Greek
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

Hemangiol (propranolol hydrochloride) – περιληψη των χαρακτηριστικων του προϊοντοσ - C07AA05

Updated on site: 07-Oct-2017

Όνομα φαρμάκουHemangiol
Κωδικός ATCC07AA05
Ουσίαpropranolol hydrochloride
ΚατασκευαστήςPierre Fabre Dermatologie

1 ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

HEMANGIOL 3,75 mg/mL πόσιμο διάλυμα

2 ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

1 ml διαλύματος περιέχει 4,28 mg υδροχλωρικής προπραναλόλης που ισοδυναμεί με 3,75 mg βάσης προπρανολόλης.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3 ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Πόσιμο διάλυμα.

Διαυγές, άχρωμο έως υποκίτρινο πόσιμο διάλυμα, με φρουτώδη οσμή.

4 ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1Θεραπευτικές ενδείξεις

Το HEMANGIOL ενδείκνυται στη θεραπεία του δυναμένου να πολλαπλασιαστεί βρεφικού αιμαγγειώματος το οποίο απαιτεί συστημική θεραπεία:

Απειλητικό για τη ζωή ή τις λειτουργίες αιμαγγείωμα,

Ελκώδες αιμαγγείωμα με άλγος και/ή απουσία ανταπόκρισης σε απλές περιποιήσεις τραύματος,

Αιμαγγείωμα με κίνδυνο μόνιμων ουλών ή παραμόρφωσης.

Προορίζεται για εισαγωγή σε βρέφη ηλικίας 5 εβδομάδων έως 5 μηνών (βλ. παράγραφο 4.2).

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Ηθεραπεία με το HEMANGIOL πρέπει να ξεκινά από ιατρούς με πείρα στη διάγνωση, τη θεραπεία και τη διαχείριση του βρεφικού αιμαγγειώματος, σε ελεγχόμενο κλινικό περιβάλλον όπου διατίθενται επαρκή μέσα για τον χειρισμό ανεπιθύμητων ενεργειών, συμπεριλαμβανομένων αυτών που απαιτούν επείγοντα μέτρα.

Δοσολογία

Ηδοσολογία εκφράζεται σε βάση προπρανόλης.

Ησυνιστώμενη δόση έναρξης είναι 1 mg/kg/ημέρα η οποία διαιρείται σε δύο χωριστές δόσεις του 0,5 mg/kg. Συνιστάται να αυξάνετε τη δόση μέχρι τη θεραπευτική δόση υπό ιατρική επίβλεψη ως εξής: 1 mg/kg/ημέρα για1 εβδομάδα, κατόπιν 2 mg/kg/ημέρα για 1 εβδομάδα και στη συνέχεια

3 mg/kg/ημέρα ως δόση συντήρησης.

Ηθεραπευτική δόση είναι 3 mg/kg/ημέρα, η οποία πρέπει να χορηγείται σε 2 χωριστές δόσεις του 1,5 mg/kg, μία το πρωί και μία αργά το απόγευμα, με μεσοδιάστημα τουλάχιστον 9 ωρών μεταξύ των δύο λήψεων. Το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να λαμβάνεται κατά τη διάρκεια του ταΐσματος ή αμέσως μετά από αυτό.

Εάν το παιδί δεν τρώει ή κάνει έμετο συνιστάται να παραλείπεται η δόση.

Σε περίπτωση που το παιδί φτύσει μια δόση ή δεν πάρει όλο το φάρμακο, δε θα πρέπει να δοθεί άλλη δόση πριν την επόμενη προγραμματισμένη δόση.

Κατά τη φάση τιτλοποίησης, κάθε αύξηση δόσης πρέπει να τυγχάνει χειρισμού και να παρακολουθείται από ιατρό στις ίδιες συνθήκες με τη χορήγηση της αρχικής δόσης. Μετά τη φάση τιτλοποίησης, η δόση θα αναπροσαρμόζεται από τον ιατρό ανάλογα με τις αλλαγές στο βάρος του παιδιού.

Είναι απαραίτητη η κλινική παρακολούθηση της κατάστασης του παιδιού και η αναπροσαρμογή της δόσης τουλάχιστον μία φορά τον μήνα.

Διάρκεια θεραπείας:

Το HEMANGIOL θα πρέπει να χορηγείται για 6 μήνες.

Η διακοπή της θεραπείας δεν απαιτεί προοδευτική μείωση της δόσης.

Στη μειονότητα των ασθενών που εμφανίζουν υποτροπή των συμπτωμάτων μετά από διακοπή της θεραπείας, η θεραπεία μπορεί να ξαναρχίζει κάτω από τις ίδιες συνθήκες με ικανοποιητική ανταπόκριση.

Ειδικοί πληθυσμοί Λόγω της απουσίας δεδομένων σχετικά με την κλινική αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια, το

HEMANGIOL δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 5 εβδομάδων.

Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την κλινική αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια στις κλινικές μελέτες που διεξήχθησαν με το HEMANGIOL, προκειμένου να συστήνεται η εισαγωγή του σε παιδιά ηλικίας άνω των 5 μηνών.

Βρέφη με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία Λόγω της απουσίας δεδομένων, η χορήγηση του προϊόντος δε συνιστάται σε βρέφη με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.4).

Τρόπος χορήγησης Για χρήση από του στόματος.

Το HEMANGIOL πρέπει να δίνεται κατά τη διάρκεια του ταΐσματος ή αμέσως μετά από αυτό ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας. Θα πρέπει να χορηγείται απευθείας στο στόμα του παιδιού με χρήση της διαβαθμισμένης σύριγγας για χορήγηση από το στόμα, η οποία είναι βαθμονομημένη σε mg βάσης προπρανολόλης και παρέχεται μαζί με τη φιάλη πόσιμου διαλύματος (βλ. οδηγίες χρήσης στην παράγραφο 3 του φύλλου οδηγιών χρήσης).

Η φιάλη δε θα πρέπει να ανακινείται πριν την χρήση.

Εάν χρειαστεί, το φαρμακευτικό προϊόν μπορεί να αραιωθεί μέσα σε μικρή ποσότητα βρεφικού γάλακτος ή σε κατάλληλο για την ηλικία του μωρού χυμό μήλου και/ή χυμό πορτοκαλιού. Μη βάζετε το φάρμακο σε γεμάτο μπουκάλι.

Η ανάμιξη μπορεί να γίνει με μία κουταλιά του γλυκού (περίπου 5 mL) γάλα για παιδιά βάρους έως

5 kg ή με μία κουταλιά της σούπας (περίπου 15 mL) γάλα ή φρουτοχυμό για παιδιά βάρους άνω των 5 kg και να δοθεί με μπιμπερό. Το μείγμα πρέπει να χρησιμοποιείται εντός 2 ωρών.

