Greek
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

Jylamvo (methotrexate) – περιληψη των χαρακτηριστικων του προϊοντοσ - L01BA01

Updated on site: 08-Oct-2017

Όνομα φαρμάκουJylamvo
Κωδικός ATCL01BA01
Ουσίαmethotrexate
ΚατασκευαστήςTherakind Limited

Περιεχόμενα άρθρου

1.ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Jylamvo 2 mg/ml πόσιμο διάλυμα

2.ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Ένα ml διαλύματος περιέχει 2 mg μεθοτρεξάτης.

Έκδοχα με γνωστή δράση

Ένα ml διαλύματος περιέχει 2 mg μεθυλο-υδροξυβενζοϊκού (ως άλας νατρίου) και 0,2 mg αιθυλο- υδροξυβενζοϊκού.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3.ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Πόσιμο διάλυμα.

Διαυγές διάλυμα, κίτρινου χρώματος.

4.ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1Θεραπευτικές ενδείξεις

Το Jylamvo χρησιμοποιείται στις ακόλουθες ενδείξεις:

Ρευματικές και δερματικές παθήσεις

Ενεργός ρευματοειδής αρθρίτιδα σε ενήλικους ασθενείς.

Πολυαρθρικές μορφές ενεργού, νεανικής ιδιοπαθούς αρθρίτιδας (juvenile idiopathic arthritis, JIA) βαριάς μορφής σε εφήβους και παιδιά ηλικίας 3 ετών και άνω, όταν η ανταπόκριση στα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) είναι ανεπαρκής.

Ανθεκτική στη θεραπεία ψωρίαση βαριάς μορφής που προκαλεί αναπηρία και η οποία δεν ανταποκρίνεται επαρκώς σε άλλες μορφές θεραπείας, όπως φωτοθεραπεία, θεραπεία με ψωραλένιο και υπεριώδη ακτινοβολία Α (PUVA) και ρετινοειδή, καθώς και ψωριασική αρθρίτιδα βαριάς μορφής σε ενήλικους ασθενείς.

Στην ογκολογία

Θεραπεία συντήρησης της οξείας λεμφοβλαστικής λευχαιμίας (ΟΛΛ) σε ενήλικες, εφήβους και παιδιά ηλικίας 3 ετών και άνω

4.2Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Η μεθοτρεξάτη θα πρέπει να συνταγογραφείται μόνο από γιατρούς που διαθέτουν εμπειρία σχετικά με τις διάφορες ιδιότητες του φαρμακευτικού προϊόντος και τον τρόπο δράσης του.

Δοσολογία

Ρευματικές και δερματικές παθήσεις

Σημαντική προειδοποίηση σχετικά με τη δοσολογία της μεθοτρεξάτης

Κατά τη θεραπεία ρευματικών ή δερματικών παθήσεων, η μεθοτρεξάτη πρέπει να λαμβάνεται μόνο μία φορά την εβδομάδα. Η εσφαλμένη δοσολογία κατά τη χρήση της μεθοτρεξάτης μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, ακόμη και τον θάνατο. Διαβάστε πολύ προσεκτικά αυτήν την παράγραφο της περίληψης των χαρακτηριστικών του προϊόντος.

Ο ιατρός που το συνταγογραφεί μπορεί να καθορίσει την ημέρα λήψης στη συνταγή.

Ηδόση και η διάρκεια της θεραπείας προσδιορίζονται ατομικά με βάση την κλινική εικόνα του ασθενούς και την ανεκτικότητα στη μεθοτρεξάτη. Η θεραπεία της ενεργού ρευματοειδούς αρθρίτιδας, της JIA βαριάς μορφής, καθώς και της ψωρίασης και της ψωριασικής αρθρίτιδας βαριάς μορφής αποτελεί μια μακροχρόνια θεραπεία.

Ηεβδομαδιαία δόση δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 25 mg (12,5 ml). Οι δόσεις που υπερβαίνουν τα 20 mg (10 ml)/εβδομάδα μπορούν να συνοδεύονται από σημαντική αύξηση της τοξικότητας, ιδιαίτερα από καταστολή του μυελού των οστών.

Επιπλέον, ενδείκνυται η ταυτόχρονη συμπληρωματική αγωγή με 5 mg φυλλικού οξέος δύο φορές την εβδομάδα (εκτός της ημέρας χορήγησης).

