Greek
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

Eperzan (albiglutide) – περιληψη των χαρακτηριστικων του προϊοντοσ - A10BJ04

Updated on site: 06-Oct-2017

Όνομα φαρμάκουEperzan
Κωδικός ATCA10BJ04
Ουσίαalbiglutide
ΚατασκευαστήςGlaxoSmithKline Trading Services Limited

Περιεχόμενα άρθρου

Το φάρμακο αυτό τελεί υπό συμπληρωματική παρακολούθηση. Αυτό θα επιτρέψει τον ταχύ προσδιορισμό νέων πληροφοριών ασφάλειας. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες. Βλέπε παράγραφο 4.8 για τον τρόπο αναφοράς ανεπιθύμητων ενεργειών.

1.ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Eperzan 30 mg κόνις και διαλύτης για ενέσιμο διάλυμα.

Eperzan 50 mg κόνις και διαλύτης για ενέσιμο διάλυμα.

2.ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Eperzan 30 mg κόνις και διαλύτης για ενέσιμο διάλυμα.

Κάθε συσκευή τύπου πένας παρέχει 30 mg αλβιγλουτίδης ανά 0,5 ml δόση μετά από ανασύσταση.

Eperzan 50 mg κόνις και διαλύτης για ενέσιμο διάλυμα.

Κάθε συσκευή τύπου πένας παρέχει 50 mg αλβιγλουτίδης ανά 0,5 ml δόση μετά από ανασύσταση.

Ηαλβιγλουτίδη είναι μία ανασυνδυασμένη πρωτεΐνη σύντηξης που αποτελείται από δύο αντίγραφα μίας αλληλουχίας 30 αμινοξέων τροποποιημένου ανθρώπινου πεπτιδίου 1 προσομοιάζοντος με γλυκαγόνη γενετικά συντετηγμένου σε σειρά σε ανθρώπινη λευκωματίνη.

Ηαλβιγλουτίδη παράγεται σε κύτταρα Saccharomyces cerevisiae μέσω τεχνολογίας ανασυνδυασμένου

DNA.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3.ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Κόνις και διαλύτης για ενέσιμο διάλυμα Κόνις: λυοφιλοποιημένη λευκή έως κίτρινη κόνις.

Διαλύτης: Διαυγές, άχρωμο διάλυμα.

4.ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1Θεραπευτικές ενδείξεις

Το Eperzan ενδείκνυται για την αντιμετώπιση ενήλικων με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 για τη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου, ως εξής:

Μονοθεραπεία Όταν δεν επιτυγχάνεται επαρκής γλυκαιμικός έλεγχος μόνο με δίαιτα και άσκηση σε ασθενείς στους οποίους

η χρήση μετφορμίνης δεν θεωρείται κατάλληλη λόγω αντενδείξεων ή δυσανεξίας.

Επιπρόσθετη συνδυασμένη θεραπεία Σε συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν τη γλυκόζη, συμπεριλαμβανομένης της

βασικής ινσουλίνης, όταν αυτά σε συνδυασμό με δίαιτα και άσκηση δεν παρέχουν επαρκή γλυκαιμικό έλεγχο (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.1 για διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τους διάφορους συνδυασμούς).

4.2Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία

Ησυνιστώμενη δόση του Eperzan είναι 30 mg άπαξ εβδομαδιαίως, χορηγούμενη υποδορίως.

Ηδόση μπορεί να αυξηθεί στα 50 mg άπαξ εβδομαδιαίως με βάση την ατομική γλυκαιμική ανταπόκριση.

Όταν το Eperzan προστίθεται σε υφιστάμενη θεραπεία με μετφορμίνη, η τρέχουσα δόση μετφορμίνης μπορεί να συνεχιστεί αμετάβλητη. Κατά την έναρξη του Eperzan μπορεί να είναι απαραίτητη η μείωση της δόσης των συγχορηγούμενων εκκριταγωγών της ινσουλίνης (όπως οι σουλφονυλουρίες) ή της ινσουλίνης για τη μείωση του κινδύνου εμφάνισης υπογλυκαιμίας (βλέπε παραγράφους 4.4 και 4.8).

Η χρήση του Eperzan δεν απαιτεί ειδική παρακολούθηση της γλυκόζης αίματος. Ωστόσο, όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με μία σουλφονυλουρία ή με βασική ινσουλίνη, μπορεί να είναι απαραίτητη η παρακολούθηση της γλυκόζης αίματος για την προσαρμογή της δόσης της σουλφονυλουρίας ή της βασικής ινσουλίνης.

Το Eperzan μπορεί να χορηγείται οποιαδήποτε χρονική στιγμή, ανεξαρτήτως των γευμάτων.

Το Eperzan πρέπει να χορηγείται άπαξ εβδομαδιαίως την ίδια ημέρα κάθε εβδομάδα. Εάν είναι απαραίτητο, η μέρα της εβδομαδιαίας χορήγησης μπορεί να αλλάξει εφόσον έχουν παρέλθει 4 ή περισσότερες ημέρες από τη χορήγηση της τελευταίας δόσης.

Αν παραλειφθεί μία δόση, θα πρέπει να χορηγηθεί το συντομότερο δυνατό εντός 3 ημερών μετά τη δόση που παραλείφθηκε. Εν συνεχεία, οι ασθενείς μπορούν να συνεχίσουν τη χορήγηση των δόσεων τη συνήθη ημέρα χορήγησης. Εάν έχουν παρέλθει περισσότερες από 3 ημέρες από τη δόση που παραλείφθηκε, οι ασθενείς θα πρέπει να περιμένουν και να χορηγήσουν την επόμενη τακτική προγραμματισμένη εβδομαδιαία δόση.

Ηλικιωμένοι ασθενείς (>65 ετών)

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης βάσει της ηλικίας. Η κλινική εμπειρία σε ασθενείς ηλικίας >75 ετών είναι πολύ περιορισμένη (βλέπε παράγραφο 5.2).

Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια και μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (eGFR 60 έως 89 και 30 έως 59 ml/min/1,73m2, αντίστοιχα) (βλέπε παραγράφους 4.4, 4.8, 5.1, 5.2). Η εμπειρία σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (<30 ml/min/1,73m2) ή που υποβάλλονται σε διύλιση είναι πολύ περιορισμένη και, ως εκ τούτου, το Eperzan δεν συνιστάται σε αυτόν τον πληθυσμό (βλέπε

παραγράφους 4.4, 4.8, 5.1, 5.2).

Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφο 5.2).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Eperzan σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί (βλέπε παράγραφο 5.2). Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.

Τρόπος χορήγησης

Το Eperzan προορίζεται για χορήγηση από τον ίδιο τον ασθενή ως υποδόρια ένεση στην κοιλιακή χώρα, το μηρό ή την περιοχή του βραχίονα.

Δεν πρέπει να χορηγείται ενδοφλεβίως ή ενδομυϊκώς.

Κάθε συσκευή τύπου πένας θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο από ένα άτομο και είναι μίας χρήσεως.

Η λυοφιλοποιημένη κόνις που περιέχεται εντός της συσκευής τύπου πένας πρέπει να ανασυσταθεί πριν τη χορήγηση.

Για πλήρεις οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση και τη χορήγηση του Eperzan βλέπε παράγραφο 6.6 και τις οδηγίες χρήσης που περιλαμβάνονται στο φύλλο οδηγιών χρήσης.

Όταν το Eperzan χρησιμοποιείται με ινσουλίνη, κάθε φαρμακευτικό προϊόν θα πρέπει να χορηγείται ως ξεχωριστή ένεση. Τα δύο φαρμακευτικά προϊόντα δεν πρέπει ποτέ να αναμιγνύονται. Είναι αποδεκτό το Eperzan και η ινσουλίνη να ενίονται στην ίδια περιοχή του σώματος, αλλά οι ενέσεις δεν πρέπει να χορηγούνται παρακείμενα μεταξύ τους.

4.3Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

4.4Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Δεν υπάρχει θεραπευτική εμπειρία με το Eperzan σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 και δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε αυτούς τους ασθενείς. Το Eperzan δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση της διαβητικής κετοξέωσης.

Οξεία παγκρεατίτιδα

Η χρήση αγωνιστών των υποδοχέων GLP-1 έχει συσχετισθεί με τον κίνδυνο ανάπτυξης οξείας παγκρεατίτιδας. Σε κλινικές μελέτες έχει αναφερθεί οξεία παγκρεατίτιδα σχετιζόμενη με το Eperzan (βλέπε παράγραφο 4.8).

Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με το χαρακτηριστικό σύμπτωμα της οξείας παγκρεατίτιδας. Εάν πιθανολογείται παγκρεατίτιδα, το Eperzan θα πρέπει να διακόπτεται, εάν επιβεβαιωθεί η παγκρεατίτιδα, η χορήγηση Eperzan δεν θα πρέπει να ξεκινήσει εκ νέου.

Χρειάζεται προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό παγκρεατίτιδας.

Υπογλυκαιμία

Ο κίνδυνος εμφάνισης υπογλυκαιμίας αυξάνεται όταν το Eperzan χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με εκκριταγωγά της ινσουλίνης (όπως σουλφονυλουρία) ή με ινσουλίνη. Ως εκ τούτου, οι ασθενείς μπορεί να χρειαστούν χαμηλότερη δόση σουλφονυλουρίας ή ινσουλίνης για τη μείωση του κινδύνου εμφάνισης υπογλυκαιμίας (βλέπε παραγράφους 4.2, 4.8).

Σοβαρή γαστρεντερική νόσος

Η χρήση αγωνιστών των υποδοχέων του GLP-1 μπορεί να σχετίζεται με ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό. Το Eperzan δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή γαστρεντερική νόσο, συμπεριλαμβανομένης της σοβαρής γαστροπάρεσης, και, ως εκ τούτου, δεν συνιστάται σε αυτούς τους ασθενείς.

Νεφρική δυσλειτουργία

Οι ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία που λαμβάνουν Eperzan παρουσίασαν υψηλότερη συχνότητα διάρροιας, ναυτίας και εμέτου σε σύγκριση με ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Αυτά τα είδη συμβάντων από το γαστρεντερικό μπορεί να οδηγήσουν σε αφυδάτωση και να επιδεινώσουν τη νεφρική λειτουργία.

Διακοπή της θεραπείας

Μετά τη διακοπή, η επίδραση του Eperzan μπορεί να συνεχιστεί καθώς τα επίπεδα της αλβιγλουτίδης στο πλάσμα μειώνονται με αργό ρυθμό, επί περίπου 3 έως 4 εβδομάδες. Η επιλογή άλλων φαρμακευτικών προϊόντων και ο καθορισμός της δόσης θα πρέπει να γίνεται αναλόγως, καθώς οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να συνεχιστούν και η αποτελεσματικότητα, τουλάχιστον εν μέρει, μπορεί να παραμείνει έως ότου μειωθούν τα επίπεδα της αλβιγλουτίδης.

Πληθυσμοί που δεν έχουν μελετηθεί

Δεν υπάρχει εμπειρία σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια κατηγορίας III-IV κατά NYHA.

