασικών αποτελεσμάτων της μελέτης από την συνδυασμένη ανάλυση, παρατίθεται στον Πίνακα 1.

Πίνακας 1 Ποσοστό ενηλίκων ασθενών που λαμβάνουν Ισχυρή Εμετογόνο Χημειοθεραπεία που ανταποκρίθηκαν

ανά ομάδα θεραπείας και φάση – Κύκλος 1

 

Θεραπευτικό

Καθιερωμένη

Διαφορές*

 

σχήμα

θεραπεία

 

ΣΥΝΔΥΑΣΜΕΝΕΣ ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ

με

(N= 524)

 

 

Απρεπιτάντη

 

 

(N= 521)

%

 

 

%

%

(95 % CI)

Πλήρης ανταπόκριση (απουσία εμέτου και χωρίς θεραπεία διάσωσης)

Συνολική (0-120 ώρες)

67,7

47,8

19,9

(14,0, 25,8)

0-24 ώρες

86,0

73,2

12,7

(7,9, 17,6)

25-120 ώρες

71,5

51,2

20,3

(14,5, 26,1)

ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΕΣ ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ

Απουσία εμέτου (απουσία επεισοδίων εμέτου ανεξάρτητα από τη χορήγηση θεραπείας διάσωσης)

Συνολική (0-120 ώρες)

71,9

49,7

22,2

(16,4, 28,0)

0-24 ώρες

86,8

74,0

12,7

(8,0, 17,5)

25-120 ώρες

76,2

53,5

22,6

(17,0, 28,2)

Απουσία σημαντικής ναυτίας (μέγιστη μέτρηση στην κλίμακα VAS< 25 mm στην κλίμακα των 0-100 mm)

Συνολική (0-120 ώρες)

72,1

64,9

7,2

(1,6, 12,8)

25-120 ώρες

74,0

66.9

7,1

(1,5, 12,6)

*Τα διαστήματα εμπιστοσύνης υπολογίστηκαν χωρίς να γίνει αναπροσαρμογή για το φύλο και την συγχορηγούμενη χημειοθεραπεία, τα οποία είχαν συμπεριληφθεί στην πρωταρχική ανάλυση της διαφοράς αναλογιών και λογιστικών μοντέλων.

Ένας ασθενής στο σχήμα Απρεπιτάντης είχε δεδομένα μόνο κατά την οξεία φάση και αποκλείστηκε από τις αναλύσεις της συνολικής και καθυστερημένης φάσης . Ένας ασθενής στο Καθιερωμένο σχήμα είχε δεδομένα μόνο κατά την όψιμη φάση και αποκλείστηκε από τις αναλύσεις της συνολικής και της οξείας φάσης.

Ο εκτιμώμενος χρόνος έως το πρώτο επεισόδιο εμέτου στην συνδυασμένη ανάλυση απεικονίζεται στο διάγραμμα Kaplan-Meier στην Εικόνα 1.

Εικόνα 1 Ποσοστό ενηλίκων ασθενών που λαμβάνουν Ισχυρή Εμετογόνο Χημειοθεραπεία που παραμένουν

χωρίς εμετό καθ’ όλη την διάρκεια—Κύκλος 1

ασθενών

100%

 

90%

 

 

 

Ποσοστό

80%

 

60%

 

 

70%

 

 

50%

 

 

40%

 

 

___ Δοσολογικό σχήμα απρεπιτάντης (Ν= 520)

…... Καθιερωμένη θεραπεία

(Ν= 523)

Χρόνος (ώρες)

Στατιστικά σημαντικές διαφορές στην αποτελεσματικότητα έχουν επίσης παρατηρηθεί σε κάθε μία από τις 2 μεμονωμένες μελέτες.

Στις 2 ίδιες κλινικές μελέτες, 851 ενήλικες ασθενείς συνέχισαν στην επέκταση των Πολλαπλών- Κύκλων ως 5 επιπλέον κύκλους χημειοθεραπείας. Η αποτελεσματικότητα του δοσολογικού σχήματος απρεπιτάντης προφανώς διατηρήθηκε κατά την διάρκεια όλων των κύκλων.

Σε μία τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή μελέτη σε συνολικά 866 ενήλικες ασθενείς (864 γυναίκες,

2 άνδρες) που λαμβάνουν χημειοθεραπεία, που περιελάμβανε κυκλοφωσφαμίδη 750-1.500 mg/m2 ή κυκλοφωσφαμίδη 500-1500 mg/m2 και δοξορουβικίνη ( 60 mg/m2) ή επιρουβικίνη ( 100 mg/m2), η απρεπιτάντη σε συνδυασμό με ένα δοσολογικό σχήμα ονδανσετρόνης/δεξαμεθαζόνης (βλ. παράγραφο 4.2) είχε συγκριθεί με καθιερωμένη θεραπεία(placebo με ονδανσετρόνη 8 mg χορηγούμενη από το στόμα (δύο φορές κατά την Ημέρα 1 και κάθε 12 ώρες κατά τις Ημέρες 2 και 3 ) και δεξαμεθαζόνη 20 mg χορηγούμενη από το στόμα κατά την Ημέρα 1).

Η αποτελεσματικότητα βασίσθηκε στην αξιολόγηση της συνδυασμένης μέτρησης : πλήρης ανταπόκριση (που προσδιορίζεται ως απουσία επεισοδίων εμέτου και μη χρήση θεραπείας διάσωσης ) πρωταρχικά κατά την διάρκεια του Κύκλου 1.

Μία περίληψη των βασικών αποτελεσμάτων της μελέτης παρατίθεται στον Πίνακα 2.

Πίνακας 2 Ποσοστό ενηλίκων ασθενών που ανταποκρίθηκαν ανά ομάδα θεραπείας και φάση – Κύκλος 1

Μετρίως Εμετογόνος Χημειοθεραπεία

 

Θεραπευτικό

Καθιερωμένη

 

Διαφορές*

 

σχήμα

θεραπεία

 

 

ΣΥΝΔΥΑΣΜΕΝΕΣ ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ

με

 

 

 

 

Απρεπιτάντη

 

 

 

 

(N= 433)

(N= 424)

 

 

 

%

%

%

(95 % CI)

Πλήρης ανταπόκριση (απουσία εμέτου και χωρίς θεραπεία διάσωσης)

Συνολική (0-120 ώρες)

50,8

42,5

8,3

(1,6, 15,0)

0-24 ώρες

75,7

69,0

6,7

(0,7, 12,7)

25-120 ώρες

55,4

49,1

6,3

(-0,4, 13,0)

ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΕΣ ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ

Απουσία εμέτου (απουσία επεισοδίων εμέτου ανεξάρτητα από τη χορήγηση θεραπείας διάσωσης)

Συνολική (0-120 ώρες)

75,7

58,7

17,0

(10,8, 23,2)

0-24 ώρες

87,5

77,3

10,2

(5,1, 15,3)

25-120 ώρες

80,8

69,1

11,7

(5,9, 17,5)

Απουσία σημαντικής ναυτίας (μέγιστη μέτρηση στην κλίμακα VAS< 25 mm στην κλίμακα των 0-100 mm)

Συνολική (0-120 ώρες)

60,9

55,7

5,3

(-1,3, 11,9)

0-24 ώρες

79,5

78,3

1,3

(-4,2,

6,8)

25-120 ώρες

65,3

61,5

3,9

(-2,6,

10,3)

*Τα διαστήματα εμπιστοσύνης υπολογίστηκαν χωρίς να γίνει αναπροσαρμογή για την κατηγορία ηλικίας (< 55 ετών, 55 ετών) και ερευνητικής ομάδας, τα οποία είχαν συμπεριληφθεί στην πρωταρχική ανάλυση της διαφοράς αναλογιών και λογιστικών μοντέλων.

Ένας ασθενής στο σχήμα Απρεπιτάντης είχε δεδομένα μόνο κατά την οξεία φάση και αποκλείστηκε από τις αναλύσεις της συνολικής και καθυστερημένης φάσης.

Στην ίδια κλινική μελέτη ,744 ενήλικες ασθενείς συνέχισαν με επέκταση Πολλαπλών-κύκλων για 3 επιπλέον κύκλους χημειοθεραπείας. Η αποτελεσματικότητα του σχήματος της απρεπιτάντης είχε προφανώς διατηρηθεί κατά την διάρκεια όλων των κύκλων.

Σε μία δεύτερη πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, παράλληλων ομάδων, κλινική μελέτη, το σχήμα της απρεπιτάντης συγκρίθηκε με καθιερωμένη θεραπεία σε 848 ενήλικες ασθενείς (652 γυναίκες, 196 άνδρες) που έλαβαν ένα σχήμα χημειοθεραπείας, το οποίο περιελάμβανε οποιαδήποτε δόση ενδοφλεβίως οξαλιπλατίνης, καρβοπλατίνης, επιρουβικίνης, ιδαρουβικίνης,

ιφωσφαμίδης, ιρινοτεκάνης, δαουνορουβικίνης, δοξορουβικίνης, κυκλοφωσφαμίδης ενδοφλεβίως (< 1.500 mg/m2) ή κυταραβίνης ενδοφλεβίως (> 1 g/m2). Οι ασθενείς που έλαβαν το σχήμα της απρεπιτάντης έλαβαν χημειοθεραπεία για όγκους διαφόρων τύπων συμπεριλαμβανομένων καρκίνου του μαστού 52 %, καρκίνου του γαστρεντερικού συμπεριλαμβανομένου του ορθοκολικού καρκίνου 21 %, καρκίνου του πνεύμονος 13 % και γυναικολογικούς καρκίνους 6 %. Το σχήμα της απρεπιτάντης σε συνδυασμό με ένα σχήμα ονδανσετρόνης/δεξαμεθαζόνης (βλ. παράγραφο 4.2) είχε

συγκριθεί με καθιερωμένη θεραπεία (εικονικό φάρμακο σε συνδυασμό με ονδανσετρόνη 8 mg από το στόμα (δύο φορές κατά την Ημέρα 1, και κάθε 12 ώρες κατά τις Ημέρες 2 και 3) και δεξαμεθαζόνη 20 mg από το στόμα κατά την Ημέρα 1).

Η αποτελεσματικότητα βασίσθηκε στην αξιολόγηση των ακόλουθων κύριων και σημαντικών δευτερευόντων τελικών σημείων: Απουσία εμέτου στη συνολική περίοδο ( 0 έως 120 ώρες μετά την χημειοθεραπεία), αξιολόγηση της ασφάλειας και ανεκτικότητας του σχήματος απρεπιτάντης για ναυτία και έμετο που προκαλείται από την χημειοθεραπεία (ΝΕΧ), και πλήρης ανταπόκριση (ορίζεται ως απουσία εμέτου και χωρίς τη χορήγηση θεραπείας διάσωσης) στη συνολική περίοδο ( 0 έως 120 ώρες μετά την χημειοθεραπεία). Επιπλέον, η απουσία σημαντικής ναυτίας στη συνολική περίοδο ( 0 έως 120 ώρες μετά την χημειοθεραπεία) αξιολογήθηκε ως τελικό σημείο προς διερεύνηση, καθώς και στην οξεία και στην όψιμη φάση ως post –hoc ανάλυση.

Μία περίληψη των σημαντικών αποτελεσμάτων της μελέτης παρατίθεται στον Πίνακα 3.

Πίνακας 3

Ποσοστό ενηλίκων ασθενών που ανταποκρίθηκαν ανά ομάδα θεραπείας και φάση για τη Μελέτη 2 — Κύκλος 1 Μετρίως Εμετογόνου Χημειοθεραπείας

Θεραπευτικό

Καθιερωμένη

 

Διαφορές*

σχήμα

θεραπεία

 

 

με Απρεπιτάντη

 

 

 

(N= 425)

(N= 406)

%

(95 % CI)

%

%

 

 

Πλήρης ανταπόκριση (απουσία εμέτου και χωρίς θεραπεία διάσωσης)

Συνολική (0-120 ώρες)

68,7

56,3

12,4

(5,9, 18,9)

0-24 ώρες

89,2

80,3

8,9

(4,0, 13,8)

25-120 ώρες

70,8

60,9

9.9

(3,5, 16,3)

Απουσία εμέτου (απουσία επεισοδίων εμέτου ανεξάρτητα από τη χορήγηση

 

θεραπείας διάσωσης)

 

 

 

 

Συνολική (0-120 ώρες)

76,2

62,1

14,1

(7,9, 20,3)

0-24 ώρες

92,0

83,7

8,3

(3,9, 12,7)

25-120 ώρες

77,9

66,8

11,1

(5,1, 17,1)

Απουσία σημαντικής ναυτίας (μέγιστη μέτρηση στην κλίμακα VAS< 25 mm

 

στην κλίμακα των 0-100 mm)

 

 

 

 

Συνολική (0-120 hours)

73,6

66,4

7,2

(1,0, 13,4)

0-24 ώρες

90,9

86,3

4,6

(0,2, 9,0)

25-120 ώρες

74,9

69,5

5,4

(-0,7, 11,5)

*Τα διαστήματα εμπιστοσύνης υπολογίστηκαν χωρίς να γίνει προσαρμογή ως προς το φύλο και την περιοχή, τα οποία είχαν συμπεριληφθεί στην πρωταρχική ανάλυση με τη χρήση λογιστικών μοντέλων.

Το όφελος της συνδυασμένης θεραπείας της απρεπιτάντης σε όλο τον πληθυσμό της μελέτης προήλθε κυρίως από τα αποτελέσματα που παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με μη ικανοποιητικό έλεγχο με το καθιερωμένο δοσολογικό σχήμα όπως αυτό στις γυναίκες, ακόμη και όταν τα αποτελέσματα ήταν αριθμητικά καλύτερα ανεξάρτητα από την ηλικία, τον τύπο καρκίνου ή το φύλο. Πλήρης ανταπόκριση στο δοσολογικό σχήμα της απρεπιτάντης και την καθιερωμένη θεραπεία, αντιστοίχως, επετεύχθη σε 209/324 (65%) και 161/320 (50%) στις γυναίκες και 83/101 (82%) και 68/87 (78%) στους άνδρες.

