Greek
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

Envarsus (tacrolimus) – περιληψη των χαρακτηριστικων του προϊοντοσ - L04AD02

Updated on site: 06-Oct-2017

Όνομα φαρμάκουEnvarsus
Κωδικός ATCL04AD02
Ουσίαtacrolimus
ΚατασκευαστήςChiesi Farmaceutici S.p.A.

Περιεχόμενα άρθρου

1.ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Envarsus 0,75 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης

Envarsus 1 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης

Envarsus 4 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης

2.ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Envarsus 0,75 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης

Κάθε δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης περιέχει 0,75 mg τακρόλιμους (ως μονοϋδρικη). Έκδοχο με γνωστές δράσεις:

Κάθε δισκίο περιέχει 41,7 mg λακτόζης (ως μονοϋδρικη).

Envarsus 1 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης

Κάθε δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης περιέχει 1 mg τακρόλιμους (ως μονοϋδρικη). Έκδοχο με γνωστές δράσεις:

Κάθε δισκίο περιέχει 41,7 mg λακτόζης (ως μονοϋδρικη).

Envarsus 4 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης

Κάθε δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης περιέχει 4 mg τακρόλιμους (ως μονοϋδρικη). Έκδοχο με γνωστές δράσεις:

Κάθε δισκίο περιέχει 104 mg λακτόζης (ως μονοϋδρικη).

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3.ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης.

0,75 mg:

Οβάλ, λευκό έως υπόλευκο μη επικαλυμμένο δισκίο, με χαραγμένη την ένδειξη "0.75" στη μία πλευρά και την ένδειξη "TCS" στην άλλη πλευρά.

1 mg:

Οβάλ, λευκό έως υπόλευκο μη επικαλυμμένο δισκίο, με χαραγμένη την ένδειξη "1" στη μία πλευρά και την ένδειξη "TCS" στην άλλη πλευρά.

4 mg:

Οβάλ, λευκό έως υπόλευκο μη επικαλυμμένο δισκίο, με χαραγμένη την ένδειξη "4" στη μία πλευρά και την ένδειξη "TCS" στην άλλη πλευρά.

4.ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1Θεραπευτικές ενδείξεις

Προφύλαξη από την απόρριψη μοσχεύματος σε ενήλικες λήπτες αλλομοσχεύματος νεφρού ή ήπατος.

Θεραπεία της απόρριψης αλλομοσχεύματος που είναι ανθεκτική στη θεραπεία με άλλα ανοσοκατασταλτικά φαρμακευτικά προϊόντα σε ενήλικες ασθενείς.

4.2Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Το Envarsus είναι ένα σκεύασμα της τακρόλιμους που χορηγείται μία φορά ημερησίως από το στόμα. Η θεραπεία με Envarsus πρέπει να γίνεται με προσεκτική παρακολούθηση από επαρκώς εκπαιδευμένο και εξοπλισμένο προσωπικό. Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να χορηγείται μόνον με ιατρική

συνταγή, και οι αλλαγές στην ανοσοκατασταλτική θεραπεία πρέπει να γίνονται μόνον από ιατρούς με εμπειρία στην ανοσοκατασταλτική θεραπεία καθώς και την αντιμετώπιση ασθενών που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση.

Η ακούσια, χωρίς πρόθεση ή χωρίς επιτήρηση αλλαγή των σκευασμάτων άμεσης ή παρατεταμένης αποδέσμευσης της τακρόλιμους δεν είναι ασφαλής. Τέτοια αλλαγή μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη μοσχεύματος ή σε αυξημένα επεισόδια ανεπιθύμητων ενεργειών, συμπεριλαμβανομένων της υπο- ή υπερ- ανοσοκαταστολής, εξαιτίας των κλινικά σχετιζόμενων διαφορών στη συστηματική έκθεση στην τακρόλιμους. Οι ασθενείς πρέπει να παραμένουν σε ένα σκεύασμα της τακρόλιμους με το αντίστοιχο ημερήσιο δοσολογικό σχήμα. Τροποποιήσεις στο σκεύασμα ή στη θεραπευτική αγωγή πρέπει να γίνονται μόνο υπό τη στενή επιτήρηση ειδικού στις μεταμοσχεύσεις (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8). Μετά την αλλαγή σε οποιοδήποτε εναλλακτικό σκεύασμα, θα πρέπει να πραγματοποιείται έλεγχος των θεραπευτικών επιπέδων του φαρμάκου και αναπροσαρμογή της δόσης προκειμένου να διασφαλιστεί η διατήρηση της συστηματικής έκθεσης στην τακρόλιμους.

Δοσολογία Οι συνιστώμενες αρχικές δόσεις που αναφέρονται παρακάτω αποτελούν μόνο κατευθυντήρια γραμμή.

Το Envarsus χορηγείται συνήθως σε συνδυασμό με άλλους ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες στην αρχική μετεγχειρητική περίοδο. Η δόση μπορεί να διαφέρει ανάλογα με την ανοσοκατασταλτική αγωγή που έχει επιλεγεί.

Η δοσολογία του Envarsus πρέπει κυρίως να βασίζεται στις κλινικές εκτιμήσεις της πιθανότητας απόρριψης και ανοχής κάθε ασθενούς ξεχωριστά, βοηθούμενη και από τον έλεγχο των επιπέδων στο αίμα (βλ. παρακάτω «Επίβλεψη θεραπείας φαρμάκου»). Εάν εμφανιστούν κλινικά σημεία απόρριψης, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο τροποποίησης της ανοσοκατασταλτικής αγωγής.

Καθώς η τακρόλιμους είναι μια ουσία με χαμηλό ποσοστό κάθαρσης, οι αναπροσαρμογές του δοσολογικού σχήματος του Envarsus μπορεί να διαρκέσουν αρκετές ημέρες πριν σταθεροποιηθεί η κατάσταση.

Για να ανασταλεί η απόρριψη του μοσχεύματος, πρέπει να διατηρηθεί η ανοσοκαταστολή. Επομένως, δεν υπάρχει περιορισμός στη διάρκεια της από του στόματος θεραπείας.

Οι δόσεις του Envarsus συνήθως μειώνονται στην περίοδο μετά τη μεταμόσχευση. Αλλαγές της κατάστασης του ασθενούς μετά τη μεταμόσχευση μπορεί να μεταβάλλουν τη φαρμακοκινητική της τακρόλιμους και ενδέχεται να χρειαστούν περαιτέρω αναπροσαρμογές της δόσης.

Εάν ο ασθενής ξεχάσει να λάβει μια δόση, αυτή πρέπει να ληφθεί το συντομότερο δυνατό την ίδια ημέρα. Δεν πρέπει να ληφθεί διπλή δόση την επόμενη ημέρα.

Προφύλαξη από την απόρριψη μοσχεύματος νεφρών

Η θεραπεία με Envarsus πρέπει να ξεκινά σε δόση 0,17 mg/kg/ημέρα, χορηγούμενη μία φορά ημερησίως, το πρωί. Η χορήγηση πρέπει να ξεκινά μέσα σε 24 ώρες από την ολοκλήρωση της χειρουργικής επέμβασης.

Προφύλαξη από την απόρριψη μοσχεύματος ήπατος

Η θεραπεία με Envarsus πρέπει να ξεκινά σε δόση 0,11-0,13 mg/kg/ημέρα, χορηγούμενη μία φορά ημερησίως, το πρωί. Η χορήγηση πρέπει να ξεκινά μέσα σε 24 ώρες από την ολοκλήρωση της χειρουργικής επέμβασης.

Μετάβαση ασθενών που ακολουθούσαν θεραπεία με Prograf ή Advagraf σε Envarsus – ασθενείς που έλαβαν αλλομόσχευμα

ασθενείς που έλαβαν αλλομόσχευμα, οι οποίοι έπαιρναν δόση Prograf δύο φορές ημερησίως (άμεσης αποδέσμευσης) ή Advagraf (μία φορά ημερησίως) και πρέπει να μεταβούν σε δόση Envarsus μία φορά ημερησίως, θα πρέπει να μεταβούν σε αναλογία συνολικής ημερήσιας δόσης 1:0,7 (mg:mg) και η δόση συντήρησης του Envarsus θα πρέπει να είναι επομένως κατά 30% χαμηλότερη από τη δόση του Prograf ή του Advagraf. Το Envarsus πρέπει να χορηγείται το πρωί.

Σε σταθεροποιημένους ασθενείς που αλλάζουν από προϊόντα τακρόλιμους άμεσης αποδέσμευσης (δύο φορές ημερησίως) σε Envarsus (μία φορά ημερησίως) με συνολική ημερήσια δοσολογική βάση 1:0,7 (mg:mg), η μέση συστηματική έκθεση σε τακρόλιμους (AUC0-24) ήταν παρόμοια με εκείνη της τακρόλιμους άμεσης αποδέσμευσης. Η σχέση μεταξύ των ελάχιστων επιπέδων της τακρόλιμους (C24) και της συστηματικής έκθεσης (AUC0-24) για το Envarsus είναι παρόμοια με εκείνη της τακρόλιμους άμεσης αποδέσμευσης. Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες με μετάβαση ασθενών από Advagraf σε Envarsus, ωστόσο, τα δεδομένα από υγιείς εθελοντές υποδεικνύουν ότι ισχύει το ίδιο ποσοστό μετάβασης με αυτό της μετάβασης από Prograf σε Envarsus.

Κατά τη μετάβαση από προϊόντα τακρόλιμους άμεσης αποδέσμευσης (π.χ. καψάκια Prograf) ή από καψάκια Advagraf παρατεταμένης αποδέσμευσης σε Envarsus, τα ελάχιστα επίπεδα πρέπει να μετρώνται πριν από τη μετάβαση και σε διάστημα δύο εβδομάδων μετά τη μετάβαση. Προσαρμογές της δοσολογίας πρέπει να γίνονται για να διασφαλιστεί ότι διατηρείται παρόμοια συστηματική έκθεση μετά την αλλαγή. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι μαύροι ασθενείς ενδέχεται να χρειαστούν υψηλότερες δόσεις για να επιτευχθούν τα επιθυμητά ελάχιστα επίπεδα.