Το Eperzan δεν έχει μελετηθεί σε συνδυασμό με γευματική ινσουλίνη, αναστολείς της διπεπτιδυλικής πεπτιδάσης-4 (DPP-4) ή αναστολείς του συμμεταφορέα νατρίου/γλυκόζης 2 (SGLT2).

Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία αναφορικά με το συνδυασμό της αλβιγλουτίδης με θειαζολιδινεδιόνες μόνο, σουλφονυλουρίες + θειαζολιδινεδιόνες και μετφορμίνη + σουλφονυλουρίες + θειαζολιδινεδιόνες.

Περιεχόμενο σε νάτριο

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση των 0,5 ml, δηλ. είναι ουσιαστικά «χωρίς νάτριο».

4.5Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Η αλβιγλουτίδη καθυστερεί τη γαστρική κένωση και έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει την απορρόφηση των από του στόματος συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων. Η αλβιγλουτίδη καθυστέρησε τη γαστρική κένωση σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο τόσο για τα στερεά όσο και τα υγρά όταν χορηγήθηκαν

100 mg ως εφάπαξ δόση σε υγιή άτομα (βλέπε παράγραφο 5.1). Θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα με στενό θεραπευτικό δείκτη ή φαρμακευτικά προϊόντα για τα οποία απαιτείται προσεκτική κλινική παρακολούθηση.

Ακαρβόζη Η ακαρβόζη αντενδείκνυται σε ασθενείς με εντερική απόφραξη. Συνιστάται προσοχή όταν χρησιμοποιείται

ταυτόχρονα με αλβιγλουτίδη (βλέπε παράγραφο 4.8).

Σιμβαστατίνη

Εφάπαξ δόση σιμβαστατίνης (80 mg) χορηγήθηκε με αλβιγλουτίδη σε σταθερή κατάσταση (50 mg εβδομαδιαίως). Η AUC της σιμβαστατίνης μειώθηκε κατά 40% και η Cmax της σιμβαστατίνης αυξήθηκε κατά 18%. Η AUC του οξέος της σιμβαστατίνης αυξήθηκε κατά 36% και η Cmax αυξήθηκε περίπου κατά 100%. Παρατηρήθηκε μείωση της ημίσειας ζωής της σιμβαστατίνης και του οξέος της σιμβαστατίνης από ~7 ώρες σε 3,5 ώρες. Η αλβιγλουτίδη δεν είχε επίδραση στην ασφάλεια της σιμβαστατίνης σε κλινικές μελέτες.

Διγοξίνη

Η αλβιγλουτίδη δεν μετέβαλε σημαντικά τη φαρμακοκινητική μίας εφάπαξ δόσης διγοξίνης (0,5 mg) όταν συγχορηγήθηκε με αλβιγλουτίδη σε σταθερή κατάσταση (50 mg εβδομαδιαίως).

Βαρφαρίνη

Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές επιδράσεις στη φαρμακοκινητική των R- και S-εναντιομερών της βαρφαρίνης κατά τη χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης ρακεμικής βαρφαρίνης (25 mg) μαζί με αλβιγλουτίδη σε σταθερή κατάσταση (50 mg εβδομαδιαίως). Επιπλέον, η αλβιγλουτίδη δεν μετέβαλε σημαντικά τις φαρμακοδυναμικές επιδράσεις της βαρφαρίνης όπως μετρήθηκαν σύμφωνα με το διεθνές ομαλοποιημένο κλάσμα, (INR).

Από του στόματος λαμβανόμενα αντισυλληπτικά

Η αλβιγλουτίδη (50 mg εβδομαδιαίως σε σταθερή κατάσταση) δεν επέδειξε κλινικά σημαντικές επιδράσεις στη φαρμακοκινητική σε σταθερή κατάσταση ενός συνδυασμού από του στόματος λαμβανόμενου αντισυλληπτικού που περιέχει νοραιθυνδρόνη 0,5 mg και αιθινυλοιστραδιόλη 0,035 mg. Επιπλέον, δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές επιδράσεις στην ωχρινοτρόπο ορμόνη, τη θυλακιοτρόπο ορμόνη ή την προγεστερόνη κατά τη συγχορήγηση της αλβιγλουτίδης με ένα από του στόματος λαμβανόμενο αντισυλληπτικό συνδυασμού.

4.6Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Εγκυμοσύνη

Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα κλινικά στοιχεία σχετικά με τη χρήση του Eperzan σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ παράγραφο 5.3). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο δεν είναι γνωστός. Το Eperzan δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και δεν συνιστάται σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία που δεν χρησιμοποιούν αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης.

Το Eperzan πρέπει να διακόπτεται τουλάχιστον 1 μήνα πριν την προγραμματισμένη εγκυμοσύνη λόγω της μακράς περιόδου έκπλυσης της αλβιγλουτίδης.

Θηλασμός

Δεν διατίθενται επαρκή δεδομένα που να υποστηρίζουν τη χρήση του Eperzan κατά τη διάρκεια του θηλασμού στον άνθρωπο.

Δεν είναι γνωστό εάν η αλβιγλουτίδη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Δεδομένου ότι η αλβιγλουτίδη είναι ένας πρωτεϊνικός θεραπευτικός παράγοντας με βάση τη λευκωματίνη, είναι πιθανόν να βρίσκεται στο ανθρώπινο γάλα. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί η θεραπεία, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για την μητέρα. Παρατηρήθηκε μειωμένο σωματικό βάρος σε απογόνους ποντικών που έλαβαν αλβιγλουτίδη κατά τη διάρκεια της κύησης και της γαλουχίας (βλέπε παράγραφο 5.3).

Γονιμότητα

Δεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τις επιδράσεις του Eperzan στη γονιμότητα στον άνθρωπο. Μελέτες σε ποντικούς έδειξαν μειωμένο κύκλο οίστρου σε τοξικές δόσεις για τη μητέρα, αλλά δεν κατέδειξαν βλαβερές επιδράσεις αναφορικά με τη γονιμότητα (βλέπε παράγραφο 5.3). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο δεν είναι γνωστός.

4.7Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών

Το Eperzan δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών. Όταν το Eperzan χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με εκκριταγωγά της ινσουλίνης (όπως σουλφονυλουρίες) ή ινσουλίνη, στους ασθενείς θα πρέπει να συνιστάται η λήψη προφυλάξεων για την αποφυγή υπογλυκαιμίας κατά την οδήγηση και τη χρήση μηχανών (βλέπε παράγραφο 4.4).

4.8Ανεπιθύμητες ενέργειες

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας

Περισσότεροι από 2.300 ασθενείς έχουν λάβει Eperzan σε 8 ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο ή δραστικό παράγοντα μελέτες φάσης III.

Σε αυτές τις μελέτες οι βασικές θεραπείες περιελάμβαναν δίαιτα και άσκηση, μετφορμίνη, σουλφονυλουρία, θειαζολιδινεδιόνη, ινσουλίνη glargine, ή ένα συνδυασμό αντιδιαβητικών φαρμακευτικών προϊόντων.

Ηδιάρκεια των μελετών κυμαινόταν από 32 εβδομάδες έως 3 έτη. Οι κατηγορίες συχνότητας που παρατίθενται παρακάτω αντικατοπτρίζουν συνδυασμένα δεδομένα για τις 2 δόσεις του Eperzan, 30 mg ή 50 mg, που χορηγούνται σε εβδομαδιαία βάση υποδορίως.

Ηπιο σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια στις κλινικές μελέτες ήταν η οξεία παγκρεατίτιδα (βλέπε παράγραφο 4.4).

Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια των κλινικών μελετών σε ≥5% των ασθενών που έλαβαν Eperzan ήταν διάρροια, ναυτία και αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης όπως εξάνθημα, ερύθημα ή κνησμός στο σημείο της ένεσης.

Περιληπτικός πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών Στον πίνακα παρουσιάζονται οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρουσιάστηκαν με μεγαλύτερη συχνότητα

μεταξύ των ασθενών που έλαβαν Eperzan σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με οποιοδήποτε από τα φάρμακα σύγκρισης. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν από μία συγκεντρωτική ανάλυση επτά ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο και δραστικό παράγοντα μελετών φάσης III καθ’ όλη την περίοδο της θεραπείας, παρουσιάζονται στον Πίνακα 1.

Οι συχνότητες στους ασθενείς ορίζονται ως εξής: πολύ συχνές ≥ 1/10, συχνές ≥ 1/100 έως < 1/10, όχι συχνές ≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες: ≥ 1/10.000 έως < 1/1.000, πολύ σπάνιες: <1/10.000) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε ομάδας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται κατά σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.

Πίνακας 1. Ανεπιθύμητες ενέργειες από μελέτες φάσης III καθ’ όλη τη διάρκεια των περιόδων θεραπείας

Κατηγορία

Πολύ συχνές

Συχνές

Όχι συχνές

Σπάνιες

Μη γνωστές

οργανικού

 

 

 

 

 

συστήματος

 

 

 

 

 

Λοιμώξεις και

 

Πνευμονία

 

 

 

παρασιτώσεις

 

 

 

 

 

Διαταραχές του

 

 

 

Αντίδραση

 

ανοσοποιητικού

 

 

 

υπερευαισθησίας

 

συστήματος

 

 

 

 

 

Διαταραχές του

Υπογλυκαιμία

Υπογλυκαιμία

 

 

Μειωμένη

μεταβολισμού

(όταν το Eperzan

(όταν το Eperzan

 

 

όρεξη

και της θρέψης

χρησιμοποιείται

χρησιμοποιείται ως

 

 

 

 

σε συνδυασμό με

μονοθεραπεία ή σε

 

 

 

 

ινσουλίνη ή

συνδυασμό με

 

 

 

 

σουλφονυλουρία)

μετφορμίνη ή

 

 

 

 

 

πιογλιταζόνη)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Καρδιακές

 

Κολπική

 

 

 

διαταραχές

 

μαρμαρυγή/

 

 

 

 

 

κολπικός

 

 

 

 

 

πτερυγισμός

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Διαταραχές του

Διάρροια, ναυτία

Έμετος,

Παγκρεατίτιδα,

 

 

γαστρεντερικού

 

δυσκοιλιότητα,

εντερική

 

 

 

 

δυσπεψία, νόσος

απόφραξη

 

 

 

 

γαστροοισοφαγικής

 

 

 

 

 

παλινδρόμησης

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γενικές

Αντιδράσεις στο

 

 

 

 

διαταραχές και

σημείο της ένεσης

 

 

 

 

καταστάσεις

 

 

 

 

 

της οδού

 

 

 

 

 

χορήγησης

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών:

Αλλεργικές αντιδράσεις

Πιθανές αντιδράσεις υπερευαισθησίας (π.χ. κνησμός, ερύθημα), συμπεριλαμβανομένου ενός περιστατικού με γενικευμένο κνησμό και εξάνθημα με δύσπνοια, έχουν αναφερθεί σε κλινικές δοκιμές με αλβιγλουτίδη.