Παιδιατρικός πληθυσμός Σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με ενεργό θεραπεία, κλινική μελέτη, η οποία

συμπεριέλαβε 302 παιδιά και εφήβους (ηλικίας 6 μηνών έως 17 ετών) που λάμβαναν μετρίως ή ισχυρή εμετογόνο χημειοθεραπεία, το σχήμα της απρεπιτάντης συγκρίθηκε με το σχήμα ελέγχου για την πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου που προκαλείται από την χημειοθεραπεία (ΝΕΧ). Η αποτελεσματικότητα του σχήματος της απρεπιτάντης αξιολογήθηκε σε έναν μόνο κύκλο (Κύκλος 1). Οι ασθενείς είχαν την ευκαιρία να λάβουν απρεπιτάντη ανοιχτής επισήμανσης σε επακόλουθους κύκλους (Προαιρετικοί Κύκλοι 2-6). Ωστόσο η αποτελεσματικότητα δεν αξιολογήθηκε σε αυτούς τους προαιρετικούς κύκλους. Το σχήμα της απρεπιτάντης σε εφήβους ηλικίας 12 έως 17 ετών (n=47) αποτελούνταν από καψάκια EMEND των 125 mg λαμβανόμενα από του στόματος την Ημέρα 1 και των 80 mg/ημέρα τις Ημέρες 2 και 3 σε συνδυασμό με ονδανσετρόνη την Ημέρα 1. Το σχήμα της απρεπιτάντης σε παιδιά ηλικίας 6 μηνών έως λιγότερο από 12 ετών (n=105) αποτελούνταν από EMEND κόνις για πόσιμο εναιώρημα 3,0 mg/kg (έως 125 mg) λαμβανόμενη από του στόματος την Ημέρα 1 και 2,0 mg/kg (έως 80 mg) λαμβανόμενη από του στόματος τις Ημέρες 2 και 3 σε συνδυασμό με ονδανσετρόνη την Ημέρα 1. Το σχήμα ελέγχου σε εφήβους ηλικίας 12 έως 17 ετών (n=48) και σε παιδιά ηλικίας 6 μηνών έως λιγότερο από 12 ετών (n=102) αποτελούνταν από εικονικό φάρμακο για την απρεπιτάντη τις Ημέρες 1, 2 και 3 σε συνδυασμό με ονδανσετρόνη την Ημέρα 1. Το EMEND ή το εικονικό φάρμακο και η ονδανσετρόνη χορηγήθηκαν 1 ώρα και 30 λεπτά πριν την έναρξη της χημειοθεραπείας, αντιστοίχως. Η χορήγηση δεξαμεθαζόνης ενδοφλεβίως επιτράπηκε, ως μέρος του αντιεμετικού σχήματος για τους παιδιατρικούς ασθενείς και των δύο ηλικιακών ομάδων, κατά την κρίση του θεράποντος γιατρού. Μια μείωση της δόσης (50 %) της δεξαμεθαζόνης απαιτήθηκε για τους παιδιατρικούς ασθενείς που λάμβαναν απρεπιτάντη. Δεν απαιτήθηκε μείωση της δόσης στους παιδιατρικούς ασθενείς που λάμβαναν το σχήμα ελέγχου. Από τους παιδιατρικούς ασθενείς, το 29 % στο σχήμα της απρεπιτάντης και το 28 % στο σχήμα ελέγχου χρησιμοποίησε δεξαμεθαζόνη ως μέρος του σχήματος στον Κύκλο 1.

Η αντιεμετική δράση του EMEND αξιολογήθηκε σε μια περίοδο 5-ημερών (120 ώρες) μετά την έναρξη της χημειοθεραπείας την Ημέρα 1. Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η πλήρης ανταπόκριση στην όψιμη φάση (25 έως 120 ώρες μετά την έναρξη της χημειοθεραπείας) στον Κύκλο 1. Μία σύνοψη των βασικών αποτελεσμάτων της μελέτης παρατίθεται στον Πίνακα 4.

Πίνακας 4 Αριθμός (%) των παιδιατρικών ασθενών με πλήρη ανταπόκριση και απουσία εμέτου ανά ομάδα

θεραπείας και φάση – Κύκλος 1 (Πληθυσμός με πρόθεση για θεραπεία)

 

Σχήμα απρεπιτάντης

Σχήμα ελέγχου

 

n/m (%)

n/m (%)

ΚΥΡΙΟ ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΟ

 

 

Πλήρης ανταπόκριση* – Όψιμη φάση

77/152 (50,7)

39/150 (26,0)

ΑΛΛΑ ΠΡΟΚΑΘΟΡΙΣΜΕΝΑ ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ

 

Πλήρης ανταπόκριση* – Οξεία φάση

101/152 (66,4)

78/150 (52,0)

Πλήρης ανταπόκριση* – Συνολική φάση

61/152 (40,1)

30/150 (20,0)

Απουσία εμέτου§ – Συνολική φάση

71/152 (46,7)

32/150 (21,3)

*Πλήρης ανταπόκριση = Απουσία εμέτου ή ακούσιας προσπάθειας για έμετο ή τάσης προς έμετο και χωρίς τη χορήγηση θεραπείας διάσωσης.

p < 0,01 κατά τη σύγκριση με το σχήμα ελέγχου

p < 0,05 κατά τη σύγκριση με το σχήμα ελέγχου

§Απουσία εμέτου = Απουσία εμέτου ή ακούσιας προσπάθειας για έμετο ή τάσης προς έμετο

n/m = Αριθμός ασθενών με επιθυμητή ανταπόκριση/αριθμός ασθενών που συμπεριλήφθηκαν στο χρονικό σημείο Οξεία φάση: 0 έως 24 ώρες μετά την έναρξη της χημειοθεραπείας.

Όψιμη φάση: 25 έως 120 ώρες μετά την έναρξη της χημειοθεραπείας. Συνολική φάση: 0 έως 120 ώρες μετά την έναρξη της χημειοθεραπείας.

Ο εκτιμώμενος χρόνος έως το πρώτο επεισόδιο εμέτου μετά την έναρξη της χημειοθεραπείας ήταν μεγαλύτερος με το σχήμα της απρεπιτάντης (εκτιμώμενος διάμεσος χρόνος έως το πρώτο επεισόδιο εμέτου ήταν 94,5 ώρες) σε σύγκριση με την ομάδα του σχήματος ελέγχου (εκτιμώμενος διάμεσος χρόνος έως το πρώτο επεισόδιο εμέτου ήταν 26,0 ώρες), όπως απεικονίζεται στις καμπύλες Kaplan- Meier στην Εικόνα 2.

Εικόνα 2 Χρόνος έως το πρώτο επεισόδιο εμέτου από την έναρξη χορήγησης της χημειοθεραπείας -

παιδιατρικοί ασθενείς στη συνολική φάση – Κύκλος 1 (Πληθυσμός με πρόθεση για θεραπεία)

Ποσοστό Ασθενών

Σχήμα Απρεπιτάντης (Ν=152) Σχήμα Ελέγχου (Ν=150)

Χρόνος (ώρες) Από τη Χορήγηση της Πρώτης Χημειοθεραπείας

Μια ανάλυση της αποτελεσματικότητας σε υποπληθυσμούς στον Κύκλο 1, έδειξε ότι ανεξαρτήτως της ηλικιακής κατηγορίας, του φύλου, της χρήσης δεξαμεθαζόνης ως αντιεμετική προφύλαξη και του εμετογόνου δυναμικού της χημειοθεραπείας, το σχήμα της απρεπιτάντης παρείχε καλύτερο έλεγχο σε σχέση με το σχήμα ελέγχου όσον αφορά τα καταληκτικά σημεία της πλήρους ανταπόκρισης.

5.2Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Η απρεπιτάντη επιδεικνύει μη-γραμμική φαρμακοκινητική. Και η κάθαρση και η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μειώνονται με την αυξανόμενη δόση.

Απορρόφηση Η μέση απόλυτη από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της απρεπιτάντης είναι 67 % για το καψάκιο

των 80 mg και 59 % για το καψάκιο των 125 mg. Η μέση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) της απρεπιτάντης επιτεύχθηκε περίπου σε 4 ώρες(tmax). H χορήγηση του καψακίου από το στόμα με

ένα συνηθισμένο πρωϊνό περίπου 800 Kcal οδήγησε σε αύξηση της AUC της απρεπιτάντης ως 40 %. Αυτή η αύξηση δεν θεωρείται κλινικά σημαντική.

Η φαρμακοκινητική της απρεπιτάντης είναι μη-γραμμική σε όλο το εύρος της κλινικής δοσολογίας. Σε υγιείς νέους ενήλικες, η αύξηση στην καμπύλη AUC0- ήταν 26 % μεγαλύτερη από ότι αναλόγως της δόσης μεταξύ 80 mg και 125 mg εφάπαξ δόση που χορηγήθηκε στο στάδιο του σιτισμού.

Μετά την χορήγηση από το στόμα μίας εφάπαξ δόσης 125 mg του EMEND κατά την Ημέρα 1 και 80 mg μία φορά την ημέρα κατά τις Ημέρες 2 και 3, η καμπύλη AUC 0-24hr (μέση τιμή SD) ήταν 19,6 2,5 μg h/ml και 21,2 6,3 μg h/ml κατά τις Ημέρες 1 και 3, αντιστοίχως. Η τιμή Cmax ήταν

1,6 0,36 μg /ml και 1,4 0,22 μg/ml κατά τις Ημέρες 1 και 3, αντιστοίχως.

Κατανομή Η απρεπιτάντη δεσμεύεται ισχυρά με τις πρωτεΐνες, κατά μέσο όρο 97 %. Ο γεωμετρικός μέσος

φαινομενικός όγκος κατανομής στη σταθεροποιημένη κατάσταση (Vdss) είναι περίπου 66 l στον άνθρωπο.

Βιομετασχηματισμός Η απρεπιτάντη υφίσταται εκτενή μεταβολισμό. Σε υγιείς νέους ενήλικες, η απρεπιτάντη ευθύνεται για

την ραδιενέργεια στο πλάσμα περίπου κατά 19 % κατά την διάρκεια 72 ωρών κατόπιν μίας εφάπαξ ενδοφλέβιας δόσης 100 mg 14C-φοσαπρεπιτάντης, μιας πρόδρομης ουσίας της απρεπιτάντης, δεικνύοντας μία ουσιαστική παρουσία μεταβολιτών στο πλάσμα. Δώδεκα μεταβολίτες της απρεπιτάντης έχουν ταυτοποιηθεί στο ανθρώπινο πλάσμα. Ο μεταβολισμός της απρεπιτάντης συμβαίνει αργά μέσω οξείδωσης στον μορφολινο-δακτύλιο και των πλευρικών του αλυσίδων και οι τελικοί μεταβολίτες ήταν ασθενώς μόνο ενεργοί. Μελέτες in vitro που χρησιμοποιούν ανθρώπινα ηπατικά μικροσωμάτια δεικνύουν ότι η απρεπιτάντη μεταβολίζεται πρωταρχικά από το σύστημα CYP3A4 και δυνητικά με ελάχιστη συμμετοχή από το CYP1A2 και CYP2C19.

Αποβολή Η απρεπιτάντη δεν απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα. Οι μεταβολίτες απεκκρίνονται στα ούρα και

μέσω της χοληφόρου απέκκρισης στα κόπρανα. Κατόπιν χορήγησης μίας εφάπαξ ενδοφλέβιας δόσης 100-mg της 14C-φοσαπρεπιτάντης, μιας πρόδρομης ουσίας της απρεπιτάντης, σε υγιή άτομα, το

57 % της ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα και 45 % στα κόπρανα.

Η κάθαρση της απρεπιτάντης στο πλάσμα είναι δοσοεξαρτώμενη, μειούμενη αυξανομένης της δόσης και κυμαίνεται από περίπου 60 ως 72 ml/min στο θεραπευτικό δοσολογικό εύρος. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής κυμαίνεται από 9 ως 13 ώρες.

Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς

Ηλικιωμένοι: Κατόπιν χορήγησης από το στόμα μίας εφάπαξ δόσης 125 mg της απρεπιτάντης την

Ημέρα 1 και 80 mg μία φορά την ημέρα κατά τις Ημέρες 2 ως 5, η καμπύλη AUC 0-24hr της απρεπιτάντης ήταν 21 % υψηλότερη την Ημέρα 1 και 36 % υψηλότερη την Ημέρα 5 στους

ηλικιωμένους ( 65 ετών) συγκριτικά με νέους ενήλικες. Η τιμή του Cmaxήταν 10 % υψηλότερη την Ημέρα 1 και 24 % υψηλότερη την Ημέρα 5 στους ηλικιωμένους συγκριτικά με νέους ενήλικες. Αυτές οι διαφορές δεν θεωρείται ότι έχουν κλινικά νόημα. Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης του EMEND στους ηλικιωμένους ασθενείς.

Φύλο: Κατόπιν χορήγησης από το στόμα μίας εφάπαξ δόσης 125 mg της απρεπιτάντης, η τιμή Cmax της απρεπιτάντης είναι 16 % υψηλότερη στις γυναίκες όπως συγκρίθηκε με τους άνδρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της απρεπιτάντης είναι 25 % μικρότερος στις γυναίκες όπως συγκρίθηκε με τους άνδρες και η τιμή tmax. επιτυγχάνεται περίπου κατά τον ίδιο χρόνο. Αυτές οι διαφορές δεν θεωρείται ότι έχουν σημασία κλινικά. Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης του EMEND λόγω φύλου.

Ηπατική δυσλειτουργία: Η ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh κατηγορία Α) δεν επηρέασε την φαρμακοκινητική της απρεπιτάντης σε κλινικά σημαντική έκταση. Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία. Συμπεράσματα σχετικά με την επίδραση μέτριας ηπατικής δυσλειτουργίας (Child-Pugh κατηγορία Β) στη φαρμακοκινητική της απρεπιτάντης δεν μπορούν να συναχθούν από τα διαθέσιμα στοιχεία. Δεν υπάρχουν κλινικά στοιχεία ή στοιχεία φαρμακοκινητικής σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child Pugh κατηγορία C).

Νεφρική δυσλειτουργία: Μία εφάπαξ δόση 240 mg απρεπιτάντης είχε χορηγηθεί σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CrCl 30 ml/min) και σε ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου (ESRD) όπου απαιτείται αιμοδιύλιση.

Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η καμπύλη AUC0- της ολικής απρεπιτάντης (μη δεσμευμένης και δεσμευμένης με πρωτεΐνη) μειώθηκε κατά 21 % και η Cmax μειώθηκε κατά 32 %, σε σύγκριση με υγιή άτομα. Σε ασθενείς με ESRD που κάνουν αιμοδιύλιση, η καμπύλη AUC0- της ολικής απρεπιτάντης μειώθηκε κατά 42 % και η Cmax μειώθηκε κατά 32 %. Λόγω μέτριων μειώσεων στη δέσμευση της απρεπιτάντης με πρωτεΐνες σε ασθενείς με νεφροπάθεια, η καμπύλη AUC του φαρμακολογικά ενεργού μη δεσμευμένου της απρεπιτάντης δεν επηρεάσθηκε σημαντικά σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία σε σύγκριση με υγιή άτομα. Η αιμοδιύλιση που διεξήχθη 4 ή 48 ώρες μετά την χορήγηση δεν είχε σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της απρεπιτάντης. Λιγότερο από το 0,2 % της δόσης ανακτήθηκε στο διήθημα.