Μετάβαση από κυκλοσπορίνη σε τακρόλιμους

Πρέπει να δίνεται προσοχή όταν οι ασθενείς μεταβαίνουν από θεραπεία με βάση την κυκλοσπορίνη σε θεραπεία με βάση την τακρόλιμους (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5). Δεν συνιστάται η συνδιασμένη χορήγηση κυκλοσπορίνης και τακρόλιμους. Η θεραπεία με Envarsus πρέπει να ξεκινά αφού έχουν ληφθεί υπόψη οι συγκεντρώσεις κυκλοσπορίνης στο αίμα και η κλινική κατάσταση του ασθενούς. Η χορήγηση της δόσης πρέπει να καθυστερήσει εάν εμφανιστούν αυξημένα επίπεδα της κυκλοσπορίνης στο αίμα. Στην πράξη, η θεραπεία με τακρόλιμους ξεκινά 12 έως 24 ώρες μετά τη διακοπή της κυκλοσπορίνης. Η παρακολούθηση των επιπέδων της κυκλοσπορίνης στο αίμα πρέπει να συνεχίζεται μετά τη μετάβαση της θεραπείας, καθώς μπορεί να επηρεαστεί η κάθαρση της κυκλοσπορίνης.

Θεραπεία απόρριψης αλλομοσχεύματος

Για την αντιμετώπιση επεισοδίων απόρριψης έχουν χρησιμοποιηθεί αυξημένες δόσεις τακρόλιμους, συμπληρωματική θεραπεία με κορτικοστεροειδή, καθώς και βραχυχρόνιες θεραπείες με μονο- /πολυκλωνικά αντισώματα. Εάν παρατηρηθούν σημεία τοξικότητας, όπως σοβαρές ανεπιθύμητες αντιδράσεις (βλ. παράγραφο 4.8), η δόση του Envarsus ενδέχεται να πρέπει να μειωθεί.

Θεραπεία της απόρριψης αλλομοσχεύματος ύστερα από μεταμόσχευση νεφρού ή ήπατος

Για μετάβαση από άλλα ανοσοκατασταλτικά σε Envarsus μία φορά ημερησίως, η θεραπεία πρέπει να ξεκινήσει με την αρχική δόση από το στόμα που συνιστάται στη μεταμόσχευση νεφρού και ήπατος αντίστοιχα, για προφύλαξη από την απόρριψη του μοσχεύματος.

Επίβλεψη θεραπείας φαρμάκου Η δόση πρέπει κυρίως να βασίζεται σε κλινικές εκτιμήσεις της πιθανότητας απόρριψης και ανοχής

κάθε ασθενούς ξεχωριστά, υποστηριζόμενη από επίβλεψη των ελάχιστων επιπέδων της τακρόλιμους στο ολικό αίμα.

Ως βοήθημα για τη βελτιστοποίηση της δόσης, διατίθενται διάφορες ανοσοεξετάσεις για τον προσδιορισμό των συγκεντρώσεων της τακρόλιμους στο ολικό αίμα. Οι συγκρίσεις των συγκεντρώσεων που αναφέρονται στη δημοσιευμένη βιβλιογραφία και των μεμονωμένων τιμών που παρατηρούνται στην κλινική πράξη πρέπει να εκτιμώνται με προσοχή και γνώση των μεθόδων ανάλυσης που εφαρμόζονται. Στη σύγχρονη κλινική πράξη, η μέτρηση των επιπέδων ολικού αίματος γίνεται με μεθόδους ανοσοεξέτασης. Η συσχέτιση μεταξύ των ελάχιστων επιπέδων της τακρόλιμους και της συστηματικής έκθεσης (AUC0-24) είναι καλώς καθορισμένη και είναι παρόμοια μεταξύ του σκευάσματος άμεσης αποδέσμευσης και του Envarsus.

Τα ελάχιστα επίπεδα της τακρόλιμους στο αίμα πρέπει να παρακολουθούνται κατά την περίοδο μετά τη μεταμόσχευση. Τα ελάχιστα επίπεδα της τακρόλιμους στο αίμα πρέπει να προσδιορίζονται 24 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης του Envarsus, αμέσως πριν από την επόμενη δόση. Τα ελάχιστα επίπεδα της τακρόλιμους στο αίμα πρέπει επίσης να παρακολουθούνται στενά μετά τη μετάβαση από προϊόντα με τακρόλιμους, τις προσαρμογές της δόσης, τις αλλαγές του ανοσοκατασταλτικού σχήματος ή μετά

τη συγχορήγηση ουσιών που μπορεί να διαφοροποιήσουν τις συγκεντρώσεις της τακρόλιμους στο ολικό αίμα (βλ. παράγραφο 4.5). Η συχνότητα της παρακολούθησης των επιπέδων του αίματος πρέπει να βασίζεται στις κλινικές ανάγκες. Καθώς η τακρόλιμους είναι μια ουσία με χαμηλό ποσοστό κάθαρσης, οι προσαρμογές του δοσολογικού σχήματος του Envarsus μπορεί να διαρκέσουν αρκετές ημέρες πριν επιτευχθεί η επιθυμητή σταθερή κατάσταση.

Δεδομένα κλινικών μελετών υποδεικνύουν ότι η πλειονότητα των ασθενών μπορεί να αντιμετωπιστεί επιτυχώς, εφόσον τα ελάχιστα επίπεδα της τακρόλιμους στο αίμα διατηρηθούν κάτω από 20 ng/mL. Είναι αναγκαίο να λαμβάνεται υπόψη η κλινική κατάσταση του ασθενούς όταν ερμηνεύονται τα επίπεδα στο ολικό αίμα. Στην κλινική πράξη, τα ελάχιστα επίπεδα στο ολικό αίμα κυμαίνονται γενικά μεταξύ 5-20 ng/ml σε ασθενείς με μόσχευμα νεφρού κατά την πρώιμη μετεγχειρητική περίοδο μετά τη μεταμόσχευση και μεταξύ 5-15 ng/ml κατά την επακόλουθη θεραπεία συντήρησης.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηπατική δυσλειτουργία

Μπορεί να απαιτηθεί μείωση της δόσης σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία προκειμένου να διατηρηθούν τα ελάχιστα επίπεδα της τακρόλιμους στο αίμα εντός του συνιστώμενου εύρους τιμών.

Νεφρική δυσλειτουργία

Καθώς η φαρμακοκινητική της τακρόλιμους δεν επηρεάζεται από τη νεφρική λειτουργία (βλ. παράγραφο 5.2), δεν απαιτείται καμία προσαρμογή της δοσολογίας. Ωστόσο, εξαιτίας της πιθανής νεφροτοξικής δράσης της τακρόλιμους, συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας (διαδοχικές μετρήσεις της συγκέντρωσης της κρεατινίνης ορού, μέτρηση της κάθαρσης κρεατινίνης και παρακολούθηση της ποσότητας των ούρων).

Φυλή

Σε σύγκριση με τους Καυκάσιους, οι μαύροι ασθενείς ενδέχεται να χρειαστούν υψηλότερες δόσεις τακρόλιμους για να επιτευχθούν παρόμοια ελάχιστα επίπεδα. Σε κλινικές μελέτες οι ασθενείς άλλαξαν από θεραπεία με Prograf δύο φορές ημερησίως σε Envarsus σε αναλογία 1:0.85:(mg:mg).

Φύλο

Δεν υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι άντρες και γυναίκες ασθενείς χρειάζονται διαφορετικές δόσεις για να επιτύχουν παρόμοια ελάχιστα επίπεδα.

Ηλικιωμένοι ασθενείς (> 65 ετών)

Δεν υπάρχουν στοιχεία επί του παρόντος που αποδεικνύουν ότι η δόση πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα στους ηλικιωμένους ασθενείς.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του Envarsus σε παιδιά ηλικίας κάτω από 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί.

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.

Τρόπος χορήγησης

Το Envarsus είναι ένα σκεύασμα της τακρόλιμους που χορηγείται μία φορά ημερησίως από το στόμα. Συνιστάται η ημερήσια δόση του Envarsus από το στόμα να χορηγείται μία φορά ημερησίως.

Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται να μην καταπίνουν το αφυγραντικό. Τα δισκία πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα με κάποιο υγρό (κατά προτίμηση νερό) αμέσως μετά την αφαίρεση τους από την κυψέλη. Το Envarsus πρέπει να λαμβάνεται γενικά με άδειο στομάχι ώστε να επιτευχθεί η μέγιστη απορρόφηση (βλ. παράγραφο 5.2).

Το Envarsus δεν μπορεί να εναλλάσσεται με άλλα φάρμακα που περιέχουν τακρόλιμους (άμεσης ή παρατεταμένης αποδέσμευσης) σε ισοδύναμη δοσολογική βάση.

4.3Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο

6.1.

Υπερευαισθησία σε άλλες μακρολίδες.

4.4Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Με την τακρόλιμους έχουν παρατηρηθεί ιατρικά σφάλματα στη φαρμακευτική αγωγή, που περιλαμβάνουν την ακούσια, χωρίς πρόθεση ή χωρίς επιτήρηση αντικατάσταση των σκευασμάτων άμεσης ή έμμεσης αποδέσμευσης της τακρόλιμους. Αυτό έχει οδηγήσει σε σοβαρές ανεπιθύμητες αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένης της απόρριψης του μοσχεύματος, ή άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες οι οποίες θα μπορούσαν να είναι επακόλουθο της μειωμένης ή της υπερβολικής έκθεσης στην τακρόλιμους. Οι ασθενείς πρέπει να παραμένουν σε ένα σκεύασμα της τακρόλιμους με το αντίστοιχο ημερήσιο δοσολογικό σχήμα. Τροποποιήσεις στο σκεύασμα ή στη θεραπευτική αγωγή πρέπει να γίνονται μόνο υπό τη στενή επιτήρηση ειδικού στις μεταμοσχεύσεις (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.8).

Για τη θεραπεία της απόρριψης αλλομοσχεύματος, όπου υπάρχει αντίσταση σε θεραπεία με άλλα ανοσοκατασταλτικά φαρμακευτικά προϊόντα σε ενήλικες ασθενείς, δεν υπάρχουν ακόμα διαθέσιμες κλινικές μελέτες για το σκεύασμα παρατεταμένης αποδέσμευσης του Envarsus.

Για προφύλαξη από την απόρριψη μοσχεύματος στην καρδιά, τους πνεύμονες, το πάγκρεας ή το έντερο ενηλίκων, δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για το Envarsus από λήπτες αλλομοσχεύματος.