Το HEMANGIOL και το φαγητό πρέπει να δίδονται από το ίδιο άτομο ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας. Εάν εμπλακούν πολλά άτομα, είναι απαραίτητη η σωστή επικοινωνία μεταξύ τους προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφάλεια του παιδιού.

4.3Αντενδείξεις

Πρόωρα βρέφη τα οποία δεν έχουν φθάσει στη διορθωμένη ηλικία των 5 εβδομάδων (η διορθωμένη ηλικία υπολογίζεται αφαιρώντας τον αριθμό εβδομάδων πρόωρου τοκετού από την πραγματική ηλικία)

Θηλάζοντα βρέφη, εάν η μητέρα ακολουθεί αγωγή με φάρμακα που αντενδείκνυνται με την προπρανολόλη

Υπερευασθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1

Άσθμα ή ιστορικό βραγχόσπασμου

Δεύτερου ή τρίτου βαθμού κολποκοιλιακοί αποκλεισμοί

Νόσος φλεβόκομβου (συμπεριλαμβανομένου φλεβοκολπικού αποκλεισμού)

Βραδυκαρδία κάτω από τα ακόλουθα όρια:

Ηλικία

0-3 μηνών

 

3-6 μηνών

6-12 μηνών

Καρδιακός ρυθμός

 

(παλμοί/λεπτό)

 

 

 

 

 

Χαμηλή αρτηριακή πίεση κάτω από τα ακόλουθα όρια:

 

Ηλικία

0-3 μηνών

 

3-6 μηνών

6-12 μηνών

Αρτηριακή πίεση

65/45

 

70/50

80/55

 

 

 

 

 

(mmHg)

Καρδιογενής καταπληξία

Καρδιακή ανεπάρκεια μη ελεγχόμενη με φαρμακευτική αγωγή

Στηθάγχη Prinzmetal

Σοβαρές περιφερικές αρτηριακές κυκλοφοριακές διαταραχές (φαινόμενο Raynaud)

Βρέφη επιρρεπή στην υπογλυκαιμία

Φαιοχρωμοκύτωμα

4.4Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Έναρξη της θεραπείας Πριν την έναρξη της θεραπείας με προπρανολόλη, πρέπει να διεξάγεται έλεγχος για κινδύνους που

σχετίζονται με την προπρανολόλη. Πρέπει να διεξάγεται ανάλυση του ιατρικού ιστορικού και πλήρης κλινική εξέταση, συμπεριλαμβανομένου του καρδιακού ρυθμού, και της ακρόασης της καρδιάς και των πνευμόνων.

Σε περίπτωση πιθανολογούμενης καρδιακής ανωμαλίας, πρέπει να αναζητείται η συμβουλή ειδικού πριν από την έναρξη της θεραπείας προκειμένου να προσδιορισθεί τυχόν υποκείμενη αντένδειξη. Σε περίπτωση οξείας βρογχοπνευμονικής ανωμαλίας, η έναρξη της θεραπείας θα πρέπει να αναβάλλεται.

Καρδιαγγειακές διαταραχές Η προπρανολόλη, λόγω της φαρμακολογικής της δράσης, μπορεί να προκαλέσει ή να επιδεινώσει τη

βραδυκαρδία ή τις ανωμαλίες της αρτηριακής πίεσης. Θα πρέπει να γίνεται διάγνωση της βραδυκαρδίας, εάν ο καρδιακός ρυθμός αποκλίνει περισσότερο από 30 bpm από την αρχική τιμή. Η βραδυκαρδία ορίζεται κάτω από τα ακόλουθα όρια:

Ηλικία

0-3 μηνών

3-6 μηνών

6-12 μηνών

Καρδιακός ρυθμός

(παλμοί/λεπτό)

 

 

 

Μετά από την πρώτη λήψη και μετά από κάθε αύξηση δόσης, πρέπει να διεξάγεται κλινική παρακολούθηση που θα συμπεριλαμβάνει την αρτηριακή πίεση και τον καρδιακό ρυθμό τουλάχιστον κάθε μία ώρα και για τουλάχιστον 2 ώρες. Σε περίπτωση συμπτωματικής βραδυκαρδίας ή βραδυκαρδίας κάτω των 80 bpm, πρέπει να αναζητείται άμεσα η συμβουλή ειδικού.

Σε περίπτωση που συμβεί σοβαρή και/ή συμπτωματική βραδυκαρδία ή υπόταση οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται και να αναζητείται η συμβουλή ειδικού.

Υπογλυκαιμία Η προπρανολόλη εμποδίζει την ανταπόκριση των ενδογενών κατεχολαμινών για να διορθώσουν την

υπογλυκαιμία. Συγκαλύπτει τα αδρενεργικά προειδοποιητικά σημεία της υπογλυκαιμίας ιδιαίτερα την ταχυκαρδία, το τρέμουλο, το άγχος και την πείνα. Μπορεί να επιδεινώσει την υπογλυκαιμία στα παιδιά, ειδικά σε περίπτωση νηστείας, εμέτου ή υπερδοσολογίας.

Αυτά τα υπογλυκαιμικά επεισόδια σε συνδυασμό με τη λήψη προπρανολόλης μπορούν να εμφανισθούν κατ’ εξαίρεση υπό μορφή σπασμών και/ή κώματος.

Εάν εμφανισθούν κλινικά σημεία υπογλυκαιμίας, είναι απαραίτητο να βάλετε το παιδί να πιει σακχαρώδες υγρό διάλυμα και να διακόψετε προσωρινά τη θεραπεία. Απαιτείται κατάλληλη παρακολούθηση του παιδιού μέχρι τα συμπτώματα να εξαφανιστούν.

Σε παιδιά με διαβήτη, θα πρέπει να εντείνεται η παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος.

Αναπνευστικές διαταραχές Σε περίπτωση λοίμωξης του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος που σχετίζεται με δύσπνοια και

συριγμό, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά. Είναι δυνατή η χορήγηση β-2 αγωνιστών και εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών. Η επαναχορήγηση προπρανολόλης μπορεί να εξεταστεί όταν αναρρώσει πλήρως το παιδί. Σε περίπτωση επανεμφάνισης, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται μόνιμα.

Σε περίπτωση μεμονωμένου βρογχόσπασμου, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται μόνιμα.

