Greek
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

Increlex (mecasermin) – περιληψη των χαρακτηριστικων του προϊοντοσ - H01AC03

Updated on site: 08-Oct-2017

Όνομα φαρμάκουIncrelex
Κωδικός ATCH01AC03
Ουσίαmecasermin
ΚατασκευαστήςIpsen Pharma

Το φάρμακο αυτό τελεί υπό συμπληρωματική παρακολούθηση. Αυτό θα επιτρέψει τον ταχύ προσδιορισμό νέων πληροφοριών ασφάλειας. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες. Βλ. παράγραφο 4.8 για τον τρόπο αναφοράς ανεπιθύμητων ενεργειών.

1.ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ INCRELEX 10 mg/ml ενέσιμο διάλυμα

2.ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Kάθε ml περιέχει 10 mg μεκασερμίνης*. Kάθε φιαλίδιο περιέχει 40 mg μεκασερμίνης.

*Η μεκασερμίνη είναι ένας ανθρώπινος ινσουλινοειδής αυξητικός παράγοντας-1 (IGF-1) που προέρχεται από ανασυνδυασμένο DNA, που παράγεται στην Escherichia coli.

Έκδοχο με γνωστές δράσεις:

Ένα ml περιέχει 9 mg βενζυλικής αλκοόλης.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Ενέσιμο διάλυμα (ένεση).

Υδατικό, διαυγές και άχρωμο διάλυμα.

4.ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1Θεραπευτικές ενδείξεις

Για τη μακροχρόνια θεραπεία της ανεπάρκειας ανάπτυξης σε παιδιά και εφήβους από 2 έως 18 ετών με σοβαρή πρωτοπαθή ανεπάρκεια του ινσουλινοειδούς αυξητικού παράγοντα-1 (Πρωτοπαθής

IGFD).

Ησοβαρή πρωτοπαθής IGFD ορίζεται από:

βαθμολογία τυπικής απόκλισης ύψους –3,0 και

βασικά επίπεδα του IGF-1 κάτω από το 2,5ο εκατοστημόριο για την ηλικία και το φύλο και

επάρκεια της GH.

Εξαίρεση των δευτεροπαθών μορφών ανεπάρκειας της IGF-1, όπως πλημμελής θρέψη, υποθυρεοειδισμός ή χρόνια θεραπεία με φαρμακολογικές δόσεις μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών.

Ησοβαρή πρωτοπαθής IGFD περιλαμβάνει ασθενείς με μεταλλάξεις στον υποδοχέα της GH (GHR), στην οδό μετάδοσης σήματος μετά τον GHR και ανωμαλίες του γονιδίου IGF-1. Οι ασθενείς αυτοί δεν έχουν ανεπάρκεια στην GH, και επομένως, δε μπορεί να αναμένεται να αποκριθούν επαρκώς στην εξωγενή θεραπεία με GH. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν κρίνεται απαραίτητο, ο ιατρός μπορεί να αποφασίσει να βοηθήσει στη διάγνωση με τη διεξαγωγή δοκιμασίας πρόκλησης IGF-I. .

4.2Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Η θεραπεία με μεκασερμίνη πρέπει να χορηγείται από ιατρούς που είναι πεπειραμένοι στη διάγνωση και στο χειρισμό ασθενών με αναπτυξιακές διαταραχές.

Δοσολογία

Η δόση πρέπει να εξατομικεύεται για κάθε ασθενή. Η συνιστώμενη δόση έναρξης της μεκασερμίνης είναι 0,04 mg/kg σωματικού βάρους δύο φορές ημερησίως με υποδόρια ένεση. Εάν δεν παρουσιαστούν σημαντικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις για τουλάχιστον μία εβδομάδα, η δόση μπορεί να αυξηθεί σε βήματα των 0,04 mg/kg έως τη μέγιστη δόση των 0,12 mg/kg χορηγούμενη δύο φορές ημερησίως. Δόσεις μεγαλύτερες από τα 0,12 mg/kg χορηγούμενες δύο φορές ημερησίως δεν έχουν αξιολογηθεί σε παιδιά με σοβαρή πρωτοπαθή IGFD.

Εάν η συνιστώμενη δόση δεν είναι ανεκτή από τον ασθενή, μπορεί να δοκιμαστεί θεραπεία με χορήγηση χαμηλότερης δόσης. Η επιτυχία της θεραπείας πρέπει να εκτιμηθεί με βάση την ταχύτητα αύξησης ύψους. Η χαμηλότερη δόση που συσχετίστηκε με ουσιώδεις αυξήσεις στην ανάπτυξη σε ατομικό επίπεδο ήταν 0,04 mg/kg δύο φορές ημερησίως.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της μεκασερμίνης σε παιδιά ηλικίας μικρότερης των 2 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.

Ως εκ τούτου αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν συνιστάται σε παιδιά κάτω των 2 ετών.

Ειδικοί Πληθυσμοί

Ηπατική δυσλειτουργία

Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη φαρμακοκινητική της μεκασερμίνης σε παιδιά με ηπατική δυσλειτουργία, σε αυτόν τον συγκεκριμένο πληθυσμό ασθενών με σοβαρή πρωτοπαθή IGFD. Συνιστάται η δόση να εξατομικεύεται για κάθε ασθενή όπως περιγράφεται στη δοσολογία.

Νεφρική δυσλειτουργία

Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη φαρμακοκινητική της μεκασερμίνης σε παιδιά με νεφρική δυσλειτουργία, σε αυτόν τον συγκεκριμένο πληθυσμό ασθενών με σοβαρή πρωτοπαθή IGFD. Συνιστάται η δόση να εξατομικεύεται για κάθε ασθενή όπως περιγράφεται στη δοσολογία.

Τρόπος χορήγησης

Το INCRELEX πρέπει να χορηγείται με υποδόρια ένεση λίγο πριν ή μετά ένα κανονικό γεύμα ή ένα πρόχειρο γεύμα. Εάν παρουσιαστεί υπογλυκαιμία με τις συνιστώμενες δόσεις, παρά την επαρκή λήψη τροφής, η δόση πρέπει να μειώνεται. Εάν ο ασθενής δεν είναι σε θέση να φάει, για οποιαδήποτε αιτία, πρέπει να διακόπτεται η χορήγηση του INCRELEX. Η δόση της μεκασερμίνης δεν πρέπει να αυξάνεται ποτέ για να αναπληρωθεί μία ή περισσότερες δόσεις που παραλείφθηκαν.