Στη διάρκεια της αρχικής περιόδου μετά τη μεταμόσχευση, πρέπει να παρακολουθούνται οι παρακάτω παράμετροι σε τακτική βάση: πίεση αίματος, ΗΚΓ, κατάσταση νευρικού συστήματος και όρασης, επίπεδα γλυκόζης αίματος σε νηστεία, ηλεκτρολύτες (ειδικότερα κάλιο), έλεγχοι ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας, αιματολογικές παράμετροι, τιμές πηκτικότητας και προσδιορισμοί των πρωτεϊνών πλάσματος. Εάν παρατηρηθούν κλινικά σχετικές αλλαγές, η ανοσοκατασταλτική αγωγή θα πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα.

Όταν ουσίες με δυνατότητα αλληλεπίδρασης (βλ. παράγραφο 4.5), ειδικά ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (όπως τελαπρεβίρη, μποσεπρεβίρη, ριτοναβίρη, κετοκοναζόλη, βορικοναζόλη, ιτρακοναζόλη, τελιθρομυκίνη και κλαριθρομυκίνη) ή επαγωγείς του CYP3A4 (όπως ριφαμπικίνη ή ριφαμπουτίνη) συνδυάζονται με τακρόλιμους, τα επίπεδα της τακρόλιμους στο αίμα πρέπει να παρακολουθούνται ώστε να προσαρμοστεί η δόση της τακρόλιμους ανάλογα με τις ανάγκες, προκειμένου να διατηρηθεί σταθερή η έκθεση στην τακρόλιμους.

Φυτικά σκευάσματα, που περιέχουν το βότανο St. John’s Wort (Hypericum perforatum) πρέπει να αποφεύγονται κατά τη λήψη του Envarsus, καθώς υπάρχει κίνδυνος αλληλεπιδράσεων που οδηγούν σε μείωση τόσο των συγκεντρώσεων της τακρόλιμους στο αίμα όσο και του θεραπευτικού αποτελέσματος της τακρόλιμους (βλ. παράγραφο 4.5).

Η συνδυαστική χορήγηση κυκλοσπορίνης και τακρόλιμους πρέπει να αποφεύγεται και απαιτείται προσοχή όταν χορηγείται τακρόλιμους σε ασθενείς που έχουν προηγουμένως λάβει κυκλοσπορίνη (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.5).

Πρέπει να αποφεύγονται η υψηλή πρόσληψη καλίου ή τα καλιοσυντηρητικά διουρητικά (βλ. παράγραφο 4.5).

Ορισμένοι συνδυασμοί της τακρόλιμους με ουσίες που είναι γνωστό ότι έχουν νεφροτοξική ή νευροτοξική δράση μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης αυτών των επιδράσεων (βλ. παράγραφο 4.5).

Τα ανοσοκατασταλτικά μπορεί να επηρεάσουν την απόκριση σε εμβολιασμούς, οι οποίοι μπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσματικοί στη διάρκεια της θεραπείας με τακρόλιμους. Η χρήση εμβολίων από ζώντες εξασθενημένους ιούς πρέπει να αποφεύγεται.

Διαταραχές του γαστρεντερικού Εχουν αναφερθεί περιπτώσεις γαστρεντερικής διάτρησης σε ασθενείς που έλαβαν τακρόλιμους.

Καθώς η γαστρεντερική διάτρηση αποτελεί ιατρικά σημαντικό περιστατικό που μπορεί να οδηγήσει σε απειλητική για τη ζωή ή σοβαρή κατάσταση, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης επαρκούς θεραπείας αμέσως μετά την εμφάνιση ύποπτων σημείων ή συμπτωμάτων.

Καθώς τα επίπεδα της τακρόλιμους στο αίμα μπορεί να αλλάξουν σημαντικά στη διάρκεια επεισοδίων διάρροιας, συνιστάται περαιτέρω παρακολούθηση της τακρόλιμους στη διάρκεια επεισοδίων διάρροιας.

Καρδιακές διαταραχές Κοιλιακή υπερτροφία ή υπερτροφία του διαφράγματος, αναφερόμενες ως καρδιομυοπάθειες, έχουν

παρατηρηθεί σε σπάνιες περιπτώσεις σε ασθενείς που λαμβάνουν τακρόλιμους. Οι περισσότερες περιπτώσεις ήταν αναστρέψιμες και εμφανίστηκαν με ελάχιστες συγκεντρώσεις της τακρόλιμους στο αίμα πολύ υψηλότερες από τα συνιστώμενα ανώτατα επίπεδα. Άλλοι παράγοντες που παρατηρήθηκε ότι αύξησαν τον κίνδυνο εμφάνισης αυτών των κλινικών καταστάσεων συμπεριλαμβάνουν προϋπάρχουσα καρδιοπάθεια, χρήση κορτικοστεροειδών, υπέρταση, νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία, λοιμώξεις, υπερφόρτωση με υγρά και οίδημα. Ως εκ τούτου, ασθενείς υψηλού κινδύνου που υποβάλλονται σε ισχυρή ανοσοκαταστολή πρέπει να παρακολουθούνται με ηχοκαρδιογράφημα ή ΗΚΓ πριν και μετά τη μεταμόσχευση (π.χ. αρχικά κάθε 3 μήνες και μετά κάθε 9-12 μήνες). Εάν αναπτυχθούν ανωμαλίες, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης του Envarsus ή αλλαγής της θεραπείας σε άλλον ανοσοκατασταλτικό παράγοντα. Η τακρόλιμους μπορεί να παρατείνει το διάστημα QT αλλά δεν υπάρχουν διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία ότι προκαλεί κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου. Απαιτείται προσοχή σε ασθενείς με διαγνωσμένο ή ύποπτο συγγενές σύνδρομο μακρού QT.

Λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές και κακοήθειες Έχει αναφερθεί ότι ασθενείς που ακολουθούν θεραπεία με τακρόλιμους έχουν αναπτύξει

λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές που σχετίζονται με τον ιό της λοιμώδους μονοπυρήνωσης (EBV) (βλ. παράγραφο 4.8). Συνδυασμός ανοσοκατασταλτικών, όπως αντιλεμφοκυτταρικά αντισώματα (π.χ. βασιλιξιμάμπη, δακλιζουμάμπη), χορηγούμενα ταυτόχρονα, αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης λεμφοϋπερπλαστικών διαταραχών που σχετίζονται με τον ιό EBV. Έχει αναφερθεί ότι ασθενείς αρνητικοί στο αντιγόνο του καψιδίου (VCA) του ιού EBV διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές. Επομένως, σε αυτήν την ομάδα ασθενών πρέπει να έχει επιβεβαιωθεί ο αιματολογικός έλεγχος για EBV-VCA πριν ξεκινήσει η θεραπεία με Envarsus. Στη διάρκεια της θεραπείας, συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση με EBV-PCR. Θετικοί στο αντιγόνο EBV-PCR μπορεί να διατηρηθούν για μήνες χωρίς να είναι ενδεικτικό ότι μπορεί να αναπτύξουν λεμφοϋπερπλαστική διαταραχή ή λέμφωμα.

Όπως ισχύει και με άλλες ισχυρές ανοσοκατασταλτικές ενώσεις, ο κίνδυνος εμφάνισης δευτερογενούς καρκίνου είναι άγνωστος (βλ. παράγραφο 4.8).

Όπως ισχύει και με άλλους ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες, στους οποίους οφείλεται ο πιθανός κίνδυνος για κακοήθεις δερματολογικές αλλοιώσεις, η έκθεση στο φως του ήλιου και στην υπεριώδη ακτινοβολία πρέπει να είναι περιορισμένη με τη χρήση προστατευτικού ρουχισμού και αντηλιακού με υψηλό δείκτη προστασίας.

Οι ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικά, όπως το Envarsus, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν ευκαιριακές λοιμώξεις (βακτηριακές, μυκητιασικές, ιογενείς και πρωτοζωικές). Μεταξύ αυτών των περιπτώσεων είναι η νεφροπάθεια που σχετίζεται με τον ιό BK και η προοδευτική πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια που σχετίζεται με τον ιό JC (PML). Αυτές οι λοιμώξεις σχετίζονται συχνά με υψηλό συνολικό ανοσοκατασταλτικό φορτίο και μπορεί να οδηγήσουν σε σοβαρές ή θανατηφόρες καταστάσεις τις οποίες οι ιατροί θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη κατά τη διαφορική διάγνωση σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς με επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας ή νευρολογικά συμπτώματα.

Έχει αναφερθεί ότι ασθενείς που ελάμβαναν θεραπεία με τακρόλιμους ανέπτυξαν σύνδρομο αναστρέψιμης οπίσθιας εγκεφαλοπάθειας (PRES). Εάν παρουσιαστούν συμπτώματα που υποδεικνύουν PRES σε ασθενείς που λαμβάνουν τακρόλιμους, όπως κεφαλαλγία, μεταβολή της διανοητικής κατάστασης, επιληπτικές κρίσεις και οφθαλμικές διαταραχές, θα πρέπει να πραγματοποιηθεί ακτινολογική εξέταση (π.χ. MRI). Εάν διαγνωστεί PRES, συνιστάται επαρκής έλεγχος της πίεσης αίματος και των επιληπτικών κρίσεων και άμεση διακοπή της συστηματικής θεραπείας με τακρόλιμους. Οι περισσότεροι ασθενείς ανακάμπτουν πλήρως μετά τη λήψη κατάλληλων μέτρων.

Αμιγής ερυθροκυτταρική απλασία

Περιπτώσεις αμιγούς ερυθροκυτταρικής απλασίας (PRCA) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν τακρόλιμους. Για όλους τους ασθενείς αναφέρθηκαν παράγοντες κινδύνου για PRCA, όπως λοίμωξη από παρβοϊό B19, υποκείμενη νόσο ή συγχορηγούμενο φαρμακευτικό προϊόν που σχετίζεται με PRCA.

Ειδικοί πληθυσμοί Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία σε μη Καυκάσιους ασθενείς και σε ασθενείς αυξημένου

ανοσολογικού κινδύνου (π.χ. επανα-μεταμόσχευση, ένδειξη αντισωμάτων αντιδραστικής ομάδας, PRA).

Μπορεί να απαιτηθεί μείωση της δόσης σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.2).

Έκδοχα

Το Envarsus περιέχει λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Το Envarsus δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά ηλικίας κάτω από 18 ετών, επειδή διατίθενται περιορισμένα δεδομένα για την ασφάλεια ή/και την αποτελεσματικότητα.