Δεν είναι αναγκαία η αναπροσαρμογή της δοσολογίας του EMEND σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ή σε ασθενείς με ESRD που κάνουν αιμοδιύλιση.

Παιδιατρικός πληθυσμός: Ως μέρος ενός σχήματος 3-ημερών, με τη δοσολογία των καψακίων απρεπιτάντης (125/80/80-mg) σε εφήβους ασθενείς (ηλικίας 12 έως 17 ετών) επιτεύχθηκε μια

AUC0-24hr πάνω από 17 μg •hr/ml την Ημέρα 1 με συγκεντρώσεις (Cmin) κατά το τέλος των Ημερών 2 και 3 περισσότερο από 0,4 μg/ml στην πλειοψηφία των ασθενών. Η διάμεση μέγιστη συγκέντρωση

στο πλάσμα (Cmax) ήταν περίπου 1,3 μg/ml την Ημέρα 1 και εμφανίστηκε σε περίπου 4 ώρες. Ως μέρος ενός σχήματος 3-ημερών, με τη δοσολογία της κόνεως για πόσιμο εναιώρημα της απρεπιτάντης (3/2/2-mg/kg) σε ασθενείς ηλικίας 6 μηνών έως λιγότερο από 12 ετών, επιτεύχθηκε μια AUC0-24hr πάνω από 17 μg •hr/ml την Ημέρα 1 με συγκεντρώσεις (Cmin) κατά το τέλος των Ημερών 2 και 3 περισσότερο από 0,1 μg/ml στην πλειοψηφία των ασθενών. Η διάμεση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) ήταν περίπου 1,2 μg/ml την Ημέρα 1 και εμφανίστηκε μεταξύ 5 και 7 ωρών.

Μια ανάλυση πληθυσμού της φαρμακοκινητικής της απρεπιτάντης σε παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 6 μηνών έως 17 ετών) υποδεικνύει ότι το φύλο και η φυλή δεν έχουν καμία κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της απρεπιτάντης.

Σχέση μεταξύ συγκέντρωσης και επίδρασης

Σε μελέτες τομογραφίας εκπομπής ποζιτρονίων (PET) σε υγιείς νέους άνδρες, όπου χρησιμοποιήθηκε ένας εξαιρετικά εξειδικευμένος ανιχνευτής ΝΚ1 υποδοχέων, δείχθηκε ότι η απρεπιτάντη εισέρχεται στον εγκέφαλο και δεσμεύει τους ΝΚ1 υποδοχείς κατά τρόπο εξαρτώμενο από τη δόση και την συγκέντρωση στο πλάσμα. Οι συγκεντρώσεις της απρεπιτάντης στο πλάσμα που επιτυγχάνονται με το δοσολογικό σχήμα των 3-ημερών του EMEND σε ενήλικες, αναμένεται να καταλαμβάνουν περισσότερο από το 95 % των ΝΚ1 υποδοχέων του εγκεφάλου.

5.3Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Τα προκλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις συμβατικές μελέτες τοξικότητας εφάπαξ και επαναλαμβανόμενων δόσεων, γονοτοξικότητας, ενδεχόμενης καρκινογόνου δράσης, τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα και ανάπτυξη. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η συστηματική έκθεση στα τρωκτικά ήταν παρόμοια ή ακόμα μικρότερη από τη θεραπευτική έκθεση στον άνθρωπο στη δοσολογία των 125 mg/80 mg. Συγκεκριμένα, παρόλο που δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες σε μελέτες αναπαραγωγής σε επίπεδα έκθεσης για τον άνθρωπο, η έκθεση των ζώων δεν ήταν επαρκής, ώστε να γίνει μία επαρκής αξιολόγηση για τον κίνδυνο στο άνθρωπο.

Μια μελέτη τοξικότητας σε αρουραίους νεαρής ηλικίας που έλαβαν απρεπιτάντη από την ημέρα 10 έως την ημέρα 63 μετά τη γέννηση, οδήγησε σε ένα πρώιμο κολπικό άνοιγμα στους θηλυκούς από τα 250 mg/kg δύο φορές ημερησίως και σε έναν καθυστερημένο διαχωρισμό ακροποσθίας στους αρσενικούς από τα 10 mg/kg δύο φορές ημερησίως. Δεν υπήρξαν περιθώρια κλινικά σημαντικής έκθεσης. Δεν υπήρξαν επιδράσεις σχετιζόμενες με τη θεραπεία όσον αφορά το ζευγάρωμα, τη γονιμότητα ή την εμβρυϊκή επιβίωση και δεν υπήρξαν παθολογικές μεταβολές στα όργανα αναπαραγωγής. Σε μια μελέτη τοξικότητας σε σκύλους νεαρής ηλικίας που έλαβαν αγωγή από την ημέρα 14 έως την ημέρα 42 μετά τη γέννηση, παρατηρήθηκε μειωμένο βάρος όρχεων και μειωμένο μέγεθος κυττάρων Leydig σε αρσενικούς στα 6 mg/kg/ημέρα και αυξημένο βάρος μήτρας, υπερτροφία της μήτρας και του τραχήλου και οίδημα των κολπικών ιστών στους θηλυκούς από τα

4 mg/kg/ημέρα. Δεν υπήρξαν περιθώρια κλινικά σημαντικής έκθεσης στην απρεπιτάντη. Αυτά τα ευρήματα δεν θεωρείται πιθανό να είναι κλινικά σημαντικά σε θεραπεία βραχείας διάρκειας, σύμφωνα με το συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα.

6.ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1Κατάλογος εκδόχων

Περιεχόμενο καψακίου Σακχαρόζη

Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη (Ε 460) Υδροξυπροπυλοκυτταρίνη (Ε 463) Λαουρυλοθειϊκό νάτριο

Κέλυφος καψακίου (125 mg) Ζελατίνη

Διοξείδιο του τιτανίου (E 171) Οξείδιο σιδήρου ερυθρό (E 172) Οξείδιο σιδήρου κίτρινο (E 172)

Κέλυφος καψακίου (80 mg) Ζελατίνη

Διοξείδιο του τιτανίου (E 171)

Μελάνι εκτύπωσης Κόμμεα λάκκας Υδροξείδιο του καλίου

Οξείδιο σιδήρου μέλαν (Ε 172)

6.2Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3Διάρκεια ζωής

4 χρόνια

6.4Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από την υγρασία.

6.5Φύση και συστατικά του περιέκτη

Διατίθενται διαφορετικά μεγέθη συσκευασίας, που περιλαμβάνουν διαφορετικές περιεκτικότητες.

Κυψέλη αλουμινίου που περιέχει ένα καψάκιο των 80 mg. Κυψέλη αλουμινίου που περιέχει δύο καψάκια των 80 mg.

5 κυψέλες αλουμινίου που η καθεμία περιέχει ένα καψάκιο των 80 mg.

Κυψέλη αλουμινίου που περιέχει ένα καψάκιο των 125 mg.

5 κυψέλες αλουμινίου που η καθεμία περιέχει ένα καψάκιο των 125 mg.

Κυψέλη αλουμινίου που περιέχει ένα καψάκιο των 125 mg και δύο καψάκια των 80 mg.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Καμία ειδική υποχρέωση για απόρριψη.

7.ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Merck Sharp & Dohme Ltd. Hertford Road, Hoddesdon Hertfordshire EN 11 9BU Ηνωμένο Βασίλειο

8.ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

EU/1/03/262/001

EU/1/03/262/002

EU/1/03/262/003

EU/1/03/262/004

EU/1/03/262/005

EU/1/03/262/006

9.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 11 Νοεμβρίου 2003 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 22 Σεπτεμβρίου 2008

10.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Λεπτομερείς πληροφορίες για το παρόν φαρμακευτικό προϊόν είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων: http://www.ema.europa.eu.

1.ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

EMEND 125 mg κόνις για πόσιμο εναιώρημα

2.ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε φακελλίσκος περιέχει 125 mg απρεπιτάντης. Μετά την ανασύσταση, 1 ml πόσιμου εναιωρήματος περιέχει 25 mg απρεπιτάντης.

Έκδοχα με γνωστή δράση

Κάθε φακελλίσκος περιέχει περίπου 125 mg σακχαρόζης και 468,7 mg λακτόζης (ως άνυδρη).

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3.ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Κόνις για πόσιμο εναιώρημα.

Κόνις χρώματος ροζ έως ανοικτό ροζ.

4.ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1Θεραπευτικές ενδείξεις

Πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου που σχετίζονται με ισχυρή και μετρίως εμετογόνο χημειοθεραπεία του καρκίνου σε παιδιά, νήπια και βρέφη από την ηλικία των 6 μηνών έως λιγότερο από 12 ετών.

To EMEND κόνις για πόσιμο εναιώρημα χορηγείται ως μέρος θεραπείας συνδυασμού (βλ. παράγραφο 4.2).

4.2Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία

Παιδιατρικός πληθυσμός

    φάρμακα με συνταγογράφηση που απαριθμούνται. Κωδικός ATC: "A04AD12"

  • Ivemend - A04AD12

Βρέφη, νήπια και παιδιά (ηλικίας 6 μηνών έως λιγότερο από 12 ετών και όχι λιγότερο από 6 kg)

Το EMEND χορηγείται για 3 ημέρες ως μέρος ενός δοσολογικού σχήματος που περιλαμβάνει έναν ανταγωνιστή 5-HT3. Η συνιστώμενη δόση του EMEND κόνις για πόσιμο εναιώρημα βασίζεται στο βάρος όπως ορίζεται στον πίνακα παρακάτω. Το EMEND χορηγείται από το στόμα 1 ώρα πριν την έναρξη της χημειοθεραπείας τις Ημέρες 1, 2 και 3. Εάν δεν δοθεί χημειοθεραπεία κατά τις Ημέρες 2 και 3, το EMEND θα πρέπει να χορηγηθεί το πρωί. Βλ. την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος (ΠΧΠ) του επιλεγμένου ανταγωνιστή 5-ΗΤ3 για πληροφορίες σχετικά με την κατάλληλη δοσολογία. Εάν συγχορηγηθεί με το EMEND ένα κορτικοστεροειδές, όπως η δεξαμεθαζόνη, η δόση του κορτικοστεροειδούς θα πρέπει να χορηγείται στο 50 % της συνήθους δόσης (βλ. παραγράφους 4.5 και 5.1).

Συνιστώμενη δόση και όγκος του EMEND πόσιμο εναιώρημα σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 μηνών έως λιγότερο από 12 ετών

Σωματικό Βάρος

Όγκος δόσης εναιωρήματος που πρόκειται να χορηγηθεί από του

 

 

 

στόματος

 

 

 

Ημέρα 1

Ημέρα 2

Ημέρα 3

λιγότερο από 6 kg

 

 

Δεν συνιστάται

 

 

6 kg έως λιγότερο από

1 ml

(25 mg)

0,6 ml

(15 mg)

0,6 ml

(15 mg)

8 kg

 

 

 

 

 

 

8 kg έως λιγότερο από

1,2 ml

(30 mg)

0,8 ml

(20 mg)

0,8 ml

(20 mg)

10 kg

 

 

 

 

 

 

10 kg έως λιγότερο από

1,4 ml

(35 mg)

1 mL

(25 mg)

1 ml

(25 mg)

12 kg

 

 

 

 

 

 

12 kg έως λιγότερο από

1,8 ml

(45 mg)

1,2 ml

(30 mg)

1,2 ml

(30 mg)

15 kg

 

 

 

 

 

 

15 kg έως λιγότερο από

2,4 ml

(60 mg)

1,6 ml

(40 mg)

1,6 ml

(40 mg)

20 kg

 

 

 

 

 

 

20 kg έως λιγότερο από

3 ml

(75 mg)

2 ml

(50 mg)

2 ml

(50 mg)

25 kg

 

 

 

 

 

 

25 kg έως λιγότερο από

3,6 ml

(90 mg)

2,4 ml

(60 mg)

2,4 ml

(60 mg)

30 kg

 

 

 

 

 

 

30 kg και άνω

Μεταφέρετε

(125 mg)

3,2 ml

(80 mg)

3,2 ml

(80 mg)

 

όλο το

 

 

 

 

 

 

περιεχόμενο

 

 

 

 

 

 

από το

 

 

 

 

 

 

κύπελλο

 

 

 

 

 

 

ανάμιξης

 

 

 

 

 

 

εντός της

 

 

 

 

 

 

δοσιμετρικής

 

 

 

 

 

 

σύριγγας

 

 

 

 

 

 

(~5 ml)

 

 

 

 

 

Ηαποτελεσματικότητα της κόνεως για πόσιμο εναιώρημα 125 mg δεν έχει τεκμηριωθεί σε παιδιά ηλικίας 12 ετών και άνω. Για εφήβους ηλικίας 12-17 ετών, το EMEND είναι διαθέσιμο ως καψάκια που περιέχουν 80 mg ή 125 mg απρεπιτάντη.

Ηασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του EMEND κόνις για πόσιμο εναιώρημα, σε βρέφη ηλικίας κάτω των 6 μηνών ή βάρους λιγότερο από 6 kg, δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.

Γενικά

Είναι περιορισμένα τα δεδομένα για την αποτελεσματικότητα του συνδυασμού με άλλα κορτικοστεροειδή και ανταγωνιστές 5-HT3. Για επιπλέον πληροφορίες σχετικά με την συγχορήγηση με κορτικοστεροειδή βλ. την παράγραφο 4.5. Παρακαλείσθε να αναφερθείτε στην ΠΧΠ των συγχορηγούμενων ανταγωνιστών 5-ΗΤ3 φαρμακευτικών προϊόντων.

Ειδικοί πληθυσμοί Φύλο

Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης με βάση το φύλο (βλ. παράγραφο 5.2).

Νεφρική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης για ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ή για ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση (βλ. παράγραφο 5.2).

Ηπατική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης για ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία. Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία και δεν υπάρχουν δεδομένα για

ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Η απρεπιτάντη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).

Τρόπος χορήγησης Το πόσιμο εναιώρημα μπορεί να ληφθεί με ή χωρίς τροφή.

Για λεπτομέρειες σχετικά με την παρασκευή και χορήγηση του εναιωρήματος, βλ. παράγραφο 6.6.

4.3Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Συγχορήγηση με πιμοζίδη, τερφεναδίνη, αστεμιζόλη ή σισαπρίδη (βλ. παράγραφο 4.5).

4.4Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία και δεν υπάρχουν

δεδομένα για ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Το EMEND θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. παράγραφο 5.2).