Παγκρεατίτιδα

Η συχνότητα εμφάνισης της παγκρεατίτιδας (αξιολογούμενη ως πιθανώς σχετιζόμενη με τη θεραπεία) στις κλινικές μελέτες ήταν 0,3% για το Eperzan συγκριτικά με 0% για το εικονικό φάρμακο και 0,1% για τα φάρμακα σύγκρισης (δηλαδή, λιραγλουτίδη, πιογλιταζόνη, γλιμεπιρίδη, σιταγλιπτίνη και ινσουλίνη glargine) με ή χωρίς επιπρόσθετη βασική αντιδιαβητική θεραπεία (π.χ. μετφορμίνη).

Συμβάντα από το γαστρεντερικό

Συμβάντα από το γαστρεντερικό παρουσιάστηκαν με μεγαλύτερη συχνότητα με το Eperzan συγκριτικά με όλα τα φάρμακα σύγκρισης (38% έναντι 32%). Διάρροια (13% έναντι 9%), ναυτία (12% έναντι 11%), έμετος (5% έναντι 4%) και δυσκοιλιότητα (5% έναντι 4%), ήταν τα πιο συχνά αναφερόμενα και η πλειοψηφία των συμβάντων παρουσιάστηκε εντός των πρώτων 6 μηνών.

Συμβάντα από το γαστρεντερικό με το Eperzan παρουσιάστηκαν πιο συχνά σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (eGFR 15 έως 59 ml/min/1,73 m2) σε σχέση με τους ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία ή με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.

Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης

Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης (που κατά κανόνα περιλαμβάνουν εξάνθημα, ερύθημα ή κνησμό στο σημείο της ένεσης) παρουσιάστηκαν στο 15% των ασθενών που αντιμετωπίστηκαν με Eperzan σε σχέση με το 7% που αντιμετωπίστηκαν με όλα τα συγκριτικά φάρμακα και οδήγησαν σε διακοπή στο 2% όλων των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Eperzan. Γενικά, οι αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης ήταν ήπιας έντασης και δεν απαιτούσαν θεραπεία.

Ανοσογονικότητα

Το ποσοστό των ασθενών που ανέπτυξαν αντισώματα έναντι της αλβιγλουτίδης κατά τη διάρκεια της θεραπείας ήταν 4% (128/2.934). Κανένα από αυτά τα αντισώματα δεν φάνηκε να εξουδετερώνει τη δραστηριότητα της αλβιγλουτίδης σε μία δοκιμασία in vitro και ο σχηματισμός αντισωμάτων ήταν γενικά παροδικός και δεν σχετίσθηκε με μειωμένη αποτελεσματικότητα (HbA1c και FPG).

Παρόλο που οι περισσότεροι ασθενείς με αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης ήταν αρνητικοί για αντισώματα (~85%), αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης αναφέρθηκαν πιο συχνά στους ασθενείς που ήταν θετικοί για αντισώματα (41%, N = 116) σε σχέση με εκείνους που ήταν αρνητικοί για αντισώματα (14%, N = 1.927). Οι εκδηλώσεις αυτές ήταν κυρίως ήπιες και δεν οδήγησαν σε διακοπή της θεραπείας. Κατά τα άλλα, το προφίλ των ανεπιθύμητων συμβάντων ήταν γενικά παρόμοιο μεταξύ των ασθενών που ήταν θετικοί και αρνητικοί για αντισώματα.

Υπογλυκαιμία

Η εμφάνιση σοβαρής υπογλυκαιμίας, για την αντιμετώπιση της οποίας χρειάστηκε η βοήθεια ενός άλλου προσώπου, δεν ήταν συχνή: 0,3% μεταξύ των ασθενών που έλαβαν Eperzan και 0,4% μεταξύ των ασθενών που έλαβαν συγκριτικό φάρμακο. Οι περισσότεροι ασθενείς με σοβαρά υπογλυκαιμικά επεισόδια σε κλινικές μελέτες λάμβαναν ταυτόχρονα μία σουλφονυλουρία ή ινσουλίνη και για κανένα επεισόδιο δεν χρειάστηκε νοσηλεία του ασθενούς ή διακοπή της θεραπείας.

Όταν το Eperzan χρησιμοποιήθηκε ως μονοθεραπεία, η επίπτωση συμπτωματικής υπογλυκαιμίας

(<3,9 mmol/l) ήταν παρόμοια για το Eperzan 30 mg (2%), το Eperzan 50 mg (1%) και το εικονικό φάρμακο

(3%).

Το ποσοστό συμπτωματικής υπογλυκαιμίας ήταν υψηλότερο για το Eperzan όταν χρησιμοποιήθηκε σε συνδυασμό με μία σουλφονυλουρία (15% έως 22%) ή με ινσουλίνη (18%) σε σύγκριση με συνδυασμό που δεν περιελάμβανε μία σουλφονυλουρία ή ινσουλίνη (1% έως 4%). Μεταξύ των ασθενών που τυχαιοποιήθηκαν σε λήψη άλλων συγκριτικών φαρμάκων, η επίπτωση της συμπτωματικής υπογλυκαιμίας ήταν 7% έως 33% όταν χρησιμοποιήθηκαν με μία σουλφονυλουρία ή ινσουλίνη και 2% έως 4% σε συνδυασμούς χωρίς αυτά τα φάρμακα.

Πνευμονία

Πνευμονία παρουσιάστηκε στο 2% των ασθενών που έλαβαν Eperzan σε σύγκριση με το 0,8% των ασθενών στην ομάδα με όλα τα συγκριτικά φάρμακα. Για το Eperzan, αυτά ήταν μεμονωμένα επεισόδια πνευμονίας σε ασθενείς που συμμετείχαν σε μελέτες με περίοδο παρατήρησης διάρκειας από 32 εβδομάδων έως 3 ετών.

Κολπική μαρμαρυγή/κολπικός πτερυγισμός

Κολπική μαρμαρυγή/ κολπικός πτερυγισμός παρουσιάστηκε στο 1% των ασθενών που έλαβαν Eperzan και στο 0,5% των ασθενών στην ομάδα όλων των συγκριτικών φαρμάκων. Στις δύο ομάδες του Eperzan καθώς και στις ομάδες όλων των συγκριτικών φαρμάκων, οι ασθενείς που παρουσίασαν συμβάντα ήταν γενικά άνδρες, μεγαλύτερης ηλικίας ή είχαν νεφρική δυσλειτουργία.

Καρδιακός ρυθμός

Στις μελέτες Φάσης ΙΙΙ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, μικρές αυξήσεις του καρδιακού ρυθμού (1-2 σφύξεις/min) παρατηρήθηκαν με αλβιγλουτίδη. Σε μια ενδελεχή μελέτη του διαστήματος QT σε υγιείς

εθελοντές, αύξηση του καρδιακού ρυθμού (6-8 σφύξεις/min) παρατηρήθηκε μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση αλβιγλουτίδης 50 mg συγκριτικά με τις αρχικές τιμές.

Αποσύρσεις

Σε κλινικές μελέτες διάρκειας τουλάχιστον 2 ετών, το 8% των ατόμων στην ομάδα του Eperzan διέκοψε τη δραστική θεραπεία λόγω εμφάνισης ανεπιθύμητου συμβάντος σε σύγκριση με το 6% στην ομάδα όλων των συγκριτικών φαρμάκων. Τα πιο συχνά συμβάντα που οδήγησαν σε διακοπή του Eperzan ήταν αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης και συμβάντα που σχετίζονταν με το γαστρεντερικό, κάθε ένα < 2%.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του

φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

4.9Υπερδοσολογία

Κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, η υψηλότερη δόση Eperzan που χορηγήθηκε ήταν 100 mg υποδορίως κάθε τέσσερις εβδομάδες για 12 εβδομάδες. Η δόση αυτή σχετίστηκε με αυξημένη συχνότητα εμφάνισης ναυτίας, εμέτου και κεφαλαλγίας.

Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο για την υπερδοσολογία με Eperzan. Στην περίπτωση πιθανολογούμενης υπερδοσολογίας, πρέπει να ξεκινά κατάλληλη υποστηρικτική κλινική φροντίδα, όπως υπαγορεύεται από την κλινική κατάσταση του ατόμου. Τα αναμενόμενα συμπτώματα της υπερδοσολογίας μπορεί να είναι σοβαρή ναυτία, έμετος και κεφαλαλγία. Ενδέχεται να χρειάζεται παρατεταμένη περίοδος παρακολούθησης και αντιμετώπισης αυτών των συμπτωμάτων, λαμβάνοντας υπόψη την ημίσεια ζωή της αλβιγλουτίδης (5 ημέρες).

5.ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στο διαβήτη. Άλλα φάρμακα μείωσης της γλυκόζης του αίματος εξαιρουμένων των ινσουλινών. Ανάλογα πεπτιδίου-1 προσομοιάζοντα με γλυκαγόνη (GLP-1). Κωδικός ATC: A10BJ04

Μηχανισμός δράσης

Η αλβιγλουτίδη είναι ένας αγωνιστής των υποδοχέων του GLP-1 και αυξάνει την εξαρτώμενη από τη γλυκόζη έκκριση ινσουλίνης. Η αλβιγλουτίδη επιβραδύνει επίσης τη γαστρική κένωση.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Έλεγχος γλυκόζης

Το Eperzan μειώνει τη γλυκόζη νηστείας και τις μεταγευματικές διακυμάνσεις της γλυκόζης. Η πλειοψηφία της παρατηρούμενης μείωσης της γλυκόζης πλάσματος νηστείας συμβαίνει μετά από εφάπαξ δόση, σύμφωνα με το προφίλ φαρμακοκινητικής της αλβιγλουτίδης.

Σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που έλαβαν 2 δόσεις αλβιγλουτίδης 32 mg (Ημέρα 1 και 8), παρατηρήθηκε μία στατιστικά σημαντική μείωση (24%) της AUC(0,5-4,5 h) της μεταγευματικής γλυκόζης σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, μετά από τυποποιημένο πρωινό γεύμα την Ημέρα 9.

Μία εφάπαξ δόση αλβιγλουτίδης 50 mg δεν διατάραξε την αντιρροπιστική ορμονική ανταπόκριση της γλυκαγόνης, της επινεφρίνης, της νορεπινεφρίνης, της κορτιζόλης ή της αυξητικής ορμόνης στην υπογλυκαιμία.

Γαστρική κινητικότητα

Η αλβιγλουτίδη καθυστέρησε τη γαστρική κένωση σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο τόσο για τα στερεά όσο και τα υγρά όταν χορηγήθηκαν 100 mg ως εφάπαξ δόση σε υγιή άτομα. Για τα στερεά, ο t1/2 της γαστρικής κένωσης αυξήθηκε από 1,14 h σε 2,23 h (p=0,0112). Για τα υγρά, ο t1/2 της γαστρικής ένωσης αυξήθηκε από 0,28 h σε 0,69 h (p=0,0018).