4.5Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Όταν η τακρόλιμους χορηγείται συστηματικά, μεταβολίζεται μέσω του ηπατικού CYP3A4. Υπάρχουν επίσης αποδεικτικά στοιχεία γαστρεντερικού μεταβολισμού μέσω του CYP3A4 στο εντερικό τοίχωμα. Η ταυτόχρονη χρήση ουσιών που είναι γνωστό ότι αναστέλλουν ή επάγουν το CYP3A4 μπορεί να επηρεάσει το μεταβολισμό της τακρόλιμους και επομένως να αυξηθούν ή να μειωθούν τα επίπεδα της τακρόλιμους στο αίμα.

Συνιστάται θερμά η συνεχής παρακολούθηση των επιπέδων της τακρόλιμους στο αίμα, καθώς και η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας και άλλων ανεπιθύμητων ενεργειών, όποτε συγχορηγούνται ουσίες που έχουν τη δυνατότητα να τροποποιήσουν το μεταβολισμό μέσω του CYP3A4 ή να επηρεάσουν με άλλο τρόπο τα επίπεδα της τακρόλιμους στο αίμα, συνιστάται επίσης η διακοπή ή η κατάλληλη προσαρμογή της δόσης της τακρόλιμους, προκειμένου να διατηρηθεί παρόμοια έκθεση στην τακρόλιμους (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).

Αναστολείς του CYP3A4 που δύνανται να οδηγήσουν σε αύξηση των επιπέδων της τακρόλιμους στο αίμα

Κλινικά, έχει φανεί ότι οι παρακάτω ουσίες αυξάνουν τα επίπεδα της τακρόλιμους στο αίμα: Ισχυρές αλληλεπιδράσεις έχουν παρατηρηθεί με αντιμυκητιασικούς παράγοντες, όπως η κετοκοναζόλη, η φλουκοναζόλη, η ιτρακοναζόλη και η βορικοναζόλη, το μακρολιδικό αντιβιοτικό ερυθρομυκίνη, αναστολείς πρωτεάσης του HIV (π.χ. ριτοναβίρη, νελφιναβίρη, σακουιναβίρη) ή με αναστολείς της πρωτεάσης του ιού της ηπατίτιδας C (HCV) (π.χ. τελαπρεβίρη, μποσεπρεβίρη). Η

συγχορήγηση αυτών των ουσιών μπορεί να απαιτήσει μείωση των δόσεων της τακρόλιμους σε σχεδόν όλους τους ασθενείς.

Μελέτες φαρμακοκινητικής έχουν δείξει ότι η αύξηση των επιπέδων στο αίμα οφείλεται κυρίως στην αύξηση της βιοδιαθεσιμότητας της τακρόλιμους από το στόμα εξαιτίας της αναστολής του γαστρεντερικού μεταβολισμού. Η επίδραση στην ηπατική κάθαρση είναι λιγότερο έκδηλη.

Ασθενέστερες αλληλεπιδράσεις έχουν παρατηρηθεί με κλοτριμαζόλη, κλαριθρομυκίνη, γιοσαμυκίνη, νιφεδιπίνη, νικαρδιπίνη, διλτιαζέμη, βεραπαμίλη, αμιοδαρόνη, δαναζόλη, αιθινυλοιστραδιόλη, ομεπραζόλη και νεφαζοδόνη.

Οι παρακάτω ουσίες έχουν αποδειχθεί in vitro ότι είναι πιθανοί αναστολείς του μεταβολισμού της τακρόλιμους: βρομοκριπτίνη, κορτιζόνη, δαψόνη, εργοταμίνη, γεστοδένη, λιδοκαΐνη, μεφενυτοΐνη, μικοναζόλη, μιδαζολάμη, νιλβαδιπίνη, νορεθινδρόνη, κινιδίνη, ταμοξιφένη και (τριακετυλ)ολεανδομυκίνη.

Έχει αναφερθεί ότι ο χυμός από γκρέιπφρουτ αυξάνει το επίπεδο της τακρόλιμους στο αίμα και, επομένως, πρέπει να αποφεύγεται.

Η λανσοπραζόλη και η κυκλοσπορίνη μπορούν δυνητικά να αναστείλουν το μεταβολισμό της τακρόλιμους μέσω του CYP3A4 και, επομένως, να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της τακρόλιμους στο ολικό αίμα.

Άλλες αλληλεπιδράσεις που δύνανται να οδηγήσουν σε αύξηση των επιπέδων της τακρόλιμους στο αίμα

Η τακρόλιμους δεσμεύεται εκτεταμένα στις πρωτεΐνες του πλάσματος. Οι πιθανές αλληλεπιδράσεις με άλλες δραστικές ουσίες που είναι γνωστό ότι έχουν υψηλή συνάφεια για τις πρωτεΐνες πλάσματος πρέπει να λαμβάνονται υπόψη (π.χ. NSAID, αντιπηκτικά από το στόμα ή αντιδιαβητικά από το στόμα).

Άλλες πιθανές αλληλεπιδράσεις που μπορεί να αυξήσουν τη συστηματική έκθεση στην τακρόλιμους περιλαμβάνουν προκινητικούς παράγοντες (όπως η μετοκλοπραμίδη και η σισαπρίδη), τη σιμετιδίνη και το υδροξείδιο μαγνησίου-αλουμινίου.

Επαγωγείς του CYP3A4 που δύνανται να οδηγήσουν σε μείωση των επιπέδων της τακρόλιμους στο αίμα

Κλινικά, έχει φανεί ότι οι παρακάτω ουσίες μειώνουν τα επίπεδα της τακρόλιμους στο αίμα: Αλληλεπιδράσεις έχουν παρατηρηθεί με τη ριφαμπικίνη, τη φαινυτοΐνη και το βότανο St. John’s Wort (Hypericum perforatum), με τα οποία μπορεί να χρειαστούν αυξημένες δόσεις της τακρόλιμους σε σχεδόν όλους τους ασθενείς. Έχουν επίσης παρατηρηθεί κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις με τη φαινοβαρβιτάλη. Οι δόσεις συντήρησης των κορτικοστεροειδών έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν τα επίπεδα της τακρόλιμους στο αίμα.

Οι υψηλές δόσεις πρεδνιζολόνης ή μεθυλπρεδνιζολόνης, χορηγούμενες για τη θεραπεία της οξείας απόρριψης, έχουν τη δυνατότητα να αυξήσουν ή να μειώσουν τα επίπεδα της τακρόλιμους στο αίμα.

Η καρβαμαζεπίνη, η μεταμιζόλη και η ισονιαζίδη έχουν τη δυνατότητα να μειώσουν τις συγκεντρώσεις της τακρόλιμους.

Επίδραση της τακρόλιμους στο μεταβολισμό άλλων φαρμακευτικών προϊόντων

Η τακρόλιμους είναι γνωστός αναστολέας του CYP3A4. Επομένως, η συγχορήγηση της τακρόλιμους με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι μεταβολίζονται μέσω του CYP3A4 μπορεί να επηρεάσει το μεταβολισμό αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων.

Ο χρόνος ημιζωής της κυκλοσπορίνης παρατείνεται όταν συγχορηγείται με την τακρόλιμους. Επιπλέον, μπορεί να εμφανιστούν συνεργικές/προσθετικές νεφροτοξικές δράσεις. Για τους λόγους αυτούς, η συνδυαστική χορήγηση κυκλοσπορίνης και τακρόλιμους δεν συνιστάται και απαιτείται προσοχή όταν χορηγείται η τακρόλιμους σε ασθενείς που έχουν προηγουμένως λάβει κυκλοσπορίνη (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).

Η τακρόλιμους έχει αποδειχθεί ότι αυξάνει το επίπεδο της φαινυτοΐνης στο αίμα.

Καθώς η τακρόλιμους μπορεί να μειώσει την κάθαρση των στεροειδών αντισυλληπτικών, οδηγώντας σε αυξημένη ορμονική έκθεση, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή όταν αποφασίζεται η λήψη αντισυλληπτικών μέτρων.

Υπάρχουν περιορισμένες γνώσεις σχετικά με τις αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στις στατίνες και την τακρόλιμους. Τα κλινικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η φαρμακοκινητική των στατινών δεν επηρεάζεται κατά τη συγχορήγηση με τακρόλιμους.

Τα δεδομένα από ζώα έχουν δείξει ότι η τακρόλιμους μπορεί δυνητικά να μειώσει την κάθαρση και να αυξήσει το χρόνο ημιζωής της πεντοβαρβιτάλης και της αντιπυρίνης.

Λοιπές αλληλεπιδράσεις που οδηγούν σε κλινικά επιβλαβείς επιδράσεις Η συγχορήγηση της τακρόλιμους με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι έχουν

νεφροτοξικές ή νευροτοξικές δράσεις μπορεί να αυξήσει τις επιδράσεις αυτές (π.χ. αμινογλυκοσίδες, αναστολείς της γυράσης, βανκομυκίνη, κοτριμοξαζόλη, NSAID, γανκικλοβίρη ή ακικλοβίρη). Εντονότερη νεφροτοξικότητα έχει παρατηρηθεί μετά τη χορήγηση της αμφοτερικίνης Β και της ιβουπροφένης σε συνδυασμό με την τακρόλιμους.

Καθώς η θεραπεία με τακρόλιμους μπορεί να συσχετιστεί με υπερκαλιαιμία ή μπορεί να αυξήσει την προϋπάρχουσα υπερκαλιαιμία, πρέπει να αποφεύγεται η πρόσληψη υψηλής ποσότητας καλίου ή καλιοσυντηρητικών διουρητικών (π.χ. αμιλορίδη, τριαμτερένη ή σπιρονολακτόνη) (βλ. παράγραφο

4.4).

Τα ανοσοκατασταλτικά μπορεί να επηρεάσουν την απόκριση σε εμβολιασμούς, οι οποίοι μπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσματικοί στη διάρκεια της θεραπείας με τακρόλιμους. Η χρήση εμβολίων από ζώντες εξασθενημένους ιούς πρέπει να αποφεύγεται (βλ. παράγραφο 4.4).

Παιδιατρικός πληθυσμός Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.

4.6Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Εγκυμοσύνη Τα δεδομένα από ανθρώπους δείχνουν ότι η τακρόλιμους διαπερνά τον πλακούντα. Περιορισμένα

δεδομένα από λήπτες μεταμοσχευθέντων οργάνων δεν δείχνουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών στη διάρκεια της κύησης και στο κύημα κατά τη θεραπεία με τακρόλιμους συγκριτικά με άλλα ανοσοκατασταλτικά φαρμακευτικά προϊόντα. Έχουν αναφερθεί ωστόσο περιπτώσεις αποβολής.