Δοσολογία σε ενήλικους ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα

Ησυνιστώμενη αρχική δόση είναι 7,5 mg (3,75 ml) μεθοτρεξάτης μία φορά την εβδομάδα. Ανάλογα με την εξατομικευμένη δραστηριότητα της νόσου και την ανεκτικότητα του ασθενούς, η δόση μπορεί να αυξάνεται σταδιακά κατά 2,5 mg (1,25 ml) ανά εβδομάδα.

Ηανταπόκριση στη θεραπεία μπορεί να αναμένεται μετά από περίπου 4-8 εβδομάδες.

Μετά την επίτευξη της επιθυμητής θεραπευτικής έκβασης, η δόση θα πρέπει να μειώνεται σταδιακά στη χαμηλότερη δυνατή αποτελεσματική δόση συντήρησης.

Τα συμπτώματα ενδέχεται να επιστρέψουν μετά τη διακοπή της θεραπείας.

Δοσολογία σε παιδιά και εφήβους με πολυαρθρικές μορφές νεανικής ιδιοπαθούς αρθρίτιδας

Οι ασθενείς που πάσχουν από JIA θα πρέπει να παραπέμπονται πάντοτε σε μονάδα ρευματολογίας ειδικευμένη στην αντιμετώπιση παιδιών/εφήβων.

Η συνιστώμενη δόση είναι 10-15 mg (5-7,5 ml)/m² εμβαδού επιφάνειας σώματος (BSA)/εβδομάδα. Σε ανθεκτικές στη θεραπεία περιπτώσεις, η εβδομαδιαία δοσολογία μπορεί να αυξηθεί σε έως και 20 mg (10 ml)/m² BSA/εβδομάδα. Ωστόσο, εάν η δόση αυξηθεί, η παρακολούθηση ενδείκνυται να πραγματοποιείται με αυξημένη συχνότητα.

Δοσολογία σε ενήλικες με βαριές μορφές ψωρίασης και σε ενήλικους ασθενείς με ψωριασική αρθρίτιδα

Συνιστάται η χορήγηση μιας δοκιμαστικής δόσης 2,5-5 mg (1,25-2,5 ml) μία εβδομάδα πριν από την έναρξη της θεραπείας, προκειμένου να ανιχνευθούν έγκαιρα τυχόν ανεπιθύμητες ενέργειες. Εάν μία εβδομάδα αργότερα οι τιμές των κατάλληλων εργαστηριακών εξετάσεων είναι φυσιολογικές, η θεραπεία μπορεί να ξεκινήσει. Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 7,5 mg (3,75 ml) μεθοτρεξάτης μία φορά την εβδομάδα. Η δόση θα πρέπει να αυξάνεται σταδιακά, αλλά δεν πρέπει, σε γενικές γραμμές, να υπερβαίνει την εβδομαδιαία δόση των 25 mg μεθοτρεξάτης. Η συνήθης δόση είναι 10 mg–

25 mg (5 ml–12,5 ml) μία φορά την εβδομάδα. Οι δόσεις που υπερβαίνουν τα 20 mg (10 ml) την εβδομάδα μπορούν να συνοδεύονται από σημαντική αύξηση της τοξικότητας, ιδιαίτερα από καταστολή του μυελού των οστών.

Η ανταπόκριση στη θεραπεία μπορεί γενικά να αναμένεται μετά από περίπου 4-8 εβδομάδες. Μετά την επίτευξη της επιθυμητής θεραπευτικής έκβασης, η δόση θα πρέπει να μειώνεται σταδιακά στη χαμηλότερη δυνατή αποτελεσματική δόση συντήρησης.

Κατά την προκαθορισμένη ημέρα λήψης, η εβδομαδιαία δόση μπορεί να λαμβάνεται ολόκληρη εφάπαξ ή να διαιρείται σε 2 έως 3 δόσεις. Σε κάθε περίπτωση, λαμβάνεται μόνο μία φορά την εβδομάδα.

Ογκολογία

Δοσολογία σε οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία

Η χαμηλή δόση μεθοτρεξάτης χρησιμοποιείται στη θεραπεία συντήρησης της ΟΛΛ σε παιδιά ηλικίας 3 ετών και άνω, εφήβους και ενήλικες στο πλαίσιο περίπλοκων πρωτοκόλλων σε συνδυασμό με άλλα κυτταροστατικά φαρμακευτικά προϊόντα. Η θεραπεία θα πρέπει να τηρεί τα υφιστάμενα θεραπευτικά πρωτόκολλα.

Οι κοινώς αποδεκτές μονές δόσεις κυμαίνονται μεταξύ 20-40 mg (10-20 ml)/m² εμβαδού επιφάνειας σώματος.

