Greek
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

Fareston (toremifene) – περιληψη των χαρακτηριστικων του προϊοντοσ - L02BA02

Updated on site: 06-Oct-2017

Όνομα φαρμάκουFareston
Κωδικός ATCL02BA02
Ουσίαtoremifene
ΚατασκευαστήςOrion Corporation

Περιεχόμενα άρθρου

1.ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Fareston 60 mg δισκία

2.ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε δισκίο περιέχει 60 mg τορεμιφένης (ως κιτρική).

Έκδοχο με γνωστή δράση

Ένα δισκίο περιέχει 28,5 mg λακτόζης.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3.ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Δισκίο.

Λευκό, στρογγυλό, επίπεδο, με λοξά κομμένες άκρες δισκίο με ΤΟ 60 στη μία πλευρά.

4.ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1Θεραπευτικές ενδείξεις

Ορμονοθεραπεία πρώτης γραμμής για ορμονοεξαρτώμενο μεταστατικό καρκίνο του μαστού σε ασθενείς μετά την εμμηνόπαυση.

Το Fareston δεν συνιστάται σε ασθενείς με όγκους αρνητικούς για υποδοχείς οιστρογόνων.

4.2Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία

Η συνιστώμενη δόση είναι 60 mg ημερησίως.

Νεφρική δυσλειτουργία

Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.

Ηπατική δυσλειτουργία

Η τορεμιφένη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφο 5.2).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Δεν υπάρχει σχετική χρήση του Fareston στον παιδιατρικό πληθυσμό.

Τρόπος χορήγησης

Η τορεμιφένη χορηγείται από στόματος. Η τορεμιφένη μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς τροφή.

4.3Αντενδείξεις

-Αντενδείκνυται η μακροχρόνια χορήγηση της τορεμιφένης όταν προϋπάρχει υπερπλασία του ενδομητρίου και σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια.

-Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

-Και στις προκλινικές μελέτες και στους ανθρώπους, παρατηρήθηκαν αλλαγές στην ηλεκτροφυσιολογία της καρδιάς μετά την έκθεση στην τορεμιφένη, με τη μορφή παράτασης του διαστήματος QT. Συνεπώς, για λόγους ασφάλειας του φαρμάκου, η τορεμιφένη

αντενδείκνυται σε ασθενείς με:

-Συγγενή ή τεκμηριωμένη επίκτητη παράταση του διαστήματοςQT

-Ηλεκτρολυτικές διαταραχές, ιδιαίτερα σε μη ελεγχόμενη υποκαλιαιμία

-Κλινικά συναφή βραδυκαρδία

-Κλινικά συναφή καρδιακή ανεπάρκεια με μειωμένο κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας

-Προηγούμενο ιστορικό συμπτωματικών αρρυθμιών.

Ητορεμιφένη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με άλλα φάρμακα που παρατείνουν το διάστημα QT (βλ. επίσης παράγραφο 4.5).

4.4Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Πριν από τη χορήγηση της θεραπείας θα πρέπει να διενεργηθεί γυναικολογική εξέταση, ελέγχοντας προσεκτικά για προϋπάρχουσα ανωμαλία του ενδομητρίου. Στη συνέχεια η γυναικολογική εξέταση θα πρέπει να επαναλαμβάνεται τουλάχιστον μια φορά το χρόνο. Ασθενείς με επιπρόσθετο κίνδυνο καρκίνου του ενδομητρίου., π.χ. ασθενείς που υποφέρουν από υπέρταση ή διαβήτη και έχουν υψηλό ΔΜΣ (> 30) ή ιστορικό θεραπείας ορμονικής υποκατάστασης πρέπει να παρακολουθούνται στενά (βλ. επίσης παράγραφο 4.8).

Έχουν αναφερθεί περιστατικά αναιμίας, λευκοπενίας, και θρομβοπενίας. Κατά τη διάρκεια χρήσης του Fareston πρέπει να παρακολουθούνται οι μετρήσεις ερυθροκυττάρων, λευκοκυττάρων ή αιμοπεταλίων.

Έχουν αναφερθεί με την τορεμιφένη περιστατικά ηπατικής βλάβης, συμπεριλαμβανομένων της αύξησης των ηπατικών ενζύμων (> 10πλάσιο του ανώτατου φυσιολογικού ορίου), της ηπατίτιδας και του ίκτερου. Η πλειονότητα αυτών εμφανίσθηκε κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών της θεραπείας. Ο τύπος της ηπατικής βλάβης ήταν κυρίως ηπατοκυτταρικός.