Αλληλεπιδράσεις με το CYP3A4

Το EMEND θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα από του στόματος χορηγούμενες δραστικές ουσίες, που μεταβολίζονται κυρίως μέσω του CYP3A4 και με περιορισμένο θεραπευτικό εύρος, όπως κυκλοσπορίνη, tacrolimus, sirolimus, everolimus, αλφαιντανύλη, αλκαλοειδή παράγωγα της ερυσιβώδους όλυρας, φαιντανύλη και κινιδίνη (βλ. παράγραφο 4.5). Επιπλέον, η ταυτόχρονη χορήγηση με ιρινοτεκάνη θα πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή, επειδή ο συνδυασμός μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη τοξικότητα.

Ταυτόχρονη χορήγηση με βαρφαρίνη (ένα υπόστρωμα του CYP2C9)

Σε ασθενείς που λαμβάνουν χρόνια θεραπεία με βαρφαρίνη, η Διεθνής Ομαλοποιημένη Σχέση (INR) θα πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με EMEND και για 14 ημέρες μετά από κάθε αγωγή 3 ημερών με EMEND (βλ. παράγραφο 4.5).

Ταυτόχρονη χορήγηση με ορμονικά αντισυλληπτικά Η αποτελεσματικότητα των ορμονικών αντισυλληπτικών μπορεί να μειωθεί κατά τη διάρκεια και για

28 ημέρες μετά τη χορήγηση του EMEND. Εναλλακτικές μη-ορμονικές συμπληρωματικές μέθοδοι αντισύλληψης θα πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με EMEND και για 2 μήνες μετά την τελευταία δόση του EMEND (βλ. παράγραφο 4.5).

Έκδοχα

Το EMEND κόνις για πόσιμο εναιώρημα περιέχει σακχαρόζη και λακτόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη ή γαλακτόζη, δυσαπορρόφησης της γλυκόζης- γαλακτόζης, ανεπάρκειας της Lapp λακτάσης ή ανεπάρκειας σακχαράσης-ισομαλτάσης δεν θα πρέπει να λάβουν αυτό το φάρμακο.

4.5Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Ηαπρεπιτάντη (125 mg/80 mg) είναι υπόστρωμα, μέτριος αναστολέας, και επαγωγέας του CYP3A4.

Ηαπρεπιτάντη είναι επίσης επαγωγέας του CYP2C9. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με EMEND, το CYP3A4 αναστέλλεται. Μετά το πέρας της θεραπείας, το EMEND προκαλεί ήπια παροδική επαγωγή του CYP2C9, του CYP3A4, και της γλυκουρονιδίωσης. Η απρεπιτάντη δεν φαίνεται να αλληλεπιδρά με τον μεταφορέα της P-γλυκοπρωτεΐνης, όπως υποδεικνύεται από την έλλειψη αλληλεπίδρασης της απρεπιτάντης με τη διγοξίνη.

Επίδραση της απρεπιτάντης στη φαρμακοκινητική άλλων δραστικών ουσιών

Αναστολή του CYP3A4

Ως μέτριος αναστολέας του CYP3A4, η απρεπιτάντη (125 mg/80 mg) μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα συγχορηγούμενων δραστικών ουσιών, που μεταβολίζονται μέσω του CYP3A4. Η συνολική έκθεση των από του στόματος χορηγούμενων υποστρωμάτων του CYP3A4 μπορεί να αυξηθεί μέχρι περίπου 3 φορές κατά τη διάρκεια της θεραπείας 3 ημερών με EMEND. Η επίδραση της απρεπιτάντης στις συγκεντρώσεις στο πλάσμα των υποστρωμάτων CYP3A4 χορηγούμενων ενδοφλεβίως αναμένεται να είναι μικρότερη. Το EMEND δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με πιμοζίδη, τερφεναδίνη, αστεμιζόλη ή σισαπρίδη (βλ. παράγραφο 4.3). Η αναστολή του CYP3A4 από την απρεπιτάντη θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις αυτών των δραστικών ουσιών στο πλάσμα, που πιθανόν να προκαλέσουν σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή αντιδράσεις. Συνιστάται προσοχή κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης χορήγησης του EMEND και των από του στόματος χορηγούμενων δραστικών ουσιών που μεταβολίζονται πρωταρχικά μέσω του CYP3A4 και με περιορισμένο θεραπευτικό εύρος, όπως κυκλοσπορίνη, tacrolimus, sirolimus, everolimus, αλφαιντανύλη, διεργοταμίνη, εργοταμίνη, φαιντανύλη, και κινιδίνη (βλ. παράγραφο 4.4).

Κορτικοστεροειδή

Δεξαμεθαζόνη: Η συνήθης δόση δεξαμεθαζόνης που χορηγείται από το στόμα θα πρέπει να μειωθεί περίπου κατά 50 % όταν συγχορηγείται με EMEND δοσολογικό σχήμα 125 mg/80 mg. Η δόση δεξαμεθαζόνης στις κλινικές δοκιμές ναυτίας και εμέτου που προκαλείται από τη χημειοθεραπεία, επιλέχθηκε ώστε να υπολογισθούν οι αλληλεπιδράσεις της δραστικής ουσίας (βλ. παράγραφο 4.2). Το EMEND όταν χορηγήθηκε ταυτόχρονα ως δοσολογικό σχήμα των 125 mg με δεξαμεθαζόνη που χορηγήθηκε από το στόμα ως 20 mg κατά την Ημέρα 1, και το EMEND όταν χορηγήθηκε ως

80 mg/ημέρα με δεξαμεθαζόνη που χορηγήθηκε από το στόμα ως 8 mg κατά τις Ημέρες 2 έως 5, αύξησαν τη συγκέντρωση κάτω από την καμπύλη (AUC) της δεξαμεθαζόνης, υπόστρωμα του CYP3A4, κατά 2,2 φορές κατά τις Ημέρες 1 και 5.

Μεθυλπρεδνιζολόνη: Η συνήθης δόση μεθυλπρεδνιζολόνης που χορηγείται ενδοφλεβίως θα πρέπει να μειωθεί περίπου κατά 25 %, και η συνήθης δόση μεθυλπρεδνιζολόνης που χορηγείται από το στόμα θα πρέπει να μειωθεί περίπου κατά 50 % όταν συγχορηγείται με EMEND δοσολογικό σχήμα

125 mg/80 mg. Το EMEND όταν χορηγήθηκε ως δοσολογικό σχήμα των 125 mg κατά την Ημέρα 1, και 80 mg/ημέρα κατά τις Ημέρες 2 και 3, αύξησε την συγκέντρωση κάτω από την καμπύλη (AUC) της μεθυλπρεδνιζολόνης, ένα υπόστρωμα του CYP3A4, κατά 1,3 φορές την Ημέρα 1 και κατά

2,5 φορές την Ημέρα 3, όταν χορηγήθηκε ταυτόχρονα μεθυλπρεδνιζολόνη ενδοφλεβίως ως 125 mg κατά την Ημέρα 1 και από το στόμα ως 40 mg κατά τις Ημέρες 2 και 3.

Κατά τη διάρκεια συνεχούς θεραπείας με μεθυλπρεδνιζολόνη, η συγκέντρωση κάτω από την καμπύλη (AUC) της μεθυλπρεδνιζολόνης μπορεί να μειωθεί σε ένα μετέπειτα χρονικό διάστημα εντός

2 εβδομάδων μετά την έναρξη της δόσης του EMEND, λόγω της επαγωγικής επίδρασης της απρεπιτάντης στο CYP3A4. Αυτή η επίδραση μπορεί να αναμένεται να είναι πιο έκδηλη για την μεθυλπρεδνιζολόνη που χορηγείται από το στόμα.

Χημειοθεραπευτικά φαρμακευτικά προϊόντα

Σε μελέτες φαρμακοκινητικής το EMEND όταν χορηγήθηκε ως δοσολογικό σχήμα των 125 mg κατά την Ημέρα 1 και 80 mg/ημέρα κατά τις Ημέρες 2 και 3, δεν επηρέασε την φαρμακοκινητική της ντοσεταξέλης που χορηγήθηκε ενδοφλεβίως κατά την Ημέρα 1 ή της βινορελβίνης που χορηγήθηκε ενδοφλεβίως κατά την Ημέρα 1 ή κατά την Ημέρα 8. Επειδή η επίδραση του EMEND στη φαρμακοκινητική των από του στόματος χορηγούμενων υποστρωμάτων του CYP3A4 είναι μεγαλύτερη από την επίδραση του EMEND στη φαρμακοκινητική των ενδοφλεβίως χορηγούμενων υποστρωμάτων του CYP3A4, δεν μπορεί να αποκλεισθεί μία αλληλεπίδραση με από του στόματος χορηγούμενα χημειοθεραπευτικά φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται κατά κύριο λόγο ή εν μέρει από το CYP3A4 (π.χ. ετοποσίδη, βινορελβίνη). Συνιστάται προσοχή και πρόσθετη παρακολούθηση μπορεί να είναι απαραίτητη σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται κατά κύριο λόγο ή εν μέρει από το CYP3A4 (βλ. παράγραφο 4.4). Συμβάματα νευροτοξικότητας μετά την κυκλοφορία, μια πιθανή ανεπιθύμητη αντίδραση της ιφωσφαμίδης, έχουν αναφερθεί μετά την συγχορήγηση της απρεπιτάντης και της ιφωσφαμίδης.

Ανοσοκατασταλτικά

Κατά τη διάρκεια του θεραπευτικού σχήματος CINV 3 ημερών, αναμένεται παροδική μέτριου βαθμού αύξηση ακολουθούμενη από ήπιου βαθμού μείωση στην έκθεση ανοσοκατασταλτικών που μεταβολίζονται μέσω του CYP3A4 (π.χ. κυκλοσπορίνη, tacrolimus, everolimus

και sirolimus). Λόγω της μικρής διάρκειας του θεραπευτικού σχήματος των 3 ημερών και των χρονοεξαρτώμενων περιορισμένων αλλαγών στην έκθεση, δεν συνιστάται μείωση της δοσολογίας των ανοσοκατασταλτικών κατά τη διάρκεια των 3 ημερών συγχορήγησης με το EMEND.

Μιδαζολάμη

Οι δυνητικές επιδράσεις των αυξημένων συγκεντρώσεων της μιδαζολάμης στο πλάσμα ή άλλων βενζοδιαζεπινών που μεταβολίζονται μέσω του συστήματος CYP3A4 (αλπραζολάμη, τριαζολάμη) θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν όταν συγχορηγούνται αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα με EMEND (125 mg/80 mg).

Το EMEND αύξησε την AUC της μιδαζολάμης, ευαίσθητου υποστρώματος του CYP3A4, κατά 2,3- φορές κατά την Ημέρα 1 και κατά 3,3-φορές κατά την Ημέρα 5, όταν συγχορηγήθηκε μία εφάπαξ δόση 2 mg μιδαζολάμης από το στόμα κατά τις Hμέρες 1 και 5 με ένα δοσολογικό σχήμα του EMEND 125 mg κατά την Hμέρα 1 και 80 mg/ημέρα κατά τις Hμέρες 2 έως 5.

Σε μία άλλη μελέτη με μιδαζολάμη που χορηγήθηκε ενδοφλεβίως, το EMEND χορηγήθηκε ως

125 mg την Ημέρα 1 και 80 mg/ημέρα κατά τις Ημέρες 2 και 3 και 2 mg μιδαζολάμης χορηγήθηκαν ενδοφλεβίως πριν από την χορήγηση του δοσολογικού σχήματος 3 ημερών του EMEND και κατά τις Ημέρες 4, 8 και 15. Το EMEND αύξησε την AUC της μιδαζολάμης κατά 25 % την Ημέρα 4 και μείωσε την AUC της μιδαζολάμης κατά 19 % την Ημέρα 8 και κατά 4 % την Ημέρα 15. Αυτές οι επιδράσεις δεν θεωρήθηκαν κλινικά σημαντικές.

Σε μία τρίτη μελέτη με ενδοφλέβια και από του στόματος χορήγηση μιδαζολάμης, το EMEND χορηγήθηκε ως δόση των 125 mg κατά την Ημέρα 1 και 80 mg/ημέρα κατά τις Ημέρες 2 και 3, μαζί με ονδανσετρόνη 32 mg κατά την Ημέρα 1, δεξαμεθαζόνη 12 mg κατά την Ημέρα 1 και 8 mg κατά τις Ημέρες 2-4. Αυτός ο συνδυασμός (δηλ. EMEND, ονδανσετρόνη και δεξαμεθαζόνη) μείωσε την AUC της από του στόματος μιδαζολάμης κατά 16 % την Ημέρα 6, κατά 9 % την Ημέρα 8, κατά 7 % την Ημέρα 15 και κατά 17 % την Ημέρα 22. Αυτές οι επιδράσεις δεν θεωρήθηκαν κλινικά σημαντικές.

Μία επιπλέον μελέτη ολοκληρώθηκε με ενδοφλέβια χορήγηση μιδαζολάμης και EMEND. Χορηγήθηκαν 2 mg μιδαζολάμης ενδοφλεβίως 1 ώρα μετά την από του στόματος χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης του EMEND 125 mg. Η AUC της μιδαζολάμης στο πλάσμα αυξήθηκε κατά 1,5-φορές. Αυτή η επίδραση δεν θεωρήθηκε κλινικά σημαντική.

Επαγωγή

Ως ήπιος επαγωγέας του CYP2C9, του CYP3A4 και της γλυκουρονιδίωσης, η απρεπιτάντη μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα των υποστρωμάτων που αποβάλλονται μέσω αυτών των οδών εντός 2 εβδομάδων μετά την έναρξη και θεραπεία. Αυτή η επίδραση μπορεί να γίνει εμφανής, μόνο μετά το πέρας της 3-ημερών θεραπείας με EMEND. Για τα υποστρώματα CYP2C9 και CYP3A4, η επαγωγή είναι παροδική με μέγιστη επίδραση που επιτυγχάνεται σε 3-5 ημέρες μετά το πέρας της θεραπείας 3-ημερών με EMEND. Η επίδραση διατηρείται για μερικές ημέρες, κατόπιν μειώνεται αργά και είναι κλινικά μη σημαντική σε δύο εβδομάδες μετά το τέλος της θεραπείας με EMEND. Επαγωγή ήπιου βαθμού της γλυκουρονιδίωσης παρατηρήθηκε επίσης με 80 mg απρεπιτάντης από το στόμα χορηγούμενης για 7 ημέρες. Δεν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με τις επιδράσεις στο CYP2C8 και CYP2C19. Συνιστάται προσοχή όταν χορηγούνται κατά την περίοδο αυτή βαρφαρίνη, ασενοκουμαρόλη, τολβουταμίδη, φαινυτοΐνη ή άλλες δραστικές ουσίες, που είναι γνωστό ότι μεταβολίζονται μέσω του CYP2C9.