Οι θέσεις ένεσης πρέπει να εναλλάσσονται σε διαφορετική θέση με κάθε ένεση.

Το INCRELEX δεν πρέπει να χορηγείται ενδοφλεβίως.

Προφυλάξεις που πρέπει να ληφθούν πριν από το χειρισμό ή τη χορήγηση του φαρμακευτικού προϊόντος

Το διάλυμα πρέπει να είναι διαυγές αμέσως μετά την απομάκρυνση από το ψυγείο. Εάν το διάλυμα είναι θολό ή περιέχει σωματίδια, δεν πρέπει να ενίεται. Το INCRELEX πρέπει να χορηγείται με χρήση στείρων αναλώσιμων συριγγών και βελονών ένεσης. Οι σύριγγες πρέπει να είναι αρκετά μικρού όγκου, έτσι ώστε να είναι δυνατή η αναρρόφηση της συνταγογραφούμενης δόσης από το φιαλίδιο με εύλογη ακρίβεια.

4.3Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Ενεργή ή πιθανολογούμενη νεοπλασία. Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται εάν αναπτυχθούν ενδείξεις νεοπλασίας.

Καθώς το INCRELEX περιέχει βενζυλική αλκοόλη δεν πρέπει να χορηγείται σε πρόωρα βρέφη ή σε νεογνά.

4.4Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Οι ανεπάρκειες του θυρεοειδούς και της θρέψης πρέπει να διορθώνονται πριν από την έναρξη της θεραπείας με μεκασερμίνη.

Ημεκασερμίνη δεν είναι υποκατάστατο της θεραπείας με GH.

Ημεκασερμίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για ενίσχυση της ανάπτυξης σε ασθενείς με κλειστές επιφύσεις.

Ημεκασερμίνη πρέπει να χορηγείται λίγο πριν ή μετά από ένα κανονικό ή ένα πρόχειρο γεύμα, επειδή ενδέχεται να έχει υπογλυκαιμικές επιδράσεις προσομοιάζουσες με αυτές της ινσουλίνης. Ειδική προσοχή πρέπει να δίνεται σε παιδιά μικρής ηλικίας, παιδιά με ιστορικό υπογλυκαιμίας και παιδιά με ασυνεπή πρόσληψη τροφής. Οι ασθενείς πρέπει να αποφεύγουν τη συμμετοχή σε δραστηριότητες υψηλού κινδύνου εντός 2-3 ωρών μετά τη χορήγηση, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας με μεκασερμίνη, έως ότου επιτευχθεί μια καλά ανεκτή δόση INCRELEX. Εάν ένα άτομο με σοβαρή υπογλυκαιμία είναι αναίσθητο ή δε μπορεί να καταπιεί τροφή φυσιολογικά, μπορεί να απαιτείται ένεση γλυκαγόνης. Άτομα με ιστορικό σοβαρής υπογλυκαιμίας πρέπει να έχουν διαθέσιμη γλυκαγόνη. Κατά το χρόνο της αρχικής συνταγογράφησης, οι ιατροί πρέπει να εκπαιδεύσουν τους γονείς σχετικά με τα σημεία, τα συμπτώματα και τη θεραπεία της υπογλυκαιμίας, συμπεριλαμβανομένης της ένεσης γλυκαγόνης.

Οι δόσεις της ινσουλίνης ή/και άλλων υπογλυκαιμικών φαρμακευτικών προϊόντων ενδέχεται να χρειαστεί να μειωθούν για διαβητικά άτομα που χρησιμοποιούν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.

Συνιστάται ηχωκαρδιογράφημα πριν από την έναρξη της θεραπείας με μεκασερμίνη σε όλους τους ασθενείς. Οι ασθενείς που τερματίζουν τη θεραπεία πρέπει επίσης να κάνουν ηχωκαρδιογράφημα. Ασθενείς με μη φυσιολογικά ευρήματα ηχωκαρδιογραφήματος ή καρδιαγγειακά συμπτώματα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά με διαδικασίες ηχωκαρδιογραφήματος.

Με τη χρήση αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος έχει αναφερθεί υπερτροφία λεμφοειδούς ιστού (π.χ. αμυγδαλές) που σχετίζεται με επιπλοκές, όπως ροχαλητό, άπνοια κατά τον ύπνο και χρόνιες συλλογές υγρού του μέσου ωτός. Οι ασθενείς πρέπει να εξετάζονται περιοδικά και κατά την εμφάνιση των κλινικών συμπτωμάτων για τον αποκλεισμό τέτοιων δυνητικών επιπλοκών ή για την εκκίνηση κατάλληλης θεραπείας.

Ενδοκρανιακή υπέρταση (IH) με οίδημα της οπτικής θηλής, οπτικές μεταβολές, κεφαλαλγία, ναυτία ή/και έμετο έχει αναφερθεί σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με μεκασερμίνη, όπως έχει αναφερθεί με τη θεραπευτική χορήγηση GH. Τα σημεία και τα συμπτώματα που σχετίζονται με την IH αποκαθίστανται μετά τη διακοπή της δοσολογίας. Συνιστάται βυθοσκόπηση κατά την έναρξη της θεραπείας, περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεκασερμίνη και κατά την εμφάνιση κλινικών συμπτωμάτων.

Σε ασθενείς που παρουσιάζουν ταχεία ανάπτυξη μπορεί να συμβεί διολίσθηση της κεφαλής της μηριαίας επίφυσης (με πιθανότητα να οδηγήσει σε ανάγγειο νέκρωση) και εξέλιξη της σκολίωσης. Οι καταστάσεις αυτές και άλλα συμπτώματα και σημεία που είναι γνωστό ότι σχετίζονται με θεραπεία με GH γενικά πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεκασερμίνη. Οποιοσδήποτε ασθενής με την έναρξη χωλότητας ή εμφάνιση πόνου στο ισχίο ή στο γόνατο πρέπει να αξιολογείται.