Δεν πρέπει γενικά να χορηγείται θεραπεία με τορεμιφένη σε ασθενείς με ιστορικό σοβαρής θρομβοεμβολικής νόσου (βλ. επίσης παράγραφο 4.8).

Το Fareston έδειξε να παρατείνει το διάστημα QTc στο ηλεκτροκαρδιογράφημα σε ορισμένους ασθενείς με έναν δοσοεξαρτώμενο τρόπο. Οι παρακάτω πληροφορίες σχετικά με την παράταση του διαστήματος QT είναι ιδιαίτερης σημασίας (για αντενδείξεις βλ. παράγραφο 4.3).

Μία κλινική μελέτη QT με ένα σχήμα 5 παράλληλων σκελών (εικονικό φάρμακο, μοξιφλοξασίνη 400 mg, τορεμιφένη 20 mg, 80 mg και 300 mg) έχει πραγματοποιηθεί σε 250 άρρενες ασθενείς για να χαρακτηρίσει τις επιδράσεις της τορεμιφένης στη διάρκεια του διαστήματος QTc. Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης δείχνουν μία καθαρά θετική επίδραση της τορεμιφένης στην ομάδα των80 mg με μέσες παρατάσεις του διαστήματος των 21 - 26 ms. Αναφορικά με την ομάδα των 20 mg, αυτή η επίδραση είναι επίσης σημαντική, σύμφωνα με τις οδηγίες του ICH, με άνω διάστημα εμπιστοσύνης των 10 - 12 ms. Αυτά τα αποτελέσματα αποδεικνύουν ισχυρά μία σημαντικά δοσοεξαρτώμενη

επίδραση. Καθώς οι γυναίκες τείνουν να έχουν ένα μακρύτερο διάστημα QTc στην αρχική κατάσταση συγκριτικά με τους άνδρες, μπορεί να είναι πιο ευαίσθητες σε φάρμακα που παρατείνουν το διάστημα QTc. Οι ηλικιωμένοι ασθενείς μπορεί να είναι επίσης πιο επιρρεπείς σε επιδράσεις σχετιζόμενες με το φάρμακο στο διάστημα QT.

Το Fareston θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με προαρρυθμικές καταστάσεις σε εξέλιξη (ιδιαίτερα ηλικιωμένοι ασθενείς) όπως οξεία ισχαιμία του μυοκαρδίου ή παράταση του διαστήματος QT καθώς αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο για κοιλιακές αρρυθμίες (συμπεριλαμβανομένης της κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου) και καρδιακή ανακοπή (βλ. επίσης παράγραφο 4.3).

Εάν σημεία ή συμπτώματα που μπορεί να σχετίζονται με καρδιακή αρρυθμία εμφανισθούν κατά τη διάρκεια της θεραπέιας με Fareston, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται και ένα ΗΚΓ θα πρέπει να πραγματοποιείται.

Εάν το διάστημα QTc είναι > 500 ms, το Fareston δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται.

Οι ασθενείς με μη-αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια ή βαριά στηθάγχη θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.

Μπορεί να προκύψει υπερασβεστιαιμία στην έναρξη της θεραπείας με τορεμιφένη σε ασθενείς με μετάσταση στα οστά και επομένως αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα συστηματικά στοιχεία σε ασθενείς με ασταθή διαβήτη, σε ασθενείς με σοβαρή αλλαγή στην κατάσταση ζωτικότητας, ή σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια.

Τα δισκία Fareston περιέχουν λακτόζη (28,5 mg/ δισκίο). Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, τη Lapp ανεπάρκεια λακτάσης ή τη δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν θα πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο.