Καρδιακή Ανεπάρκεια:

Η διέγερση του συμπαθητικού μπορεί να αποτελεί συνιστώσα ζωτικής σημασίας υποστηρίζοντας την κυκλοφορική λειτουργία σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια και η αναστολή της με β- αποκλειστές μπορεί να επισπεύσει περισσότερο τη σοβαρή ανεπάρκεια.

Σύνδρομο PHACE

Διατίθενται πολύ περιορισμένα δεδομένα σχετικά με την ασφάλεια της προπραναλόλης σε ασθενείς με σύνδρομο PHACE.

Η προπρανολόλη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου σε ασθενείς με σύνδρομο PHACE με σοβαρές αγγειοεγκεφαλικές ανωμαλίες, ρίχνοντας την αρτηριακή πίεση και μειώνοντας τη ροή μέσω φραγμένων, στενών ή στενωτικών αγγείων.

Βρέφη με μεγάλο βρεφικό αιμαγγείωμα στο πρόσωπο θα πρέπει να εξετάζονται εξονυχιστικά για πιθανή αρτηριοπάθεια που σχετίζεται με το σύνδρομο PHACE, με αγγειογραφία μαγνητικού συντονισμού της κεφαλής και του λαιμού και καρδιακή απεικόνιση, συμπεριλαμβανομένου του αορτικού τόξου, πριν εξεταστεί το ενδεχόμενο θεραπείας με προπρανολόλη.

Θα πρέπει να αναζητείται η συμβουλή ειδικού.

Θηλασμός:

Η προπρανολόλη περνά στο μητρικό γάλα, έτσι οι μητέρες που ακολουθούν αγωγή με προπρανολόλη και θηλάζουν το βρέφος τους θα πρέπει να ενημερώνουν τον επαγγελματία τους του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης.

Ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια Η προπρανολόλη μεταβολίζεται στο ήπαρ και απεκκρίνεται από τα νεφρά. Απουσία δεδομένων στα

παιδιά, η προπρανολόλη δε συνιστάται σε περίπτωση νεφρικής ή ηπατικής δυσλειτουργίας (βλ. παράγραφο 4.2).

Υπερευαισθησία Σε ασθενείς με πιθανότητα εμφάνισης σοβαρής αναφυλακτικής αντίδρασης, ανεξάρτητα από την

αιτία, ιδιαίτερα με ιωδιούχους σκιαγραφικούς παράγοντες, η θεραπεία με β-αποκλειστές μπορεί να οδηγήσει σε επιδείνωση της αντίδρασης και αντοχή στη θεραπεία της με αδρεναλίνη σε κανονικές δόσεις.

Γενική αναισθησία Οι β-αποκλειστές θα οδηγήσουν σε περιορισμό της αντανακλαστικής ταχυκαρδίας και αυξημένο

κίνδυνο υπότασης. Είναι απαραίτητο να προειδοποιηθεί ο αναισθησιολόγος για το γεγονός ότι ο ασθενής ακολουθεί αγωγή με β-αποκλειστές.

Όταν ο ασθενής προγραμματιστεί για χειρουργείο, η θεραπεία με β-αποκλειστές θα πρέπει να διακόπτεται τουλάχιστον 48 ώρες πριν από την επέμβαση.

Υπερκαλιαιμία Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις υπερκαλιαιμίας σε ασθενείς με μεγάλο ελκώδες αιμαγγείωμα. Σε

αυτούς τους ασθενείς, θα πρέπει να παρακολουθούνται οι ηλεκτρολύτες.

Ψωρίαση Έχει αναφερθεί επιδείνωση της ασθένειας με β-αποκλειστές σε ασθενείς που πάσχουν από ψωρίαση.

Επομένως, θα πρέπει να σταθμίζεται προσεκτικά η ανάγκη για θεραπεία.

4.5Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Λόγω της απουσίας ειδικών μελετών σε παιδιά, οι αλληλεπιδράσεις φαρμάκων με την προπρανολόλη είναι οι ίδιες με εκείνες που είναι γνωστές στους ενήλικες. Οι συνδυασμοί θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις 2 παρακάτω καταστάσεις (δεν αποκλείουν η μια την άλλη):

βρέφη στα οποία δίνονται οποιαδήποτε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, ιδιαίτερα αυτά που αναφέρονται παρακάτω.

βρέφη που θηλάζουν από μητέρες που λαμβάνουν οποιαδήποτε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, ιδιαίτερα αυτά που αναφέρονται παρακάτω. Σε αυτή την περίπτωση, θα πρέπει να συζητείται η ανάγκη διακοπής του θηλασμού.

Απαιτείται στενή κλινική επίβλεψη για τυχόν επηρεασμένη ανοχή της προπρανολόλης.

Δε συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση

Αποκλειστές διαύλων ασβεστίου (διλτιαζέμη, βεραπαμίλη, βεπριδίλη) που προκαλούν βραδυκαρδία

Η συγχορήγηση με προπρανολόλη μπορεί να προκαλέσει αλλοιωμένο αυτοματισμό (υπερβολική βραδυκαρδία, φλεβοκομβική ανακοπή), διαταραχές φλεβοκομβοκολπικής και κολποκοιλιακής αγωγιμότητας και αυξημένο κίνδυνο κοιλιακών αρρυθμιών (κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου) μαζί με καρδιακή ανεπάρκεια.

Αυτός ο συνδυασμός πρέπει να χορηγείται μόνο κάτω από στενή κλινική παρακολούθηση και παρακολούθηση με ηλεκτροκαρδιογράφημα, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας.

Αλληλεπιδράσεις που απαιτούν προσοχή

Καρδιαγγειακά Φαρμακευτικά Προϊόντα

Αντιαρρυθμικά

Η προπαφαινόνη έχει αρνητικές ινότροπες ιδιότητες και ιδιότητες β-αποκλειστή που μπορούν να προστεθούν σε αυτές της προπρανολόλης, παρά την ύπαρξη καθησυχαστικής μελέτης σε υγιείς εθελοντές.

Ο μεταβολισμός της προπρανολόλης μειώνεται με τη συγχορήγηση κινιδίνης, οδηγώντας σε δύο ή τρεις φορές αυξημένη συγκέντρωση στο αίμα και μεγαλύτερου βαθμού κλινικό β-αποκλεισμό.

Η αμιωδαρόνη είναι ένας αντιαρρυθμικός παράγοντας με αρνητικές χρονότροπες ιδιότητες που μπορούν να προστεθούν σε αυτές που έχουν διαπιστωθεί με τους β-αποκλειστές, όπως η προπρανολόλη. Αναμένονται διαταραχές αυτοματισμού και αγωγιμότητας εξαιτίας της καταστολής των αντισταθμιστικών μηχανισμών του συμπαθητικού.