Κατά την εμπειρία σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε INCRELEX, μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά, έχουν αναφερθεί υπερευαισθησία, κνίδωση, κνησμός και ερύθημα. Αυτά παρατηρήθηκε ότι συμβαίνουν συστηματικά και / ή τοπικά στο σημείο της ένεσης.. Έχει αναφερθεί μικρός αριθμός περιστατικών αναφυλαξίας τα οποία χρειάστηκαν νοσηλεία. Οι γονείς και οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται ότι τέτοιες αντιδράσεις είναι πιθανές και ότι εάν εμφανιστεί συστηματική αλλεργική αντίδραση, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται και να αναζητείται άμεση ιατρική φροντίδα.

Η θεραπεία πρέπει να επανεξετάζεται εάν μετά από ένα χρόνο οι ασθενείς εξακολουθούν να μην αποκρίνονται.

Άτομα που έχουν αλλεργικές αντιδράσεις στην ενέσιμη IGF-1, τα οποία έχουν μη αναμενόμενα υψηλές τιμές της IGF-1 στο αίμα μετά από την ένεση ή τα οποία αποτυγχάνουν να εμφανίσουν ανταπόκριση ως προς την ανάπτυξη, ενδέχεται να εμφανίζουν ανάπτυξη αντισωμάτων στην ενέσιμη IGF-1. Σε τέτοιες περιπτώσεις, πρέπει να ακολουθούνται οδηγίες για εξέταση αντισωμάτων.

Έκδοχα

Το INCRELEX περιέχει 9 mg/ml βενζυλικής αλκοόλης ως συντηρητικό.

Η βενζυλική αλκοόλη μπορεί να προκαλέσει τοξικές και αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις σε βρέφη και παιδιά ηλικίας έως 3 ετών.

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά φιαλίδιο, δηλ. είναι ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».

4.5Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων.

Οι δόσεις της ινσουλίνης και / ή άλλων υπογλυκαιμικών φαρμακευτικών προϊόντων ενδέχεται να χρειαστεί να μειωθούν (βλέπε παράγραφο 4.4).

4.6Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία / Αντισύλληψη σε άντρες και γυναίκες Συνιστάται να υπάρχει αρνητική εξέταση κύησης για όλες τις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πριν

από τη θεραπεία με μεκασερμίνη. Συνιστάται, επίσης, όλες οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία να χρησιμοποιούν επαρκή αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Κύηση Στοιχεία από τη χρήση της μεκασερμίνης σε έγκυες γυναίκες δεν υπάρχουν ή είναι περιορισμένα.

Οι μελέτες σχετικά με την αναπαραγωγική τοξικότητα σε ζώα είναι ανεπαρκείς (βλ. παράγραφο 5.3). Ο δυνητικός κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο.

Θηλασμός

Ο θηλασμός κατά τη λήψη του INCRELEX δεν συνιστάται, επειδή δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την απέκκριση της μεκασερμίνης στο ανθρώπινο γάλα.

Γονιμότητα Η μεκασερμίνη έχει δοκιμαστεί σε μια μελέτη τερατογένεσης σε αρουραίους χωρίς επιπτώσεις στο

έμβρυο μέχρι 16 mg / kg (20 φορές την ανώτερη συνιστώμενη δόση στον άνθρωπο (MRHD) με βάση την επιφάνεια σώματος) και τερατογένεσης σε κουνέλια, χωρίς επιπτώσεις στο έμβρυο σε δόση των 0,5 mg / kg (2 φορές την MRHD με βάση την επιφάνεια σώματος). Η μεκασερμίνη δεν έχει επιπτώσεις στη γονιμότητα σε αρουραίους με ενδοφλέβια χορήγηση δόσης 0,25, 1 και 4 mg / ημέρα (έως 4 φορές την κλινική έκθεση με την MRHD με βάση την AUC).

Τα αποτελέσματα της μεκασερμίνης στο αγέννητο παιδί δεν έχουν μελετηθεί. Συνεπώς, δεν υπάρχουν επαρκείς ιατρικές πληροφορίες για να διαπιστωθεί αν υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι για το έμβρυο. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες με μεκασερμίνη σε θηλάζουσες μητέρες. Το INCRELEX δεν πρέπει να

χορηγείται σε έγκυες ή θηλάζουσες γυναίκες. Μία αρνητική εξέταση κύησης και επαρκής αντισύλληψη είναι απαραίτητη σε όλες τις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που λαμβάνουν

INCRELEX.

4.7Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών

Το INCRELEX μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανών σε περίπτωση υπογλυκαιμικού επεισοδίου. Η υπογλυκαιμία είναι μια πολύ συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια.

4.8Ανεπιθύμητες ενέργειες

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας Στοιχεία ανεπιθύμητων αντιδράσεων ελήφθησαν από συνολικά 413 ασθενείς με σοβαρή πρωτοπαθή

IGFD σε κλινικές μελέτες . Συλλέχθηκαν επίσης δεδομένα από πηγές μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά.

Οι πιο συχνά αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες από τις κλινικές μελέτες ήταν κεφαλαλγία (44%), υπογλυκαιμία (28%), έμετος (26%), υπερτροφία στο σημείο ένεσης (17%) και μέση ωτίτιδα (17%)

Ενδοκρανιακή υπέρταση/αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση παρουσιάστηκε στο (0.96%) των ασθενών στις κλινικές μελέτες και σε άτομα 7-9 ετών που λάμβαναν για πρώτη φορά θεραπεία.

Κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών σε άλλες ενδείξεις σε σύνολο περίπου 300 ασθενών, ελήφθησαν αναφορές τοπικής και / ή συστηματικής υπερευαισθησίας στο 8% των ασθενών. Υπήρξαν επίσης αναφορές συστηματικής υπερευαισθησίας για χρήση μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά, από τις οποίες ορισμένες περιπτώσεις ήταν ενδεικτικές αναφυλαξίας. Ελήφθησαν επίσης αναφορές για τοπικές αλλεργικές αντιδράσεις μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά.

Μερικοί ασθενείς ενδέχεται να αναπτύξουν αντισώματα στη μεκασερμίνη. Δεν παρατηρήθηκε επιβράδυνση της ανάπτυξης ως συνέπεια της δημιουργίας των αντισωμάτων.