Μέχρι σήμερα, δεν διατίθενται άλλα σχετικά επιδημιολογικά δεδομένα. Το ενδεχόμενο θεραπείας με τακρόλιμους μπορεί να εξεταστεί σε εγκύους, όταν δεν υπάρχει καμία ασφαλέστερη εναλλακτική θεραπεία και όταν το αναμενόμενο όφελος υπερτερεί του πιθανού κινδύνου για το έμβρυο. Σε περίπτωση in utero έκθεσης, συνιστάται παρακολούθηση του νεογέννητου για πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες της τακρόλιμους (ειδικά, τις επιδράσεις στους νεφρούς). Υπάρχει κίνδυνος πρόωρου τοκετού (<37 εβδομάδων) (πρόσπτωση 66 από τις 123 γεννήσεις, δηλαδή ποσοστό 53,7%. Ωστόσο, τα δεδομένα έδειξαν ότι στην πλειονότητά τους τα νεογέννητα είχαν φυσιολογικό βάρος γέννησης για την ηλικία κυοφορίας τους), καθώς και κίνδυνος υπερκαλιαιμίας στο νεογέννητο, (πρόσπτωση 8 από τα 111 νεογέννητα, δηλαδή ποσοστό 7,2 %), η οποία όμως αποκαθίσταται αυτόματα.Σε αρουραίους και κουνέλια, η τακρόλιμους προκάλεσε εμβρυϊκή τοξικότητα σε δόσεις που αποδεικνύουν μητρική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3).

Θηλασμός Τα δεδομένα από ανθρώπους δείχνουν ότι η τακρόλιμους απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Καθώς δεν

μπορούν να αποκλειστούν οι επιβλαβείς επιδράσεις για το νεογέννητο, οι γυναίκες δεν πρέπει να θηλάζουν ενώ λαμβάνουν Envarsus.

Γονιμότητα Έχει παρατηρηθεί σε αρουραίους αρνητική επίδραση της τακρόλιμους στην γονιμότητα των

αρσενικών υπό τη μορφή μειωμένης ποσότητας και κινητικότητας του σπέρματος (βλ. παράγραφο

5.3).

4.7Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών

Το Envarsus ενδέχεται να έχει μικρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών. Η τακρόλιμους μπορεί να προκαλέσει οπτικές και νευρολογικές διαταραχές. Αυτή η επίδραση μπορεί να ενισχυθεί εάν το Envarsus χορηγηθεί σε συνδυασμό με αλκοόλ.

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες για τις επιδράσεις της τακρόλιμους (Envarsus) στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών.

4.8Ανεπιθύμητες ενέργειες

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας Το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες είναι

συχνά δύσκολο να καθοριστεί εξαιτίας της υποκείμενης νόσου και της ταυτόχρονης χορήγησης πολλαπλών φαρμακευτικών προϊόντων. Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες αντιδράσεις για την τακρόλιμους (που εμφανίζονται σε πάνω από 10% των ασθενών) είναι τρόμος, νεφρική δυσλειτουργία, υπεργλυκαιμικές καταστάσεις, σακχαρώδης διαβήτης, υπερκαλιαιμία, λοιμώξεις, υπέρταση και αϋπνία.

Κατάλογος ανεπιθύμητων αντιδράσεων Η συχνότητα ανεπιθύμητων αντιδράσεων ορίζεται ως εξής: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως

< 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες

(<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Σε κάθε ομάδα συχνότητας, οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις εμφανίζονται κατά σειρά φθίνουσας οξύτητας.

Λοιμώξεις και παρασιτώσεις

Όπως είναι ευρέως γνωστό και για άλλους δραστικούς ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες, οι ασθενείς που λαμβάνουν τακρόλιμους διατρέχουν συχνά αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης λοιμώξεων (από ιούς, βακτήρια, μύκητες, πρωτόζωα). Προϋπάρχουσες λοιμώξεις μπορεί να επιδεινωθούν. Μπορεί να εμφανιστούν τόσο γενικευμένες όσο και τοπικές λοιμώξεις.

Περιπτώσεις νεφροπάθειας σχετιζόμενης με τον ιό BK καθώς και περιπτώσεις προοδευτικής πολυεστιακής λευκοεγκεφαλοπάθειας (PML) σχετιζόμενης με τον ιό JC έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικά, όπως η τακρόλιμους.

Νεοπλάσματα καλοήθη,κακοήθη και μη καθορισμένα(περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)

Οι ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτική θεραπεία διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης κακοηθειών. Σε σχέση με τη θεραπεία με τακρόλιμους έχουν αναφερθεί καλοήθη και κακοήθη νεοπλάσματα, συμπεριλαμβανομένων των λεμφοϋπερπλαστικών διαταραχών από EBV και κακοηθειών του δέρματος.

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος

Αλλεργικές και αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν τακρόλιμους (βλ. παράγραφο 4.4).

Κατηγορία/Οργ

 

Συχνότητα ανεπιθύμητων αντιδράσεων

 

ανικό σύστημα

 

 

 

 

 

 

 

Πολύ συχνές

Συχνές

Όχι συχνές

Σπάνιες

Πολύ σπάνιες

Μη γνωστές

 

 

 

 

 

 

 

Διαταραχές του

 

αναιμία,

διαταραχές

θρομβωτική

 

αμιγής

αιμοποιητικού

 

θρομβοκυτταροπε

της

θρομβοπενικ

 

ερυθροκυττα

και του λεμφικού

 

νία, λευκοπενία,

πηκτικότητας

ή πορφύρα,

 

ρική

συστήματος

 

παθολογικές τιμές

του αίματος,

υποπροθρομβ

 

απλασία,

 

 

ερυθροκυττάρων,

πανκυτταροπε

ιναιμία

 

ακοκκιοκυττ

 

 

λευκοκυττάρωση

νία,

 

 

άρωση,

 

 

 

ουδετεροπενί

 

 

αιμολυτική

 

 

 

α,

 

 

αναιμία

 

 

 

παθολογικές

 

 

 

 

 

 

τιμές

 

 

 

 

 

 

αναλύσεων

 

 

 

 

 

 

πηκτικότητας

 

 

 

 

 

 

και

 

 

 

 

 

 

αιμορραγίας

 

 

 

Διαταραχές του

 

 

 

υπερτρίχωση

 

 

ενδοκρινικού

 

 

 

 

 

 

συστήματος

 

 

 

 

 

 

Διαταραχές του

σακχαρώδης

ανορεξία,

αφυδάτωση,

 

 

 

μεταβολισμού και

διαβήτης,

μεταβολική

υπογλυκαιμία

 

 

 

της θρέψης

υπεργλυκαιμ

οξέωση, άλλες

,

 

 

 

 

ικές

ανωμαλίες

υποπρωτεϊναι

 

 

 

 

καταστάσεις

ηλεκτρολυτών,

μία,

 

 

 

 

,

υπονατριαιμία,

υπερφωσφατα

 

 

 

 

υπερκαλιαιμ

υπερφόρτωση με

ιμία

 

 

 

 

ία

υγρά,

 

 

 

 

 

 

υπερουρικαιμία,

 

 

 

 

 

 

υπομαγνησιαιμία,

 

 

 

 

 

 

υποκαλιαιμία,

 

 

 

 

 

 

υποασβεστιαιμία,

 

 

 

 

 

 

μείωση όρεξης,

 

 

 

 

 

 

υπερχοληστερολαι

 

 

 

 

 

 

μία,

 

 

 

 

 

 

υπερλιπιδαιμία,

 

 

 

 

 

 

υπερτριγλυκεριδαι

 

 

 

 

 

 

μία,

 

 

 

 

 

 

υποφωσφαταιμία

 

 

 

 

Ψυχιατρικές

αϋπνία

σύγχυση και

ψυχωτική

 

 

 

διαταραχές

 

αποπροσανατολισ

διαταραχή

 

 

 

 

 

μός, κατάθλιψη,

 

 

 

 

 

 

συμπτώματα

 

 

 

 

 

 

άγχους,

 

 

 

 

 

 

παραίσθηση,

 

 

 

 

 

 

νοητικές

 

 

 

 

 

 

διαταραχές,

 

 

 

 

 

 

καταθλιπτική

 

 

 

 

 

 

διάθεση,

 

 

 

 

 

 

διαταραχές της

 

 

 

 

 

 

διάθεσης, εφιάλτες

 

 

 

 

Κατηγορία/Οργ

 

Συχνότητα ανεπιθύμητων αντιδράσεων

ανικό σύστημα

 

 

 

 

 

 

 

Πολύ συχνές

Συχνές

Όχι συχνές

Σπάνιες

Πολύ σπάνιες

Μη γνωστές

 

 

 

 

 

 

 

Διαταραχές του

κεφαλαλγία,

σπασμοί,

εγκεφαλοπάθ

υπερτονία

μυασθένεια

 

νευρικού

τρόμος

διαταραχές της

εια,

 

 

 

συστήματος

 

συνείδησης,

αιμορραγίες

 

 

 

 

 

περιφερικές

του κεντρικού

 

 

 

 

 

νευροπάθειες,

νευρικού

 

 

 

 

 

ζάλη, παραισθησία

συστήματος

 

 

 

 

 

και δυσαισθησία,

και

 

 

 

 

 

διαταραχή της

αγγειοεγκεφα

 

 

 

 

 

γραφής

λικά

 

 

 

 

 

 

ατυχήματα,

 

 

 

 

 

 

κώμα,

 

 

 

 

 

 

ανωμαλίες

 

 

 

 

 

 

της ομιλίας

 

 

 

 

 

 

και του

 

 

 

 

 

 

λόγου,

 

 

 

 

 

 

παράλυση και

 

 

 

 

 

 

πάρεση,

 

 

 

 

 

 

αμνησία

 

 

 

Οφθαλμικές

 

θολή όραση,

καταρράκτης

τύφλωση

 

 

διαταραχές

 

φωτοφοβία

 

 

 

 

Διαταραχές του

 

εμβοές

υπακουσία

νευροαισθητ

μειωμένη

 

ωτός και του

 

 

 

ήρια

ακοή

 

λαβυρίνθου

 

 

 