Ο μεταβολισμός της ενδοφλέβιας λιδοκαΐνης αναστέλλεται με τη συγχορήγηση προπρανολόλης, με αποτέλεσμα 25% αύξηση στις συγκεντρώσεις λιδοκαΐνης. Έχει αναφερθεί τοξικότητα με λιδοκαΐνη (νευρολογικές και καρδιακές ανεπιθύμητες ενέργειες) μετά από συγχορήγηση με προπρανολόλη.

Γλυκοσίδες της δακτυλίτιδας

Οι γλυκοσίδες της δακτυλίτιδας και οι β-αποκλειστές επιβραδύνουν την κολποκοιλιακή αγωγιμότητα και μειώνουν τον καρδιακό ρυθμό. Η ταυτόχρονη χρήση μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο βραδυκαρδίας.

Διυδροπυριδίνες

Θα πρέπει να δίνεται προσοχή όταν χορηγείται διυδροπυριδίνη σε ασθενείς που λαμβάνουν β- αποκλειστή. Και οι δύο παράγοντες μπορεί να προκαλέσουν υπόταση και/ή καρδιακή ανεπάρκεια σε ασθενείς των οποίων η καρδιακή λειτουργία ελέγχεται εν μέρει εξαιτίας πρόσθετων ινότροπων δράσεων. Η ταυτόχρονη χορήγηση μπορεί να μειώσει τις ανακλαστικές αντιδράσεις του συμπαθητικού που προκαλούται σε υπερβολική περιφερική αγγειοδιαστολή.

Αντιυπερτασικά (Αναστολείς ΑΜΕ, ανταγωνιστές των υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ, διουρητικά, α- αποκλειστές ανεξαρτήτως ένδειξης, κεντρικώς δρώντα αντιϋπερτασικά, ρεζερπίνη, κλπ)

Όταν συνδυάζονται με β-αποκλειστές, τα φάρμακα που μειώνουν την αρτηριακή πίεση μπορούν να προκαλέσουν ή να αυξήσουν την υπόταση, κυρίως την ορθοστατική. Σε σχέση με κεντρικώς δρώντα αντιυπερτασικά, οι β-αποκλειστές μπορεί να επιδεινώσουν την αναπηδώσα υπέρταση μετά από απότομη απόσυρση της κλονιδίνης και η προπρανολόλη θα πρέπει να διακοπεί αρκετές ημέρες πριν από τη διακοπή της κλονιδίνης.

Μη-Καρδιαγγειακά Φαρμακευτικά Προϊόντα

Κορτικοστεροειδή

Ασθενείς με βρεφικό αιμαγγείωμα ενδέχεται να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο, εάν έχουν λάβει ή λαμβάνουν ταυτόχρονα αγωγή με κορτικοστεροειδή επειδή η καταστολή των επινεφριδίων μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια της αντισταθμιστικής ανταπόκρισης της κορτιζόλης και να αυξήσει τον κίνδυνο υπογλυκαιμίας. Αυτό ισχύει επίσης όταν παιδιά θηλάζουν από μητέρες που ακολουθούν αγωγή με κορτικοστεροειδή, σε περίπτωση υψηλής δοσολογίας ή παρατεταμένης θεραπείας.

Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα

Τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) έχουν αναφερθεί ότι αμβλύνουν την αντιυπερτασική δράση των παραγόντων που προκαλούν β-αποκλεισμό.

Φάρμακα που προκαλούν ορθοστατική υπόταση

Φάρμακα που προκαλούν ορθοστατική υπόταση (νιτροπαράγωγα, αναστολείς φωσφοδιεστεράσης τύπου 5, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αντιψυχωσικά, ντοπαμινεργικοί αγωνιστές, λεβοντόπα, αμιφοστίνη, βακλοφαίνη...) μπορεί να προσθέσουν τις επιδράσεις τους σε αυτές των β-αποκλειστών.

Επαγωγείς ενζύμων

Τα επίπεδα προπρανολόλης στο αίμα μπορεί να μειωθούν με τη συγχορήγηση επαγωγέων ενζύμων όπως η ριφαμπικίνη ή η φαινοβαρβιτάλη.

Υπογλυκαιμικοί παράγοντες

Όλοι οι παράγοντες που προκαλούν β-αποκλεισμό μπορούν να συγκαλύψουν ορισμένα συμπτώματα υπογλυκαιμίας: αίσθημα παλμών και ταχυκαρδία.

Η χρήση προπρανολόλης παράλληλα με υπογλυκαιμική θεραπεία σε διαβητικούς ασθενείς θα πρέπει να γίνεται με προσοχή καθώς μπορεί να παρατείνει την υπογλυκαιμική ανταπόκριση στην ινσουλίνη. Σε αυτή την περίπτωση, ενημερώστε τον θεράποντα και εντείνετε την παρακολούθηση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα, ιδιαίτερα στη αρχή της θεραπείας.

Φαρμακευτικά προϊόντα μείωσης των λιπιδίων

Η συγχορήγηση χοληστυραμίνης ή κολεστιπόλης με προπρανολόλη οδήγησε σε έως 50% μείωση των συγκεντρώσεων προπρανολόλης.

Αλογονωμένοι Αναισθητικοί Παράγοντες

Μπορούν να καταστείλουν τη συσταλτικότητα του μυοκαρδίου και την αντισταθμιστική απόκριση των αγγείων όταν χορηγηθούν με προπρανολόλη. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν βήτα διεγερτικοί παράγοντες για αντιστάθμιση του βήτα αποκλεισμού.

4.6Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Εγκυμοσύνη Δεν εφαρμόζεται.

Θηλασμός Θηλάζουσες μητέρες: βλ. παράγραφο 4.4 και παράγραφο 4.5.

Γονιμότητα Μολονότι αναφέρθηκαν στη βιβλιογραφία κάποιες αναστρέψιμες επιδράσεις στη γονιμότητα των

αρσενικών και των θηλυκών ενήλικων αρουραίων που λάμβαναν υψηλές δόσεις προπρανολόλης, η μελέτη που διεξήχθη σε νεαρά ζώα δεν έδειξε καμία επίδραση στη γονιμότητα (βλ. παράγραφο 5.3).

4.7Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών

Δεν εφαρμόζεται.

4.8Ανεπιθύμητες ενέργειες

Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας

Σε κλινικές δοκιμές για δυνάμενο να πολλαπλασιαστεί βρεφικό αιμαγγείωμα, οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν συχνότερα σε βρέφη υπό αγωγή με HEMANGIOL ήταν διαταραχές ύπνου, επιδεινωθείσες λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος, όπως βρογχίτιδα και βρογχιολίτιδα που σχετίζονταν με βήχα και πυρετό, διάρροια και έμετος.