Βαρφαρίνη

Σε ασθενείς σε χρόνια θεραπεία με βαρφαρίνη, ο χρόνος προθρομβίνης (INR) θα πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με EMEND και για 2 εβδομάδες μετά από κάθε σχήμα 3-ημερών με EMEND για ναυτία και έμετο που προκαλείται από χημειοθεραπεία (βλ. παράγραφο 4.4). Όταν χορηγήθηκε μία εφάπαξ δόση 125 mg του EMEND κατά την Ημέρα 1 και 80 mg/ημέρα κατά τις Ημέρες 2 και 3 σε υγιή άτομα, τα οποία είχαν σταθεροποιηθεί σε χρόνια

θεραπεία με βαρφαρίνη, δεν υπήρξε καμία επίδραση του EMEND στην AUC στο πλάσμα της R(+) ή S(-) βαρφαρίνης που προσδιορίσθηκε την Ημέρα 3. Ωστόσο, υπήρξε μείωση κατά 34 % της κατώτερης συγκέντρωσης S(-) βαρφαρίνης (ένα υπόστρωμα του CYP2C9) συνοδευόμενη από μείωση κατά 14 % στον INR 5 ημέρες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας με EMEND.

Τολβουταμίδη

To EMEND, όταν χορηγήθηκε ως 125 mg κατά την Ημέρα 1 και 80 mg/ημέρα κατά τις Ημέρες 2 και 3, μείωσε την AUC της τολβουταμίδης (ένα υπόστρωμα του CYP2C9), κατά 23 % κατά την Ημέρα 4, 28 % την Ημέρα 8, και 15 % την Ημέρα 15, όταν χορηγήθηκε μία εφάπαξ δόση τολβουταμίδης 500 mg από στόματος πριν από την χορήγηση του σχήματος 3 ημερών του EMEND και κατά τις Ημέρες 4, 8, και 15.

Ορμονικά αντισυλληπτικά

Η αποτελεσματικότητα των ορμονικών αντισυλληπτικών μπορεί να μειωθεί κατά τη διάρκεια και για 28 ημέρες μετά τη χορήγηση του EMEND. Εναλλακτικές μη-ορμονικές συμπληρωματικές μέθοδοι αντισύλληψης θα πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με EMEND και για

2 μήνες μετά την τελευταία δόση του EMEND.

Σε μία κλινική μελέτη, εφάπαξ δόσεις ενός από στόματος αντισυλληπτικού, που περιέχει αιθυνυλοιστραδιόλη και νορεθινδρόνη χορηγήθηκαν τις Ημέρες 1 έως 21 μαζί με το EMEND, ως ένα σχήμα 125 mg την Ημέρα 8 και 80 mg/ημέρα τις Ημέρες 9 και 10 με ονδανσετρόνη 32 mg ενδοφλεβίως την Ημέρα 8 και από στόματος δεξαμεθαζόνη ως 12 mg την Ημέρα 8 και 8 mg/ημέρα τις Ημέρες 9, 10 και 11. Στη μελέτη αυτή, κατά τη διάρκεια των Ημερών 9 έως 21 παρουσιάστηκε μείωση έως 64 % των κατώτερων συγκεντρώσεων αιθυνυλοιστραδιόλης και μείωση έως 60 % των κατώτερων συγκεντρώσεων νορεθινδρόνης.

Ανταγωνιστές 5-HT3

Σε κλινικές μελέτες αλληλεπίδρασης, η απρεπιτάντη δεν είχε κλινικά σημαντικές επιδράσεις στη φαρμακοκινητική της ονδανσετρόνης, γρανισετρόνης ή υδροντολασετρόνης (ο ενεργός μεταβολίτης της ντολασετρόνης).

Επίδραση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη φαρμακοκινητική της απρεπιτάντης

Η ταυτόχρονη χορήγηση του EMEND με δραστικές ουσίες που αναστέλλουν τη δράση του CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, βορικοναζόλη, ποσακοναζόλη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, νεφαζοδόνη και αναστολείς πρωτεασών) θα πρέπει να γίνεται με προσοχή, καθώς ο συνδυασμός αναμένεται να έχει ως αποτέλεσμα την κατά αρκετές φορές αύξηση των συγκεντρώσεων της απρεπιτάντης στο πλάσμα (βλ. παράγραφο 4.4).

Ταυτόχρονη χορήγηση του EMEND με δραστικές ουσίες που είναι ισχυροί επαγωγείς της δράσης του CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη) θα πρέπει να αποφεύγεται, καθώς ο συνδυασμός οδηγεί σε μειώσεις των συγκεντρώσεων της απρεπιτάντης στο πλάσμα, που μπορεί να οδηγήσουν σε μειωμένη αποτελεσματικότητα του EMEND. Η ταυτόχρονη χορήγηση του EMEND με φυτικά παρασκευάσματα που περιέχουν St. John’s Wort (Hypericum perforatum) δεν συνιστάται.

Κετοκοναζόλη

Όταν χορηγήθηκε μία εφάπαξ δόση 125 mg απρεπιτάντης την Ημέρα 5 ενός σχήματος 10 ημερών 400 mg/ημέρα κετοκοναζόλης, ενός ισχυρού αναστολέα του CYP3A4, η AUC της απρεπιτάντης αυξήθηκε κατά περίπου 5-φορές και ο μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της απρεπιτάντης αυξήθηκε κατά περίπου 3-φορές.

Ριφαμπικίνη

Όταν χορηγήθηκε μία εφάπαξ δόση 375 mg απρεπιτάντης την Ημέρα 9 ενός σχήματος 14 ημερών 600 mg/ημέρα ριφαμπικίνης, ενός ισχυρού επαγωγέα του CYP3A4, η AUC της απρεπιτάντης μειώθηκε κατά 91 % και ο μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής μειώθηκε κατά 68 %.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.

4.6Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες Η αποτελεσματικότητα των ορμονικών αντισυλληπτικών μπορεί να μειωθεί κατά τη διάρκεια και για

28 ημέρες μετά τη χορήγηση του EMEND. Εναλλακτικές μη-ορμονικές συμπληρωματικές μέθοδοι αντισύλληψης θα πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με EMEND και για 2 μήνες μετά τη χορήγηση της τελευταίας δόσης του EMEND (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5).

Κύηση Δεν είναι διαθέσιμα κλινικά δεδομένα σχετικά με εκτεθείσες σε απρεπιτάντη εγκυμοσύνες. Η

πιθανότητα για αναπαραγωγική τοξικότητα της απρεπιτάντης δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως, καθώς δεν μπορούσαν να επιτευχθούν σε μελέτες σε πειραματόζωα, επίπεδα έκθεσης πάνω από την θεραπευτική έκθεση στον άνθρωπο στη δόση των 125 mg/80 mg. Αυτές οι μελέτες δεν υπέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις στην κύηση, στην εμβρυονική/εμβρυική ανάπτυξη, στην ανάπτυξη κατά ή μετά τον τοκετό (βλ. παράγραφο 5.3). Οι πιθανές επιδράσεις στην αναπαραγωγή των μεταβολών της ρύθμισης της νευροκινίνης δεν είναι γνωστές. Το EMEND δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την διάρκεια της κύησης, εκτός εάν είναι απολύτως απαραίτητο.

Θηλασμός Η απρεπιτάντη εκκρίνεται στο γάλα των θηλαζόντων αρουραίων. Δεν είναι γνωστό εάν η απρεπιτάντη

εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Συνεπώς, η γαλουχία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το EMEND δεν συνιστάται.

Γονιμότητα Η πιθανότητα επιδράσεων της απρεπιτάντης στη γονιμότητα δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως, καθώς

δεν ήταν δυνατό να επιτευχθούν, σε μελέτες με πειραματόζωα, επίπεδα έκθεσης πάνω από τη θεραπευτική έκθεση στον άνθρωπο. Αυτές οι μελέτες γονιμότητας δεν έδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς δράσεις σχετικά με την επίτευξη ζευγαρώματος, τη γονιμότητα, την εμβρυονική/εμβρυική ανάπτυξη ή τον αριθμό των σπερματοζωαρίων και την κινητικότητα του σπέρματος (βλ.

παράγραφο 5.3).

4.7Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Το EMEND μπορεί να έχει μικρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης ποδηλάτου και χειρισμού μηχανημάτων. Ζάλη και κόπωση μπορεί να παρουσιαστούν μετά τη χορήγηση του EMEND (βλ. παράγραφο 4.8).

4.8Ανεπιθύμητες ενέργειες

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας Το προφίλ ασφάλειας της απρεπιτάντης αξιολογήθηκε περίπου σε 6.500 ενήλικες σε περισσότερες

από 50 μελέτες και σε 184 παιδιά και εφήβους σε 2 πιλοτικές παιδιατρικές κλινικές δοκιμές.

Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν με μεγαλύτερη συχνότητα σε ενήλικες που έλαβαν το δοσολογικό σχήμα της απρεπιτάντης σε σχέση με την καθιερωμένη θεραπεία, σε ασθενείς που λάμβαναν Ισχυρή Εμετογόνο Χημειοθεραπεία (ΙΕΧ) ήταν: λόξυγκας (4,6 % έναντι 2,9 %), αμινοτρανσφεράση αλανίνης (ALT) αυξημένη (2,8 % έναντι 1,1 %), δυσπεψία (2,6% έναντι 2,0%), δυσκοιλιότητα (2,4 % έναντι 2,0 %), κεφαλαλγία (2,0 % έναντι 1,8 %) και μειωμένη όρεξη (2,0 % έναντι 0,5 %). Η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια που αναφέρθηκε με μεγαλύτερη συχνότητα σε ασθενείς που έλαβαν το δοσολογικό σχήμα της απρεπιτάντης σε σχέση με την καθιερωμένη θεραπεία, σε ενήλικες που λάμβαναν Μετρίως Εμετογόνο Χημειοθεραπεία (ΜΕΧ) ήταν κόπωση (1,4 % έναντι 0,9 %).

Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν με μεγαλύτερη συχνότητα σε παιδιατρικούς ασθενείς που έλαβαν το δοσολογικό σχήμα της απρεπιτάντης σε σχέση με το δοσολογικό σχήμα ελέγχου, ενώ λάμβαναν εμετογόνο χημειοθεραπεία καρκίνου ήταν λόξυγκας (3,3 % έναντι 0,0 %) και ερύθημα (1,1 % έναντι 0,0 %).

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρήθηκαν, σε μια συγκεντρωτική ανάλυση των μελετών

ΙΕΧ και ΜΕΧ, σε μεγαλύτερη συχνότητα με απρεπιτάντη σε σχέση με την καθιερωμένη θεραπεία ή κατά τη χρήση μετά την κυκλοφορία. Οι κατηγορίες συχνότητας που δίνονται στον πίνακα βασίζονται σε μελέτες σε ενήλικες. Οι συχνότητες που παρατηρήθηκαν σε παιδιατρικές μελέτες ήταν παρόμοιες ή χαμηλότερες, εκτός αν παρουσιάζονται στον πίνακα. Ορισμένες λιγότερο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες (ΑΕ) στον πληθυσμό των ενηλίκων, δεν παρατηρήθηκαν στις παιδιατρικές μελέτες.

Οι συχνότητες ορίζονται ως: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000) και πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Κατηγορία /οργανικό σύστημα

Ανεπιθύμητη ενέργεια

Συχνότητα

Λοιμώξεις και παρασιτώσεις

καντιντίαση, σταφυλοκοκκική λοίμωξη

σπάνιες

Διαταραχές του αιμοποιητικού

εμπύρετη ουδετεροπενία, αναιμία

όχι συχνές

και του λεμφικού συστήματος

 

 

 

 

 

Διαταραχές του ανοσοποιητικού

αντιδράσεις υπερευαισθησίας

μη γνωστές

συστήματος

συμπεριλαμβανομένων αναφυλακτικών

 

 

αντιδράσεων

 

Διαταραχές του μεταβολισμού

μειωμένη όρεξη

συχνές

και της θρέψης

 

 

Κατηγορία /οργανικό σύστημα

Ανεπιθύμητη ενέργεια

Συχνότητα

 

πολυδιψία

σπάνιες

 

 

 

Ψυχιατρικές διαταραχές

άγχος

όχι συχνές

 

αποπροσανατολισμός, ευφορική

σπάνιες

 

συναισθηματική διάθεση

 

 

 

 

Διαταραχές του νευρικού

κεφαλαλγία

συχνές

συστήματος

 

 

 

ζάλη, υπνηλία

όχι συχνές

 

 

 

 

νοητική διαταραχή, λήθαργος, δυσγευσία

σπάνιες

 

 

 

Οφθαλμικές διαταραχές

επιπεφυκίτιδα

σπάνιες

 

 

 

Διαταραχές του ωτός και του

εμβοές

σπάνιες

λαβυρίνθου

 

 

Καρδιακές διαταραχές

αίσθημα παλμών

όχι συχνές

 

 

 

 

βραδυκαρδία, καρδιαγγειακή διαταραχή

σπάνιες

 

 

 

Αγγειακές διαταραχές

έξαψη/ερύθημα

όχι συχνές

 

 

 

Διαταραχές του αναπνευστικού

λόξυγκας

συχνές

συστήματος, του θώρακα και

 

 

του μεσοθωράκιου

άλγος στοματοφάρυγγα, πταρμός, βήχας,

σπάνιες

 

οπισθορρινική καταρροή, ερεθισμός του

 

 

λαιμού

 

 

 

 

Διαταραχές του γαστρεντερικού

δυσκοιλιότητα, δυσπεψία

συχνές

 

 

 

 

ερυγή, ναυτία, έμετος, γαστροοισοφαγική

όχι συχνές

 

παλινδρόμηση, κοιλιακό άλγος, ξηροστομία,

 

 

μετεωρισμός

 

 

 

 

 

διάτρηση δωδεκαδακτυλικού έλκους,

σπάνιες

 

στοματίτιδα, διάταση της κοιλίας, σκληρά

 

 

κόπρανα, ουδετεροπενική κολίτιδα

 

 

 

 

Διαταραχές του δέρματος και

εξάνθημα, ακμή

όχι συχνές

του υποδόριου ιστού

 

 

 

αντίδραση από φωτοευαισθησία, υπερίδρωση,

σπάνιες

 

σμηγματόρροια, βλάβη δέρματος, κνησμώδες

 

 

εξάνθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson/τοξική

 

 

επιδερμική νεκρόλυση

 

 

 

 

 

κνησμός, κνίδωση

μη γνωστές

 

 

 

Διαταραχές του μυοσκελετικού

μυϊκή αδυναμία, μυϊκοί σπασμοί

σπάνιες

συστήματος και του συνδετικού

 

 

ιστού

 

 

Διαταραχές των νεφρών και των

δυσουρία

όχι συχνές

ουροφόρων οδών

 

 

Κατηγορία /οργανικό σύστημα

Ανεπιθύμητη ενέργεια

Συχνότητα

 

συχνουρία

σπάνιες

 

 

 

Γενικές διαταραχές και

κόπωση

συχνές

καταστάσεις της οδού

 

 

χορήγησης

εξασθένιση, αίσθημα κακουχίας

όχι συχνές

 

 

 

 

οίδημα, θωρακική δυσφορία, διαταραχή στο

σπάνιες

 

βάδισμα

 

 

 

 

Παρακλινικές εξετάσεις

ALT αυξημένη

συχνές

 

 

 

 

AST αυξημένη, αλκαλική φωσφατάση

όχι συχνές

 

αίματος αυξημένη

 

 

 

 

 

εξέταση ερυθροκυττάρων στα ούρα θετική,

σπάνιες

 

νάτριο αίματος μειωμένο, σωματικό βάρος

 

 

μειωμένο, αριθμός ουδετερόφιλων μειωμένος,

 

 

παρουσία γλυκόζης στα ούρα, απέκκριση

 

 

ούρων αυξημένη

 

 

 

 

Ναυτία και έμετος ήταν παράμετροι αποτελεσματικότητας κατά τις 5 πρώτες ημέρες μετά τη χημειοθεραπεία και αναφέρθηκαν ως ανεπιθύμητες ενέργειες μόνο στο επόμενο διάστημα.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Τα προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών σε ενήλικες στην επέκταση Πολλαπλών-Κύκλων των

μελετών ΙΕΧ και ΜΕΧ για έως 6 επιπλέον κύκλους χημειοθεραπείας ήταν γενικά παρόμοια με αυτά που παρατηρήθηκαν στον Κύκλο 1.