4.5Aλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Μία επιπρόσθετη επίδραση στην παράταση του διαστήματος QT μεταξύ του Fareston και των ακόλουθων φαρμάκων και άλλων φαρμακευτικών προϊόντων που μπορεί να παρατείνουν το διάστημα QTc δεν μπορεί να εξαιρεθεί. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο κοιλιακών αρρυθμιών, συμπεριλαμβανομένης της κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου. Συνεπώς συγχορήγηση του Fareston με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα φαρμακευτικά προϊόντα αντενδείκνυται (βλ. επίσης παράγραφο 4.3):

-αντιαρρυθμικά τάξης IA (π.χ. κινιδίνη, υδροκινιδίνη, δισοπυραμίδη) ή

-αντιαρρυθμικά τάξης III (π.χ. αμιωδαρόνη, σοταλόλη, δοφετιλίδη, ιμπουτιλίδη),

-νευροληπτικά (π.χ. φαινοθειαζίνες, πιμοζίδη, σερτινδόλη, αλοπεριδόλη, σουλτοπρίδη),

-ορισμένοι αντιμικροβιακοί παράγοντες (μοξιφλοξασίνη, ερυθρομυκίνη IV, πενταμιδίνη, ανθελονοσιακά ειδικότερα η αλοφαντρίνη),

-ορισμένα αντιισταμινικά (τερφεναδίνη, αστεμιζόλη, μιζολαστίνη),

-άλλα (σισαπρίδη, βινκαμίνη IV, βεπριδίλη, διφαιμανίλη).

Φάρμακα τα οποία μειώνουν την νεφρική απέκκριση του ασβεστίου, όπως π.χ. τα θειαζιδικά διουρητικά, μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης υπερασβεστιαιμίας.

Οι επαγωγείς ενζύμων όπως η φαινοβαρβιτάλη, η φαινυτοΐνη και η καρβαμαζεπίνη, μπορούν να αυξήσουν τον ρυθμό μεταβολισμού της τορεμιφένης με αποτέλεσμα να χαμηλώσουν τις συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης στον ορό. Σε τέτοιες περιπτώσεις, μπορεί να απαιτηθεί διπλασιασμός της ημερήσιας δόσης.

Υπάρχει μια γνωστή αλληλεπίδραση μεταξύ των αντι-οιστρογόνων και των κουμαρινικού τύπου αντιπηκτικών η οποία οδηγεί σε μεγάλη παράταση του χρόνου ροής. Συνεπώς πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση τορεμιφένης και τέτοιων φαρμάκων.

Θεωρητικά, ο μεταβολισμός της τορεμιφένης αναστέλλεται από φάρμακα που είναι γνωστό ότι αναστέλλουν το ενζυμικό σύστημα CYP 3A, το οποίο αναφέρεται σαν υπεύθυνο για τις κύριες μεταβολικές οδούς της. Παραδείγματα τέτοιων φαρμάκων είναι τα αντιμυκητιασικά ιμιδαζόλες (κετοκοναζόλη), άλλοι αντιμυκητιασικοί παράγοντες (ιτρακοναζόλη, βορικοναζόλη, ποσακοναζόλη), οι αναστολείς πρωτεάσης (ριτοναβίρη, νελφιναβίρη), τα μακρολίδια (κλαριθρομυκίνη, ερυθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη). Η ταυτόχρονη χρήση αυτών των φαρμάκων με την τορεμιφένη θα πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά.

4.6Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Εγκυμοσύνη

Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση του Fareston σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλέπε παράγραφο 5.3). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.

Το Fareston δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Θηλασμός Σε αρουραίους παρατηρήθηκε μειωμένη απόκτηση βάρους των νεογνών κατά το θηλασμό.

Το Fareston δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.

Γονιμότητα Η τορεμιφένη συνιστάται σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.

4.7Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών

Η τορεμιφένη δεν έχει καμία επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών.

4.8Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι εξάψεις, εφίδρωση, αιμορραγία της μήτρας, λευκόρροια, κόπωση, ναυτία, εξάνθημα, κνησμός, ζάλη και κατάθλιψη. Οι αντιδράσεις είναι συνήθως ήπιες και κυρίως οφειλόμενες στην ορμονική δράση της τορεμιφένης.