Κατάλογος ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε πίνακα

Ο Πίνακας 1 περιέχει πολύ συχνές (≥ 1/10) συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10) και όχι συχνές συχνές (≥ 1/1000, < 1/100) ανεπιθύμητες ενέργειες, η οποία παρουσιάστηκε σε κλινικές δοκιμές. Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας. Άλλες ανεπιθύμητες αντιδράσεις έχουν εντοπιστεί κατά τη χρήση μετά την έγκριση κυκλοφορίας του INCRELEX. Καθώς αυτές οι αντιδράσεις αναφέρθηκαν εθελοντικά από ένα πληθυσμό αβέβαιου μεγέθους, δεν είναι εφικτό να εκτιμηθεί αξιόπιστα η συχνότητά τους (μη γνωστή).

Πίνακας 1: Ανεπιθύμητες αντιδράσεις

 

Αντιδράσεις που

Αντιδράσεις που

Κατηγορία οργάνου συστήματος

παρατηρήθηκαν στις

παρατηρήθηκαν μετά την

κλινικές μελέτες

κυκλοφορία του φαρμάκου

 

 

 

στην αγορά

 

 

 

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του

Συχνές: Υπερτροφία θύμου

 

λεμφικού συστήματος

αδένα

 

Διαταραχές ανοσοποιητικού

 

Άγνωστης συχνότητας:

συστήματος

 

Συστηματική υπερευαισθησία

 

 

(αναφυλαξία, γενικευμένη

 

 

κνίδωση, αγγειοοίδημα,

 

 

δύσπνοια), τοπικές αλλεργικές

 

 

αντιδράσεις στη θέση της

 

 

ένεσης (κνησμός, κνίδωση)

Διαταραχές του μεταβολισμού και της

Πολύ συχνές: Υπογλυκαιμία

 

θρέψης

Συχνές: Υπογλυκαιμικός

 

 

σπασμός, υπεργλυκαιμία

 

Ψυχιατρικές διαταραχές

Οχι συχνές: Κατάθλιψη,

 

 

νευρικότητα

 

Διαταραχές του νευρικού συστήματος

Πολύ συχνές: Κεφαλαλγία

 

 

Συχνές: Σπασμοί, ζάλη,

 

 

τρόμος

 

 

Όχι συχνές: καλοήθης

 

 

ενδοκρανιακή υπέρταση,

 

Οφθαλμικές διαταραχές

Συχνές: Οίδημα της οπτικής

 

 

θηλής,

 

Διαταραχές του ωτός και του

Πολύ συχνές: Μέση ωτίτιδα

 

λαβυρίνθου

Συχνές: Υποακοία, ωταλγία,

 

 

υγρό στο μέσο ους

 

Καρδιακές διαταραχές

Συχνές: Καρδιακό φύσημα,

 

 

ταχυκαρδία

 

 

Οχι συχνές: Καρδιομεγαλία,

 

 

κοιλιακή υπερτροφία, ,

 

 

ανεπάρκεια μιτροειδούς

 

 

βαλβίδας, ανεπάρκεια

 

 

τριγλώχινας βαλβίδας*

 

Διαταραχές του αναπνευστικού

Συχνές: Σύνδρομο υπνικής

 

συστήματος, του θώρακα και του

άπνοιας,υπερτροφία

 

μεσοθωρακίου

αδενοειδών εκβλαστήσεων,

 

 

υπερτροφία αμυγδαλών,

 

 

ρογχαλητό,

 

Διαταραχές του γαστρεντερικού

Πολύ συχνές: Έμετος, άλγος

 

συστήματος

άνω κοιλιακής χώρας, Συχνές:

 

 

κοιλιακό άλγος

 

Διαταραχές του δέρματος και του

Συχνές: Υπερτροφία

Άγνωστης συχνότητας:

υποδόριου ιστού

δέρματος, ανώμαλη υφή

Αλωπεκία

 

τριχώματος

 

Διαταραχές του μυοσκελετικού

Πολύ συχνές: Αρθραλγία,

 

συστήματος και του συνδετικού ιστού

πόνος στο άκρο

 

 

Συχνές: Σκολίωση*

 

Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και

Συχνές: Μελανοκυτταρικοί

 

μη καθορισμένα (περιλαμβάνοντα

σπίλοι

 

κύστεις και πολύποδες)

 

 

Διαταραχές του αναπαραγωγικού

Συχνές: Γυναικομαστία

 

συστήματος και τού μαστού

 

 

 

Αντιδράσεις που

Αντιδράσεις που

Κατηγορία οργάνου συστήματος

παρατηρήθηκαν στις

παρατηρήθηκαν μετά την

κλινικές μελέτες

κυκλοφορία του φαρμάκου

 

 

 

στην αγορά

 

 

 

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της

Πολύ συχνές: Υπερτροφία

 

οδού χορήγησης

στο σημείο της ένεσης

 

 

μώλωπας της θέσης ένεσης,

 

 

Συχνές: Άλγος της θέσης

 

 

ένεσης, Αντίδραση της θέσης

 

 

ένεσης, αιμάτωμα της θέσης

 

 

ένεσης, ερύθημα της θέσης

 

 

ένεσης, σκλήρυνση της θέσης

 

 

ένεσης, αιμορραγία στο

 

 

σημείο της ένεσης, ερεθισμός

 

 

της θέσης ένεσης.

 

 

Οχι συχνές: Εξάνθημα στη

 

 

θέση ένεσης, οίδημα στη θέση

 

 

της ένεσης, λιποϋπερτροφία

 

 

Όχι συχνές: Αυξημένο

 

 

σωματικό βάρος

 

Χειρουργικοί και άλλοι ιατρικοί

Συχνές: Τοποθέτηση σωλήνα

 

χειρισμοί

ωτός

 

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων αντιδράσεων

Συστηματική / τοπική υπερευαισθησία

Κλινική μελέτη:

Κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών σε άλλες ενδείξεις (συνολικά περίπου 300 ασθενείς) 8% των ασθενών ανέφεραν τοπικές και / ή συστηματικές αντιδράσεις υπερευαισθησίας. Όλες οι περιπτώσεις ήταν ήπιες ή μέτριες σε ένταση και καμία δεν ήταν σοβαρή.