Σε μία πρόσθετη κλινική μελέτη ελεγχόμενη με ενεργό παράγοντα σε 1.169 ασθενείς που λάμβαναν απρεπιτάντη και ΙΕΧ, το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν γενικά παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε σε άλλες μελέτες ΙΕΧ με απρεπιτάντη.

Επιπλέον ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρήθηκαν σε ενήλικες ασθενείς που έλαβαν απρεπιτάντη για μετεγχειρητική ναυτία και έμετο (ΜΕΝΕ) και με μεγαλύτερη συχνότητα από ότι με ονδανσετρόνη: άλγος άνω κοιλιακής χώρας, μη φυσιολογικοί εντερικοί ήχοι, δυσκοιλιότητα*, δυσαρθρία, δύσπνοια, υπαισθησία, αϋπνία, μύση, ναυτία, διαταραχή αισθητικότητας, δυσφορία στομάχου, ατελής ειλεός*, μειωμένη οπτική οξύτητα, συριγμός.

*Αναφέρθηκαν σε ασθενείς που λάμβαναν μεγαλύτερη δόση απρεπιτάντης.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας

του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

4.9Υπερδοσολογία

Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, το EMEND θα πρέπει να διακοπεί και θα πρέπει να παρασχεθεί γενική υποστηρικτική αγωγή και παρακολούθηση. Λόγω της αντιεμετικής δράσης της απρεπιτάντης, μπορεί κάποιο φάρμακο που χορηγείται για την πρόκληση εμέτου να μην είναι αποτελεσματικό.

Η απρεπιτάντη δεν μπορεί να απομακρυνθεί με αιμοδιύλυση.

5.ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιεμετικά φάρμακα και φάρμακα κατά της ναυτίας, κωδικός ATC: A04AD12

Η απρεπιτάντη είναι ένας εκλεκτικός υψηλής συγγένειας ανταγωνιστής των υποδοχέων της ουσίας P νευροκινίνης 1 (NK1) στον άνθρωπο.

Σχήμα 3 ημερών απρεπιτάντης σε ενήλικες Σε 2 τυχαιοποιημένες, διπλά-τυφλές μελέτες που περιλάμβαναν συνολικά 1.094 ενήλικες ασθενείς,

που λάμβαναν χημειοθεραπεία, η οποία περιλάμβανε σισπλατίνη 70 mg/m2, η απρεπιτάντη σε συνδυασμό με ένα σχήμα ονδανσετρόνης/δεξαμεθαζόνης (βλ. παράγραφο 4.2) συγκρίθηκε με ένα καθιερωμένο σχήμα (εικονικό φάρμακο και ονδανσετρόνη 32 mg χορηγούμενη ενδοφλεβίως την Ημέρα 1 και δεξαμεθαζόνη 20 mg χορηγούμενη από στόματος την Ημέρα 1 και 8 mg χορηγούμενη από στόματος δύο φορές την ημέρα τις Ημέρες 2 έως 4). Αν και στις κλινικές δοκιμές χρησιμοποιήθηκε ενδοφλέβια δόση 32 mg ονδανσετρόνης, δεν είναι πλέον αυτή η συνιστώμενη δόση. Βλ. τα πληροφοριακά στοιχεία του προϊόντος για τον επιλεγμένο ανταγωνιστή 5-ΗΤ3 για πληροφορίες σχετικά με την κατάλληλη δοσολογία.

Η αποτελεσματικότητα βασίστηκε στην αξιολόγηση της ακόλουθης συνδυασμένης μέτρησης: πλήρης ανταπόκριση (οριζόμενη ως απουσία επεισοδίων εμέτου και μη χρήση θεραπείας διάσωσης) πρωτίστως κατά τη διάρκεια του Κύκλου 1. Τα αποτελέσματα αξιολογήθηκαν για κάθε μεμονωμένη μελέτη και συνδυασμένα για τις 2 μελέτες.

Μία περίληψη των βασικών αποτελεσμάτων της μελέτης από τη συνδυασμένη ανάλυση παρατίθεται στον Πίνακα 1.

Πίνακας 1 Ποσοστό ενηλίκων ασθενών που λάμβαναν Ισχυρή Εμετογόνο Χημειοθεραπεία που ανταποκρίθηκαν

ανά ομάδα θεραπείας και φάση – Κύκλος 1

 

Σχήμα

Καθιερωμένη

 

Διαφορές*

 

με

θεραπεία

 

 

ΣΥΝΔΥΑΣΜΕΝΕΣ ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ

Απρεπιτάντη

(N= 524)

 

 

 

(N= 521)

 

 

 

%

%

%

(95 % CI)

 

 

 

 

 

Πλήρης ανταπόκριση (απουσία εμέτου και χωρίς θεραπεία διάσωσης)

 

Συνολική (0-120 ώρες)

67,7

47,8

19,9

(14,0, 25,8)

0-24 ώρες

86,0

73,2

12,7

(7,9, 17,6)

25-120 ώρες

71,5

51,2

20,3

(14,5, 26,1)

ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΕΣ ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ

Απουσία εμέτου (απουσία επεισοδίων εμέτου ανεξάρτητα από τη χορήγηση θεραπείας διάσωσης)

Συνολική (0-120 ώρες)

71,9

49,7

22,2

(16,4, 28,0)

0-24 ώρες

86,8

74,0

12,7

(8,0, 17,5)

25-120 ώρες

76,2

53,5

22,6

(17,0, 28,2)

Απουσία σημαντικής ναυτίας (μέγιστη μέτρηση στην κλίμακα VAS < 25 mm στην κλίμακα των 0-100 mm)

Συνολική (0-120 ώρες)

72,1

64,9

7,2

(1,6, 12,8)

25-120 ώρες

74,0

66,9

7,1

(1,5, 12,6)

*Τα διαστήματα εμπιστοσύνης υπολογίστηκαν χωρίς να γίνει αναπροσαρμογή για το φύλο και την συγχορηγούμενη χημειοθεραπεία, τα οποία είχαν συμπεριληφθεί στην πρωταρχική ανάλυση της διαφοράς

αναλογιών και λογιστικών μοντέλων.

Ένας ασθενής στο σχήμα Απρεπιτάντης είχε δεδομένα μόνο κατά την οξεία φάση και αποκλείστηκε από τις αναλύσεις της συνολικής και καθυστερημένης φάσης. Ένας ασθενής στο Καθιερωμένο σχήμα είχε δεδομένα μόνο κατά την όψιμη φάση και αποκλείστηκε από τις αναλύσεις της συνολικής και της οξείας φάσης.

Ο εκτιμώμενος χρόνος έως το πρώτο επεισόδιο εμέτου στην συνδυασμένη ανάλυση απεικονίζεται στο διάγραμμα Kaplan-Meier στην Εικόνα 1.

Εικόνα 1 Ποσοστό ενηλίκων ασθενών που λάμβαναν Ισχυρή Εμετογόνο Χημειοθεραπεία οι οποίοι παρέμειναν

χωρίς έμετο καθ’ όλη την διάρκεια — Κύκλος 1

Ασθενών

100%

 

90%

 

 

 

Ποσοστό

80%

 

60%

 

 

70%

 

 

50%

 

 

40%

 

 

___ Δοσολογικό σχήμα απρεπιτάντης (Ν= 520)

…... Καθιερωμένη θεραπεία

(Ν= 523)

Χρόνος (ώρες)

Στατιστικά σημαντικές διαφορές στην αποτελεσματικότητα παρατηρήθηκαν επίσης σε κάθε μία από τις 2 μεμονωμένες μελέτες.

Στις 2 ίδιες κλινικές μελέτες, 851 ενήλικες ασθενείς συνέχισαν στην επέκταση των Πολλαπλών- Κύκλων για έως 5 επιπλέον κύκλους χημειοθεραπείας. Η αποτελεσματικότητα του σχήματος απρεπιτάντης προφανώς διατηρήθηκε κατά την διάρκεια όλων των κύκλων.

Σε μία τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή μελέτη σε συνολικά 866 ενήλικες ασθενείς (864 γυναίκες,

2 άνδρες) οι οποίοι λάμβαναν χημειοθεραπεία, που περιλάμβανε κυκλοφωσφαμίδη 750-1500 mg/m2 ή κυκλοφωσφαμίδη 500-1500 mg/m2 και δοξορουβικίνη ( 60 mg/m2) ή επιρουβικίνη ( 100 mg/m2), η απρεπιτάντη σε συνδυασμό με ένα σχήμα ονδανσετρόνης/δεξαμεθαζόνης (βλ. παράγραφο 4.2)

συγκρίθηκε με την καθιερωμένη θεραπεία (εικονικό φάρμακο και ονδανσετρόνη 8 mg χορηγούμενη από στόματος (δύο φορές την Ημέρα 1 και κάθε 12 ώρες τις Ημέρες 2 και 3) και δεξαμεθαζόνη 20 mg χορηγούμενη από στόματος την Ημέρα 1).

Η αποτελεσματικότητα βασίστηκε στην αξιολόγηση της συνδυασμένης μέτρησης: πλήρης ανταπόκριση (οριζόμενη ως απουσία επεισοδίων εμέτου και μη χρήση θεραπείας διάσωσης) πρωτίστως κατά τη διάρκεια του Κύκλου 1.

Μία περίληψη των βασικών αποτελεσμάτων της μελέτης παρατίθεται στον Πίνακα 2.

Πίνακας 2 Ποσοστό ενηλίκων ασθενών που ανταποκρίθηκαν, ανά ομάδα θεραπείας και φάση – Κύκλος 1

Μετρίως Εμετογόνος Χημειοθεραπεία

Σχήμα

Καθιερωμένη

 

Διαφορές*

με

θεραπεία

 

 

ΣΥΝΔΥΑΣΜΕΝΕΣ ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ Απρεπιτάντη

 

 

 

(N= 433)

(N= 424)

 

 

%

%

%

(95 % CI)

Πλήρης ανταπόκριση (απουσία εμέτου και χωρίς θεραπεία διάσωσης)

Συνολική (0-120 ώρες)

50,8

42,5

8,3

(1,6, 15,0)

0-24 ώρες

75,7

69,0

6,7

(0,7, 12,7)

25-120 ώρες

55,4

49,1

6,3

(-0,4, 13,0)

ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΕΣ ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ

Απουσία εμέτου (απουσία επεισοδίων εμέτου ανεξάρτητα από τη χορήγηση θεραπείας διάσωσης)

Συνολική (0-120 ώρες)

75,7

58,7

17,0

(10,8, 23,2)

0-24 ώρες

87,5

77,3

10,2

(5,1, 15,3)

25-120 ώρες

80,8

69,1

11,7

(5,9, 17,5)

Απουσία σημαντικής ναυτίας (μέγιστη μέτρηση στην κλίμακα VAS < 25 mm στην κλίμακα των 0-100 mm)

Συνολική (0-120 ώρες)

60,9

55,7

5,3

(-1,3, 11,9)

0-24 ώρες

79,5

78,3

1,3

(-4,2,

6,8)

25-120 ώρες

65,3

61,5

3,9

(-2,6,

10,3)

*Τα διαστήματα εμπιστοσύνης υπολογίστηκαν χωρίς να γίνει αναπροσαρμογή για την κατηγορία ηλικίας (< 55 ετών, 55 ετών) και ερευνητικής ομάδας, τα οποία είχαν συμπεριληφθεί στην πρωταρχική ανάλυση της διαφοράς αναλογιών και λογιστικών μοντέλων.

Ένας ασθενής στο σχήμα Απρεπιτάντης είχε δεδομένα μόνο κατά την οξεία φάση και αποκλείστηκε από τις αναλύσεις της συνολικής και καθυστερημένης φάσης.

Στην ίδια κλινική μελέτη, 744 ενήλικες ασθενείς συνέχισαν στην επέκταση Πολλαπλών-Κύκλων για έως 3 επιπλέον κύκλους χημειοθεραπείας. Η αποτελεσματικότητα του σχήματος της απρεπιτάντης προφανώς διατηρήθηκε κατά την διάρκεια όλων των κύκλων.