Γενικά, οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν στο πρόγραμμα παρηγορητικής χρήσης και στη βιβλιογραφία αφορούσαν υπογλυκαιμία (και σχετικό επεισόδιο όπως υπογλυκαιμικοί σπασμοί) και επιδεινωθείσες λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος με αναπνευστική δυσχέρεια.

Συνοπτικός κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών Ο ακόλουθος πίνακας δίνει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν ανεξαρτήτως δόσης και

διάρκειας θεραπείας σε τρεις κλινικές μελέτες, οι οποίες συμπεριλάμβαναν 435 ασθενείς υπό αγωγή με HEMANGIOL σε δόση 1 mg/kg/ημέρα ή 3 mg/kg/ημέρα για μέγιστη διάρκεια θεραπείας

6 μήνες.Η συχνότητά τους προσδιορίζεται χρησιμοποιώντας τις ακόλουθες συνθήκες: πολύ συχνές

(≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως

< 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Λόγω του μεγέθους της βάσης δεδομένων της κλινικής δοκιμής, δεν αντιπροσωπεύονται οι κατηγορίες σπάνιες και πολύ σπάνιες.

Εντός κάθε κατηγορίας οργάνου συστήματος, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

 

Πολύ συχνές

Συχνές

Όχι συχνές

Μη γνωστές

Λοιμώξεις και

Βρογχίτιδα

Βρογχιολίτιδα

 

 

παρασιτώσεις

 

 

 

 

Διαταραχές του

 

Μειωμένη

 

 

μεταβολισμού και της

 

όρεξη

 

 

θρέψης

 

 

 

 

Ψυχιατρικές

Διαταραχή

Διέγερση

 

 

διαταραχές

ύπνου

Εφιάλτες

 

 

 

 

Ευερεθιστότητα

 

 

Διαταραχές του

 

Υπνηλία

 

Υπογλυκαιμικός

νευρικού συστήματος

 

 

 

σπασμός

Καρδιακές διαταραχές

 

 

Κολποκοιλιακός

Βραδυκαρδία

 

 

 

αποκλεισμός

 

Αγγειακές διαταραχές

 

Περιφερική

 

Υπόταση

 

 

ψυχρότητα

 

Αγγειοσύσπαση

 

 

 

 

Φαινόμενο Raynaud

Διαταραχές του

 

Βρογχόσπασμος

 

 

αναπνευστικού

 

 

 

 

συστήματος, του

 

 

 

 

θώρακα και του

 

 

 

 

μεσοθωράκιου

 

 

 

 

Διαταραχές του

Διάρροια

Δυσκοιλιότητα

 

 

γαστρεντερικού

Έμετος

Κοιλιακό άλγος

 

 

Διαταραχές του

 

Ερύθημα

Κνίδωση

 

δέρματος και του

 

 

Αλωπεκία

 

υποδόριου ιστού

 

 

 

 

Παρακλινικές

 

Μειωμένη

Μειωμένη

Ακοκκιοκυτταραιμία

εξετάσεις

 

αρτηριακή

γλυκόζη

Υπερκαλιαιμία

 

 

πίεση

αίματος

 

 

 

 

Μειωμένος

 

 

 

 

καρδιακός

 

 

 

 

ρυθμός

 

 

 

 

Ουδετεροπενία

 

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Σχετικά με τις λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος όπως η βρογχίτιδα ή η

βρογχιολίτιδα, έχει παρατηρηθεί επιδείνωση των συμπτωμάτων (συμπεριλαμβανομένου του

βρογχόσπασμου) σε ασθενείς υπό αγωγή με HEMANGIOL εξαιτίας της βρογχοσυσταλτικής δράσης της προπρανολόλης. Αυτές οι επιδράσεις σπάνια οδήγησαν σε οριστική διακοπή της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4).

Οι διαταραχές ύπνου αντιστοιχούν σε αϋπνία, χαμηλή ποιότητα ύπνου και υπερυπνία. Άλλες διαταραχές του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος παρατηρήθηκαν κυρίως κατά τα πρώιμα στάδια της θεραπείας.

Διάρροια αναφέρθηκε συχνά και δε σχετιζόταν πάντα με λοιμώδη νόσο του γαστρεντερικού συστήματος. Η εμφάνιση της διάρροιας φαίνεται να εξαρτάται από τη δόση μεταξύ 1 και 3 mg/kg/ημέρα. Καμία από τις περιπτώσεις δεν ήταν σοβαρή ως προς την ένταση και δεν οδήγησε σε διακοπή της θεραπείας.

Τα καρδιαγγειακά επεισόδια που αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια των κλινικών μελετών ήταν ασυμπτωματικά. Στο πλαίσιο της 4ωρης καρδιαγγειακής παρακολούθησης κατά τις ημέρες τιτλοποίησης, παρατηρήθηκε μείωση του καρδιακού ρυθμού (περίπου 7 bpm) και της συστολικής αρτηριακής πίεσης (κάτω από 3 mmHg) μετά από τη χορήγηση φαρμάκου. Μία περίπτωση δευτέρου βαθμού κολποκοιλιακού καρδιακού αποκλεισμού σε ασθενή με υποκείμενη διαταραχή αγωγιμότητας οδήγησε σε οριστική σε διακοπή της θεραπείας. Έχουν αναφερθεί στη βιβλιογραφία μεμονωμένες περιπτώσεις συμπτωματικής βραδυκαρδίας και υπότασης.

Οι μειώσεις του σακχάρου στο αίμα που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών ήταν ασυμπτωματικές. Ωστόσο, αναφέρθηκαν διάφορες περιπτώσεις υπογλυκαιμίας με σχετιζόμενους υπογλυκαιμικούς σπασμούς κατά τη διάρκεια του προγράμματος παρηγορητικής χρήσης και στη βιβλιογραφία, ειδικά σε περίπτωση περιόδου νηστείας κατά τη διάρκεια συνοδού νόσου (βλ. παράγραφο 4.4).

Η ταυτόχρονη θεραπεία με συστημικά κορτικοστεροειδή ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο υπογλυκαιμίας (βλ. παράγραφο 4.5).