Αναφορές μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά:

Συστηματική υπερευαισθησία η οποία περιελάμβανε συμπτώματα όπως αναφυλαξία, γενικευμένη κνίδωση, αγγειοοίδημα και δύσπνοια. Τα συμπτώματα στις ενδεικτικές της αναφυλαξίας περιπτώσεις περιελάμβαναν κνίδωση, αγγειοοίδημα και δύσπνοια. Ορισμένοι ασθενείς χρειάστηκε να νοσηλευθούν. Μετά την εκ νέου χορήγηση, τα συμπτώματα δεν επανεμφανίσθηκαν σε όλους τους ασθενείς. Υπήρξαν επίσης αναφορές για τοπικές αλλεργικές αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης. Συνήθως αυτές ήταν κνησμός και κνίδωση.

Υπογλυκαιμία Από τα 115 άτομα (28%) που εμφάνισαν ένα ή περισσότερα επεισόδια υπογλυκαιμίας, 46 άτομα

παρουσίασαν υπογλυκαιμική κρίση σε μία ή περισσότερες περιπτώσεις. Η συμπτωματική υπογλυκαιμία γενικά αποφεύχθηκε όταν ένα γεύμα ή σνακ καταναλώθηκε είτε λίγο πριν είτε μετά τη χορήγηση του INCRELEX.

Υπερτροφία στο σημείο της ένεσης Αυτή η αντίδραση εμφανίσθηκε σε 71 άτομα (17%) στις κλινικές μελέτες και γενικά συνδέεται με

την έλλειψη σωστής εναλλαγής των ενέσεων. Όταν οι ενέσεις κατανεμήθηκαν σωστά, δεν εμφανίστηκε η αντίδραση.

Υπερτροφία των αμυγδαλών Αυτό παρατηρήθηκε σε 38 άτομα (9%), ιδιαίτερα στα πρώτα 1 έως 2 έτη της θεραπείας με μικρότερη

ανάπτυξη των αμυγδαλών κατά τα επόμενα έτη.

Ροχαλητό Αυτό συνέβη εν γένει κατά το πρώτο έτος της θεραπείας, και αναφέρθηκε σε 30 άτομα (7%).

Ενδοκρανιακή υπέρταση/αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση

Αυτή παρουσιάστηκε σε 4 άτομα (0,96%). Σε δύο άτομα η θεραπεία με INCRELEX διακόπηκε και δεν ξανάρχισε και σε δύο άτομα το σύμβαμα δεν επανεμφανίστηκε μετά από επανέναρξη του INCRELEX σε μειωμένη δόση. Και τα τέσσερα άτομα ανάρρωσαν από το επεισόδιο χωρίς επακόλουθα.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας

του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V*.

Ελλάδα: Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων (Λ. Μεσογείων 284, 15562, Χολαργός, Τηλ.: +30 2132040000, Ιστότοπος: www.eof.gr).

4.9Υπερδοσολογία

Ηοξεία υπερδοσολογία θα μπορούσε να οδηγήσει σε υπογλυκαιμία. Η μακροχρόνια υπερδοσολογία ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα σημεία και συμπτώματα μεγαλακρίας ή γιγαντισμού.

Ηθεραπεία της οξείας υπερδοσολογίας της μεκασερμίνης πρέπει να κατευθύνεται στην ανακούφιση τυχόν υπογλυκαιμικών επιδράσεων. Πρέπει να καταναλώνεται γλυκόζη από του στόματος ή τροφή. Εάν η υπερδοσολογία έχει ως αποτέλεσμα απώλεια της συνείδησης, ενδέχεται να απαιτείται ενδοφλέβια γλυκόζη ή γλυκαγόνη παρεντερικά για την αναστροφή των υπογλυκαιμικών επιδράσεων.

5.ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ορμόνες υπόφυσης και υποθαλάμου και ανάλογα, σωματροπίνη και αγωνιστές σωματροπίνης, Κωδικός ATC: H01AC03

Η μεκασερμίνη είναι ένας ανθρώπινος ινσουλινοειδής αυξητικός παράγοντας-1 που παράγεται με τεχνολογία ανασυνδυασμένου DNA (rhIGF-1). Ο IGF-1 αποτελείται από 70 αμινοξέα σε μονή αλυσίδα με τρεις ενδομοριακές δισουλφιδικές γέφυρες και μοριακό βάρος 7649 daltons. Η αλληλουχία αμινοξέων του προϊόντος είναι πανομοιότυπη με εκείνη της ενδογενούς ανθρώπινης IGF- 1. Η πρωτεΐνη rhIGF-1 συντίθεται σε βακτηρίδια (E. coli) που έχουν τροποποιηθεί από την προσθήκη του γονιδίου για την ανθρώπινη IGF-1.

Μηχανισμός δράσης

Ο ινσουλινοειδής αυξητικός παράγοντας-1 (IGF-1) είναι ο κύριος ορμονικός διαμεσολαβητής της αύξησης του αναστήματος. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, η αυξητική ορμόνη (GH) δεσμεύεται στον υποδοχέα της στο ήπαρ και σε άλλους ιστούς και διεγείρει τη σύνθεση/έκκριση του IGF-1. Σε ιστούς στόχους, ο υποδοχέας του IGF-1 τύπου 1, ο οποίος είναι ομόλογος στον υποδοχέα ινσουλίνης, ενεργοποιείται από τον IGF-1, οδηγώντας σε ενδοκυτταρική μετάδοση σήματος, η οποία διεγείρει πολλαπλές διεργασίες που οδηγούν σε αύξηση του αναστήματος. Οι μεταβολικές ενέργειες του IGF-1 κατευθύνονται εν μέρει στη διέγερση της πρόσληψης της γλυκόζης, των λιπαρών οξέων και των αμινοξέων, έτσι ώστε ο μεταβολισμός να υποστηρίζει τους αναπτυσσόμενους ιστούς.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Οι ακόλουθες ενέργειες έχουν καταδειχθεί για τον ενδογενή ανθρώπινο IGF-1:

Ανάπτυξη ιστών

Η σκελετική ανάπτυξη επιτυγχάνεται στις επιφυσιακές πλάκες στα άκρα ενός αναπτυσσόμενου οστού. Η ανάπτυξη και ο μεταβολισμός των κυττάρων της επιφυσιακής πλάκας διεγείρονται απευθείας από την GH και τον IGF-1.