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Συνολικά 2.365 ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 αντιμετωπίστηκαν με Eperzan και 2.530 έλαβαν άλλα φάρμακα της μελέτης σε 8 ελεγχόμενες με δραστικό παράγοντα και εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες φάσης III. Στις μελέτες αξιολογήθηκε η χρήση του Eperzan 30 mg και 50 mg άπαξ εβδομαδιαίως, επιτρέποντας προαιρετική τιτλοποίηση του Eperzan από 30 mg σε 50 mg άπαξ εβδομαδιαίως στις 5 από τις 8 μελέτες. Και στις 8 κλινικές μελέτες και συμπεριλαμβανομένων των ατόμων σε όλες τις ομάδες θεραπείας, συνολικά το 19% των ασθενών (N = 937) ήταν ηλικίας από 65 ετών και άνω και το 2% (N = 112) ήταν ηλικίας από 75 ετών και άνω, ενώ το 52% ήταν άνδρες με μέσο δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) 33 kg/m2. Το 67% των ασθενών ήταν Καυκάσιοι, το 15% ήταν Αφροαμερικανοί/Αφρικανικής καταγωγής και το 11% Ασιάτες. Το 26% των ασθενών ήταν Ισπανόφωνοι/Λατίνοι.

Συνολικά δεν παρατηρήθηκαν διαφορές ως προς τη γλυκαιμική αποτελεσματικότητα ή το σωματικό βάρος μεταξύ των δημογραφικών υποομάδων (ηλικία, φύλο, φυλή/εθνικότητα, διάρκεια του διαβήτη).

Μονοθεραπεία

Η αποτελεσματικότητα του Eperzan αξιολογήθηκε σε μία διάρκειας 3 ετών, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, πολυκεντρική μελέτη (n = 296) σε ασθενείς που ελέγχονται ανεπαρκώς με δίαιτα και άσκηση. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν (1:1:1) σε λήψη Eperzan 30 mg άπαξ εβδομαδιαίως, Eperzan 30 mg άπαξ εβδομαδιαίως με τιτλοποίηση προς τα επάνω σε 50 mg άπαξ εβδομαδιαίως την εβδομάδα 12, ή εικονικού φαρμάκου. Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η μεταβολή της HbA1c από την έναρξη της μελέτης έως τις 52 εβδομάδες. Σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, η θεραπεία με Eperzan

30 mg και 50 mg SC εβδομαδιαίως οδήγησε σε στατικά σημαντικές μειώσεις της HbA1c από την έναρξη της μελέτης έως την Εβδομάδα 52. Η μεταβολή της HbA1c από την έναρξη της μελέτης έως το χρονικό σημείο των 6 μηνών ήταν επίσης στατιστικά σημαντική για τις εβδομαδιαίες δόσεις των 30 mg (0,9%) και 50 mg (1,1%) του Eperzan (βλέπε Πίνακα 2).

Πίνακας 2. Αποτελέσματα στις 52 εβδομάδες σε μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη με δύο δόσεις Eperzan (30 έναντι 50 mg SC εβδομαδιαίως) ως μονοθεραπεία

 

Eperzan

Eperzan

 

 

30 mg εβδομαδιαίως

50 mg εβδομαδιαίως

Εικονικό Φάρμακο

ITTα (N)

N = 100

N = 97

N = 99

HbA1c (%)

 

 

 

Τιμή αναφοράς (μέση τιμή)

-8,05

8,21

8,02

Μεταβολή την Εβδομάδα 52β

-0,70

-0,9

+0,2

Διαφορά από το εικονικό φάρμακοβ

-0,8 (-1,1, -0,6) γ

-1,0 (-1,3, -0,8) γ

 

(95% CI)

 

 

 

Ασθενείς (%) που πέτυχαν HbA1c

< 7%

 

 

 

Σωματικό βάρος (kg)

 

 

 

Τιμή αναφοράς (μέση τιμή)

Μεταβολή την Εβδομάδα 52β

-0,4

-0,9

-0,7

Διαφορά από το εικονικό φάρμακοβ

0,3 (-0,9, 1,5)

-0,2 (-1,4, 1,0)

 

(95% CI)

 

 

 

αΠληθυσμός με πρόθεση θεραπείας – προώθηση της τελευταίας παρατήρησης

βΠροσαρμοσμένη μέση τιμή

γP<0,05 για τη διαφορά της θεραπείας

Θεραπεία συνδυασμού

Επιπρόσθετη θεραπεία σε μετφορμίνη

Η αποτελεσματικότητα του Eperzan αξιολογήθηκε σε μία διάρκειας 3 ετών, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή,

πολυκεντρική μελέτη (n = 999). Σε βασική θεραπεία με μετφορμίνη 1.500 mg ημερησίως, το Eperzan 30 mg SC εβδομαδιαίως (με προαιρετική τιτλοποίηση προς τα επάνω σε 50 mg εβδομαδιαίως μετά από

τουλάχιστον 4 εβδομάδες) συγκρίθηκε με σιταγλιπτίνη 100 mg ημερησίως, γλιμεπιρίδη 2 mg ημερησίως (με προαιρετική τιτλοποίηση σε 4 mg ημερησίως), ή εικονικό φάρμακο. Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η μεταβολή της HbA1c από την έναρξη της μελέτης στα 2 έτη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Τα αποτελέσματα στις 104 εβδομάδες παρουσιάζονται στον Πίνακα 3. Το Eperzan επέδειξε αντιγλυκαιμική δράση και ήταν στατιστικά ανώτερο ως προς τη μείωση της HbA1c από την έναρξη της μελέτης σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, σιταγλιπτίνη ή τη γλιμεπιρίδη (βλέπε Πίνακα 3).

Πίνακας 3. Αποτελέσματα στις 104 εβδομάδες σε μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη στην οποία συγκρίθηκε το Eperzan 30 mg SC εβδομαδιαίως (με προαιρετική τιτλοποίηση προς τα επάνω σε 50 mg εβδομαδιαίως) με τη σιταγλιπτίνη 100 mg ημερησίως και τη γλιμεπιρίδη 2 έως 4 mg ημερησίως ως επιπρόσθετη θεραπεία σε ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με μετφορμίνη >1.500 mg ημερησίως.

 

Eperzan

 

Σιταγλιπτίνη

Γλιμεπιρίδη

 

30 mg/50 mg

Εικονικό

100 mg

2 έως 4 mg

 

Εβδομαδιαίως +

Φάρμακο

ημερησίως +

ημερησίως +

 

Μετφορμίνη

+ Μετφορμίνη

Μετφορμίνη

Μετφορμίνη

 

1.500 mg

1.500 mg

1.500 mg

1.500 mg

 

ημερησίως

ημερησίως

ημερησίως

ημερησίως

ITTα (N)

HbA1c (%)

 

 

 

 

Τιμή αναφοράς (μέση τιμή)

8,1

8,1

8,1

8,1

Μεταβολή την Εβδομάδα 104β

-0,6

+0,3

-0,3

-0,4

Διαφορά από το εικονικό φάρμακο +

-0,9 (-1,2, -0,7)γ

 

 

 

μετφορμίνηβ (95% CI)

 

 

 

 

Διαφορά από σιταγλιπτίνη +

-0,4 (-0,5, -0,2)γ

 

 

 

μετφορμίνηβ (95% CI)

 

 

 

 

Διαφορά από γλιμεπιρίδη +

-0,3 (-0,5, -0,1)γ

 

 

 

μετφορμίνηβ (95% CI)

 

 

 

 

Ποσοστό ασθενών που πέτυχαν

HbA1c < 7%

 

 

 

 

Σωματικό βάρος (kg)

 

 

 

 

Τιμή αναφοράς (μέση τιμή)

Μεταβολή την Εβδομάδα 104 β

-1,2

-1,0

-0,9

+1,2

Διαφορά από το εικονικό φάρμακο +

-0,2 (-1,1, 0,7)

 

 

 

μετφορμίνηβ (95% CI)

 

 

 

 

Διαφορά από σιταγλιπτίνη +

-0,4 (-1,0, 0,3)

 

 

 

μετφορμίνηβ (95% CI)

 

 

 

 

Διαφορά από γλιμεπιρίδη +

-2,4 (-3,0, -1,7)γ

 

 

 

μετφορμίνηβ (95% CI)

 

 

 

 

αΠληθυσμός με πρόθεση θεραπείας – προώθηση της τελευταίας παρατήρησης

βΠροσαρμοσμένη μέση τιμή

γP<0,05 για τη διαφορά της θεραπείας

Επιπρόσθετη θεραπεία σε πιογλιταζόνη

Η αποτελεσματικότητα του Eperzan αξιολογήθηκε σε μία διάρκειας 3 ετών, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, πολυκεντρική μελέτη (n = 299). Το Eperzan 30 mg SC εβδομαδιαίως συγκρίθηκε με εικονικό φάρμακο σε ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με πιογλιταζόνη 30 mg ημερησίως (με ή χωρίς μετφορμίνη 1.500 mg ημερησίως).

Σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, η θεραπεία με Eperzan οδήγησε σε στατιστικά σημαντικές μειώσεις της HbA1c από την έναρξη της μελέτης (-0,8% για το Eperzan έναντι -0,1% για το εικονικό φάρμακο,

p<0,05) και της FPG (-1,3 mmol/l για το Eperzan έναντι +0,4 mmol/l για το εικονικό φάρμακο, p<0,05) στις 52 εβδομάδες. Η μεταβολή του σωματικού βάρους σε σχέση με την έναρξη της μελέτης δεν διέφερε σημαντικά μεταξύ των ομάδων θεραπείας (βλέπε Πίνακα 4).