βαρηκοΐα

 

 

Καρδιακές

 

ισχαιμικές

καρδιακή

περικαρδιακή

ανώμαλο

 

διαταραχές

 

διαταραχές

ανεπάρκεια,

εξίδρωση

ηχοκαρδιογρ

 

 

 

στεφανιαίας

κοιλιακές

 

άφημα

 

 

 

αρτηρίας,

αρρυθμίες και

 

 

 

 

 

ταχυκαρδία

καρδιακή

 

 

 

 

 

 

ανακοπή,

 

 

 

 

 

 

υπερκοιλιακέ

 

 

 

 

 

 

ς αρρυθμίες,

 

 

 

 

 

 

καρδιομυοπά

 

 

 

 

 

 

θειες,

 

 

 

 

 

 

ανώμαλες

 

 

 

 

 

 

τιμές ΗΚΓ,

 

 

 

 

 

 

κοιλιακή

 

 

 

 

 

 

υπερτροφία,

 

 

 

 

 

 

αίσθημα

 

 

 

 

 

 

παλμών,

 

 

 

 

 

 

ανώμαλος

 

 

 

 

 

 

καρδιακός

 

 

 

 

 

 

ρυθμός και

 

 

 

 

 

 

σφυγμός

 

 

 

Αγγειακές

υπέρταση

θρομβοεμβολικά

εν τω βάθει

 

 

 

διαταραχές

 

και ισχαιμικά

φλεβική

 

 

 

 

 

επεισόδια,

θρόμβωση

 

 

 

 

 

αγγειακές

άκρων,

 

 

 

 

 

υποτασικές

καταπληξία,

 

 

 

 

 

διαταραχές,

έμφραγμα

 

 

 

 

 

αιμορραγία,

 

 

 

 

 

 

περιφερικές

 

 

 

 

 

 

αγγειακές

 

 

 

 

 

 

διαταραχές

 

 

 

 

Κατηγορία/Οργ

 

Συχνότητα ανεπιθύμητων αντιδράσεων

ανικό σύστημα

 

 

 

 

 

 

 

Πολύ συχνές

Συχνές

Όχι συχνές

Σπάνιες

Πολύ σπάνιες

Μη γνωστές

 

 

 

 

 

 

 

Διαταραχές του

 

διαταραχές

αναπνευστικέ

σύνδρομο

 

 

αναπνευστικού

 

πνευμονικού

ς βλάβες,

οξείας

 

 

συστήματος, του

 

παρεγχύματος,

διαταραχές

αναπνευστικ

 

 

θώρακα και του

 

δύσπνοια,

αναπνευστική

ής

 

 

μεσοθωρακίου

 

υπεζωκοτική

ς οδού, άσθμα

δυσχέρειας

 

 

 

 

συλλογή, βήχας,

 

 

 

 

 

 

φαρυγγίτιδα,

 

 

 

 

 

 

ρινική συμφόρηση

 

 

 

 

 

 

και φλεγμονές

 

 

 

 

Διαταραχές του

διάρροια,

γαστρεντερικά

οξεία και

παγκρεατική

 

 

γαστρεντερικού

ναυτία

σημεία και

χρόνια

ψευδοκύστη,

 

 

 

 

συμπτώματα,

παγκρεατίτιδ

ατελής ειλεός

 

 

 

 

έμετος,

α,

 

 

 

 

 

γαστρεντερικό και

περιτονίτιδα,

 

 

 

 

 

κοιλιακό άλγος,

αυξημένη

 

 

 

 

 

γαστρεντερικές

αμυλάση

 

 

 

 

 

φλεγμονές,

αίματος,

 

 

 

 

 

γαστρεντερικές

παραλυτικός

 

 

 

 

 

αιμορραγίες,

ειλεός,

 

 

 

 

 

γαστρεντερικό

γαστροοισοφ

 

 

 

 

 

έλκος και

αγική

 

 

 

 

 

διάτρηση, ασκίτης,

παλινδρόμησ

 

 

 

 

 

στοματίτιδα και

η, διαταραχή

 

 

 

 

 

έλκος,

της γαστρικής

 

 

 

 

 

δυσκοιλιότητα,

κένωσης

 

 

 

 

 

σημεία και

 

 

 

 

 

 

συμπτώματα

 

 

 

 

 

 

δυσπεψίας,

 

 

 

 

 

 

μετεωρισμός,

 

 

 

 

 

 

τυμπανισμός και

 

 

 

 

 

 

φούσκωμα,

 

 

 

 

 

 

χαλαρά κόπρανα

 

 

 

 

Διαταραχές του

παθολογικές

διαταραχές

 

φλεβοαποφρ

ηπατική

 

ήπατος και των

εξετάσεις

χοληφόρων

 

ακτική

ανεπάρκεια

 

χοληφόρων

ηπατικής

πόρων,

 

ηπατοπάθεια,

 

 

 

λειτουργίας

ηπατοκυτταρική

 

θρόμβωση

 

 

 

 

βλάβη και

 

της ηπατικής

 

 

 

 

ηπατίτιδα,

 

αρτηρίας

 

 

 

 

χολόσταση και

 

 

 

 

 

 

ίκτερος

 

 

 

 

Διαταραχές του

 

εξάνθημα,

δερματίτιδα,

τοξική

Σύνδρομο

 

δέρματος και του

 

κνίδωση,

φωτοευαισθη

επιδερμική

Stevens-

 

υποδόριου ιστού

 

αλωπεκία, ακμή,

σία

νεκρόλυση

Johnson

 

 

 

αυξημένη

 

(σύνδρομο

 

 

 

 

εφίδρωση

 

Lyell)

 

 

Διαταραχές του

 

αρθραλγία,

διαταραχές

 

 

 

μυοσκελετικού

 

οσφυαλγία, μυϊκές

στις

 

 

 

συστήματος και

 

κράμπες, πόνος

αρθρώσεις

 

 

 

του συνδετικού

 

στα άκρα

 

 

 

 

ιστού

 

 

 

 

 

 

Κατηγορία/Οργ

 

Συχνότητα ανεπιθύμητων αντιδράσεων

ανικό σύστημα

 

 

 

 

 

 

 

Πολύ συχνές

Συχνές

Όχι συχνές

Σπάνιες

Πολύ σπάνιες

Μη γνωστές

 

 

 

 

 

 

 

Διαταραχές των

νεφρική

νεφρική

αιμολυτικό

 

νεφροπάθεια,

 

νεφρών και των

δυσλειτουργ

ανεπάρκεια, οξεία

ουραιμικό

 

αιμορραγική

 

ουροφόρων οδών

ία

νεφρική

σύνδρομο,

 

κυστίτιδα

 

 

 

ανεπάρκεια,

ανουρία

 

 

 

 

 

τοξική

 

 

 

 

 

 

νεφροπάθεια,

 

 

 

 

 

 

νέκρωση νεφρικών

 

 

 

 

 

 

σωληναρίων,

 

 

 

 

 

 

ανωμαλίες του

 

 

 

 

 

 

ουροποιητικού

 

 

 

 

 

 

συστήματος,

 

 

 

 

 

 

ολιγουρία,

 

 

 

 

 

 

συμπτώματα της

 

 

 

 

 

 

κύστης και της

 

 

 

 

 

 

ουρήθρας

 

 

 

 

Διαταραχές του

 

 

δυσμηνόρροι

 

 

 

αναπαραγωγικού

 

 

α και

 

 

 

συστήματος και

 

 

αιμορραγία

 

 

 

του μαστού

 

 

της μήτρας

 

 

 

Γενικές

 

πυρετικές

μείωση

πτώση,

αύξηση

 

διαταραχές και

 

διαταραχές, πόνος

βάρους,

έλκος,

λιπώδους

 

καταστάσεις της

 

και δυσφορία,

γριππώδης

σφίξιμο στο

ιστού

 

οδού χορήγησης

 

ασθενικές

συνδρομή,

θώρακα,

 

 

 

 

καταστάσεις,

αυξημένη

μειωμένη

 

 

 

 

οίδημα, διαταραχή

γαλακτική

κινητικότητα,

 

 

 

 

της αίσθησης της

αφυδρογονάσ

δίψα

 

 

 

 

θερμοκρασίας του

η αίματος,

 

 

 

 

 

σώματος,

αίσθημα

 

 

 

 

 

αυξημένη

εκνευρισμού,

 

 

 

 

 

αλκαλική

αίσθημα μη

 

 

 

 

 

φωσφατάση στο

φυσιολογικού

 

 

 

 

 

αίμα, αύξηση

,

 

 

 

 

 

βάρους

πολυοργανική

 

 

 

 

 

 

ανεπάρκεια,

 

 

 

 

 

 

αίσθημα

 

 

 

 

 

 

πίεσης στο

 

 

 

 

 

 

θώρακα,

 

 

 

 

 

 

δυσανεξία

 

 

 

 

 

 

στη

 

 

 

 

 

 

θερμοκρασία

 

 

 

Κακώσεις,

 

δυσλειτουργία

 

 

 

 

δηλητηριάσεις

 

πρωτογενούς

 

 

 

 

και επιπλοκές

 

μοσχεύματος

 

 

 

 

θεραπευτικών

 

 

 

 

 

 

χειρισμών

 

 

 

 

 

 

Έχουν παρατηρηθεί ιατρικά σφάλματα φαρμακευτικής αγωγής, όπως ακούσια, χωρίς πρόθεση ή χωρίς επιτήρηση αντικατάσταση των σκευασμάτων άμεσης ή παρατεταμένης αποδέσμευσης της τακρόλιμους. Έχει αναφερθεί ένας αριθμός σχετικών περιπτώσεων απόρριψης του μοσχεύματος.

Σε κλινικές μελέτες με ασθενείς που υποβλήθηκαν σε μεταμόσχευση νεφρών και έλαβαν το Envarsus, οι πιο συχνές ανεπιθύμητες αντιδράσεις (τουλάχιστον στο 2% των ασθενών) ήταν τρόμος, σακχαρώδης διαβήτης, αυξημένη κρεατινίνη αίματος, λοίμωξη της ουροποιητικής οδού, υπέρταση, λοίμωξη από ιό ΒΚ, νεφρική δυσλειτουργία, διάρροια, τοξικότητα σε διάφορους παράγοντες, και τοξική νεφροπάθεια. Όλα τα ανωτέρω είναι γνωστό ότι εμφανίζονται στον αντίστοιχο πληθυσμό ασθενών που λαμβάνει ανοσοκατασταλτική αγωγή. Σε κανέναν ασθενή δεν εμφανίστηκε σημαντική

διαφορά ως προς τις ανεπιθύμητες ενέργειες που ενδέχεται να οφείλονται στο υπό μελέτη φάρμακο μεταξύ του Envarsus με χορήγηση μία φορά ημερησίως και των καψακίων άμεσης αποδέσμευσης της τακρόλιμους (Prograf).