Ανάπτυξη οργάνων: η θεραπεία αρουραίων με ανεπάρκεια στον IGF-1 με rhIGF-1 έχει ως αποτέλεσμα ανάπτυξη ολόκληρου του σώματος και των οργάνων.

Κυτταρική ανάπτυξη: Οι υποδοχείς του IGF-1 υπάρχουν στους περισσότερους τύπους κυττάρων και ιστών. Ο IGF-1 έχει μιτογόνο δραστηριότητα που οδηγεί σε αυξημένο αριθμό κυττάρων στον οργανισμό.

Μεταβολισμός υδατανθράκων

ΟIGF-1 καταστέλλει την παραγωγή της ηπατικής γλυκόζης, διεγείρει τη χρήση της περιφερικής γλυκόζης και μπορεί να μειώσει τη γλυκόζη του αίματος και να προκαλέσει υπογλυκαιμία.

ΟIGF-1 έχει ανασταλτικές επιδράσεις στην έκκριση της ινσουλίνης.

Μεταβολισμός οστών/αλάτων

Ο κυκλοφορούν IGF-1 διαδραματίζει ένα σημαντικό ρόλο στην απόκτηση και στη διατήρηση της οστικής μάζας. Ο IGF-1 αυξάνει την οστική πυκνότητα.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Πέντε κλινικές μελέτες (4 ανοικτές και 1 διπλή τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο) διεξήχθησαν με το INCRELEX. Χορηγήθηκαν υποδόριες δόσεις της μεκασερμίνης, που κυμαίνονταν γενικά από 60 έως 120 g/kg χορηγούμενες δύο φορές ημερησίως (BID), σε 92 παιδιατρικούς ασθενείς με σοβαρή πρωτοπαθή IGFD. Οι ασθενείς εγγράφηκαν στις μελέτες με βάση το ακραίο βραχύ ανάστημα, τους βραδείς ρυθμούς ανάπτυξης, τις χαμηλές συγκεντρώσεις του IGF-1 στον ορό και τη φυσιολογική έκκριση της GH. Ογδόντα τρεις (83) από τους 92 ασθενείς έλαβαν INCRELEXγια πρώτη φορά κατά την έναρξη της θεραπείας ενώ 81 συμπλήρωσαν τουλάχιστον ένα έτος θεραπείας με INCRELEX.Τα αρχικά χαρακτηριστικά για τους 81 ασθενείς που αξιολογήθηκαν στις αναλύσεις πρωτεύουσας και δευτερεύουσας αποτελεσματικότητας από τις συνδυασμένες μελέτες ήταν (μέση τιμή ± SD): χρονολογική ηλικία (έτη): 6,8 ± 3,8, ύψος (cm): 84,1 ± 15,8, βαθμολογία τυπικής απόκλισης ύψους (SDS): -6,9 ± 1,8, ταχύτητα ύψους (cm/έτος): 2,6 ± 1,7, SDS ταχύτητας ύψους:

-3,4 ± 1,6, IGF-1 (ng/ml): 24,5 ± 27,9, SDS IGF-1: -4,42 ± 2,0 και οστική ηλικία (έτη): 3,8 ± 2,8. Από αυτούς, 72 (89%) είχαν φαινότυπο τύπου συνδρόμου Laron, 7 (9%) είχαν έλλειψη γονιδίου GH , 1 (1%) είχε αντισώματα εξουδετέρωσης στην GH και 1 (1%) είχε μεμονωμένη γενετική ανεπάρκεια GH. Σαράντα έξη (57%) από τα άτομα ήταν άρρενες, 66 (81%) ήταν Καυκάσιοι. Εβδομήντα τέσσερεις (91%) από τα άτομα ήταν κατά την έναρξη στην προεφηβική ηλικία.

Τα ετήσια αποτελέσματα για την ταχύτητα ύψους, το SDS της ταχύτητας ύψους και το SDS του ύψους μέχρι την ηλικία των 8 παρουσιάζονται στον Πίνακα 2. Δεδομένα ταχύτητας ύψους προ της θεραπείας ήταν διαθέσιμα για 75 άτομα. Οι ταχύτητες ύψους σε ένα δεδομένο έτος θεραπείας συγκρίθηκαν με δοκιμασία t-test κατά ζεύγη δείγματα με τις ταχύτητες ύψους προ της θεραπείας των ιδίων ατόμων που ολοκληρώνουν αυτό το έτος θεραπείας. Η ταχύτητα ύψους για τα έτη2 έως 8 παρέμεινε στατιστικά μεγαλύτερη από ότι κατά την έναρξη. Για τα 21 άτομα που λάμβαναν θεραπεία για πρώτη φορά με σχεδόν ενήλικο ύψος, η μέση (+SD) διαφορά μεταξύ της παρατηρούμενης αύξησης σε ύψος έναντι αυτής που αναμένονταν στο σύνδρομο Laron κατά προσέγγιση ήταν 13 cm (+ 8cm) μετά από 11 έτη θεραπείας.

Πίνακας 2: Ετήσια αποτελέσματα ύψους κατά τον αριθμό ετών θεραπείας με INCRELEX

 

ΠΘ

Έτος 1

Έτος 2

Έτος 3

Έτος 4

Έτος 5

Έτος 6

Έτος

Έτος 8

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ταχύτητα ύψους

(cm/έτος)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

N

2.6

8.0

5.9

5.5

5.2

4.9

4.8

4.3

4.4

 

(1.7)

(2.3)

(1.7)

(1.8)

(1.5)

(1.5)

(1.4)

(1.5)

(1.5)

Μέση τιμή (SD)

 

+5.4

+3.2

+2.8

+2.5

+2.1

+1.9

+1.4

+1.3

 

 

(2.6)

(2.6)

(2.4)

(2.5)

(2.1)

(2.1)

(2.2)

(2. 8)

Μέση τιμή (SD) για

 

<0.000

<0.000

<0.000

<0.000

<0.000

<0.000

0.004

0.0486

μεταβολή από τα

 

 

επίπεδα προ της

 

 

 

 

 

 

 

 

 

θεραπείας

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τιμή P για μεταβολή

 

 

 

 

 

 

 

 

 

από τα επίπεδα προ της

 

 

 

 

 

 

 

 

 

θεραπείας [1]