Σε μία δεύτερη πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, παράλληλων ομάδων, κλινική μελέτη, το σχήμα απρεπιτάντης συγκρίθηκε με την καθιερωμένη θεραπεία σε 848 ενήλικες ασθενείς (652 γυναίκες, 196 άνδρες) οι οποίοι λάμβαναν ένα σχήμα χημειοθεραπείας που περιλάμβανε οποιαδήποτε ενδοφλέβια δόση οξαλιπλατίνης, καρβοπλατίνης, επιρουβικίνης, ιδαρουβικίνης, ιφωσφαμίδης, ιρινοτεκάνης, δαουνορουβικίνης, δοξορουβικίνης, κυκλοφωσφαμίδης ενδοφλεβίως (< 1500 mg/m2) ή κυταραβίνης ενδοφλεβίως (> 1 g/m2). Οι ασθενείς που λάμβαναν το σχήμα απρεπιτάντης, λάμβαναν χημειοθεραπεία για όγκους διαφόρων τύπων συμπεριλαμβανομένων καρκίνου του μαστού (52 %), καρκίνων του γαστρεντερικού συστήματος (21 %) συμπεριλαμβανομένου του ορθοκολικού καρκίνου, καρκίνου του πνεύμονα (13 %) και γυναικολογικών καρκίνων (6 %). Το σχήμα απρεπιτάντης σε συνδυασμό με ένα σχήμα ονδανσετρόνης/δεξαμεθαζόνης (βλ. παράγραφο 4.2) συγκρίθηκε με την καθιερωμένη θεραπεία

(εικονικό φάρμακο σε συνδυασμό με ονδανσετρόνη 8 mg από στόματος (δύο φορές την Ημέρα 1 και κάθε 12 ώρες τις Ημέρες 2 και 3) και δεξαμεθαζόνη 20 mg από στόματος την Ημέρα 1).

Η αποτελεσματικότητα βασίστηκε στην αξιολόγηση των ακόλουθων κύριων και σημαντικών δευτερευόντων τελικών σημείων: Απουσία εμέτου στη συνολική περίοδο (0 έως 120 ώρες μετά τη χημειοθεραπεία), αξιολόγηση της ασφάλειας και της ανεκτικότητας του σχήματος απρεπιτάντης για ναυτία και έμετο που προκαλείται από την χημειοθεραπεία (ΝΕΧ) και πλήρης ανταπόκριση (οριζόμενη ως απουσία εμέτου και χωρίς τη χορήγηση θεραπείας διάσωσης) στη συνολική περίοδο (0 έως 120 ώρες μετά τη χημειοθεραπεία). Επιπλέον, η απουσία σημαντικής ναυτίας στη συνολική περίοδο (0 έως 120 ώρες μετά τη χημειοθεραπεία) αξιολογήθηκε ως τελικό σημείο προς διερεύνηση, καθώς και στην οξεία και όψιμη φάση ως post –hoc ανάλυση.

Μία περίληψη των βασικών αποτελεσμάτων της μελέτης παρατίθεται στον Πίνακα 3.

Πίνακας 3 Ποσοστό ενηλίκων ασθενών που ανταποκρίθηκαν ανά ομάδα θεραπείας και φάση για τη Μελέτη 2-

Κύκλος 1 Μετρίως Εμετογόνος Χημειοθεραπεία

 

Σχήμα

Καθιερωμένη

 

 

Διαφορές*

 

με Απρεπιτάντη

θεραπεία

 

 

 

 

 

(N= 425)

(N= 406)

 

 

 

 

 

%

%

 

%

 

(95 % CI)

 

 

 

 

 

 

 

Πλήρης ανταπόκριση (απουσία εμέτου και χωρίς θεραπεία διάσωσης)

 

 

 

Συνολική (0-120 ώρες)

68,7

56,3

 

12,4

 

(5,9, 18,9)

0-24 ώρες

89,2

80,3

 

8,9

 

(4,0, 13,8)

25-120 ώρες

70,8

60,9

 

9,9

 

(3,5, 16,3)

Απουσία εμέτου (απουσία επεισοδίων εμέτου ανεξάρτητα από τη χορήγηση θεραπείας

διάσωσης)

 

 

 

 

 

 

Συνολική (0-120 ώρες)

76,2

62,1

 

14,1

 

(7,9, 20,3)

0-24 ώρες

92,0

83,7

 

8,3

 

(3,9, 12,7)

25-120 ώρες

77,9

66,8

 

11,1

 

(5,1, 17,1)

Απουσία σημαντικής ναυτίας (μέγιστη μέτρηση στην κλίμακα VAS < 25 mm στην κλίμακα των 0-100 mm)

Συνολική (0-120 ώρες)

73,6

66,4

7,2

(1,0,

13,4)

0-24 ώρες

90,9

86,3

4,6

(0,2,

9,0)

25-120 ώρες

74,9

69,5

5,4

(-0,7, 11,5)

*Τα διαστήματα εμπιστοσύνης υπολογίστηκαν χωρίς να γίνει προσαρμογή ως προς το φύλο και την περιοχή, τα οποία είχαν συμπεριληφθεί στην πρωταρχική ανάλυση με τη χρήση λογιστικών μοντέλων.

Το όφελος της θεραπείας συνδυασμού της απρεπιτάντης σε όλο τον πληθυσμό της μελέτης προήλθε κυρίως από τα αποτελέσματα που παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με μη ικανοποιητικό έλεγχο με το καθιερωμένο σχήμα όπως στις γυναίκες, παρ’όλο που τα αποτελέσματα ήταν αριθμητικά καλύτερα ανεξάρτητα από την ηλικία, τον τύπο καρκίνου ή το φύλο. Πλήρης ανταπόκριση στο σχήμα της απρεπιτάντης και στην καθιερωμένη θεραπεία, αντιστοίχως, επιτεύχθηκε σε 209/324 (65 %) και σε 161/320 (50 %) στις γυναίκες και σε 83/101 (82 %) και σε 68/87 (78 %) στους άνδρες.

Παιδιατρικός πληθυσμός Σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με ενεργό θεραπεία, κλινική μελέτη, η οποία

συμπεριέλαβε 302 παιδιά και εφήβους (ηλικίας 6 μηνών έως 17 ετών) που λάμβαναν μετρίως ή ισχυρή εμετογόνο χημειοθεραπεία, το σχήμα της απρεπιτάντης συγκρίθηκε με το σχήμα ελέγχου για την πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου που προκαλείται από την χημειοθεραπεία (ΝΕΧ). Η αποτελεσματικότητα του σχήματος της απρεπιτάντης αξιολογήθηκε σε έναν μόνο κύκλο (Κύκλος 1). Οι ασθενείς είχαν την ευκαιρία να λάβουν απρεπιτάντη ανοιχτής επισήμανσης σε επακόλουθους κύκλους (Προαιρετικοί Κύκλοι 2-6). Ωστόσο η αποτελεσματικότητα δεν αξιολογήθηκε σε αυτούς τους προαιρετικούς κύκλους. Το σχήμα της απρεπιτάντης σε εφήβους ηλικίας 12 έως 17 ετών (n=47) αποτελούνταν από καψάκια EMEND των 125 mg λαμβανόμενα από του στόματος την Ημέρα 1 και των 80 mg/ημέρα τις Ημέρες 2 και 3 σε συνδυασμό με ονδανσετρόνη την Ημέρα 1. Το σχήμα της απρεπιτάντης σε παιδιά ηλικίας 6 μηνών έως λιγότερο από 12 ετών (n=105) αποτελούνταν από EMEND κόνις για πόσιμο εναιώρημα 3,0 mg/kg (έως 125 mg) λαμβανόμενη από του στόματος την Ημέρα 1 και 2,0 mg/kg (έως 80 mg) λαμβανόμενη από του στόματος τις Ημέρες 2 και 3 σε συνδυασμό με ονδανσετρόνη την Ημέρα 1. Το σχήμα ελέγχου σε εφήβους ηλικίας 12 έως 17 ετών (n=48) και σε παιδιά ηλικίας 6 μηνών έως λιγότερο από 12 ετών (n=102) αποτελούνταν από εικονικό φάρμακο για την απρεπιτάντη τις Ημέρες 1, 2 και 3 σε συνδυασμό με ονδανσετρόνη την Ημέρα 1. Το EMEND ή το εικονικό φάρμακο και η ονδανσετρόνη χορηγήθηκαν 1 ώρα και 30 λεπτά πριν την έναρξη της χημειοθεραπείας, αντιστοίχως. Η χορήγηση δεξαμεθαζόνης ενδοφλεβίως επιτράπηκε, ως μέρος του αντιεμετικού σχήματος για τους παιδιατρικούς ασθενείς και των δύο ηλικιακών ομάδων, κατά την κρίση του θεράποντος γιατρού. Μια μείωση της δόσης (50 %) της δεξαμεθαζόνης απαιτήθηκε για τους παιδιατρικούς ασθενείς που λάμβαναν απρεπιτάντη. Δεν απαιτήθηκε μείωση της δόσης στους παιδιατρικούς ασθενείς που λάμβαναν το σχήμα ελέγχου. Από τους παιδιατρικούς ασθενείς, το 29 % στο σχήμα της απρεπιτάντης και το 28 % στο σχήμα ελέγχου χρησιμοποίησε δεξαμεθαζόνη ως μέρος του σχήματος στον Κύκλο 1.

Η αντιεμετική δράση του EMEND αξιολογήθηκε σε μια περίοδο 5 ημερών (120 ώρες) μετά την έναρξη της χημειοθεραπείας την Ημέρα 1. Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η πλήρης ανταπόκριση στην όψιμη φάση (25 έως 120 ώρες μετά την έναρξη της χημειοθεραπείας) στον Κύκλο 1. Μία σύνοψη των βασικών αποτελεσμάτων της μελέτης παρατίθεται στον Πίνακα 4.

Πίνακας 4 Αριθμός (%) των παιδιατρικών ασθενών με πλήρη ανταπόκριση και απουσία εμέτου ανά ομάδα

θεραπείας και φάση – Κύκλος 1 (Πληθυσμός με πρόθεση για θεραπεία)

 

Σχήμα απρεπιτάντης

Σχήμα ελέγχου

 

n/m (%)

n/m (%)

ΚΥΡΙΟ ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΟ

 

 

Πλήρης ανταπόκριση* – Όψιμη φάση

77/152 (50,7)

39/150 (26,0)

ΑΛΛΑ ΠΡΟΚΑΘΟΡΙΣΜΕΝΑ ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ

 

Πλήρης ανταπόκριση* – Οξεία φάση

101/152 (66,4)

78/150 (52,0)

Πλήρης ανταπόκριση* – Συνολική φάση

61/152 (40,1)

30/150 (20,0)

Απουσία εμέτου§ – Συνολική φάση

71/152 (46,7)

32/150 (21,3)

*Πλήρης ανταπόκριση = Απουσία εμέτου ή ακούσιας προσπάθειας για έμετο ή τάσης προς έμετο και χωρίς τη χορήγηση θεραπείας διάσωσης.

p < 0,01 κατά τη σύγκριση με το σχήμα ελέγχου

p < 0,05 κατά τη σύγκριση με το σχήμα ελέγχου

§Απουσία εμέτου = Απουσία εμέτου ή ακούσιας προσπάθειας για έμετο ή τάσης προς έμετο

n/m = Αριθμός ασθενών με επιθυμητή ανταπόκριση/αριθμός ασθενών που συμπεριλήφθηκαν στο χρονικό σημείο Οξεία φάση: 0 έως 24 ώρες μετά την έναρξη της χημειοθεραπείας.

Όψιμη φάση: 25 έως 120 ώρες μετά την έναρξη της χημειοθεραπείας. Συνολική φάση: 0 έως 120 ώρες μετά την έναρξη της χημειοθεραπείας.

Ο εκτιμώμενος χρόνος έως το πρώτο επεισόδιο εμέτου μετά την έναρξη της χημειοθεραπείας ήταν μεγαλύτερος με το σχήμα της απρεπιτάντης (εκτιμώμενος διάμεσος χρόνος έως το πρώτο επεισόδιο εμέτου ήταν 94,5 ώρες) σε σύγκριση με την ομάδα του σχήματος ελέγχου (εκτιμώμενος διάμεσος

χρόνος έως το πρώτο επεισόδιο εμέτου ήταν 26,0 ώρες), όπως απεικονίζεται στις καμπύλες Kaplan- Meier στην Εικόνα 2.

Εικόνα 2 Χρόνος έως το πρώτο επεισόδιο εμέτου από την έναρξη χορήγησης της χημειοθεραπείας -

παιδιατρικοί ασθενείς στη συνολική φάση – Κύκλος 1 (Πληθυσμός με πρόθεση για θεραπεία)

Ποσοστό Ασθενών

Σχήμα Απρεπιτάντης (Ν=152) Σχήμα Ελέγχου (Ν=150)

Χρόνος (ώρες) Από τη Χορήγηση της Πρώτης Χημειοθεραπείας

Μια ανάλυση της αποτελεσματικότητας σε υποπληθυσμούς στον Κύκλο 1, έδειξε ότι ανεξαρτήτως της ηλικιακής κατηγορίας, του φύλου, της χρήσης δεξαμεθαζόνης ως αντιεμετική προφύλαξη και του εμετογόνου δυναμικού της χημειοθεραπείας, το σχήμα της απρεπιτάντης παρείχε καλύτερο έλεγχο σε σχέση με το σχήμα ελέγχου όσον αφορά τα καταληκτικά σημεία της πλήρους ανταπόκρισης.

5.2Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Η απρεπιτάντη επιδεικνύει μη-γραμμική φαρμακοκινητική. Τόσο η κάθαρση όσο και η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μειώνονται με την αύξηση της δόσης.

Απορρόφηση Η μέση απόλυτη από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της απρεπιτάντης είναι 67 % για το καψάκιο

των 80 mg και 59 % για το καψάκιο των 125 mg. Η μέση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) της απρεπιτάντης επιτεύχθηκε σε περίπου 4 ώρες (tmax). H χορήγηση του καψακίου από το στόμα με

ένα συνηθισμένο πρωινό περίπου 800 Kcal, είχε ως αποτέλεσμα μια αύξηση της AUC της απρεπιτάντης έως 40 %. Αυτή η αύξηση δεν θεωρείται κλινικά σημαντική.

Η φαρμακοκινητική της απρεπιτάντης είναι μη-γραμμική σε όλο το εύρος της κλινικής δοσολογίας. Σε υγιείς νέους ενήλικες, η αύξηση της AUC0- ήταν κατά 26 % μεγαλύτερη από την αναλογική ως προς τη δόση μεταξύ των εφάπαξ δόσεων 80 mg και 125 mg χορηγούμενων στο στάδιο του σιτισμού.

Μετά την χορήγηση από του στόματος μίας εφάπαξ δόσης 125 mg του EMEND την Ημέρα 1 και

80 mg μία φορά την ημέρα τις Ημέρες 2 και 3, η AUC0-24hr (μέση τιμή SD) ήταν 19,6 2,5 μg h/ml και 21,2 6,3 μg h/ml τις Ημέρες 1 και 3, αντιστοίχως. Η τιμή Cmax ήταν 1,6 0,36 μg/ml και

1,4 0,22 μg/ml τις Ημέρες 1 και 3, αντιστοίχως.