Μεταξύ των πιο συχνών ανεπιθύμητων αντιδράσεων (τουλάχιστον στο 2% των ασθενών) που εμφανίστηκαν σε κλινικές μελέτες με ασθενείς που υποβλήθηκαν σε μεταμόσχευση ήπατος και έλαβαν Envarsus ήταν ο τρόμος, η κεφαλαλγία, η κόπωση, η υπερκαλιαιμία, η υπέρταση, η νεφρική ανεπάρκεια, η αύξηση της κρεατινίνης αίματος, η ζάλη, η ηπατίτιδα C, οι μυϊκοί σπασμοί, η τριχοφυτία, η λευκοπενία, η κολπίτιδα και η λοίμωξη της ανώτερης αναπνευστικής οδού (URTI). Όλα τα ανωτέρω είναι γνωστό ότι εμφανίζονται στον αντίστοιχο πληθυσμό ασθενών που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτική αγωγή. Σε λήπτες νεφρικού μοσχεύματος δεν εμφανίζεται καμία αξιοσημείωτη διαφορά ως προς τις ανεπιθύμητες ενέργειες που ενδέχεται να οφείλονται στο φάρμακο μεταξύ του Envarsus μία φορά ημερησίως και των καψακίων άμεσης αποδέσμευσης της τακρόλιμους (Prograf).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας

του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V*.

4.9Υπερδοσολογία

Η εμπειρία από την υπερδοσολογία είναι περιορισμένη. Έχουν αναφερθεί αρκετές περιπτώσεις τυχαίας υπερδοσολογίας με την τακρόλιμους. Τα συμπτώματα συμπεριέλαβαν τρόμο, κεφαλαλγία, ναυτία και έμετο, λοιμώξεις, κνίδωση, λήθαργο και αύξηση των επιπέδων του αζώτου ουρίας αίματος, της κρεατινίνης ορού και της αλανινικής αμινοτρανσφεράσης.

Δεν διατίθεται ειδικό αντίδοτο της θεραπείας με τακρόλιμους. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, πρέπει να ληφθούν γενικά υποστηρικτικά μέτρα και να δοθεί συμπτωματική θεραπεία.

Βάσει του υψηλού μοριακού βάρους της, της χαμηλής υδατοδιαλυτότητας και της εκτεταμένης δέσμευσης με τα ερυθροκύτταρα και τις πρωτεΐνες πλάσματος, αναμένεται ότι η τακρόλιμους δεν θα απομακρύνεται με αιμοκάθαρση. Σε μεμονωμένους ασθενείς με πολύ υψηλά επίπεδα στο πλάσμα, η αιμοδιήθηση ή διαδιήθηση υπήρξε αποτελεσματική για τη μείωση των τοξικών συγκεντρώσεων. Σε περιπτώσεις δηλητηρίασης από το στόμα, η γαστρική πλύση και/ή η χρήση προσροφητικών ουσιών (όπως ο ενεργός άνθρακας) μπορεί να είναι βοηθητική εάν χρησιμοποιηθούν σύντομα μετά τη λήψη. Πρέπει να σημειωθεί ωστόσο ότι δεν υπάρχει άμεση εμπειρία υπερδοσολογίας του Envarsus.

5.ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανοσοκατασταλτικά, αναστολείς της καλσινευρίνης, κωδικός ATC: L04AD02

Μηχανισμός δράσης Στο μοριακό επίπεδο, οι δράσεις της τακρόλιμους φαίνεται ότι επιτυγχάνονται μέσω της δέσμευσης σε

μια κυτταροσωμική πρωτεΐνη (FKBP12) η οποία ευθύνεται για την ενδοκυτταρική συσσώρευση του φαρμάκου. Το σύμπλεγμα FKBP12-τακρόλιμους συνδέεται ειδικά και ανταγωνιστικά και αναστέλλει την καλσινευρίνη, οδηγώντας σε μια εξαρτώμενη από το ασβέστιο αναστολή των διαδρομών μεταγωγής σημάτων σε Τ κύτταρα, προλαμβάνοντας έτσι τη μεταγραφική λειτουργία των γονιδίων παραγωγής κυτταροκινών.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Η τακρόλιμους είναι ένας εξαιρετικά δραστικός ανοσοκατασταλτικός παράγοντας και έχει

αποδεδειγμένη δράση τόσο σε in vitro όσο και σε in vivo πειράματα.

Ειδικότερα, η τακρόλιμους αναστέλλει το σχηματισμό των κυτταροτοξικών λεμφοκυττάρων, τα οποία είναι κυρίως υπεύθυνα για την απόρριψη του μοσχεύματος. Η τακρόλιμους καταστέλλει τη δράση των

Τ κυττάρων και τον πολλαπλασιασμό των Β κυττάρων που εξαρτάται από τα βοηθητικά Τ κύτταρα, καθώς και το σχηματισμό των λεμφοκυτταροκινών (όπως της ιντερλευκίνης-2, -3 και της γ- ιντερφερόνης) και την έκφραση του υποδοχέα της ιντερλευκίνης-2.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Αποτελέσματα από κλινικές δοκιμές που πραγματοποιήθηκαν με τακρόλιμους μία φορά ημερησίως, Envarsus

Μεταμόσχευση νεφρού

Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του Envarsus και του Prograf, τόσο σε συνδυασμό με μυκοφαινολική μοφετίλη (MMF) και κορτικοστεροειδή, όσο και με ανταγωνιστή υποδοχέα της IL -2, με βάση το πρότυπο ιατρικής φροντίδας, συγκρίθηκαν σε μία τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, με χρήση διπλού εικονικού φαρμάκου μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε 543 denovo ασθενείς με νεφρικό μόσχευμα.

Το ποσοστό ασθενών με ένα ή περισσότερα επεισόδια κλινικά πιθανολογούμενης και θεραπευμένης απόρριψης κατά τη διάρκεια της μελέτης 360 ημερών ήταν 13,8% για την ομάδα του Envarsus (N=268) και 15,6% για την ομάδα του Prograf (N=275). Το ποσοστό περιστατικών οξείας απόρριψης, επιβεβαιωμένης με κεντρικά ελεγμένη βιοψία (BPAR) στη διάρκεια των 360 ημερών της μελέτης ήταν 13,1% στην ομάδα του Envarsus (N=268) και 13,5% στην ομάδα του Prograf (N=275). Το ποσοστό αποτυχίας της αποτελεσματικότητας, που μετρήθηκε με βάση το σύνθετο καταληκτικό σημείο θανάτου, απώλειας μοσχεύματος, οξείας απόρριψης επιβεβαιωμένης με κεντρικά ελεγμένη βιοψία και αδυναμίας παρακολούθησης ήταν 18,3% στην ομάδα του Envarsus και 19,6% στην ομάδα του Prograf. Η διαφορά της θεραπείας (Envarsus-Prograf) ήταν -1,35% (95% διάστημα εμπιστοσύνης [-7,94%,5,27%]). Οι θανατηφόρες ανεπιθύμητες ενέργειες εξαιτίας της θεραπείας εμφανίστηκαν στο 1,8% των ασθενών που ελάμβαναν Envarsus και στο 2,5% των ασθενών που ελάμβαναν Prograf.

Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του Envarsus και του Prograf, τόσο σε συνδυασμό με τη μυκοφαινολική μοφετίλη (MMF) ή το μυκοφαινολικό νάτριο (MPS) όσο και με κορτικοστεροειδή, συγκρίθηκαν σε 324 σταθεροποιημένους λήπτες νεφρικού μοσχεύματος. Το ποσοστό περιστατικών οξείας απόρριψης, επιβεβαιωμένης με τοπικά ελεγμένη βιοψία (BPAR) στη διάρκεια των 360 ημερών της μελέτης ήταν 1,2% στην ομάδα του Envarsus μετά τη μετάβαση (N=162) από Prograf σε αναλογία δόσης 1:0,7 (mg:mg), και 1,2% στην ομάδα που παρέμεινε στο Prograf (N=162). Το ποσοστό αποτυχίας της αποτελεσματικότητας, που μετρήθηκε με βάση το σύνθετο καταληκτικό σημείο θανάτου, απώλειας μοσχεύματος, οξείας απόρριψης επιβεβαιωμένης με βιοψία και αδυναμίας παρακολούθησης, ήταν 2,5% και στις δύο ομάδες Envarsus και Prograf. Η διαφορά της θεραπείας (Envarsus - Prograf) ήταν 0% (95% διάστημα εμπιστοσύνης [-4,21%, 4,21%]). Το ποσοστό αποτυχίας της θεραπείας με βάση το ίδιο σύνθετο καταληκτικό σημείο με οξεία απόρριψη επιβεβαιωμένη με κεντρικά ελεγμένη βιοψία ήταν 1,9% στην ομάδα του Envarsus και 3,7% στην ομάδα του Prograf (95% διάστημα εμπιστοσύνης [-6,51%, 2,31%]). Οι θανατηφόρες ανεπιθύμητες ενέργειες εξαιτίας της θεραπείας εμφανίστηκαν στο 1,2% των ασθενών που ελάμβαναν Envarsus και στο 0,6% των ασθενών που ελάμβαναν Prograf.

Μεταμόσχευση ήπατος

Η φαρμακοκινητική, η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του Envarsus και των καψακίων άμεσης αποδέσμευσης της τακρόλιμους (Prograf), αμφότερων σε συνδυασμό με κορτικοστεροειδή, συγκρίθηκε σε 117 λήπτες ηπατικού μοσχεύματος από τους οποίους 88 έλαβαν θεραπεία με Envarsus. Στη νέα μελέτη μεταμόσχευσης ήπατος, 29 ασθενείς έλαβαν Envarsus. Το ποσοστό περιστατικών οξείας απόρριψης επιβεβαιωμένης με βιοψία στο διάστημα των 360 ημερών της μελέτης δεν ήταν σημαντικά διαφορετικό μεταξύτης ομάδας του Envarsus και της ομάδας άμεσης αποδέσμευσης της τακρόλιμους. Η συνολική πρόσπτωση των θανατηφόρων ανεπιθύμητων ενεργειών εξαιτίας της θεραπείας για τον συνδυασμό νέων και σταθεροποιημένων ασθενών με ηπατικό μόσχευμα δεν ήταν σημαντικά διαφορετική μεταξύ της ομάδας του Envarsus και της ομάδας άμεσης αποδέσμευσης της τακρόλιμους.