Υπερκαλιαιμία έχει αναφερθεί στη βιβλιογραφία σε λίγους ασθενείς με μεγάλο ελκώδες αιμαγγείωμα (βλ. παράγραφο 4.4).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Ηαναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

4.9 Υπερδοσολογία

Ητοξικότητα των β-αποκλειστών αποτελεί προέκταση των θεραπευτικών τους δράσεων:

Τα καρδιακά συμπτώματα ήπιας έως μέτριας δηλητηρίασης είναι μειωμένος καρδιακός ρυθμός και υπόταση. Μπορούν να συμβούν κολποκοιλιακοί αποκλεισμοί, καθυστερήσεις ενδοκοιλιακής αγωγιμότητας και συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια με πιο σοβαρή δηλητηρίαση.

Ενδέχεται να αναπτυχθεί βρογχόσπασμος, ιδιαίτερα σε ασθενείς με άσθμα.

Ενδέχεται να αναπτυχθεί υπογλυκαιμία και οι εκδηλώσεις της υπογλυκαιμίας (τρόμος, ταχυκαρδία) ενδέχεται να συγκαλυφθούν από άλλες κλινικές επιδράσεις της τοξικότητας των β- αποκλειστών.

Ηπροπρανολόλη είναι ιδιαίτερα λιποδιαλυτή και μπορεί να διαπεράσει τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και να προκαλέσει σπασμούς.

Υποστηρικτική αγωγή και θεραπεία:

Ο ασθενής θα πρέπει να τοποθετείται σε καρδιογράφο, να παρακολουθούνται τα ζωτικά σημεία, η νοητική κατάσταση και η γλυκόζη αίματος. Θα πρέπει να δίνονται ενδοφλέβια υγρά για την υπόταση

και ατροπίνη για τη βραδυκαρδία. Η χρήση γλυκαγόνης και κατόπιν κατεχολαμινών θα πρέπει να εξετάζεται, εάν ο ασθενής δεν ανταποκρίνεται κατάλληλα στα ενδοφλέβια υγρά. Για τον βρογχόσπασμο μπορούν να χρησιμοποιηθούν ισοπροτερενόλη και αμινοφυλλίνη.

5 ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Παράγοντας β-αποκλεισμού, μη εκλεκτικός, κωδικός ATC: C07AA05

Μηχανισμός δράσης Οι πιθανοί μηχανισμοί δράσης της προπρανολόλης στο δυνάμενο να πολλαπλασιαστεί βρεφικό

αιμαγγείωμα που περιγράφονται στην βιβλιογραφία θα μπορούσαν να συμπεριλαμβάνουν ποικίλους μηχανισμούς που όλοι σχετίζονται στενά μεταξύ τους:

τοπική αιμοδυναμική επίδραση (αγγειοσυστολή που είναι κλασική συνέπεια του βήτα αδρενεργικού αποκλεισμού και μείωση της αιμάτωσης της βλάβης του βρεφικού αιμαγγειώματος),

αντιαγγειογενή επίδραση (μείωση του πολλαπλασιασμού των αγγειακών ενδοθηλιακών κυττάρων, ελάττωση της νεοαγγείωσης και σχηματισμός αγγειακών σωληναρίων, μείωση της έκκρισης Μήτρας της Μεταλλοπρωτεϊνάσης 9),

επίδραση πυροδότησης της απόπτωσης των ενδοθηλιακών κυττάρων των τριχοειδών,

μείωση των οδών σηματοδότησης των VEGF και bFGF και της επακόλουθης αγγειογένεσης / πολλαπλασιασμού.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Η προπρανολόλη είναι ένας β-αποκλειστής ο οποίος χαρακτηρίζεται από τρεις φαρμακολογικές ιδιότητες:

την απουσία καρδιοεκλεκτικής δραστηριότητας β-1 β-αποκλειστή,

αντιαρρυθμική δράση,

έλλειψη δραστηριότητας μερικού αγωνιστή (ή ενδογενούς συμπαθομιμητικής δραστηριότητας).

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια στον παιδιατρικό πληθυσμό

Ηαποτελεσματικότητα της προπρανολόλης σε βρέφη (ηλικίας 5 εβδομάδων έως 5 μηνών κατά την έναρξη της θεραπείας) με δυνάμενο να πολλαπλασιαστεί βρεφικό αιμαγγείωμα που απαιτεί συστημική θεραπεία έχει καταδειχτεί σε πιλοτική τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη, πολυκεντρική, πολλαπλών δόσεων, προσαρμοστική μελέτη φάσης II/III, η οποία είχε στόχο να συγκρίνει τέσσερα δοσολογικά σχήματα προπρανολόλης (1 ή 3 mg/kg/ημέρα για 3 ή 6 μήνες) με εικονικό φάρμακο (διπλά τυφλή).

Ηθεραπεία χορηγήθηκε σε 456 άτομα (401 Προπρανολόλη σε δόση 1 ή 3 mg/kg/ημέρα για 3 ή

6 μήνες, 55 Εικονικό φάρμακο), συμπεριλαμβάνοντας φάση τιτλοποίησης 3 εβδομάδων. Οι ασθενείς (71,3% θηλυκού γένους, 37% ηλικίας 35-90 ημερών και 63% ηλικίας 91-150 ημερών) παρουσίαζαν αιμαγγείωμα-στόχο στο κεφάλι σε ποσοστό 70% και η πλειοψηφία των βρεφικών αιμαγγειωμάτων ήταν εστιακά (89%).

Ως επιτυχής θεραπεία ορίστηκε η πλήρης ή σχεδόν πλήρης διάλυση του αιμαγγειώματος-στόχου, η οποία αξιολογήθηκε με τυφλές κεντρικές ανεξάρτητες εκτιμήσεις σε φωτογραφίες την Εβδομάδα 24, χωρίς πρόωρη διακοπή της θεραπείας.

Το δοσολογικό σχήμα 3 mg/kg/ημέρα για 6 μήνες (επιλεγμένο στο τέλος του τμήματος της φάσης II της μελέτης) παρουσίασε 60,4% επιτυχία έναντι 3,6% στον βαχίονα του εικονικού φαρμάκου (τιμή p < 0,0001). Η ηλικία (35-90 ημερών / 91-150 ημερών), οι υποομάδες φύλου και θέσης του αιμαγγειώματος (κεφάλι / σώμα) δε δείχνουν διαφορές στην ανταπόκριση στην προπρανολόλη. Παρατηρήθηκε βελτίωση του αιμαγγειώματος στις 5 εβδομάδας θεραπείας με προπρανολόλη στο 88% των ασθενών. Το 11,4% των ασθενών χρειάστηκε να υποβληθούν εκ νέου σε αγωγή μετά τη διακοπή της θεραπείας.