Κατανομή Η απρεπιτάντη δεσμεύεται ισχυρά από τις πρωτεΐνες, κατά μέσο όρο κατά 97 %. Ο γεωμετρικός

μέσος φαινομενικός όγκος κατανομής στη σταθεροποιημένη κατάσταση (Vdss) είναι περίπου 66 l στον άνθρωπο.

Βιομετασχηματισμός Η απρεπιτάντη υφίσταται εκτενή μεταβολισμό. Σε υγιείς νέους ενήλικες, η απρεπιτάντη ευθύνεται για

το 19 % περίπου της ραδιενέργειας στο πλάσμα σε διάστημα 72 ωρών μετά από χορήγηση μίας εφάπαξ ενδοφλέβιας δόσης 100 mg 14C-φοσαπρεπιτάντης, ενός προ-φαρμάκου της απρεπιτάντης, υποδεικνύοντας μία ουσιαστική παρουσία μεταβολιτών στο πλάσμα. Έχουν ταυτοποιηθεί δώδεκα μεταβολίτες της απρεπιτάντης στο ανθρώπινο πλάσμα. Ο μεταβολισμός της απρεπιτάντης συμβαίνει κατά μεγάλο βαθμό μέσω οξείδωσης στον μορφολινικό δακτύλιο και στις πλευρικές του αλυσίδες και οι μεταβολίτες που προκύπτουν ήταν ασθενώς μόνο ενεργοί. Μελέτες in vitro με χρήση ανθρώπινων ηπατικών μικροσωμάτιων, υποδεικνύουν ότι η απρεπιτάντη μεταβολίζεται πρωτίστως από το CYP3A4 και δυνητικά με ελάχιστη συμβολή από το CYP1A2 και CYP2C19.

Αποβολή Η απρεπιτάντη δεν απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα. Οι μεταβολίτες απεκκρίνονται στα ούρα και

μέσω της χοληφόρου απέκκρισης στα κόπρανα. Κατόπιν ενδοφλέβιας χορήγησης μίας εφάπαξ δόσης 100-mg της 14C-φοσαπρεπιτάντης, ενός προ-φαρμάκου της απρεπιτάντης, σε υγιή άτομα, το 57 % της ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα και το 45 % στα κόπρανα.

Η κάθαρση της απρεπιτάντης στο πλάσμα είναι δοσοεξαρτώμενη, μειούμενη αυξανομένης της δόσης και κυμαίνεται από περίπου 60 έως 72 ml/min στο θεραπευτικό δοσολογικό εύρος. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής κυμάνθηκε από περίπου 9 έως 13 ώρες.

Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς

Φύλο: Κατόπιν από στόματος χορήγησης μίας εφάπαξ δόσης 125 mg απρεπιτάντης, η Cmax της απρεπιτάντης είναι 16 % υψηλότερη στις γυναίκες σε σύγκριση με τους άνδρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της απρεπιτάντης είναι 25 % χαμηλότερος στις γυναίκες σε σύγκριση με τους άνδρες και ο tmax επιτυγχάνεται περίπου κατά την ίδια χρονική στιγμή. Αυτές οι διαφορές δεν θεωρούνται κλινικά σημαντικές. Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης του EMEND με βάση το φύλο.

Ηπατική δυσλειτουργία: Η ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh κατηγορία Α) δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της απρεπιτάντης σε κλινικά σημαντική έκταση. Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία. Από τα διαθέσιμα δεδομένα δεν μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα σχετικά με την επίδραση της μέτριας ηπατικής δυσλειτουργίας (Child-Pugh κατηγορία Β) στη φαρμακοκινητική της απρεπιτάντης. Δεν υπάρχουν κλινικά ή φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh κατηγορία C).

Νεφρική δυσλειτουργία: Μία εφάπαξ δόση 240 mg απρεπιτάντης χορηγήθηκε σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CrCl 30 ml/min) και σε ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου (ESRD) όπου απαιτείται αιμοδιύλιση.

Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η AUC0- της ολικής απρεπιτάντης (μη δεσμευμένη και δεσμευμένη από πρωτεΐνες) μειώθηκε κατά 21 % και η Cmax μειώθηκε κατά 32 %, σε σύγκριση με υγιή άτομα. Σε ασθενείς με ESRD που υποβάλλονταν σε αιμοδιύλιση, η AUC0- της ολικής απρεπιτάντης μειώθηκε κατά 42 % και η Cmax μειώθηκε κατά 32 %. Λόγω μέτριων μειώσεων της δέσμευσης της απρεπιτάντης από πρωτεΐνες σε ασθενείς με νεφροπάθεια, η AUC της φαρμακολογικά ενεργής, μη δεσμευμένης απρεπιτάντης δεν επηρεάστηκε σημαντικά σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία σε σύγκριση με υγιή άτομα. Η αιμοδιύλιση που διεξήχθη 4 ή 48 ώρες μετά τη χορήγηση δεν είχε σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της απρεπιτάντης. Λιγότερο από το 0,2 % της δόσης ανακτήθηκε στο διήθημα.

Δεν είναι αναγκαία η αναπροσαρμογή της δόσης του EMEND σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ή σε ασθενείς με ESRD που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση.

Παιδιατρικός πληθυσμός: Ως μέρος ενός σχήματος 3-ημερών, με τη δοσολογία των καψακίων απρεπιτάντης (125/80/80-mg) σε εφήβους ασθενείς (ηλικίας 12 έως 17 ετών) επιτεύχθηκε μια

AUC0 - 24 hr πάνω από 17 μg •hr/ml την Ημέρα 1 με συγκεντρώσεις (Cmin) κατά το τέλος των Ημερών 2 και 3 υψηλότερες από 0,4 μg/ml στην πλειοψηφία των ασθενών. Η διάμεση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) ήταν περίπου 1,3 μg/ml την Ημέρα 1 και εμφανίστηκε σε περίπου 4 ώρες. Ως μέρος ενός σχήματος 3-ημερών, με τη δοσολογία της κόνεως για πόσιμο εναιώρημα της απρεπιτάντης (3/2/2-mg/kg) σε ασθενείς ηλικίας 6 μηνών έως λιγότερο από 12 ετών, επιτεύχθηκε μια AUC0-24hr πάνω από 17 μg •hr/ml την Ημέρα 1 με συγκεντρώσεις (Cmin) κατά το τέλος των Ημερών 2 και 3 υψηλότερες από 0,1 μg/ml στην πλειοψηφία των ασθενών. Η διάμεση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) ήταν περίπου 1,2 μg/ml την Ημέρα 1 και εμφανίστηκε μεταξύ 5 και 7 ωρών.

Μια ανάλυση πληθυσμού της φαρμακοκινητικής της απρεπιτάντης σε παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 6 μηνών έως 17 ετών) υποδεικνύει ότι το φύλο και η φυλή δεν έχουν καμία κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της απρεπιτάντης.

Σχέση μεταξύ συγκέντρωσης και επίδρασης

Σε μελέτες τομογραφίας εκπομπής ποζιτρονίων (PET) σε υγιείς νέους άνδρες, όπου χρησιμοποιήθηκε ένας υψηλά εξειδικευμένος ανιχνευτής ΝΚ1 υποδοχέων, δείχθηκε ότι η απρεπιτάντη εισέρχεται στον εγκέφαλο και δεσμεύει τους ΝΚ1 υποδοχείς κατά τρόπο εξαρτώμενο από τη δόση και τη συγκέντρωση στο πλάσμα. Οι συγκεντρώσεις της απρεπιτάντης στο πλάσμα που επιτεύχθηκαν με το σχήμα 3- ημερών του EMEND σε ενήλικες, αναμένεται να καταλαμβάνουν περισσότερο από το 95 % των ΝΚ1 υποδοχέων του εγκεφάλου.

5.3Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Τα προκλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις συμβατικές μελέτες τοξικότητας εφάπαξ και επαναλαμβανόμενων δόσεων, γονοτοξικότητας, ενδεχόμενης καρκινογόνου δράσης, τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα και ανάπτυξη. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η συστηματική έκθεση στα τρωκτικά ήταν παρόμοια ή ακόμα μικρότερη από τη θεραπευτική έκθεση στον άνθρωπο στη δόση των 125 mg/80 mg. Συγκεκριμένα, παρ’όλο που δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες σε μελέτες αναπαραγωγής σε επίπεδα έκθεσης στον άνθρωπο, οι εκθέσεις στα πειραματόζωα δεν είναι επαρκείς, ώστε να γίνει μία επαρκής αξιολόγηση του κινδύνου για τον άνθρωπο.

Μια μελέτη τοξικότητας σε αρουραίους νεαρής ηλικίας που έλαβαν απρεπιτάντη από την ημέρα 10 έως την ημέρα 63 μετά τη γέννηση, οδήγησε σε ένα πρώιμο κολπικό άνοιγμα στους θηλυκούς από τα 250 mg/kg δύο φορές ημερησίως και σε έναν καθυστερημένο διαχωρισμό ακροποσθίας στους αρσενικούς από τα 10 mg/kg δύο φορές ημερησίως. Δεν υπήρξαν περιθώρια κλινικά σημαντικής έκθεσης. Δεν υπήρξαν επιδράσεις σχετιζόμενες με τη θεραπεία όσον αφορά το ζευγάρωμα, τη γονιμότητα ή την εμβρυϊκή επιβίωση και δεν υπήρξαν παθολογικές μεταβολές στα όργανα αναπαραγωγής. Σε μια μελέτη τοξικότητας σε σκύλους νεαρής ηλικίας που έλαβαν αγωγή από την ημέρα 14 έως την ημέρα 42 μετά τη γέννηση, παρατηρήθηκε μειωμένο βάρος όρχεων και μειωμένο μέγεθος κυττάρων Leydig σε αρσενικούς στα 6 mg/kg/ημέρα και αυξημένο βάρος μήτρας, υπερτροφία της μήτρας και του τραχήλου και οίδημα των κολπικών ιστών στους θηλυκούς από τα

4 mg/kg/ημέρα. Δεν υπήρξαν περιθώρια κλινικά σημαντικής έκθεσης στην απρεπιτάντη. Αυτά τα ευρήματα δεν θεωρείται πιθανό να είναι κλινικά σημαντικά σε θεραπεία βραχείας διάρκειας, σύμφωνα με το συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα.

6.ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1Κατάλογος εκδόχων

Υδροξυπροπυλοκυτταρίνη (Ε 463) Νάτριο λαουρυλοθειικό (Ε 487) Σακχαρόζη Λακτόζη (άνυδρη)

Σιδήρου οξείδιο ερυθρό (Ε 172) Νάτριο στεατυλοφουμαρικό (Ε 485)

6.2Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3Διάρκεια ζωής

Μη ανοιγμένος φακελλίσκος: 2 χρόνια Μετά την ανασύσταση: Το πόσιμο εναιώρημα μπορεί να διατηρηθεί σε θερμοκρασία δωματίου (όχι

μεγαλύτερη των 30°C) για έως 3 ώρες. Μπορεί επίσης να φυλαχθεί στο ψυγείο (μεταξύ 2°C και 8°C) για έως 72 ώρες.

6.4Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες θερμοκρασίας για την φύλαξή του. Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από την υγρασία.

Για τις συνθήκες διατήρησης μετά την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.

6.5Φύση και συστατικά του περιέκτη

Φακελλίσκοι Πολυαιθυλενίου/αλουμινίου/Γραμμικού Χαμηλής Πυκνότητας Πολυαιθυλενίου (PET/aluminium/LLDPE).

Κουτί μιας χρήσης Κάθε κουτί περιέχει έναν φακελλίσκο με σκόνη για πόσιμο εναιώρημα, μία δοσιμετρική σύριγγα του

1 ml και μία των 5 ml για χρήση από το στόμα (από πολυπροπυλένιο με δακτύλιο-ο (o-ring) σιλικόνης), ένα καπάκι και ένα κύπελλο ανάμιξης (από πολυπροπυλένιο).

6.6Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Το περιεχόμενο κάθε φακελλίσκου μιας χρήσης προορίζεται για ανασύσταση με 4,6 ml νερού ώστε να προκύψει τελική συγκέντρωση των 25 mg ανά ml.

Για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με την παρασκευή και χορήγηση του εναιωρήματος, βλ. το φύλλο οδηγιών χρήσης και τις οδηγίες προς τους επαγγελματίες υγείας για την παρασκευή του πόσιμου εναιωρήματος .

Χρησιμοποιήστε τη δοσιμετρική σύριγγα των 5 ml για χρήση από το στόμα, για να μετρήσετε 4,6 ml νερού, τα οποία προστίθενται εντός του κυπέλλου ανάμιξης.

Αδειάστε όλο το περιεχόμενο του φακελλίσκου στα 4,6 ml νερού και αναμίξτε.

Αφού αναμιχθεί, μετρήστε τον συνιστώμενο όγκο (δόση) εναιωρήματος με τη δοσιμετρική σύριγγα για χρήση από το στόμα. Επιλέξτε τη δοσιμετρική σύριγγα για χρήση από το στόμα με βάση τη δόση. Χρησιμοποιήστε τη δοσιμετρική σύριγγα του 1 ml εάν η δόση είναι 1 ml ή λιγότερο και χρησιμοποιήστε τη δοσιμετρική σύριγγα των 5 ml εάν η δόση είναι περισσότερο από 1 ml. Χορηγήστε τη δόση από το στόμα. Εάν η δόση δεν χορηγηθεί αμέσως μετά τη μέτρηση, η γεμισμένη δοσιμετρική σύριγγα μπορεί να τοποθετηθεί στο ψυγείο (μεταξύ 2°C και 8°C) για έως 72 ώρες πριν από τη χρήση.

Το πόσιμο εναιώρημα μπορεί να διατηρηθεί σε θερμοκρασία δωματίου (όχι μεγαλύτερη των 30°C) για έως 3 ώρες πριν από τη χορήγηση.

Απορρίψτε τυχόν εναπομείναν εναιώρημα και υπόλειμμα.

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7.ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Merck Sharp & Dohme Ltd. Hertford Road, Hoddesdon Hertfordshire EN 11 9BU Ηνωμένο Βασίλειο

8.ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

EU/1/03/262/011

9.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 11 Νοεμβρίου 2003 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 22 Σεπτεμβρίου 2008

10.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Λεπτομερείς πληροφορίες για το παρόν φαρμακευτικό προϊόν είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων: http://www.ema.europa.eu.

Σχόλια

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
  • Βοήθεια
  • Get it on Google Play
  • Σχετικά
  • Info on site by:

  • Presented by RXed.eu

  • 27558

    φάρμακα με συνταγογράφηση που απαριθμούνται