Πίνακας 4. Αποτελέσματα στις 52 εβδομάδες σε μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη στην οποία συγκρίθηκε το Eperzan 30 mg εβδομαδιαίως ως επιπρόσθετη θεραπεία σε ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με πιογλιταζόνη >30 mg SC ημερησίως ± μετφορμίνη >1.500 mg ημερησίως

 

Eperzan 30 mg

 

 

Εβδομαδιαίως +

Εικονικό φάρμακο +

 

Πιογλιταζόνη

Πιογλιταζόνη

 

30 mg ημερησίως

30 mg ημερησίως

 

(+/- Μετφορμίνη

(+/- Μετφορμίνη

 

1.500 mg ημερησίως)

1.500 mg ημερησίως)

ITTα (N)

N = 150

N = 149

HbA1c (%)

 

 

Τιμή αναφοράς (μέση τιμή)

8,1

8,1

Μεταβολή την Εβδομάδα 52β

-0,8

 

Διαφορά από το εικονικό φάρμακο +

-0,8 (-1,0, -0,6) γ

-0,05

πιογλιταζόνηβ (95% CI)

 

 

Ποσοστό ασθενών που πέτυχαν HbA1c < 7%

Σωματικό βάρος (kg)

 

 

Τιμή αναφοράς (μέση τιμή)

Μεταβολή την Εβδομάδα 52β

0.3

+0.5

Διαφορά από το εικονικό φάρμακο +

-0.2 (-1.2, 0.8)

 

πιογλιταζόνηβ (95% CI)

αΠληθυσμός με πρόθεση θεραπείας – προώθηση της τελευταίας παρατήρησης

βΠροσαρμοσμένη μέση τιμή

γP<0,05 για τη διαφορά της θεραπείας

Επιπρόσθετη θεραπεία σε μετφορμίνη συν σουλφονυλουρία

Η αποτελεσματικότητα του Eperzan αξιολογήθηκε σε μία διάρκειας 3 ετών, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή,

πολυκεντρική μελέτη (n = 657). Σε βασική θεραπεία μετφορμίνης ≥1.500 mg ημερησίως συν γλιμεπιρίδη

4 mg ημερησίως, το Eperzan 30 mg SC εβδομαδιαίως (με προαιρετική τιτλοποίηση προς τα επάνω σε 50 mg εβδομαδιαίως μετά από τουλάχιστον 4 εβδομάδες) συγκρίθηκε με εικονικό φάρμακο ή πιογλιταζόνη 30 mg ημερησίως (με προαιρετική τιτλοποίηση σε 45 mg/ημέρα). Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η μεταβολή της HbA1c από την έναρξη της μελέτης έως τις 52 εβδομάδες σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Στις

52 εβδομάδες, η θεραπεία με Eperzan οδήγησε σε στατιστικά σημαντικές μειώσεις της HbA1c από την έναρξη της μελέτης σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Η θεραπεία με Eperzan δεν πέτυχε το προκαθορισμένο περιθώριο μη κατωτερότητας (0,3%) ως προς την HbA1c έναντι της πιογλιταζόνης. Η μεταβολή του σωματικού βάρους σε σχέση με την έναρξη της μελέτης για το Eperzan δεν διέφερε σημαντικά από το εικονικό φάρμακο, αλλά ήταν σημαντικά χαμηλότερη σε σχέση με την πιογλιταζόνη (βλέπε Πίνακα 5).

Πίνακας 5. Αποτελέσματα στις 52 εβδομάδες σε μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, στην οποία συγκρίθηκε το Eperzan 30 mg SC εβδομαδιαίως (με προαιρετική τιτλοποίηση προς τα επάνω σε 50 mg εβδομαδιαίως) με την πιογλιταζόνη 30 mg ημερησίως (με προαιρετική τιτλοποίηση σε 45 mg/ημέρα) ως επιπρόσθετη θεραπεία σε ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με μετφορμίνη + σουλφονυλουρία (γλιμεπιρίδη 4 mg ημερησίως).

 

Eperzan

Εικονικό φάρμακο

Πιογλιταζόνη +

 

30 mg/50 mg

+

Μετφορμίνη

 

Εβδομαδιαίως +

Μετφορμίνη

1.500 mg

 

Μετφορμίνη

1.500 mg

ημερησίως +

 

1.500 mg ημερησίως

ημερησίως +

Γλιμεπιρίδη

 

+ Γλιμεπιρίδη 4 mg

Γλιμεπιρίδη 4 mg

4 mg

 

ημερησίως

ημερησίως

ημερησίως

ITTα (N)

HbA1c (%)

 

 

 

Τιμή αναφοράς (μέση τιμή)

8,2

8,3

8,3

Μεταβολή την Εβδομάδα 52β

-0,6

+0,33

-0,80

Διαφορά από το εικονικό

-0,9 (-1,1, -0,7)γ

 

 

φάρμακο + μετ. + γλιμ.β (95% CI)

 

 

 

Διαφορά από πιογλιταζόνη + μετ.

0,3 (0,1, 0,4)

 

 

+ γλιμ.β (95% CI)

 

 

 

Ποσοστό ασθενών που πέτυχαν

HbA1c < 7%

 

 

 

Σωματικό βάρος (kg)

 

 

 

Τιμή αναφοράς (μέση τιμή)

Μεταβολή την Εβδομάδα 52β

-0,4

-0,4

+4,4

Διαφορά από το εικονικό

-0,03 (-0,9, 0,8)

 

 

φάρμακο + μετ. + γλιμ.β (95% CI)

 

 

 

Διαφορά από πιογλιταζόνη + μετ.

-4,9 (-5,5, -4,2)γ

 

 

+ γλιμ.β (95% CI)

 

 

 

αΠληθυσμός με πρόθεση θεραπείας – προώθηση της τελευταίας παρατήρησης

βΠροσαρμοσμένη μέση τιμή

γP<0,05 για τη διαφορά της θεραπείας

Επιπρόσθετη θεραπεία σε ινσουλίνη glargine

Η αποτελεσματικότητα του Eperzan αξιολογήθηκε σε μία τυχαιοποιημένη, ανοικτή, πολυκεντρική μελέτη μη κατωτερότητας διάρκειας 52 εβδομάδων (n = 563). Σε βασική θεραπεία με ινσουλίνη glargine (έναρξη

στις 10 μονάδες και τιτλοποίηση σε ≥ 20 μονάδες ανά ημέρα), το Eperzan 30 mg SC άπαξ εβδομαδιαίως (με τιτλοποίηση προς τα επάνω σε 50 mg σε περίπτωση μη επαρκούς ελέγχου μετά την Εβδομάδα 8) συγκρίθηκε με γευματική ινσουλίνη lispro (χορηγούμενη ημερησίως κατά το γεύμα, έναρξη σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική και τιτλοποίηση σύμφωνα με τη δράση). Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η μεταβολή της HbA1c από την έναρξη της μελέτης έως τις 26 εβδομάδες. Την Εβδομάδα 26, η μέση ημερήσια δόση της ινσουλίνης glargine ήταν 53 IU για το Eperzan και 51 IU για τη lispro. Η μέση ημερήσια δόση της ινσουλίνης lispro την Εβδομάδα 26 ήταν 31 IU και την Εβδομάδα 52 το 69% των ασθενών που αντιμετωπίστηκαν με Eperzan έλαβαν 50 mg εβδομαδιαίως. Στις 26 εβδομάδες, η διαφορά της HbA1c της τάξεως του 0,2% μεταξύ των ομάδων θεραπείας για το Eperzan και την ινσουλίνη lispro πέτυχε το προκαθορισμένο περιθώριο μη κατωτερότητας (0,4%). Η θεραπεία με Eperzan οδήγησε σε μέση απώλεια σωματικού βάρους για το Eperzan (-0,7 kg) σε σύγκριση με μέση πρόσληψη σωματικού βάρους για την ινσουλίνη lispro (+0,8 kg) και η διαφορά ανάμεσα στις ομάδες θεραπείας ήταν στατιστικά σημαντική (βλέπε Πίνακα 6).

Πίνακας 6. Αποτελέσματα στις 26 εβδομάδες σε μία μελέτη σύγκρισης του Eperzan 30 mg SC εβδομαδιαίως (με προαιρετική τιτλοποίηση προς τα επάνω σε 50 mg εβδομαδιαίως) με γευματική ινσουλίνη lispro ως επιπρόσθετη θεραπεία σε ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με ινσουλίνη glargine μεμονωμένα.

 

Eperzan

Ινσουλίνη lispro

 

+

+

 

Ινσουλίνη glargine

Ινσουλίνη glargine

 

(20 μονάδες ανά ημέρα)

(20 μονάδες ανά ημέρα)

ITTα (N)

N = 282

N = 281

HbA1c (%)

 

 

Τιμή αναφοράς (μέση τιμή)

8,47

8,43

Μεταβολή την Εβδομάδα 26β

-0,8

-0,6

Διαφορά από ινσουλίνη lisproβ (95%

-0,2 (-0,3, 0,0)

 

CI)

<0,0001

 

Τιμή P (μη κατωτερότητα)

 

 

Ποσοστό ασθενών που πέτυχαν HbA1c

30%

25%

< 7%

 

 

Σωματικό βάρος (kg)

 

 

Τιμή αναφοράς (μέση τιμή)

Μεταβολή την Εβδομάδα 26β

-0,7

+0,8

Διαφορά από ινσουλίνη lisproβ (95%

-1,5 (-2,1, -1,0) γ

 

CI)

αΠληθυσμός με πρόθεση θεραπείας – προώθηση της τελευταίας παρατήρησης

βΠροσαρμοσμένη μέση τιμή

γP<0,05 για τη διαφορά της θεραπείας

Στους ασθενείς που ολοκλήρωσαν τη μελέτη (52 εβδομάδες), η προσαρμοσμένη μέση μεταβολή της HbA1c από την έναρξη της μελέτης ήταν -1,0% για το Eperzan (N = 121) και -0,9% για την ινσουλίνη lispro

(N = 141). Η προσαρμοσμένη μέση μεταβολή του σωματικού βάρους από την έναρξη της μελέτης στις 52 εβδομάδες ήταν -1,0 kg για το Eperzan (N = 122) και +1,7 kg για την ινσουλίνη lispro (N = 141). Τα δεδομένα αυτά δεν περιλαμβάνουν τη χρήση αντιδιαβητικών θεραπειών που επιτρέπονταν μετά την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας σε περίπτωση υπέρβασης των γλυκαιμικών ορίων.

Ελεγχόμενη με δραστικό παράγοντα μελέτη έναντι ινσουλίνης glargine ως επιπρόσθετη θεραπεία σε μετφορμίνη ± σουλφονυλουρία

Η αποτελεσματικότητα του Eperzan αξιολογήθηκε σε μία διάρκειας 3 ετών, τυχαιοποιημένη (2:1), ανοικτή, ελεγχόμενη με ινσουλίνη glargine μελέτη μη κατωτερότητας (n = 735). Σε βασική θεραπεία μετφορμίνης

≥1.500 mg ημερησίως (με ή χωρίς σουλφονυλουρία), το Eperzan 30 mg SC εβδομαδιαίως (με προαιρετική τιτλοποίηση προς τα επάνω σε 50 mg εβδομαδιαίως) συγκρίθηκε με ινσουλίνη glargine (έναρξη στις

10 μονάδες και εβδομαδιαία τιτλοποίηση σύμφωνα με τις πληροφορίες συνταγογράφησης). Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η μεταβολή της HbA1c από την έναρξη της μελέτης έως τις 52 εβδομάδες. Η συνολική ημερήσια δόση έναρξης της ινσουλίνης glargine κυμάνθηκε μεταξύ 2 και 40 μονάδων (διάμεση ημερήσια δόση 10 μονάδες) και κυμάνθηκε μεταξύ 3 και 230 μονάδων (διάμεση ημερήσια δόση 30 μονάδες) την Εβδομάδα 52. Η διάμεση ημερήσια δόση της ινσουλίνης glargine που χρησιμοποιήθηκε πριν από την αντιυπεργλυκαιμική θεραπεία διάσωσης ήταν 10 μονάδες (εύρος 2 έως 40 μονάδες) κατά την έναρξη της μελέτης και 30 μονάδες (εύρος 3 έως 230 μονάδες) την Εβδομάδα 52. Την Εβδομάδα 156 το 77% των ασθενών που αντιμετωπίστηκαν με Eperzan τιτλοποιήθηκαν προς τα επάνω σε 50 mg SC εβδομαδιαίως. Η διαφορά της HbA1c της τάξεως του 0,1% (-0,04, 0,27) ανάμεσα στις θεραπείες από την έναρξη της μελέτης στις 52 εβδομάδες για το Eperzan και την ινσουλίνη glargine πέτυχε το προκαθορισμένο περιθώριο μη κατωτερότητας (0,3%). Παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική μείωση του σωματικού βάρους για το Eperzan σε σύγκριση με αύξηση του σωματικού βάρους για την ινσουλίνη glargine και η διαφορά στη μεταβολή του σωματικού βάρους ήταν στατιστικά σημαντική (βλέπε Πίνακα 7).