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

SDS ταχύτητας

ύψους

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

N

-3.4

1.7

-0.0

-0.1

-0.2

-0.3

-0. 2

-0. 5

-0.2

 

(1.6)

(2.8)

(1.7)

(1.9)

(1.9)

(1.7)

(1. 6)

(1.7)

(1.6)

Μέση τιμή (SD)

 

+5.2

+3.4

+3.3

+3.2

+3.2

+3.3

+3.0

+3.3

 

 

(2.9)

(2.4)

(2. 3)

(2.1)

(2.1)

(2.0)

(2.1)

(2.7)

 

 

<0.000

<0.000

<0.000

<0.000

0.0001

<0.000

<0.00

0.0003

 

 

 

 

Μέση τιμή (SD) για

 

 

 

 

 

 

 

 

 

μεταβολή από τα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

επίπεδα προ της

 

 

 

 

 

 

 

 

 

θεραπείας

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τιμή P για μεταβολή

 

 

 

 

 

 

 

 

 

από τα επίπεδα προ της

 

 

 

 

 

 

 

 

 

θεραπείας [1]

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

SDS ύψους

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

N

Μέση τιμή (SD)

-6.9

-6.1

-5.6

-5.3

-5.1

-5.0

-4.9

-4.9

-5.1

 

(1.8)

(1.8)

(1.7)

(1.7)

(1.7)

(1.7)

(1.6)

(1.7)

(1.7)

Μέση τιμή (SD) για

 

+0.8

+1.2

+1.4

+1.6

+1. 7

+1. 8

+1. 7

+1.7

μεταβολή από τα

 

(0.6)

(0.9)

(1.1)

(1.2)

(1.3)

(1.1)

(1.0)

(1.0)

επίπεδα προ της

 

<0.000

<0.000

<0.000

<0.000

<0.000

<0.000

0.000

<0.00

θεραπείας

 

 

 

 

Τιμή P για μεταβολή

 

 

 

 

 

 

 

 

 

από τα επίπεδα προ της

 

 

 

 

 

 

 

 

 

θεραπείας [1]

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΠΘ = Προ θεραπείας, SD = Τυπική απόκλιση, SDS = Βαθμολογία τυπικής απόκλισης

 

 

[1] Οι τιμές P για σύγκριση έναντι των τιμών προ της θεραπείας υπολογίστηκαν με χρήση ελέγχων t για δείγματα κατά ζεύγη.

Για άτομα με οστική ηλικία διαθέσιμη για τουλάχιστον 6 έτη μετά την έναρξη της θεραπείας, η μέση αύξηση στην οστική ηλικία ήταν συγκρίσιμη με τη μέση αύξηση στη χρονολογική

ηλικία. Για αυτά τα άτομα δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια κλινικά σημαντική βελτίωση στην οστική ηλικία σε σχέση με την χρονολογική ηλικία.

Η αποτελεσματικότητα είναι δοσοεξαρτώμενη. Η δόση των 120 μg/kg χορηγούμενη ΥΔ και δύο φορές ημερησίως, συσχετιζόταν γενικά με τις μεγαλύτερες απαντήσεις στην αύξηση.

Κατά την διάρκεια των μελετών, μεταξύ όλων των ατόμων τα οποία συμπεριλήφθηκαν στην εκτίμηση ασφάλειας (n=92), το 83% των ατόμων ανέφεραν τουλάχιστον μία ανεπιθύμητη ενέργεια. Δεν υπήρξε θάνατος κατά τη διάρκεια των μελετών. Κανένα άτομο δεν διέκοψε τις μελέτες λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών.

Η υπογλυκαιμία ήταν η πλέον συχνά αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια, αλλά ήταν γενικά αντιμετωπίσιμη όταν δινόταν κατάλληλη προσοχή στα γεύματα σε σχέση με τη δοσολογία.

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν έχει εγκριθεί με τη διαδικασία των «εξαιρετικών περιστάσεων». Αυτό σημαίνει ότι λόγω της σπανιότητας της ασθένειας δεν έχει καταστεί δυνατόν να ληφθεί πλήρης πληροφόρηση για αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων θα αξιολογεί κάθε νέα πληροφορία που μπορεί να γίνεται διαθέσιμη κάθε χρόνο και αυτή η ΠΧΠ θα ενημερώνεται αναλόγως.

5.2Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση

Η απόλυτη υποδόρια βιοδιαθεσιμότητα της μεκασερμίνης σε ασθενείς με σοβαρή πρωτοπαθή IGFD δεν έχει προσδιοριστεί. Η βιοδιαθεσιμότητα της μεκασερμίνης μετά από υποδόρια χορήγηση σε υγιή άτομα έχει αναφερθεί ότι είναι περίπου 100%.

Κατανομή

Στο αίμα, ο IGF-1 δεσμεύεται σε έξι πρωτεΐνες δέσμευσης του IGF (IGFBPs), με δέσμευση του ~80% ως σύμπλοκο με την IGFBP-3 και μια ασταθή σε οξέα υπομονάδα (acid-labile subunit). Η IGFBP-3 είναι μειωμένη σε ασθενείς με σοβαρή πρωτοπαθή IGFD, με αποτέλεσμα αυξημένη κάθαρση του IGF-1 σε αυτούς τους ασθενείς σε σχέση με τα υγιή άτομα. Το σύνολο του όγκου κατανομής του IGF-1 (μέση τιμή ± SD) μετά από υποδόρια χορήγηση του INCRELEX σε 12 άτομα με σοβαρή πρωτοπαθή IGFD εκτιμάται ότι είναι 0,257 (± 0,073) l/kg σε δόση μεκασερμίνης 0,045 mg/kg και εκτιμάται ότι αυξάνεται καθώς αυξάνεται η δόση της μεκασερμίνης. Υπάρχουν περιορισμένες πληροφορίες διαθέσιμες για τη συγκέντρωση του μη δεσμευμένου IGF-1 μετά τη χορήγηση του

INCRELEX.

Βιομετατροπή Τόσο το ήπαρ όσο και ο νεφρός έχουν δειχθεί ότι μεταβολίζουν τον IGF-1.