Για λόγους ηθικής σχετικά με τη χρήση εικονικού φαρμάκου, η επίδειξη της αποτελεσματικότητας δεν έγινε σε ασθενείς με αιμαγγείωμα υψηλού κινδύνου. Μαρτυρία για την αποτελεσματικότητα της προπρανολόλης σε ασθενείς με αιμαγγείωμα υψηλού κινδύνου είναι διαθέσιμη στη βιβλιογραφία και σε ειδικό πρόγραμμα παρηγορητικής χρήσης που διεξήχθη με Hemangiol.

Βάσει αναδρομικής μελέτης, μια μειοψηφία ασθενών (12%) χρειάστηκε επανέναρξη της συστημικής θεραπείας. Όταν η θεραπεία ξεκίνησε εκ νέου, παρατηρήθηκε ικανοποιητική ανταπόκριση στη συντριπτική πλειοψηφία των ασθενών.

5.2Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Ενήλικες

Απορρόφηση και κατανομή:

Ηπροπρανολόλη απορροφάται σχεδόν πλήρως μετά από χορήγηση από του στόματος. Ωστόσο, υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου από το ήπαρ και κατά μέσο όρο μόνο 25% της προπρανολόλης περίπου φθάνει στη συστηματική κυκλοφορία. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται περίπου 1 έως 4 ώρες μετά από δόση από το στόμα. Η χορήγηση τροφών πλούσιων σε πρωτεΐνη αυξάνει τη βιοδιαθεσιμότητα της προπρανολόλης κατά 50% περίπου χωρίς να μεταβάλλεται ο χρόνος μέχρι τη μέγιστη συγκέντρωση.

Ηπροπρανολόλη αποτελεί υπόστρωμα για τον εντερικό μεταφορέα εκροής, P-γλυκοπρωτεΐνη (P-gp). Ωστόσο, μελέτες υποδεικνύουν ότι η P-gp δεν είναι περιοριστική της δόσης για την εντερική απορρόφηση της προπρανολόλης στη συνήθη διακύμανση θεραπευτικής δόσης.

Περίπου το 90% της κυκλοφορούσας προπρανολόλης δεσμεύεται στις πρωτεΐνες του πλάσματος (λευκωματίνη και άλφα 1 όξινη γλυκοπρωτεΐνη). Ο όγκος κατανομής της προπρανολόλης είναι περίπου 4 L/kg. Η προπρανολόλη διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και τον πλακούντα και κατανέμεται στο μητρικό γάλα.

Βιομετασχηματισμός και αποβολή:

Η προπρανολόλη μεταβολίζεται μέσω τριών πρωταρχικών οδών: αρωματική υδροξυλίωση (κυρίως 4- υδροξυλίωση), N-αποαλκυλίωση ακολουθούμενη από περαιτέρω οξείδωση πλευρικής αλύσου και απευθείας γλυκουρονίδιωση. Η επί τοις εκατό συμβολή αυτών των οδών στον συνολικό μεταβολισμό είναι 42%, 41% και 17% αντίστοιχα αλλά με σημαντική ποικιλότητα μεταξύ των ατόμων. Οι τέσσερις κύριοι τελικοί μεταβολίτες είναι το γλυκουρονίδιο προπρανολόλης, το ναφθυλοξυλακτικό οξύ και το γλυκουρονικό οξύ και τα θειικά σύμπλοκα της 4-υδροξυ προπρανολόλης. Μελέτες in vitro έχουν δείξει ότι το CYP2D6 (αρωματική υδροξυλίωση), το CYP1A2 (οξείδωση αλύσου) και σε μικρότερο βαθμό το CYP2C19 ενεπλάκησαν στο μεταβολισμό της προπρανολόλης.

Σε υγιή άτομα, δεν παρατηρήθηκε καμία διαφορά μεταξύ των εκτεταμένων μεταβολιστών CYP2D6 και των φτωχών μεταβολιστών σε σχέση με τον χρόνο ημιζωής της κάθαρσης ή της αποβολής της από του στόματος χορήγησης.

Ο χρόνος ημιζωής της προπρανολόλης στο πλάσμα κυμαίνεται από 3 έως 6 ώρες. Λιγότερο από το 1% μιας δόσης απεκκρίνεται ως αμετάβλητο φάρμακο στα ούρα.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Ηφαρμακοκινητική επαναλαμβανόμενων χορηγήσεων HEMANGIOL σε δόση 3 mg/kg/ημέρα χορηγούμενη σε 2 λήψεις έχει ερευνηθεί σε 19 βρέφη ηλικίας 35 έως 150 ημερών στην αρχή της θεραπείας. Η αξιολόγηση της φαρμακοκινητικής διεξήχθη σε σταθεροποιημένη κατάσταση, μετά από θεραπεία 1 ή 3 μηνών.

Ηπροπρανολόλη απορροφήθηκε ταχέως, με τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα να επιτυγχάνεται κατά κανόνα 2 ώρες μετά τη χορήγηση με αντίστοιχη μέση τιμή γύρω στα 79 ng/mL ανεξάρτητα από την ηλικία του βρέφους.

Ημέση εμφανής κάθαρση της από του στόματος χορήγησης ήταν 2,71 L/h/kg σε βρέφη ηλικίας 65- 120 ημερών, και 3,27 L/h/kg σε βρέφη ηλικίας 181- 240 ημερών. Αφού διορθώθηκε με το σωματικό βάρος, οι πρωταρχικές φαρμακοκινητικές παράμετροι για την προπρανολόλη (όπως η κάθαρση του

πλάσματος) οριζόμενες σε βρέφη ήταν παρόμοιες με εκείνες που αναφέρονται στη βιβλιογραφία για τους ενήλικες.

Ο μεταβολίτης 4-υδροξυ-προπρανολόλη ποσοτικοποιήθηκε και η έκθεσή του στο πλάσμα υπολογίσθηκε κάτω από 7% της έκθεσης του μητρικού φαρμάκου.

Κατά τη διάρκεια αυτής της φαρμακοκινητικής μελέτης, η οποία περιελάμβανε παιδιά με απειλητικό για τις λειτουργίες αιμαγγείωμα, αιμαγγείωμα σε ορισμένες ανατομικές θέσεις που συχνά αφήνουν μόνιμες ουλές ή παραμόρφωση, μεγάλο αιμαγγείωμα προσώπου, μικρότερο αιμαγγείωμα σε εκτεθειμένες περιοχές, σοβαρό ελκώδες αιμαγγείωμα, μισχωτό αιμαγγείωμα, η αποτελεσματικότητα μελετήθηκε επίσης ως δευτερεύον κριτήριο αξιολόγησης. Η θεραπεία με προπρανολόλη οδήγησε σε ταχεία βελτίωση (εντός 7-14 ημερών) όλων των ασθενών και παρατηρήθηκε διάλυση του αιμαγγειώματος-στόχου στο 36,4% των ασθενών σε 3 μήνες.