Εάν η μεθοτρεξάτη χορηγείται σε συνδυασμό με σχήματα χημειοθεραπείας, για τη δοσολογία θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη τυχόν αλληλοεπικαλυπτόμενη τοξικότητα με τα συστατικά του άλλου φαρμακευτικού προϊόντος.

Οι υψηλότερες δοσολογίες πρέπει να χορηγούνται παρεντερικά.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η μεθοτρεξάτη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή στους παιδιατρικούς ασθενείς. Η θεραπεία θα πρέπει να τηρεί τα υφιστάμενα δημοσιευμένα θεραπευτικά πρωτόκολλα για τα παιδιά (βλ. παράγραφο 4.4).

Οι δόσεις βασίζονται συνήθως στο BSA του ασθενούς και η θεραπεία συντήρησης αποτελεί μια μακροχρόνια θεραπεία.

Ειδικοί πληθυσμοί

Νεφρική δυσλειτουργία

Ημεθοτρεξάτη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία (βλ. παράγραφο 4.4).

Ηδόση θα πρέπει να προσαρμόζεται ως ακολούθως για ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα, νεανική αρθρίτιδα, ψωρίαση και ψωριασική αρθρίτιδα. Για την ένδειξη της ογκολογίας, οι συστάσεις στα δημοσιευμένα πρωτόκολλα θα πρέπει επίσης να εφαρμόζονται.

Κάθαρση κρεατινίνης

% δόσης προς χορήγηση

(ml/min)

 

>60

 

 

30- 59

 

 

<30

Το Jylamvo δεν πρέπει να χορηγείται.

 

 

Ηπατική δυσλειτουργία

Η μεθοτρεξάτη θα πρέπει να χορηγείται με τη μέγιστη προσοχή, εάν τελικά χορηγηθεί, σε ασθενείς με σημαντική υφιστάμενη ή προγενέστερη ηπατική νόσο, ειδικά εάν αυτή οφείλεται στο αλκοόλ. Εάν τα

επίπεδα της χολερυθρίνης είναι > 5 mg/dl (85,5 μmol/l), η μεθοτρεξάτη αντενδείκνυται (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η χρήση σε παιδιά ηλικίας κάτω των 3 ετών δεν συνιστάται, επειδή τα διαθέσιμα δεδομένα για την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια είναι ανεπαρκή για αυτήν την ομάδα ασθενών.

Ηλικιωμένοι

Στους ηλικιωμένους ασθενείς (65 ετών και άνω) θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης, λόγω της μειωμένης ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας, καθώς και λόγω των χαμηλών αποθεμάτων φυλλικού οξέος που παρατηρούνται με την αύξηση της ηλικίας. Επιπλέον, συνιστάται η στενή παρακολούθηση των ασθενών για πιθανά πρώιμα σημεία τοξικότητας (βλ. παραγράφους 4.4, 4.5, 4.8 και 5.2).

Ασθενείς με παθολογικές συσσωρεύσεις υγρού (υπεζωκοτική συλλογή, ασκίτης)

Καθώς ο χρόνος ημίσειας ζωής της μεθοτρεξάτης μπορεί να παραταθεί κατά 4 φορές σε ασθενείς με παθολογικές συσσωρεύσεις υγρού, μπορεί να είναι απαραίτητη η μείωση της δόσης και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και η διακοπή της μεθοτρεξάτης (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2). Η ποσότητα της μείωσης της δόσης θα πρέπει να αποφασίζεται κατά περίπτωση.

Τρόπος χορήγησης

Το Jylamvo προορίζεται μόνο για από του στόματος χρήση.

Το φαρμακευτικό προϊόν μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς τροφή.

Το διάλυμα παρέχεται έτοιμο προς χρήση και πρέπει να καταπίνεται με λίγο νερό για την απομάκρυνση τυχόν υπολείμματος μεθοτρεξάτης από τη στοματική κοιλότητα.

Για την ορθή μέτρηση της συνταγογραφούμενης δόσης παρέχεται μια δοσιμετρική σύριγγα των 10 ml για την από του στόματος χορήγηση (βλ. φύλλο οδηγιών χρήσης).