Αποβολή

Ο μέσος τελικός χρόνος ημιζωής του συνολικού IGF-1 μετά από εφάπαξ υποδόρια χορήγηση 0,12 mg/kg σε τρεις παιδιατρικούς ασθενείς με σοβαρή πρωτοπαθή IGFD εκτιμάται ότι είναι 5,8

ώρες. Η κάθαρση του συνολικού IGF-1 είναι αντιστρόφως ανάλογη προς τα επίπεδα της IGFBP-3 στον ορό και η συστηματική κάθαρση του συνολικού IGF-1 (CL/F) εκτιμάται ότι είναι 0,04 l/hr/kg στα 3 mg/l IGFBP-3 σε 12 άτομα.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι

Η φαρμακοκινητική του INCRELEX δεν έχει μελετηθεί σε άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών.

Παιδιά

Η φαρμακοκινητική του INCRELEX δεν έχει μελετηθεί σε άτομα ηλικίας κάτω των 12 ετών.

Φύλο

Σε εφήβους με πρωτοπαθή IGFD και σε υγιείς ενήλικες δεν υπήρχαν εμφανείς διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών στη φαρμακοκινητική του INCRELEX.

Φυλή

Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες.

Νεφρική δυσλειτουργία

Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε παιδιά με νεφρική δυσλειτουργία.

Ηπατική δυσλειτουργία

Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες για τον προσδιορισμό της επίδρασης της ηπατικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της μεκασερμίνης.

5.3Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Τα μη κλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τους ανθρώπους με βάση τις συμβατικές μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων ή γονοτοξικότητας.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που δεν παρατηρήθηκαν στις κλινικές μελέτες, αλλά παρατηρήθηκαν σε ζώα σε επίπεδα έκθεσης παρόμοια με τα κλινικά επίπεδα έκθεσης και με ενδεχόμενη σχέση με την κλινική χρήση, ήταν οι ακόλουθες.

Τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα

Σε αρουραίους και κουνέλια, η τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα μελετήθηκε μετά από ενδοφλέβια αλλά όχι μετά από υποδόρια εφαρμογή (τη συνήθη οδό χορήγησης). Οι μελέτες αυτές δεν υπέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις σε σχέση με τη γονιμότητα και την κύηση, αλλά λόγω της διαφορετικής οδού εφαρμογής, η σχετικότητα των ευρημάτων αυτών είναι ασαφής. Δε μελετήθηκε η μεταφορά της μεκασερμίνης μέσω του πλακούντα.

Δυναμικό καρκινογένεσης

Η μεκασερμίνη χορηγήθηκε υποδορίως σε αρουραίους Sprague Dawley σε δόσεις των 0, 0,25, 1, 4 και 10 mg/kg/ημέρα για έως 2 έτη. Παρατηρήθηκε αυξημένη επίπτωση της υπερπλασίας του μυελού των επινεφριδίων και του φαιοχρωμοκυτώματος σε αρσενικούς αρουραίους σε δόσεις του

1 mg/kg/ημέρα και άνω ( 1 φορά της κλινικής έκθεσης με τη μέγιστη συνιστώμενη ανθρώπινη δόση [MRHD] με βάση την AUC) και σε θηλυκούς αρουραίους σε όλα τα επίπεδα δόσης ( 0,3 φορές την κλινική έκθεση με την MRHD με βάση την AUC).

Παρατηρήθηκε αυξημένη επίπτωση κερατοακανθώματος στο δέρμα σε αρσενικούς αρουραίους σε δόσεις 4 και 10 mg/kg/ημέρα ( 4 φορές την έκθεση με την MRHD με βάση την AUC). Παρατηρήθηκε αυξημένη επίπτωση καρκινώματος μαστικών αδένων τόσο σε αρσενικούς όσο και θηλυκούς αρουραίους που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με 10 mg/kg/ημέρα (7 φορές την έκθεση με την MRHD με βάση την AUC). Στις μελέτες καρκινογένεσης παρατηρήθηκε υπερβολική θνησιμότητα δευτεροπαθής σε προκαλούμενη από IGF-1 υπογλυκαιμία.

6.ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1Κατάλογος εκδόχων

Βενζυλική αλκοόλη Χλωριούχο νάτριο Πολυσορβικό 20 Παγόμορφο οξικό οξύ Οξικό νάτριο Ύδωρ για ενέσιμα

6.2Ασυμβατότητες

Ελλείψει μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, το παρόν φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.

6.3Διάρκεια ζωής

3 χρόνια

Μετά το άνοιγμα:

Έχει καταδειχθεί χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση για 30 ημέρες, στους 2 °C έως 8 °C. Από μικροβιολογικής άποψης, μόλις ανοιχθεί, το προϊόν μπορεί να φυλάσσεται για 30 ημέρες το πολύ στους 2 °C έως 8 °C.

6.4Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσετε σε ψυγείο (2 °C - 8 °C). Μην καταψύχετε.

Φυλάσσετε το φιαλίδιο στο εξωτερικό κουτί για να προστατεύεται από το φως.

Για τις συνθήκες διατήρησης μετά το πρώτο άνοιγμα του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο

6.3.

6.5Φύση και συστατικά του περιέκτη

5 ml (γυαλί τύπου I) κλειστό με πώμα (πολυμερές βρωμοβουτυλίου/ισοπρενίου) και σφράγιση (λακαρισμένο πλαστικό).

Κάθε φιαλίδιο περιέχει 4 ml διάλυμα.

Μέγεθος πακέτου 1 φιαλιδίου.

6.6Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Το INCRELEX παρέχεται ως διάλυμα πολλαπλών δόσεων.

Κάθε προϊόν που δεν έχει χρησιμοποιηθεί ή υπόλειμμα πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7.ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Ipsen Pharma

65, quai Georges Gorse 92100 Boulogne-Billancourt

Γαλλία

8.ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

EU/1/07/402/001

9.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 03 Αύγουστος 2007 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 03 Αύγουστος 2012

10.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Λεπτομερή πληροφοριακά στοιχεία για το παρόν φαρμακευτικό προϊόν είναι διαθέσιμα στον δικτυακό τόπο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων: http://www.ema.europa.eu.

Σχόλια

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
  • Βοήθεια
  • Get it on Google Play
  • Σχετικά
  • Info on site by:

  • Presented by RXed.eu

  • 27558

    φάρμακα με συνταγογράφηση που απαριθμούνται