Πίνακας 7. Αποτελέσματα στις 52 εβδομάδες σε μία ελεγχόμενη με δραστικό παράγοντα μελέτη σύγκρισης του Eperzan 30 mg SC εβδομαδιαίως (με προαιρετική τιτλοποίηση προς τα επάνω σε 50 mg εβδομαδιαίως) με ινσουλίνη glargine (εβδομαδιαία τιτλοποίηση σύμφωνα με τις πληροφορίες συνταγογράφησης) ως επιπρόσθετη θεραπεία σε ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με μετφορμίνη ± σουλφονυλουρία.

 

Eperzan

 

 

30 mg/50 mg

 

 

Εβδομαδιαίως

Ινσουλίνη glargine

 

± Μετφορμίνη (με ή

± Μετφορμίνη (με ή χωρίς

 

χωρίς σουλφονυλουρία)

σουλφονυλουρία)

ITTα (N)

HbA1c (%)

 

 

Τιμή αναφοράς (μέση τιμή)

8,28

8,36

Μεταβολή την Εβδομάδα 52β

-0,7

-0,8

Διαφορά από ινσουλίνη glargineβ (95% CI)

0,1 (-0,04, 0,3)

 

Τιμή P (μη κατωτερότητα)

<0,0086

 

Ποσοστό ασθενών που πέτυχαν HbA1c < 7%

Σωματικό βάρος (kg)

 

 

Τιμή αναφοράς (μέση τιμή)

Μεταβολή την Εβδομάδα 52β

-1,1

1,6

Διαφορά από ινσουλίνη glargineβ (95% CI)

-2,6 (-3,2, -2,0) γ

 

αΠληθυσμός με πρόθεση θεραπείας – προώθηση της τελευταίας παρατήρησης

βΠροσαρμοσμένη μέση τιμή

γP<0,05 για τη διαφορά της θεραπείας

Στους ασθενείς που αντιμετωπίστηκαν για τουλάχιστον 104 εβδομάδες, η προσαρμοσμένη μέση μεταβολή της HbA1c από την έναρξη της μελέτης ήταν -0,97% για το Eperzan (N = 182) και -1,04% για την ινσουλίνη glargine (N = 102). Η προσαρμοσμένη μέση μεταβολή του σωματικού βάρους από την έναρξη της μελέτης έως τις 104 εβδομάδες ήταν -2,6 kg για το Eperzan (N = 184) και +1,4 kg για την ινσουλίνη glargine

(N = 104). Τα δεδομένα αυτά δεν περιλαμβάνουν τη χρήση αντιδιαβητικών θεραπειών που επιτρέπονταν μετά την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας σε περίπτωση υπέρβασης των γλυκαιμικών ορίων.

Ελεγχόμενη με δραστικό παράγοντα μελέτη έναντι λιραγλουτίδης σε συνδυασμό με μετφορμίνη, θειαζολιδινεδιόνη, ή σουλφονυλουρία (ως μονοθεραπεία ή διπλή θεραπεία)

Ηαποτελεσματικότητα του Eperzan αξιολογήθηκε σε μία τυχαιοποιημένη, ανοικτή, ελεγχόμενη με λιραγλουτίδη μελέτη μη κατωτερότητας διάρκειας 32 εβδομάδων (Ν = 805). Το Eperzan 30 mg SC εβδομαδιαίως (με τιτλοποίηση προς τα επάνω σε 50 mg εβδομαδιαίως την Εβδομάδα 6) συγκρίθηκε με λιραγλουτίδη 1,8 mg ημερησίως (τιτλοποίηση προς τα επάνω από 0,6 mg την Εβδομάδα 1 και 1,2 mg την Εβδομάδα 1 έως την Εβδομάδα 2) σε ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με μονοθεραπεία ή με από του στόματος αντιδιαβητική θεραπεία συνδυασμού (μετφορμίνη, θειαζολιδινεδιόνη ή σουλφονυλουρίες). Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η μεταβολή της HbA1c από την έναρξη της μελέτης στις 32 εβδομάδες.

Ηθεραπεία με Eperzan δεν πληρούσε το προκαθορισμένο περιθώριο μη κατωτερότητας (0,3%) ως προς την HbA1c έναντι της λιραγλουτίδης (βλέπε Πίνακα 8).

Πίνακας 8. Αποτελέσματα από μία ελεγχόμενη με δραστικό παράγοντα μελέτη του Eperzan 30 mg SC εβδομαδιαίως (με τιτλοποίηση προς τα επάνω σε 50 mg εβδομαδιαίως) έναντι λιραγλουτίδης 1,8 mg ημερησίως στις 32 εβδομάδες α

 

Eperzan

Λιραγλουτίδη

 

30 mg/50 mg Εβδομαδιαίως

1,8 mg Ημερησίως

Πληθυσμός με πρόθεση θεραπείας (Ν)

HbA1c (%)

 

 

Τιμή αναφοράς (μέση τιμή)

8,2

8,2

Μεταβολή την Εβδομάδα 32β

-0,8

-1,0

Διαφορά από λιραγλουτίδηβ (95% CI)

0,2 (0,1, 0,3)

 

Τιμή P (μη κατωτερότητα)

p = 0,0846

 

Ποσοστό ασθενών που πέτυχαν HbA1c < 7%

42%

52%

Σωματικό βάρος (kg)

 

 

Τιμή αναφοράς (μέση τιμή)

Μεταβολή την Εβδομάδα 32β

-0,6

-2,2

Διαφορά από λιραγλουτίδηβ (95% CI)

1,55 (1,05, 2,06) γ

 

αΠληθυσμός με πρόθεση θεραπείας – προώθηση της τελευταίας παρατήρησης

βΠροσαρμοσμένη μέση τιμή

γP<0,05 για τη διαφορά της θεραπείας

Ελεγχόμενη με δραστικό παράγοντα μελέτη έναντι σιταγλιπτίνης σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και διαφορετικό βαθμό νεφρικής δυσλειτουργίας

Ηαποτελεσματικότητα του Eperzan αξιολογήθηκε σε μία τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με δραστικό παράγοντα μελέτη διάρκειας 52 εβδομάδων σε 486 ασθενείς με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία που δεν ελέγχονταν επαρκώς με το υπάρχον σχήμα δίαιτας και άσκησης ή με άλλη αντιδιαβητική θεραπεία. Το Eperzan 30 mg SC εβδομαδιαίως (με τιτλοποίηση προς τα επάνω σε 50 mg εβδομαδιαίως, κατά περίπτωση) συγκρίθηκε με σιταγλιπτίνη. Η σιταγλιπτίνη χορηγήθηκε σύμφωνα με την κάθαρση κρεατινίνης που μετρήθηκε με τον τύπο Cockcroft-Gault (100 mg ημερησίως σε ήπια, 50 mg ημερησίως σε μέτρια και 25 mg ημερησίως σε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία). Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η μεταβολή της HbA1c από την έναρξη της μελέτης έως τις 26 εβδομάδες.

Ηθεραπεία με Eperzan οδήγησε σε στατιστικά σημαντικές μειώσεις της HbA1c από την έναρξη της μελέτης έως την Εβδομάδα 26 σε σύγκριση με τη σιταγλιπτίνη. Η προσαρμοσμένη ως προς το μοντέλο μέση μείωση

της HbA1c από την έναρξη της μελέτης με το Eperzan ήταν -0,80 (n = 125), -0,83 (n = 98), και -1,08 (n = 19) σε ασθενείς με ήπια (eGFR 60 έως 89 ml/min/1,73 m2), μέτρια (eGFR 30 έως 59 ml/min/1,73 m2) και σοβαρή (eGFR <30 ml/min/1,73 m2) νεφρική δυσλειτουργία, αντίστοιχα (βλέπε Πίνακα 9).

Πίνακας 9. Αποτελέσματα στις 26 εβδομάδες σε μία μελέτη του Eperzan 30 mg SC εβδομαδιαίως (με τιτλοποίηση προς τα επάνω σε 50 mg εβδομαδιαίως κατά περίπτωση) έναντι σιταγλιπτίνης (χορήγηση δόσεων ανάλογα με τη νεφρική λειτουργία) σε ασθενείς με διαφορετικό βαθμό νεφρικής δυσλειτουργίας

 

Eperzan

Σιταγλιπτίνη

 

30 mg/50 mg Εβδομαδιαίως

 

Πληθυσμός με πρόθεση θεραπείας

(Ν)

(125 ήπια, 98 μέτρια,

(122 ήπια, 99 μέτρια,

 

19 σοβαρή)α

15 σοβαρή)α

HbA1c (%)

 

 

Τιμή αναφοράς (μέση τιμή)

8,1

8,2

Μεταβολή την Εβδομάδα 26β

-0,8

-0,5

Διαφορά από σιταγλιπτίνηβ (95% CI)

-0,3 (-0,5, -0,2)γ

 

Ποσοστό ασθενών που πέτυχαν

43%

31%

HbA1c < 7%

 

 

Σωματικό βάρος (kg)

 

 

Τιμή αναφοράς (μέση τιμή)

Μεταβολή την Εβδομάδα 26β

-0,8

-0,19

Διαφορά από σιταγλιπτίνηβ (95% CI)

-0,6 (-1,1, -0,1)γ

 

αΠληθυσμός με πρόθεση θεραπείας – προώθηση της τελευταίας παρατήρησης (ITT-LOCF)

β

γ

Προσαρμοσμένη μέση τιμή

P<0,05 για τη διαφορά της θεραπείας

Διάρκεια γλυκαιμικού ελέγχου

Η διάρκεια του γλυκαιμικού ελέγχου με την πάροδο του χρόνου για το Eperzan σε σχέση με άλλες κατηγορίες τύπου 2 αντιδιαβητικών παραγόντων και με το εικονικό φάρμακο παρουσιάζεται στην Εικόνα 1 ως επιπρόσθετη θεραπεία της μετφορμίνης.

Εικόνα 1: Καμπύλη Kaplan-Meier στην οποία παρουσιάζεται η διάρκεια του γλυκαιμικού ελέγχου (όπως μετράται με βάση το χρόνο έως τη θεραπεία διάσωσης) για το Eperzan, σε σχέση με δύο δραστικούς παράγοντες ελέγχου (σιταγλιπτίνη και γλιμεπιρίδη) και εικονικό φάρμακο

Άξονας x: Εβδομάδες (Χωρίς θεραπεία διάσωσης), άξονας y: Πιθανότητα εμφάνισης συμβάντος

Γλυκόζη πλάσματος νηστείας

Η θεραπεία με Eperzan μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με ένα ή δύο από του στόματος αντιδιαβητικά φαρμακευτικά προϊόντα οδήγησε σε μείωση, από την έναρξη της μελέτης, της γλυκόζης πλάσματος νηστείας από 1,3 σε 2,4 mmol/l σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της μείωσης παρατηρήθηκε εντός των πρώτων δύο εβδομάδων της θεραπείας.