Εάν η στοματική οδός είναι αναποτελεσματική, ενδείκνυται η μετάβαση σε παρεντερική δοσολογική μορφή. Αυτό μπορεί να γίνει με ενδομυϊκή ή υποδόρια χορήγηση της μεθοτρεξάτης και συνιστάται για ασθενείς που παρουσιάζουν ανεπαρκή απορρόφηση της πόσιμης μορφής της μεθοτρεξάτης ή δεν ανέχονται καλά την από του στόματος χορήγηση.

4.3Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1

Ηπατική δυσλειτουργία (επίπεδα χολερυθρίνης > 5 mg/dl (85,5 μmol/l), βλ. παράγραφο 4.2)

Κατάχρηση αλκοόλ

Νεφρική δυσλειτουργία βαριάς μορφής (κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 30 ml/min, βλ. παράγραφο 4.2)

Προϋπάρχουσες διαταραχές του αίματος, όπως υποπλασία μυελού των οστών, λευκοπενία, θρομβοπενία ή σημαντική αναιμία

Ανοσοανεπάρκεια

Βαριές, οξείες ή χρόνιες λοιμώξεις, όπως φυματίωση και λοίμωξη από τον ιό HIV

Στοματίτιδα, έλκη της στοματικής κοιλότητας και γνωστά ενεργά γαστρεντερικά έλκη

Γαλουχία (βλ. παράγραφο 4.6)

Ταυτόχρονος εμβολιασμός με εμβόλια με ζώντες μικροοργανισμούς

Επιπλέον, για μη ογκολογικές ενδείξεις

Κύηση (βλ. παράγραφο 4.6)

4.4Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Το πόσιμο διάλυμα περιέχει 2 mg μεθοτρεξάτης σε κάθε ml διαλύματος. Η διαβάθμιση της δοσιμετρικής σύριγγας είναι σε ml και όχι σε mg. Θα πρέπει να δίνεται προσοχή προκειμένου να διασφαλίζεται ότι συνταγογραφείται η σωστή δοσολογία. Οι ασθενείς με ρευματικές ή δερματικές παθήσεις πρέπει να ενημερώνονται με σαφήνεια ότι η θεραπεία πρέπει να λαμβάνεται μόνο μία φορά την εβδομάδα και όχι σε ημερήσια βάση. Η εσφαλμένη χρήση της μεθοτρεξάτης μπορεί να προκαλέσει βαριές, ακόμη και θανατηφόρες, ανεπιθύμητες ενέργειες. Το ιατρικό προσωπικό και οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν σαφείς οδηγίες.

Ο ιατρός που το συνταγογραφεί μπορεί να καθορίσει την ημέρα λήψης στη συνταγή.

Οι ασθενείς θα πρέπει να γνωρίζουν τη σημασία της τήρησης της λήψης του φαρμάκου μία φορά την εβδομάδα.

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται κατάλληλα, ούτως ώστε να είναι δυνατή η ανίχνευση και η αξιολόγηση των σημείων πιθανών τοξικών επιδράσεων ή ανεπιθύμητων ενεργειών με ελάχιστη καθυστέρηση.

Συνεπώς, η μεθοτρεξάτη θα πρέπει να χορηγείται αποκλειστικά από γιατρούς με γνώση και εμπειρία στη χρήση θεραπευτικών αγωγών με αντιμεταβολίτες ή υπό την επίβλεψή τους.

Ιδιαίτερα αυστηρή παρακολούθηση του ασθενή ενδείκνυται μετά από προγενέστερη ακτινοθεραπεία (ιδιαίτερα της πυέλου), δυσλειτουργία του αιμοποιητικού συστήματος (π.χ. μετά από προγενέστερη ακτινοθεραπεία ή χημειοθεραπεία), επιβαρυμένη γενική κατάσταση, καθώς και σε προχωρημένη ηλικία ή σε πολύ μικρά παιδιά.

Λόγω της πιθανότητας βαριών ή ακόμη και θανατηφόρων τοξικών αντιδράσεων, οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται διεξοδικά από τον θεράποντα γιατρό για τους κινδύνους που ενέχονται (συμπεριλαμβανομένων των πρώιμων σημείων και συμπτωμάτων τοξικότητας) και για τα συνιστώμενα μέτρα ασφαλείας. Οι ασθενείς θα πρέπει να γνωρίζουν ότι πρέπει να ενημερώσουν αμέσως τον γιατρό αν εμφανιστεί οποιοδήποτε σύμπτωμα υπερδοσολογίας και ότι τα συμπτώματα υπερδοσολογίας πρέπει να παρακολουθούνται (συμπεριλαμβανομένων των τακτικών εργαστηριακών εξετάσεων).