5.2Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση

Η βιοδιαθεσιμότητα από το στόμα του Envarsus μειώθηκε όταν το προϊόν χορηγήθηκε μετά από γεύμα. Η έκταση της απορρόφησης μειώθηκε κατά 55% και η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα μειώθηκε κατά 22% όταν χορηγήθηκε αμέσως μετά από γ εύμα υψηλών λιπαρών. Συνεπώς, το

Envarsus πρέπει να λαμβάνεται γενικά με άδειο στομάχι ώστε να επιτευχθεί η μέγιστη απορρόφηση.

Στον άνθρωπο η τακρόλιμους έχει εμφανιστεί ότι μπορεί να απορροφηθεί σε όλη την έκταση της γαστρεντερικής οδού. Η διαθέσιμη τακρόλιμους απορροφάται γενικά ταχέως. Το Envarsus είναι ένα σκεύασμα παρατεταμένης αποδέσμευσης της τακρόλιμους που οδηγεί σε εκτεταμένη απορρόφηση από το στόμα, με μέσο χρόνο έως την επίτευξη της μέγιστης συγκέντρωσης στο αίμα (Cmax) ίσο με 6 ώρες περίπου (tmax) σε σταθερή κατάσταση.

Η απορρόφηση ποικίλλει και η μέση βιοδιαθεσιμότητα της τακρόλιμους από το στόμα κυμαίνεται μεταξύ 20%-25% (ατομική διακύμανση σε ενήλικες ασθενείς μεταξύ 6%-43%). Η βιοδιαθεσιμότητα από το στόμα είναι περίπου 40% υψηλότερη για το Envarsus συγκριτικά με την ίδια δόση του σκευάσματος άμεσης αποδέσμευσης της τακρόλιμους (Prograf) σε ασθενείς με νεφρικό μόσχευμα.

Υψηλότερο Cavg (~50%), μειωμένη διακύμανση μέγιστου-ελάχιστου (Cmax/Cmin) και υψηλότερο Tmax εμφανίστηκαν για το Envarsus συγκριτικά με το σκεύασμα τακρόλιμους άμεσης αποδέσμευσης (Prograf) και με το σκεύασμα τακρόλιμους μία φορά ημερησίως (Advagraf). Οι μέσες τιμές για το Cmax, τον ποσοστιαίο βαθμό διακύμανσης και τον ποσοστιαίο βαθμό αλλαγής ήταν σημαντικά χαμηλότερες με τη χορήγηση των δισκίων Envarsus.

Υπάρχει ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της AUC και των ελάχιστων επιπέδων του Envarsus στο ολικό αίμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση. Η παρακολούθηση των ελάχιστων επιπέδων στο ολικό αίμα παρέχει επομένως μια καλή εκτίμηση της συστηματικής έκθεσης.

Τα αποτελέσματα της δοκιμασίας in vitro υποδεικνύουν ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος απόρριψης της δόσης in vivo σε σχέση με τη λήψη αλκοόλ.

Κατανομή Στον άνθρωπο η κατανομή της τακρόλιμους ύστερα από ενδοφλέβια έγχυση μπορεί να περιγραφεί ως διφασική.

Στη συστηματική κυκλοφορία, η τακρόλιμους δεσμεύεται ισχυρά στα ερυθροκύτταρα με αποτέλεσμα έναν λόγο κατανομής περίπου 20:1 των συγκεντρώσεων στο ολικό αίμα/πλάσμα. Στο πλάσμα, η τακρόλιμους δεσμεύεται εκτεταμένα (>98,8%) στις πρωτεΐνες πλάσματος, κυρίως στη λευκωματίνη ορού και στην α-1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη.

Η τακρόλιμους κατανέμεται ευρέως στο σώμα. Ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση με βάση τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα είναι περίπου 1.300 L (υγιή άτομα). Τα αντίστοιχα δεδομένα με βάση το ολικό αίμα κυμάνθηκαν κατά μέσο όρο στα 47,6 L.

Βιομετασχηματισμός

Η τακρόλιμους μεταβολίζεται ευρέως στο ήπαρ, κυρίως μέσω του κυτοχρώματος P450-3A4. Η τακρόλιμους μεταβολίζεται επίσης σε σημαντικό βαθμό στο εντερικό τοίχωμα. Υπάρχουν διάφοροι μεταβολίτες που έχουν προσδιοριστεί. Μόνο ένας από αυτούς έχει εμφανιστεί in vitro ότι έχει ανοσοκατασταλτική δράση παρόμοια με εκείνη της τακρόλιμους. Οι άλλοι μεταβολίτες έχουν μόνο ασθενή ή καμία ανοσοκατασταλτική δράση. Στη συστηματική κυκλοφορία μόνο ένας από τους αδρανείς μεταβολίτες ανευρίσκεται σε χαμηλές συγκεντρώσεις. Επομένως, οι μεταβολίτες δεν συνεισφέρουν στη φαρμακολογική δράση της τακρόλιμους.

Αποβολή Η τακρόλιμους είναι μια ουσία με χαμηλό ποσοστό κάθαρσης. Σε υγιή άτομα, ο μέσος όρος της

ολικής κάθαρσης του οργανισμού που εκτιμάται από τις συγκεντρώσεις ολικού αίματος ήταν 2,25 L/h. Σε ενήλικους ασθενείς με νεφρικό, ηπατικό και καρδιακό μόσχευμα, παρατηρήθηκαν οι

τιμές 4,1 L/h, 6,7 L/h και 3,9 L/h, αντίστοιχα. Παράγοντες, όπως τα χαμηλά επίπεδα αιματοκρίτη και πρωτεϊνών, τα οποία έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση του ασύνδετου κλάσματος της τακρόλιμους, ή ο αυξημένος μεταβολισμός λόγω των κορτικοστεροειδών, θεωρούνται υπεύθυνοι για τα υψηλότερα ποσοστά κάθαρσης που παρατηρούνται μετά τη μεταμόσχευση.

Ο χρόνος ημιζωής της τακρόλιμους είναι μεγάλος και ποικίλλει. Σε υγιή άτομα, ο μέσος χρόνος ημιζωής στο ολικό αίμα είναι περίπου 30 ώρες.

Μετά την ενδοφλέβια και από του στόματος χορήγηση της σημασμένης με 14C τακρόλιμους, το μεγαλύτερο μέρος της ραδιενέργειας απεκκρίθηκε στα κόπρανα. Περίπου το 2% της ραδιενέργειας απεκκρίθηκε στα ούρα. Λιγότερο από το 1% της αμετάβλητης τακρόλιμους ανιχνεύτηκε στα ούρα και τα κόπρανα, υποδεικνύοντας έτσι ότι η τακρόλιμους μεταβολίζεται σχεδόν ολοκληρωτικά πριν από την απέκκριση: η χολή αποτελεί την κύρια οδό απέκκρισης.

5.3Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Οι νεφροί και το πάγκρεας ήταν τα κύρια όργανα που επηρεάστηκαν σε μελέτες τοξικότητας που πραγματοποιήθηκαν σε αρουραίους και μπαμπουίνους. Σε αρουραίους, η τακρόλιμους προκάλεσε τοξικές επιδράσεις στο νευρικό σύστημα και στα μάτια. Αναστρέψιμες καρδιοτοξικές επιδράσεις παρατηρήθηκαν σε κουνέλια στα οποία είχε χορηγηθεί ενδοφλέβια τακρόλιμους.

Εμβρυϊκή τοξικότητα παρατηρήθηκε σε αρουραίους και κουνέλια και περιορίστηκε σε δόσεις που προκάλεσαν σημαντική τοξικότητα στις μητέρες. Στους αρουραίους, η αναπαραγωγική λειτουργία των θηλυκών, συμπεριλαμβανομένου του τοκετού, επηρεάστηκε σε τοξικές δόσεις, ενώ παρατηρήθηκε μείωση του βάρους γέννησης, της βιωσιμότητας και της ανάπτυξης των απογόνων. Έχει παρατηρηθεί σε αρουραίους αρνητική επίδραση της τακρόλιμους στην γονιμότητα των αρσενικών υπό τη μορφή μειωμένης ποσότητας και κινητικότητας του σπέρματος.

6.ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1Κατάλογος εκδόχων

Υπρομελλόζη Μονοϋδρικη λακτόζη Μακρογόλη 6000 Πολοξαμέρη 188 Στεατικό μαγνήσιο Τρυγικό οξύ (E334)

Βουτυλιωμένο υδροξυτολουένιο (E321) Διμεθικόνη 350

6.2Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3Διάρκεια ζωής

30 μήνες.

Μετά το άνοιγμα της συσκευασίας αλουμινίου: 45 ημέρες.

6.4Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Να μη φυλάσσεται σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25°C.

Να φυλάσσεται στην αρχική συσκευασία αλουμινίου για να προστατεύεται από το φως.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Ησυσκευασία τύπου blister από PVC περιέχει 10 δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης. Τρία blister είναι τοποθετημένα μαζί σε συσκευασία αλουμινίου που περιέχει αφυγραντικό.

Μεγέθη συσκευασίας: 30, 60 και 90 δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Καμία ειδική υποχρέωση.

7.ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Chiesi Farmaceutici S.p.A. Via Palermo, 26/A

43122 Parma

Ιταλία

8.ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

0,75mg

1mg

4mg

EU/1/14/935/001

EU/1/14/935/004

EU/1/14/935/007

EU/1/14/935/002

EU/1/14/935/005

EU/1/14/935/008

EU/1/14/935/003

EU/1/14/935/006

EU/1/14/935/009

9.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

ημερομηνια πρωτης εγκρισης : 18.07.2014

10.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Λεπτομερή πληροφοριακά στοιχεία για το παρόν φαρμακευτικό προϊόν είναι διαθέσιμα στον δικτυακό τόπο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων: http://www.ema.europa.eu.

Σχόλια

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
  • Βοήθεια
  • Get it on Google Play
  • Σχετικά
  • Info on site by:

  • Presented by RXed.eu

  • 27558

    φάρμακα με συνταγογράφηση που απαριθμούνται