Καρδιαγγειακή Αξιολόγηση: Μία μετα-ανάλυση 9 κλινικών μελετών (8 μεγάλες μελέτες αποτελεσματικότητας και 1 φάσης II δοσολογική μελέτη) διάρκειας έως 3 ετών για την αξιολόγηση της καρδιαγγειακής ασφάλειας του Eperzan (N=2.524) συγκριτικά με όλα τα φάρμακα σύγκρισης (N=2.583) αυτών των μελετών. Ένα καταληκτικό σημείο που ονομάζεται MACE+ (μείζονα καρδιακά ανεπιθύμητα συμβάντα συν) περιελάμβανε νοσηλεία για ασταθή στηθάγχη επιπροσθέτως των καταληκτικών σημείων MACE (οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο και καρδιαγγειακός θάνατος). Η αναλογία κινδύνου για το Eperzan έναντι των παραγόντων σύγκρισης για το καταληκτικό σημείο MACE+ ήταν 1,0 (95% CI 0,68, 1,49). Τα ποσοστά επίπτωσης που παρατηρήθηκαν για το πρώτο καταληκτικό σημείο MACE+ ήταν 1,2 και 1,1 συμβάντα ανά 100 ανθρωπο-έτη για το Eperzan έναντι όλων των παραγόντων σύγκρισης, αντίστοιχα.

Παιδιατρικός πληθυσμός Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των

αποτελεσμάτων των μελετών με το Eperzan σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην αντιμετώπιση του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

5.2Φαρμακοκινητικές Ιδιότητες

Απορρόφηση

Μετά από SC χορήγηση εφάπαξ δόσης 30 mg σε άτομα με διαβήτη τύπου 2, οι μέγιστες συγκεντρώσεις επιτεύχθηκαν σε 3 έως 5 ημέρες μετά τη δόση, με μέση μέγιστη συγκέντρωση της αλβιγλουτίδης (Cmax) της τάξεως των 1,74 mcg/ml και μέση περιοχή κάτω από την καμπύλη χρόνου-συγκέντρωσης (AUC)

465 mcg.h/ml. Οι μέσες εβδομαδιαίες συγκεντρώσεις σε σταθερή κατάσταση έπειτα από SC χορήγηση 30 mg ή 50 mg αλβιγλουτίδης που υπολογίστηκαν στις αναλύσεις φαρμακοκινητικής πληθυσμού από μελέτες ασθενών φάσης III ήταν περίπου 2,6 mcg/ml και 4,4 mcg/ml, αντίστοιχα. Οι εκθέσεις σε σταθερή

κατάσταση επιτυγχάνονται μετά από 3-5 εβδομάδες άπαξ εβδομαδιαίως χορήγησης. Οι εκθέσεις σε επίπεδα δόσεων 30 mg και 50 mg ήταν σύμφωνες με αύξηση ανάλογη προς τη δόση. Ωστόσο, σε υγιείς εθελοντές μετά από 50 mg, η συγκέντρωση σε σταθερή κατάσταση ήταν 7,39 µg/ml την ημέρα 36, συνεπώς υψηλότερη από την προβλεπόμενη των αναλύσεων φαρμακοκινητικής πληθυσμού από μελέτες ασθενών φάσης III. Παρόμοια έκθεση επιτυγχάνεται με SC χορήγηση της αλβιγλουτίδης στην κοιλιακή χώρα, το μηρό και το βραχίονα.

Κατανομή

Η εκτίμηση του μέσου φαινόμενου όγκου κατανομής της αλβιγλουτίδης μετά από SC χορήγηση είναι

11 λίτρα. Καθώς η αλβιγλουτίδη είναι ένα μόριο σύντηξης λευκωματίνης, δεν έχει αξιολογηθεί η σύνδεση σε πρωτεΐνες του πλάσματος.

Βιομετασχηματισμός Η αλβιγλουτίδη είναι μια πρωτεΐνη της οποίας η αναμενόμενη μεταβολική οδός είναι η αποδόμηση σε μικρά

πεπτίδια και μεμονωμένα αμινοξέα με πανταχού παρόντα πρωτεολυτικά ένζυμα.

Αποβολή

Η μέση φαινόμενη κάθαρση της αλβιγλουτίδης είναι 67 ml/h, με χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής περίπου 5 ημέρες με βάση τις εκτιμήσεις από τις αναλύσεις φαρμακοκινητικής πληθυσμού από μελέτες ασθενών φάσης III και τις μετρούμενες τιμές.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία

Σε μία ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού η οποία συμπεριλάμβανε μία μελέτη φάσης III σε ασθενείς με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, οι εκθέσεις αυξήθηκαν κατά περίπου 30 έως 40% στη σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία σε σχέση με αυτές που παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Επιπλέον, σε μία κλινική φαρμακολογική μελέτη καταδείχθηκε παρόμοια αύξηση της έκθεσης για τους ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή για εκείνους που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση συγκριτικά με τους ασθενείς χωρίς νεφρική δυσλειτουργία. Οι διαφορές αυτές δεν θεωρήθηκαν κλινικά σημαντικές (βλέπε παράγραφο 4.2).

Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί κλινικές μελέτες που να εξετάζουν τις επιδράσεις της ηπατικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική του Eperzan. Οι θεραπευτικές πρωτεΐνες όπως η αλβιγλουτίδη, καταβολίζονται από ευρέως κατανεμημένα πρωτεολυτικά ένζυμα, τα οποία δεν περιορίζονται στον ηπατικό ιστό και, ως εκ τούτου, οι μεταβολές της ηπατικής λειτουργίας είναι απίθανο να έχουν οποιαδήποτε επίδραση στην αποβολή του Eperzan (βλέπε παράγραφο 4.2).

Φύλο

Βάσει των αποτελεσμάτων των αναλύσεων φαρμακοκινητικής πληθυσμού, δεν υπάρχει κλινικά σημαντική επίδραση του φύλου στην αποβολή.

Φυλή και εθνικότητα

Βάσει των αποτελεσμάτων των αναλύσεων φαρμακοκινητικής πληθυσμού στις οποίες συμπεριλήφθηκαν Καυκάσιοι, Αφροαμερικανοί/Αφρικανοί, Ασιάτες και Ισπανικής/μη ισπανικής καταγωγής ασθενείς, η φυλή και η εθνικότητα δεν είχαν κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της αποβολής του Eperzan. Ιάπωνες ασθενείς έδειξαν περίπου 30 έως 40% υψηλότερες εκθέσεις σε σχέση με τους Καυκάσιους, γεγονός που πιθανώς αποδίδεται στο χαμηλότερο σωματικό βάρος. Η επίδραση αυτή δεν θεωρήθηκε κλινικά σημαντική.

Ηλικιωμένοι ασθενείς (>65 ετών)

Η ηλικία δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της αλβιγλουτίδης βάσει μίας ανάλυσης φαρμακοκινητικής πληθυσμού ατόμων ηλικίας 24-83 ετών (βλέπε παράγραφο 4.2).

Σωματικό βάρος

Το σωματικό βάρος δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στην AUC της αλβιγλουτίδης σε εύρος 44 έως 158 kg. Μία αύξηση του σωματικού βάρους κατά 20% οδήγησε σε αύξηση της αποβολής περίπου κατά

18,5%.

Παιδιατρικός πληθυσμός:

Δεν διατίθενται δεδομένα φαρμακοκινητικής σε παιδιατρικούς ασθενείς.

5.3Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Τα μη κλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερους κινδύνους για τον άνθρωπο με βάση τις μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας ή τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων. Καθώς η αλβιγλουτίδη είναι μία ανασυνδυασμένη πρωτεΐνη, δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες γονοτοξικότητας.

Σε μία μελέτη διάρκειας 52 εβδομάδων σε πιθήκους, παρατηρήθηκε μικρή αύξηση του βάρους του παγκρεατικού ιστού στα 50 mg/kg/εβδομάδα (75 φορές την κλινική έκθεση βάσει της AUC) που σχετίζεται με υπερτροφία των κυψελοειδών κυττάρων. Παρατηρήθηκε επίσης και μικρή αύξηση του αριθμού των νησιδιακών κυττάρων. Οι μεταβολές στο πάγκρεας δεν σχετίστηκαν με ιστομορφολογικές ανωμαλίες ή με ένδειξη αυξημένου πολλαπλασιασμού.

Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες καρκινογένεσης με την αλβιγλουτίδη λόγω ανοσογονικότητας σε τρωκτικά. Όγκοι θυρεοειδικών κυττάρων C παρατηρήθηκαν σε μελέτες καρκινογένεσης διάρκειας 2 ετών σε τρωκτικά με άλλους αγωνιστές των υποδοχέων του GLP-1. Αυξημένα επίπεδα καλσιτονίνης ορού έχουν συσχετιστεί με υπερπλασία και όγκους θυρεοειδικών κυττάρων C που παρατηρήθηκαν σε μελέτες σε τρωκτικά με αυτούς τους άλλους παράγοντες. Η αλβιγλουτίδη προκάλεσε επίσης δοσοεξαρτώμενες αυξήσεις των

επιπέδων της καλσιτονίνης ορού σε μία μελέτη διάρκειας 21 ημερών σε ποντικούς, υποδηλώνοντας ότι οι θυρεοειδικοί όγκοι στα τρωκτικά αποτελούν θεωρητική πιθανότητα και για την αλβιγλουτίδη. Δεν υπήρξαν ευρήματα που να σχετίζονται με την αλβιγλουτίδη στους θυρεοειδείς πιθήκων που έλαβαν έως και

50 mg/kg/εβδομάδα για έως και 52 εβδομάδες (75 φορές την κλινική έκθεση βάσει της AUC). Η κλινική σημασία των παρατηρούμενων όγκων των θυρεοειδικών κυττάρων C στα τρωκτικά δεν είναι γνωστή.

Σε τοξικολογικές μελέτες αναπαραγωγής με αλβιγλουτίδη σε ποντικούς, δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις στο ζευγάρωμα ή τη γονιμότητα σε δόσεις έως και 50 mg/kg/ημέρα (σε χαμηλά πολλαπλάσια της κλινικής έκθεσης). Μειώσεις των κύκλων εμμήνου ρύσεως παρατηρήθηκαν στα 50 mg/kg/ημέρα, δόση που σχετίζεται με μητρική τοξικότητα (απώλεια σωματικού βάρους και μειωμένη πρόσληψη τροφής). Επιδράσεις στην ανάπτυξη του εμβρύου-κυήματος (θνητότητα εμβρύου-κυήματος και σκελετικές αποκλίσεις) παρατηρήθηκαν στα 50 mg/kg/ημέρα (σε χαμηλά πολλαπλάσια της κλινικής έκθεσης). Απόγονοι ποντικών, στους οποίους χορηγήθηκε δόση 50 mg/kg/ημέρα κατά τη διάρκεια της οργανογένεσης, είχαν μειωμένο σωματικό βάρος κατά την διάρκεια της περιόδου πριν από τον απογαλακτισμό (το οποίο ανακτήθηκε μετά τον απογαλακτισμό), αφυδάτωση και ψυχρότητα και καθυστέρηση στο βαλανοακροποσθιαίο διαχωρισμό. Δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις στα 5 mg/kg/ημέρα (σε εκθέσεις παρόμοιες της κλινικής έκθεσης).