Οι συχνότητες των ανεπιθύμητων αντιδράσεων κατηγοριοποιούνται ως ακολούθως: Πολύ συχνές (≥ 1/10)

Συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10)

Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100) Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000)

Πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Κατηγορία

Πολύ

Συχνές

Όχι συχνές

Σπάνιες

Πολύ σπάνιες

Μη γνωστές

οργάνου

συχνές

 

 

 

 

 

συστήματος

 

 

 

 

 

 

Νεοπλάσματα

 

 

 

 

καρκίνος

 

καλοήθη, κακοήθη

 

 

 

 

ενδομητρίου

 

και μη

 

 

 

 

 

 

καθορισμένα

 

 

 

 

 

 

(περιλαμβάνονται

 

 

 

 

 

 

κύστεις και

 

 

 

 

 

 

πολύποδες)

 

 

 

 

 

 

Διαταραχές του

 

 

 

 

 

Θρομβοπενία,

αιμοποιητικού και

 

 

 

 

 

αναιμία και

του λεμφικού

 

 

 

 

 

λευκοπενία

συστήματος

 

 

 

 

 

 

Διαταραχές του

 

 

απώλεια

 

 

 

μεταβολισμού και

 

 

όρεξης

 

 

 

της θρέψης

 

 

 

 

 

 

Ψυχιατρικές

 

κατάθλιψη

αϋπνία

 

 

 

διαταραχές

 

 

 

 

 

 

Διαταραχές του

 

ζάλη

κεφαλαλγία

 

 

 

νευρικού

 

 

 

 

 

 

συστήματος

 

 

 

 

 

 

Οφθαλμικές

 

 

 

 

παροδική

 

διαταραχές

 

 

 

 

θολερότητα

 

 

 

 

 

 

του

 

 

 

 

 

 

κερατοειδούς

 

Διαταραχές του

 

 

 

ίλιγγος

 

 

ωτός και του

 

 

 

 

 

 

λαβυρίνθου

 

 

 

 

 

 

Αγγειακές

εξάψεις

 

θρομβοεμβο

 

 

 

διαταραχές

 

 

λικά

 

 

 

 

 

 

επεισόδια

 

 

 

Διαταραχές του

 

 

δύσπνοια

 

 

 

αναπνευστικού

 

 

 

 

 

 

συστήματος, του

 

 

 

 

 

 

θώρακα και του

 

 

 

 

 

 

μεσοθωράκιου

 

 

 

 

 

 

Διαταραχές του

 

ναυτία,

δυσκοιλιότη

 

 

 

γαστρεντερικού

 

έμετος

τα

 

 

 

Διαταραχές του

 

 

 

αύξηση

ίκτερος

ηπατίτιδα

ήπατος και των

 

 

 

των

 

 

χοληφόρων

 

 

 

τρανσαμιν

 

 

 

 

 

 

ασών

 

 

Διαταραχές του

εφίδρωση

εξάνθημα,

 

 

αλωπεκία

 

δέρματος και του

 

κνησμός

 

 

 

 

υποδόριου ιστού

 

 

 

 

 

 

Διαταραχές του

 

αιμορραγία

υπερτροφία

πολύποδες

υπερπλασία

 

αναπαραγωγικού

 

μήτρας,

ενδομητρίου

ενδομητρίο

ενδομητρίου

 

συστήματος και

 

λευκόρροι

 

υ

 

 

του μαστού

 

α

 

 

 

 

Γενικές διαταραχές

 

κόπωση,

αύξηση

 

 

 

και καταστάσεις

 

οίδημα

σωματικού

 

 

 

της οδού

 

 

βάρους

 

 

 

χορήγησης

 

 

 

 

 

 

Τα θρομβοεμβολικά επεισόδια περιλαμβάνουν εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, θρομβοφλεβίτιδα και πνευμονική εμβολή (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).

Η θεραπεία με τορεμιφένη έχει συσχετισθεί με αλλαγές στα επίπεδα των ηπατικών ενζύμων(αυξήσεις των τρανσαμινασών) και σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις με περισσότερο σοβαρές διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας (ίκτερος).

Αναφέρθηκαν λίγες περιπτώσεις υπερασβεστιαιμίας σε ασθενείς με οστικές μεταστάσεις στην αρχή της θεραπείας με τορεμιφένη.

Μπορεί να αναπτυχθεί υπερτροφία του ενδομητρίου κατά τη διάρκεια της αγωγής λόγω της μερικής οιστρογονικής δράσης της τορεμιφένης. Υπάρχει κίνδυνος αυξημένων ενδομήτριων αλλαγών που περιλαμβάνουν υπερπλασία, πολύποδες και καρκίνο. Αυτό μπορεί να οφείλεται στον υποκείμενο μηχανισμό/οιστρογονικό ερεθισμό (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).