Οι δόσεις που υπερβαίνουν τα 20 mg (10 ml)/εβδομάδα μπορούν να συνοδεύονται από σημαντική αύξηση της τοξικότητας, ιδιαίτερα από καταστολή του μυελού των οστών.

Οι ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερη προσοχή και να λαμβάνουν μόνο χαμηλές δόσεις μεθοτρεξάτης, λόγω της καθυστερημένης απέκκρισης της μεθοτρεξάτης σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.2).

Η μεθοτρεξάτη θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο με μεγάλη προσοχή, εάν τελικά χρησιμοποιηθεί, σε ασθενείς με αξιοσημείωτη ηπατική νόσο, ιδιαίτερα αν αυτή σχετίζεται/σχετιζόταν με την κατανάλωση αλκοόλ.

Γονιμότητα και αναπαραγωγή Έχει αναφερθεί ότι η μεθοτρεξάτη προκαλεί υπογονιμότητα, ολιγοσπερμία, διαταραχές της εμμήνου

ρύσης και αμηνόρροια στον άνθρωπο, κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για μια σύντομη χρονική περίοδο μετά τη διακοπή της. Επιπλέον, η μεθοτρεξάτη προκαλεί εμβρυοτοξικότητα, αποβολή και εμβρυϊκές ανωμαλίες στον άνθρωπο. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να συζητούνται οι πιθανές επιδράσεις στην αναπαραγωγή με άνδρες και γυναίκες ασθενείς σε αναπαραγωγική ηλικία (βλ. παράγραφο 4.6). Κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον έξι μήνες στη συνέχεια, άνδρες και γυναίκες πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη.

Οι άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με μεθοτρεξάτη δεν θα πρέπει να αποκτούν παιδιά κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 6 μήνες μετά τη διακοπή της. Καθώς η θεραπεία με μεθοτρεξάτη μπορεί να προκαλέσει βαριάς μορφής και πιθανώς μη αναστρέψιμες διαταραχές της σπερματογένεσης, οι άνδρες θα πρέπει να ενημερώνονται, πριν από την έναρξη της θεραπείας, σχετικά με τη δυνατότητα διατήρησης σπέρματος (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.6).

Πριν από τη χρήση του Jylamvo πρέπει να επιβεβαιώνεται η απουσία κύησης.

Συνιστώμενες εξετάσεις και μέτρα ασφαλείας

Πριν από την έναρξη της θεραπείας ή κατά την επανάληψή της μετά από περίοδο ανάρρωσης

Γενική εξέταση αίματος με λευκοκυτταρικό τύπο και αιμοπετάλια, έλεγχος ηπατικών ενζύμων, χολερυθρίνης και αλβουμίνης ορού, ακτινογραφία θώρακος, καθώς και δοκιμασίες νεφρικής λειτουργίας. Εάν υπάρχει κλινική ένδειξη, θα πρέπει να αποκλείεται η φυματίωση και η ηπατίτιδα B και C.

    φάρμακα με συνταγογράφηση που απαριθμούνται. Ουσία: "Methotrexate"

  • Nordimet - methotrexate

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας

Οι ακόλουθες εξετάσεις πρέπει να διενεργούνται κάθε εβδομάδα κατά τις πρώτες δύο εβδομάδες και κατόπιν κάθε δύο εβδομάδες για έναν μήνα. Στη συνέχεια, ανάλογα με τον αριθμό των λευκοκυττάρων και τη σταθερότητα του ασθενούς, τουλάχιστον μία φορά τον μήνα κατά τη διάρκεια των επόμενων έξι μηνών και τουλάχιστον κάθε τρεις μήνες στη συνέχεια.

Κατά την αύξηση της δόσης θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο πραγματοποίησης της παρακολούθησης με αυξημένη συχνότητα. Ιδιαιτέρως, οι ηλικιωμένοι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται σε μικρά χρονικά διαστήματα για πρώιμα σημεία τοξικότητας (βλ. παράγραφο 4.2).

-Εξέταση του στόματος και του φάρυγγα για τυχόν μεταβολές στους βλεννογόνους.