Σε μελέτες προγεννητικής και μεταγεννητικής ανάπτυξης σε ποντικούς στους οποίους χορηγήθηκε αλβιγλουτίδη κατά τη διάρκεια της κύησης ή του θηλασμού, παρατηρήθηκε μειωμένο σωματικό βάρος πριν

από τον απογαλακτισμό των απογόνων F1 στα ≥1 mg/kg/ημέρα (σε εκθέσεις χαμηλότερες τις κλινικής έκθεσης). Το μειωμένο σωματικό βάρος F1 ανεστράφη μετά τον απογαλακτισμό με εξαίρεση τα θηλυκά F1 από μητέρες που αντιμετωπίστηκαν περιγεννητικά (τέλος της κύησης έως 10 ημέρες μετά τον τοκετό) με

δόσεις ≥5 mg/kg/ημέρα με καμία άλλη επίδραση στην ανάπτυξη. Ίχνη της αλβιγλουτίδης ανιχνεύθηκαν στο πλάσμα των απογόνων. Δεν είναι γνωστό κατά πόσο το μειωμένο σωματικό βάρος των απογόνων προκλήθηκε από άμεση επίδραση της αλβιγλουτίδης στους απογόνους ή από δευτερεύουσες επιδράσεις στη μητέρα.

Αυξημένη θνητότητα και νοσηρότητα παρατηρήθηκαν σε όλες τις δόσεις (≥1 mg/kg/ημέρα) σε θηλάζουσες μητέρες σε μελέτες προγεννητικής και μεταγεννητικής ανάπτυξης σε ποντικούς. Δεν έχουν παρατηρηθεί θάνατοι σε προηγούμενες τοξικολογικές μελέτες σε μη θηλάζοντες ή μη εγκύους ποντικούς, ούτε σε εγκύους ποντικούς. Τα ευρήματα αυτά είναι σε συμφωνία με το σύνδρομο εμφάνισης ειλεού κατά το θηλασμό, το οποίο έχει αναφερθεί στο παρελθόν σε ποντικούς. Δεδομένου ότι η σχετική πίεση των ενεργειακών αναγκών του θηλασμού είναι πολύ χαμηλότερη στον άνθρωπο από ότι στον ποντικό και επειδή ο άνθρωπος έχει μεγάλα αποθέματα ενέργειας, η θνητότητα που παρατηρήθηκε στους θηλάζοντες ποντικούς δεν θεωρείται σημαντική για τον άνθρωπο.

6.ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1Κατάλογος εκδόχων

Κόνις για ενέσιμο διάλυμα

Μονοϋδρικό δισόξινο φωσφορικό νάτριο Φωσφορικό δινάτριο, άνυδρο Τρεχαλόζη διϋδρική

Μαννιτόλη (E421) Πολυσορβικό 80 Διαλύτης: Ενέσιμο ύδωρ

6.2Aσυμβατότητες

Ελλείψει μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, το παρόν φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.

6.3Διάρκεια ζωής

3 έτη.

Μετά την ανάμειξη, η συσκευή τύπου πένας πρέπει να χρησιμοποιείται εντός 8 ωρών. Χρησιμοποιείστε τη συσκευή τύπου πένας αμέσως μετά την προσαρμογή της βελόνας αλλιώς το διάλυμα μπορεί να στεγνώσει μέσα στη βελόνα και να την αποφράξει.

6.4Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσεται στο ψυγείο σε θερμοκρασία 2°C έως 8°C. Μην καταψύχετε.

Οι ασθενείς μπορούν να φυλάσσουν τη συσκευή τύπου πένας τους σε θερμοκρασία περιβάλλοντος που δεν

υπερβαίνει τους 30°C, όχι για περισσότερο από συνολικά 4 εβδομάδες πριν από τη χρήση. Στο τέλος αυτής της περιόδου τη συσκευή τύπου πένας θα πρέπει να χρησιμοποιείται ή να απορρίπτεται.

Για τη διάρκεια ζωής του ανασυσταμένου προϊόντος, βλέπε παράγραφο 6.3.

6.5Φύση και συστατικά του περιέκτη

Φυσίγγιο Δύο Θαλάμων (DCC) που αποτελείται από έναν κύλινδρο από γυαλί Τύπου 1 σφραγισμένο με ελαστικά επιστόμια από βρωμοβουτύλιο και ένα ελαστικό δίσκο βρωμοβουτυλίου εγκλεισμένο σε κουμπωτό πώμα πολυπροπυλενίου. Κάθε φυσίγγιο περιέχεται σε μία πλαστική συσκευή τύπου πένας χορήγησης ένεσης (συσκευή τύπου πένας) μίας χρήσης.

Κάθε συσκευή τύπου πένας παρέχει μία εφάπαξ δόση 30 mg ή 50 mg Eperzan σε όγκο 0,5 ml.

Μεγέθη συσκευασίας:

Κουτί με 4 συσκευές τύπου πένας εφάπαξ δόσης και 4 βελόνες για συσκευή τύπου πένας. Πολυσυσκευασία που περιέχει 12 συσκευές τύπου πένας εφάπαξ δόσης και 12 βελόνες για συσκευή τύπου πένας (3 συσκευασίες των 4 συσκευών τύπου πένας και 4 βελόνων).

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Απόρριψη Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά

τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Οδηγίες χρήσεως

Το Eperzan που έχει καταψυχθεί δεν πρέπει να χρησιμοποιείται.

Επιθεωρήστε τη συσκευή τύπου πένας για να βεβαιωθείτε ότι στη θυρίδα που αναγράφονται οι αριθμοί εμφανίζεται ο αριθμός «1». Μην χρησιμοποιείτε τη συσκευή τύπου πένας εάν δεν εμφανίζεται ο αριθμός

«1».

Ανασύσταση και χορήγηση από τον ασθενή

Πλήρεις οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση και τη χορήγηση για χρήση από τους ασθενείς παρέχονται στην παράγραφο Οδηγίες Χρήσης στο Φύλλο Οδηγιών Χρήσης.

Συμβουλέψτε τον ασθενή να διαβάσει τις πλήρεις Οδηγίες Χρήσης συμπεριλαμβανομένων των Ερωτήσεων και Απαντήσεων πριν από την έναρξη της θεραπείας και να ανατρέχει στις Οδηγίες Χρήσης κάθε φορά πριν από την ένεση της δόσης.

Εναλλακτική μέθοδος ανασύστασης (χρήση μόνο από επαγγελματίες υγειονομικής περίθαλψης):

Οι Οδηγίες Χρήσης που περιλαμβάνονται στο Φύλλο Οδηγιών Χρήσης παρέχουν οδηγίες σύμφωνα με τις οποίες ο ασθενής θα πρέπει να περιμένει 15 λεπτά για τη συσκευή τύπου πένας των 30 mg και 30 λεπτά για τη συσκευή τύπου πένας των 50 mg μετά τη μίξη της λυοφιλοποιημένης κόνεως και του διαλύτη προκειμένου να διασφαλιστεί η ανασύσταση. Οι επαγγελματίες υγειονομικής περίθαλψης μπορούν να χρησιμοποιούν την ακόλουθη εναλλακτική μέθοδο ανασύστασης, η οποία επιτρέπει την ταχύτερη διάλυση. Επειδή αυτή η μέθοδος βασίζεται σε κατάλληλη ανάδευση και οπτική επιθεώρηση του διαλύματος, προορίζεται μόνο για επαγγελματίες υγειονομικής περίθαλψης.

Επιθεωρήστε τη συσκευή τύπου πένας για το «1» στη θυρίδα παρατήρησης των αριθμών και την ημερομηνία λήξης. Ακολουθήστε τις οδηγίες και περιστρέψτε το φυσίγγιο έως ότου το «2» εμφανιστεί στη θυρίδα που αναγράφονται οι αριθμοί και ακουστεί ένα «κλικ». Αυτό αναμιγνύει το διαλύτη που βρίσκεται στον οπίσθιο θάλαμο του φυσιγγίου με τη λυοφιλοποιημένη κόνι που περιέχεται στον εμπρόσθιο θάλαμο. Έχοντας το διαφανές φυσίγγιο στραμμένο προς τα επάνω, ανακινήστε απαλά τη συσκευή τύπου πένας για ένα λεπτό. Αποφύγετε τη βίαιη ανακίνηση καθώς αυτό μπορεί να οδηγήσει σε σχηματισμό αφρού. Επιθεωρήστε και συνεχίστε να ανακινείτε τη συσκευή τύπου πένας έως ότου διαλυθεί η κόνις. Η πλήρης διάλυση για τη συσκευή τύπου πένας των 30 mg πραγματοποιείται συνήθως εντός 2 λεπτών αλλά μπορεί να χρειαστούν έως και 5 λεπτά, όπως επιβεβαιώνεται με οπτική επιθεώρηση για ένα διαυγές διάλυμα χωρίς σωματίδια. Η πλήρης διάλυση για τη συσκευή τύπου πένας των 50 mg πραγματοποιείται συνήθως εντός

7 λεπτών αλλά μπορεί να χρειαστούν έως και 10 λεπτά. Μια μικρή ποσότητα αφρού στην κορυφή του διαλύματος στο τέλος της ανασύστασης είναι φυσιολογικό. Μετά την ανασύσταση, συνεχίστε ακολουθώντας τα βήματα στις οδηγίες χρήσεως για την προσαρμογή της βελόνας, την προετοιμασία της έγχυσης με τη συσκευή τύπου πένας και τη χορήγηση της ένεσης.

Χρησιμοποιείτε το Eperzan μόνο εάν είναι διαυγές κίτρινο διάλυμα και δεν περιέχει σωματίδια.

7.ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

GlaxoSmithKline Trading Services Limited, Currabinny,

Carrigaline,

County Cork,

Ιρλανδία

8.ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

EU/1/13/908/001

EU/1/13/908/002

EU/1/13/908/003

EU/1/13/908/004

9.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 21 Μαρτίου 2014

10.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Λεπτομερή πληροφοριακά στοιχεία για το παρόν φαρμακευτικό προϊόν είναι διαθέσιμα στο δικτυακό τόπο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων: http://www.ema.europa.eu.

Σχόλια

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
  • Βοήθεια
  • Get it on Google Play
  • Σχετικά
  • Info on site by:

  • Presented by RXed.eu

  • 27558

    φάρμακα με συνταγογράφηση που απαριθμούνται