Το Fareston αυξάνει το διάστημα QT με έναν δοσοεξαρτώμενο τρόπο (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας

του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

4.9Υπερδοσολογία

Ίλιγγος, πονοκέφαλος και ζάλη παρουσιάστηκαν σε μελέτες με υγιείς εθελοντές σε ημερήσιες δόσεις των 680 mg. Η δοσοεξαρτώμενη ενδεχόμενη παράταση του διαστήματος QTc του Fareston θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη σε περιπτώσεις υπερδοσολογίας. Δεν υπάρχει κάποιο ειδικό αντίδοτο και η θεραπεία είναι συμπτωματική.

5.ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιοιστρογόνα, κωδικός ATC: L02BA02

Η τορεμιφένη είναι ένα μη στεροειδές παράγωγο του τριφαινυλοαιθυλενίου. Οπως και οι άλλες ουσίες αυτής της ομάδας, π.χ. η ταμοξιφαίνη, και η κλομιφαίνη, έτσι και η τορεμιφένη συνδέεται με τους οιστρογονικούς υποδοχείς και μπορεί να προκαλέσει οιστρογονικές ή αντιοιστρογονικές δράσεις, ή και τις δύο, ανάλογα με τη διάρκεια της αγωγής, το είδος του ζώου, το φύλο, το όργανο στόχο και την επιλεγμένη παράμετρο. Γενικά όμως, τα μη στεροειδή παράγωγα του τριφαινυλαιθυλενίου είναι κυρίως αντιοιστρογονικά στους αρουραίους και στους ανθρώπους και οιστρογονικά στα ποντίκια.

Σε μετεμμηνοπαυσιακές ασθενείς με καρκίνο του μαστού, η θεραπεία με τορεμιφένη σχετίζεται με μέτριες μειώσεις της ολικής χοληστερόλης του ορού και των χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών

(LDL).

Ητορεμιφένη συνδέεται ειδικά με τους οιστρογονικούς υποδοχείς, ανταγωνιστικά με την οιστραδιόλη, και εμποδίζει την οιστρογονοεξαρτώμενη διέγερση της σύνθεσης του DNA και τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων. Σε μερικούς πειραματικούς καρκίνους και/ή με τη χρήση υψηλών δόσεων, η τορεμιφένη παρουσιάζει αντινεοπλασματική δράση μη εξαρτώμενη από τα οιστρογόνα.

Ηαντινεοπλασματική δράση της τορεμιφένης σε περιπτώσεις καρκίνου του μαστού οφείλεται κυρίως σε αντιοιστρογονική δράση παρόλο που και άλλοι μηχανισμοί (αλλαγές στην έκφραση των ογκογονιδίων, έκκριση αυξητικού παράγοντα, έναρξη της απόπτωσης και επίδραση στην κινητική του κυτταρικού κύκλου) μπορεί επίσης να εμπλέκονται στην αντινεοπλασματική δράση.

5.2Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση Η τορεμιφένη απορροφάται αμέσως όταν χορηγείται από το στόμα. Μέγιστες συγκεντρώσεις στον

ορό επιτυγχάνονται μέσα σε 3 ώρες (διακύμανση 2 έως 5 ώρες). Η λήψη τροφής δεν επηρεάζει το ποσοστό απορρόφησης αλλά μπορεί να καθυστερήσει τις μέγιστες συγκεντρώσεις κατά 1,5 - 2 ώρες. Οι αλλαγές εξ αιτίας της λήψης τροφής δεν είναι κλινικά σημαντικές.

Κατανομή Η καμπύλη της συγκέντρωσης στον ορό μπορεί να περιγραφεί με εκθετική εξίσωση. Ο χρόνος

ημιζωής της πρώτης φάσης (κατανομή) είναι 4 ώρες (διακύμανση 2-12 ώρες) και της δεύτερης φάσης (αποβολή) είναι 5 ημέρες (διακύμανση 2-10 ημέρες). Οι βασικές παράμετροι διαθεσιμότητας (CL και V) δεν μπόρεσαν να αξιολογηθούν εξαιτίας έλλειψης μελέτης μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Η τορεμιφένη συνδέεται εκτεταμένα (> 99,5%) με τις πρωτεΐνες ορού, κυρίως με τη λευκωματίνη. Η τορεμιφένη υπακούει τις γραμμικές κινητικές ορού στις από του στόματος χορηγούμενες ημερήσιες δόσεις μεταξύ 11 και 680 mg. Η μέση συγκέντρωση της τορεμιφένης στη σταθερή φάση

είναι 0,9 (διακύμανση 0,6 – 1,3) μg/ml στη συνιστώμενη δόση των 60 mg ημερησίως.