-Γενική εξέταση αίματος με λευκοκυτταρικό τύπο και αιμοπετάλια. Επαγόμενη από μεθοτρεξάτη καταστολή της αιμοποιητικής δραστηριότητας ενδέχεται να εμφανιστεί αιφνίδια και με φαινομενικά ασφαλείς δόσεις. Οποιαδήποτε σοβαρή μείωση του αριθμού των λευκοκυττάρων ή των αιμοπεταλίων υποδηλώνει την άμεση διακοπή της θεραπείας και την έναρξη κατάλληλης υποστηρικτικής θεραπευτικής αγωγής. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενθαρρύνονται να αναφέρουν στον γιατρό τους όλα τα σημεία και συμπτώματα που υποδηλώνουν την παρουσία λοίμωξης. Στους ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα αιματοτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. λεφλουνομίδη), η γενική εξέταση αίματος και ο αριθμός των αιμοπεταλίων θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.

-Δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας - θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην εμφάνιση ηπατικής τοξικότητας. Εάν υπάρχουν οποιαδήποτε παθολογικά ευρήματα σε δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας ή σε βιοψίες ήπατος ή εάν αυτά εμφανιστούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας, τότε η θεραπεία δεν θα πρέπει να ξεκινάει ή θα πρέπει να διακόπτεται. Αυτά τα παθολογικά ευρήματα θα πρέπει να επανέρχονται στο φυσιολογικό εντός δύο εβδομάδων, μετά από τις οποίες, η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί κατά την κρίση του γιατρού.

Έλεγχος ηπατικών ενζύμων ορού Παροδικές αυξήσεις των τρανσαμινασών διπλάσιες ή τριπλάσιες της φυσιολογικής τιμής παρατηρούνται στο 13-20% των ασθενών. Οι εμμένουσες παθολογικές τιμές των ηπατικών ενζύμων ή/και μείωση της αλβουμίνης στον ορό ενδέχεται να υποδεικνύουν ηπατοτοξικότητα βαριάς μορφής. Όσον αφορά τις ρευματολογικές ενδείξεις, δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποστηρίζουν τη χρήση των βιοψιών ήπατος για την παρακολούθηση της ηπατοτοξικότητας. Για τους ασθενείς με ψωρίαση η ανάγκη βιοψίας ήπατος πριν από τη θεραπεία και κατά τη διάρκειά της είναι αμφιλεγόμενη.

Απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να τεκμηριωθεί εάν οι επαναλαμβανόμενες ηπατικές εξετάσεις ή οι επαναλαμβανόμενες μετρήσεις του προπεπτιδίου του κολλαγόνου τύπου ΙΙΙ είναι κατάλληλες για την ανίχνευση της ηπατοτοξικότητας. Σε αυτή την αξιολόγηση θα πρέπει να διαφοροποιούνται οι ασθενείς που δεν έχουν κανέναν παράγοντα κινδύνου από αυτούς που έχουν παράγοντες κινδύνου, όπως προγενέστερη υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, εμμένουσα αύξηση των ηπατικών ενζύμων, ιστορικό ηπατικής νόσου, οικογενειακό ιστορικό κληρονομικών ηπατικών νόσων, σακχαρώδης διαβήτης, παχυσαρκία και ιστορικό σημαντικής έκθεσης σε ηπατοτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα ή χημικές ουσίες, καθώς και παρατεταμένη θεραπεία με μεθοτρεξάτη ή λήψη σε αθροιστικές δόσεις 1,5 g ή παραπάνω.

Στην περίπτωση σταθερής αύξησης των τιμών των ηπατικών ενζύμων, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης ή διακοπής της θεραπείας.

Λόγω της δυνητικής τοξικής επίδρασης στο ήπαρ, δεν θα πρέπει να λαμβάνονται επιπρόσθετα ηπατοτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεθοτρεξάτη, εκτός εάν αυτό είναι άκρως απαραίτητο και θα πρέπει να αποφεύγεται ή να μειώνεται η κατανάλωση αλκοόλ (βλ. παράγραφο 4.5). Στους ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα άλλα ηπατοτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. λεφλουνομίδη) θα πρέπει να πραγματοποιείται στενότερη παρακολούθηση των ηπατικών ενζύμων. Αυτό το ενδεχόμενο θα πρέπει να εξετάζεται και κατά την ταυτόχρονη χορήγηση αιματοτοξικών φαρμακευτικών προϊόντων.

Απαιτείται αυξημένη προσοχή σε ασθενείς με ινσουλινοεξαρτώμενο σακχαρώδη διαβήτη, καθώς εμφανίστηκε κίρρωση του ήπατος σε μεμονωμένα περιστατικά χωρίς αύξηση των τρανσαμινασών, κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεθοτρεξάτη.