5.3Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Στα ζώα, μετά από οξεία δόση, η προπρανολόλη θεωρείται ένα μέτρια τοξικό φάρμακο με από του στόματος LD50 600 mg/kg περίπου. Οι κύριες επιδράσεις που αναφέρθηκαν μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση προπρανολόλης σε ενήλικες και νεαρούς αρουραίους ήταν μια παροδική μείωση του σωματικού βάρους και αύξηση του σωματικού βάρους, σχετιζόμενη με μια παροδική μείωση του βάρους των οργάνων. Οι επιδράσεις αυτές ήταν πλήρως αναστρέψιμες όταν διακόπηκε η θεραπεία.

Σε μελέτες χορήγησης δίαιτας κατά τις οποίες χορηγήθηκε θεραπεία με υδροχλωρική προπρανολόλη σε ποντικούς και αρουραίους για μέχρι 18 μήνες σε δόσεις έως 150 mg/kg/ημέρα, δεν υπήρξε μαρτυρία ογκογένεσης σχετιζόμενης με το φάρμακο.

Μολονότι ορισμένα δεδομένα ήταν διφορούμενα, βάσει των συνολικών διαθέσιμων δεδομένων in vitro και in vivo, μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η προπρανολόλη στερείται γονοτοξικότητας.

Σε ενήλικες θηλυκούς αρουραίους, η προπρανολόλη η οποία δίνεται μέσα στην μήτρα ή με ενδοκολπική χορήγηση είναι ένας ισχυρός παράγοντας κατά της εμφύτευσης σε δόση ≥4 mg ανά ζώο ενώ οι επιδράσεις είναι αναστρέψιμες. Σε ενήλικες αρσενικούς αρουραίους, η επαναλαμβανόμενη χορήγηση προπρανολόλης σε υψηλά επίπεδα δόσης (≥7,5 mg/kg) προκάλεσε ιστοπαθολογικές βλάβες στους όρχεις, την επιδιδυμίδα και τη σπερματοδόχο κύστη, μείωση της κινητικότητας του σπέρματος, της συγκέντρωσης σπερματοζωαρίων, των επιπέδων τεστοστερόνης στο πλάσμα και σημαντική αύξηση των ανωμαλιών στην κεφαλή και την ουρά του σπερματοζωαρίου. Οι επιδράσεις γενικά αναστράφηκαν πλήρως μετά τη διακοπή της θεραπείας. Παρόμοια αποτελέσματα επιτεύχθηκαν μετά από ενδορχική χορήγηση προπρανολόλης και χρήση σε μοντέλα in vitro. Ωστόσο, στη μελέτη που διεξήχθη σε νεαρά ζώα υπό θεραπεία καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου ανάπτυξης που αντιστοιχεί στη νηπιακή, παιδική και εφηβική ηλικία, δεν παρατηρήθηκε καμία επίδραση στην ανδρική και γυναικεία γονιμότητα (Βλ. παράγραφο 4.6).

Οι πιθανές επιδράσεις της προπρανολόλης στην ανάπτυξη νεαρών αρουραίων εκτιμήθηκαν μετά από καθημερινή από του στόματος χορήγηση από τη μεταγεννητική Ημέρα 4 (PND 4) έως την PND 21 σε

επίπεδα δόσης 0, 10, 20 ή 40 mg/kg/ημέρα.

 

 

 

Παρατηρήθηκε

θνησιμότητα

με άγνωστη

μολονότι

απίθανη

σχέση με τη θεραπεία στα

40 mg/kg/ημέρα,

η οποία, ως

προς την

τοξικότητα

σε νεαρά

άτομα, οδήγησε σε NOAEL

20 mg/kg/ημέρα.

Όσον αφορά την αναπαραγωγική ανάπτυξη, τη σωματική ανάπτυξη και τη νευρολογική ανάπτυξη, δεν υπάρχουν επιδράσεις σχετιζόμενες με την προπρανολόλη ούτε τοξικολογικώς σημαντικά ευρήματα στα 40 mg/kg/ημέρα, συσχετιζόμενα με τα περιθώρια ασφαλείας 1,2 στα θηλυκά και 2,9 στα αρσενικά, βάσει των μέσων εκθέσεων προπρανολόλης στην PND 21.

6 ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1Κατάλογος εκδόχων

Υδροξυαιθυλοκυτταρίνη

Nατριούχος σακχαρίνη

Βελτιωτικό γεύσης φράουλα (περιέχει προπυλενογλυκόλη)

Βελτιωτικό γεύσης βανίλια (περιέχει προπυλενογλυκόλη)

Κιτρικό οξύ μονοϋδρικό

Ύδωρ κεκαθαρμένο

6.2Ασυμβατότητες

Ελλείψει μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, το παρόν φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.

6.3Διάρκεια ζωής

Πριν το άνοιγμα: 3 χρόνια. Μετά το πρώτο άνοιγμα: 2 μήνες.

6.4Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσετε τη φιάλη στο εξωτερικό κουτί για να προστατεύεται από το φως. Μην καταψύχετε.

Φυλάσσετε τη φιάλη μαζί με τη σύριγγα μέσα στο χάρτινο κουτί μέχρι την επόμενη χρήση.

6.5Φύση και συστατικά του περιέκτη

Διάλυμα 120 mL, μέσα σε φιάλη από κίτρινο γυαλί μαζί με φύλλο οδηγιών από πολυαιθυλένιο χαμηλής πυκνότητας και ανθεκτικό για τα παιδιά βιδωτό καπάκι από πολυπροπυλένιο που παρέχεται μαζί με σύριγγα για χορήγηση από το στόμα από πολυπροπυλένιο, διαβαθμισμένη σε mg βάσης προπρανολόλης.

Μέγεθος συσκευασίας: 1.

6.6Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Καμία ειδική υποχρέωση.

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7 ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

PIERRE FABRE DERMATOLOGIE 45 place Abel Gance

F- 92100 Boulogne

8 ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

EU/1/14/919/001

9 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 23 Απριλίου 2014

10 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Λεπτομερή πληροφοριακά στοιχεία για το παρόν φαρμακευτικό προϊόν είναι διαθέσιμα στον δικτυακό τόπο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων: http://www.ema.europa.eu.

Σχόλια

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
  • Βοήθεια
  • Get it on Google Play
  • Σχετικά
  • Info on site by:

  • Presented by RXed.eu

  • 27558

    φάρμακα με συνταγογράφηση που απαριθμούνται