Βιομετασχηματισμός Η τορεμιφένη μεταβολίζεται εκτεταμένα. Στον ανθρώπινο ορό ο κύριος μεταβολίτης είναι η Ν-

διμεθυλοτορεμιφένη με ένα μέσο όρο χρόνου ημιζωής τις 11 μέρες (κυμαίνεται μεταξύ 4 και 20 ημερών). Οι συγκεντρώσεις των σταθερών επιπέδων είναι περίπου διπλάσιες όταν

συγκριθούν με αυτές της αρχικής ουσίας. Έχει παρόμοια αντιοιστρογονική δράση παρόλο που η αντινεοπλασματική της δράση είναι ασθενέστερη από αυτή της αρχικής ουσίας.

Συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος ακόμη πιο εκτεταμένα από την τορεμιφένη, καθώς το κλάσμα που είναι συνδεδεμένο με πρωτεΐνες είναι >99,9 %. Στον ανθρώπινο ορό έχουν ανιχνευθεί τρεις δευτερεύοντες μεταβολίτες: η (δεαμινοϋδροξυ)τορεμιφένη, η 4-υδροξυτορεμιφένη και η Ν,Ν διδεμεθυλοτορεμιφένη. Παρόλο που έχουν θεωρητικά ενδιαφέρουσα ορμονική δράση, οι συγκεντρώσεις τους κατά τη διάρκεια της θεραπείας με τορεμιφένη είναι τόσο χαμηλές, ώστε δεν έχουν μεγάλη βιολογική σημασία.

Αποβολή Η τορεμιφένη αποβάλλεται κυρίως με τη μορφή μεταβολιτών στα κόπρανα. Αναμένεται κάποιος

βαθμός εντεροηπατικής κυκλοφορίας. Περίπου 10 % από τη χορηγηθείσα δόση αποβάλλεται με τη μορφή μεταβολιτών στα ούρα. Λόγω της αργής αποβολής, τα σταθερά επίπεδα στον ορό επιτυγχάνονται σε 4 έως 6 εβδομάδες.

Χαρακτηριστικά σε ασθενείς Η κλινική αντινεοπλασματική αποτελεσματικότητα και οι συγκεντρώσεις στον ορό δεν έχουν θετική

συσχέτιση στη συνιστώμενη ημερήσια δόση των 60 mg.

Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες όσον αφορά τον πολυμορφικό μεταβολισμό. Το ενζυμικό σύμπλεγμα το οποίο ευθύνεται για τον μεταβολισμό της τορεμιφένης στον άνθρωπο, είναι η ηπατική οξειδάση μεικτής λειτουργίας που εξαρτάται από το κυτόχρωμα P450. Η κύρια μεταβολική οδός, η Ν απομεθυλίωση πραγματοποιείται μέσω CYP3A.

Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της τορεμιφένης ερευνήθηκαν σε μία ανοιχτή μελέτη με τέσσερις παράλληλες ομάδες από δέκα ασθενείς: φυσιολογικά άτομα, ασθενείς με ηπατική βλάβη (μέση τιμή AST 57 U/L - μέση τιμή ALT 76 U/L - μέση τιμή γGT 329 U/L) ή ενεργό ηπατική λειτουργία (μέση τιμή AST 25 U/L - μέση τιμή ALT 30 U/L - μέση τιμή γGT 91 U/L - ασθενείς που παίρνουν αγωγή με αντιεπιληπτικά) και ασθενείς με νεφρική βλάβη (κρεατινίνη : 176 μmol/L). Σε αυτή τη μελέτη η κινητική της τορεμιφένης σε ασθενείς με νεφρική βλάβη δεν έχει αλλάξει σημαντικά σε σύγκριση με τα φυσιολογικά άτομα. Η απέκκριση της τορεμιφένης και των μεταβολιτών της ήταν σημαντικά αυξημένη στους ασθενείς με ενεργό ηπατική λειτουργία και μειωμένη στους ασθενείς με ηπατική βλάβη.