-Η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται μέσω δοκιμασιών της νεφρικής λειτουργίας και ανάλυσης ούρων. Εάν τα επίπεδα της κρεατινίνης ορού είναι αυξημένα, η δόση θα πρέπει να μειώνεται. Εάν η κάθαρση κρεατινίνης είναι μικρότερη από 30 ml/min, δεν θα πρέπει να χορηγείται θεραπεία με μεθοτρεξάτη (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.3).

Δεν θα πρέπει να ξεκινάει θεραπεία με μέτρια υψηλές και υψηλές δόσεις μεθοτρεξάτης όταν η τιμή του pH των ούρων είναι μικρότερη από 7,0. Η αλκαλοποίηση των ούρων πρέπει να ελέγχεται μέσω επαναλαμβανόμενης παρακολούθησης του pH (τιμή ίση ή μεγαλύτερη από 6,8) για τις πρώτες τουλάχιστον 24 ώρες μετά την έναρξη της χορήγησης της μεθοτρεξάτης.

-Εξέταση της αναπνευστικής οδού - οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για συμπτώματα διαταραχής της πνευμονικής λειτουργίας και πρέπει να διενεργείται δοκιμασία της πνευμονικής λειτουργίας, αν είναι απαραίτητο. Τα συμπτώματα που σχετίζονται με τους πνεύμονες (ιδιαίτερα ο ξηρός, μη παραγωγικός βήχας) ή η μη ειδική πνευμονίτιδα που εκδηλώνεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεθοτρεξάτη μπορούν να αποτελούν ένδειξη δυνητικά επικίνδυνης βλάβης και απαιτείται η διακοπή της θεραπείας και η προσεκτική παρακολούθηση. Παρά τις διαφορές στην κλινική παρουσίαση, οι ασθενείς με επαγόμενη από μεθοτρεξάτη πνευμονική νόσο κατά κανόνα υποφέρουν από πυρετό, βήχα, δύσπνοια ή υποξαιμία. Πρέπει να λαμβάνεται ακτινογραφία θώρακος προκειμένου να αποκλείεται η λοίμωξη. Ενδέχεται να εκδηλωθεί οξεία ή χρόνια διάμεση πνευμονία, η οποία συχνά συνοδεύεται από ηωσινοφιλία στο αίμα, ενώ έχουν αναφερθεί και θάνατοι. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τον κίνδυνο πνευμονίας και να λαμβάνουν οδηγίες να επικοινωνούν αμέσως με τον γιατρό τους εάν εμφανίσουν επίμονο βήχα ή επίμονη δύσπνοια.

Η μεθοτρεξάτη θα πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς με συμπτώματα από το αναπνευστικό, ενώ θα πρέπει να πραγματοποιείται άμεση εξέταση (συμπεριλαμβανομένης της ακτινογραφίας θώρακος) για να αποκλειστεί το ενδεχόμενο λοιμώξεων και όγκων. Εάν υπάρχει υποψία πνευμονικής νόσου εξαιτίας της μεθοτρεξάτης, θα πρέπει να ξεκινάει θεραπεία με κορτικοστεροειδή, ενώ η θεραπεία με μεθοτρεξάτη δεν θα πρέπει να επαναληφθεί.

Τα συμπτώματα από το αναπνευστικό απαιτούν ταχεία διάγνωση και διακοπή της θεραπείας με μεθοτρεξάτη. Οι παθήσεις των πνευμόνων που προκαλούνται από τη μεθοτρεξάτη, όπως η πνευμονίτιδα, μπορούν να εκδηλωθούν σε οξεία μορφή ανά πάσα χρονική στιγμή της θεραπείας, δεν είναι πάντοτε πλήρως αναστρέψιμες, ενώ έχουν ήδη παρατηρηθεί για όλες τις δόσεις (συμπεριλαμβανομένων των χαμηλών δόσεων των 7,5 mg (3,75 ml)/εβδομάδα).

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεθοτρεξάτη, μπορούν να εκδηλωθούν ευκαιριακές λοιμώξεις, συμπεριλαμβανομένης της πνευμονίας από Pneumocystis jiroveci, της οποίας η έκβαση μπορεί να είναι θανατηφόρα. Εάν κάποιος ασθενής εκδηλώσει συμπτώματα από το αναπνευστικό, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο πνευμονίας από Pneumocystis jiroveci.

Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με μειωμένη πνευμονική λειτουργία.

Επίσης, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή κατά την παρουσία μη ενεργών, χρόνιων λοιμώξεων (π.χ. έρπης ζωστήρας, φυματίωση, ηπατίτιδα B ή C), λόγω πιθανής ενεργοποίησής τους.