5.3Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Η οξεία τοξικότητα της τορεμιφένης είναι χαμηλή καθώς ηLD-50 στους αρουραίους και τους ποντικούς είναι πάνω από 2000 mg/kg. Σε μελέτες τοξικότητας επαναλαμβανόμενης χορήγησης, η αιτία θανάτου στους αρουραίους είναι η γαστρική διάταση. Σε μελέτες οξείας και χρόνιας τοξικότητας, τα περισσότερα από τα ευρήματα έχουν σχέση με την ορμονική δράση της τορεμιφένης. Τα άλλα ευρήματα δεν είναι τοξικολογικά σημαντικά. Η τορεμιφένη δεν εμφανίζει τοξικότητα επί του γενετικού υλικού και δεν έχει αποδειχθεί καρκινογόνος σε αρουραίους. Στα ποντίκια, τα οιστρογόνα προκαλούν όγκους στις ωοθήκες και στους όρχεις όπως και υπερόστωση και οστεοσαρκώματα. Η τορεμιφένη έχει μία, εξειδικευμένη επίδραση οιστρογονικού τύπου στα ποντίκια και προκαλεί παρόμοιους όγκους. Έχει αποδειχθεί ότι αυτά τα ερευνητικά δεδομένα έχουν μικρή σημασία για την ασφάλεια στον άνθρωπο στον οποίο η τορεμιφένη δρα κυρίως σαν οιστρογόνο.

Μη κλινικές in vitro και in vivo μελέτες έχουν αποδείξει το ενδεχόμενο η τορεμιφένη και ο μεταβολίτης της να παρατείνουν την καρδιακή επαναπόλωση και αυτό μπορεί να αποδοθεί στον αποκλεισμό των hERG καναλιών.

In vivo, υψηλές συγκεντρώσεις πλάσματος σε πιθήκους οδήγησαν σε παράταση του διαστήματος QTc κατά 24 %, το οποίο είναι σε συνάφεια με τα ευρήματα για QTc σε ανθρώπους.

Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η Cmax που παρατηρήθηκε σε πιθήκους (1800 ng/ml) είναι διπλάσια συγκριτικά με τη μέση Cmax που παρατηρήθηκε σε ανθρώπους σε ημερήσια δόση των 60 mg.

Μελέτες δράσης στο δυναμικό σε απομονωθείσα καρδιά κουνελιού έδειξαν ότι η τορεμιφένη προκαλεί αλλαγές στην ηλεκτροφυσιολογία της καρδιάς οι οποίες αρχίζουν να εμφανίζονται σε περίπου 10 πλάσιες συγκεντρώσεις συγκρινόμενες με την υπολογισθείσα θεραπευτική ελεύθερη συγκέντρωση στο πλάσμα ανθρώπων.

6.ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1Κατάλογος εκδόχων

Άμυλο αραβοσίτου

Λακτόζη

Πολυβινυλοπυρρολιδόνη Νατριούχο γλυκολικό άμυλο Στεατικό μαγνήσιο Κυτταρίνη, μικροκρυσταλλική

Διοξείδιο του πυριτίου, κολλοειδές άνυδρο.

6.2Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3Διάρκεια ζωής

-3 χρόνια.

6.4Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Δεν υπάρχουν ειδικές οδηγίες διατήρησης για το προϊόν αυτό.

6.5Φύση και συστατικά του περιέκτη

Κυψέλες από πράσινο φύλλο PVC και φύλλο αλουμινίου μέσα σε κουτί από χαρτόνι.

Μεγέθη συσκευασίας: 30 και 100 δισκία.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Καμία ειδική υποχρέωση.

7.ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Orion Corporation Orionintie 1 FIN-02200 Espoo

Φινλανδία

8.ΑΡΙΘΜΟΙ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

EU/1/96/004/001

EU/1/96/004/002

9.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

14 Φεβρουαρίου 1996 / 2 Φεβρουαρίου 2006

10.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Λεπτομερή πληροφοριακά στοιχεία για το παρόν φαρμακευτικό προϊόν είναι διαθέσιμα στον δικτυακό τόπο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων: http://www.ema.europa.eu.

Σχόλια

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
  • Βοήθεια
  • Get it on Google Play
  • Σχετικά
  • Info on site by:

  • Presented by RXed.eu

  • 27558

    φάρμακα με συνταγογράφηση που απαριθμούνται