Νεφρική δυσλειτουργία και ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο νεφρικής δυσλειτουργίας

Δεδομένου ότι η μεθοτρεξάτη αποβάλλεται κυρίως μέσω των νεφρών, πρέπει να αναμένονται αυξημένες συγκεντρώσεις κατά την παρουσία νεφρικής δυσλειτουργίας, οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν ανεπιθύμητες ενέργειες βαριάς μορφής.

Εάν υφίσταται το ενδεχόμενο νεφρικής δυσλειτουργίας (π.χ. σε ηλικιωμένους ασθενείς), η παρακολούθηση θα πρέπει να πραγματοποιείται σε συντομότερα χρονικά διαστήματα. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα κατά την ταυτόχρονη χορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων που επηρεάζουν την αποβολή της μεθοτρεξάτης, ή προκαλούν νεφρική βλάβη (π.χ. ΜΣΑΦ), ή που μπορούν ενδεχομένως να οδηγήσουν σε δυσλειτουργία του αιμοποιητικού συστήματος.

Εάν υπάρχουν παράγοντες κινδύνου, όπως διαταραχές της νεφρικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης της ήπιας νεφρικής δυσλειτουργίας, δεν συνιστάται η συνδυασμένη χορήγηση με ΜΣΑΦ. Η αφυδάτωση ενδέχεται επίσης να εντείνει την τοξικότητα της μεθοτρεξάτης.

(Βλ. παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας)

Ανοσοποιητικό σύστημα

Λόγω της επίδρασής της στο ανοσοποιητικό σύστημα, η μεθοτρεξάτη μπορεί να εξασθενήσει την ανταπόκριση στους εμβολιασμούς και να επηρεάσει τα αποτελέσματα των ανοσολογικών εξετάσεων. Δεν θα πρέπει να πραγματοποιείται ταυτόχρονα εμβολιασμός με εμβόλια με ζώντες μικροοργανισμούς.

Κακοήθη λεμφώματα

Σε ασθενείς που λαμβάνουν χαμηλή δόση μεθοτρεξάτης ενδέχεται να εκδηλωθούν κακοήθη λεμφώματα και στην περίπτωση αυτή πρέπει να διακόπτεται η θεραπεία. Εάν τα λεμφώματα δεν υποχωρήσουν αυτόματα, απαιτείται η έναρξη κυτταροτοξικής θεραπείας.

Υπεζωκοτικές συλλογές ή ασκίτης

Οι υπεζωκοτικές συλλογές και ο ασκίτης θα πρέπει να παροχετεύονται πριν από την έναρξη της θεραπείας με μεθοτρεξάτη (βλ. παράγραφο 4.2).

Καταστάσεις που προκαλούν αφυδάτωση, όπως έμετος, διάρροια ή στοματίτιδα

Οι καταστάσεις που προκαλούν αφυδάτωση, όπως ο έμετος, η διάρροια ή η στοματίτιδα, μπορούν να αυξήσουν την τοξικότητα ως αποτέλεσμα των αυξημένων επιπέδων της δραστικής ουσίας. Σε αυτήν την περίπτωση, πρέπει να διακόπτεται η θεραπεία με μεθοτρεξάτη μέχρι να εξαφανιστούν τα συμπτώματα.

Είναι σημαντικός ο προσδιορισμός οποιασδήποτε αύξησης των επιπέδων της δραστικής ουσίας εντός 48 ωρών από την έναρξη της θεραπείας, διαφορετικά ενδέχεται να εμφανιστεί μη αναστρέψιμη τοξικότητα από τη μεθοτρεξάτη.

Η διάρροια και η ελκώδης στοματίτιδα ενδέχεται να είναι ενδείξεις τοξικών επιδράσεων και απαιτείται η διακοπή της θεραπείας, διαφορετικά μπορεί να προκληθεί αιμορραγική εντερίτιδα και θάνατος από διάτρηση του εντέρου. Μετά την εμφάνιση αιματέμεσης, μαύρων κοπράνων ή αίματος στα κόπρανα, πρέπει να διακόπτεται η θεραπεία.

Συμπληρωματική αγωγή με φυλλικό οξύ

Εάν εμφανιστεί οξεία τοξικότητα από μεθοτρεξάτη, μπορεί να απαιτηθεί η θεραπεία των ασθενών με φυλλινικό οξύ. Σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα ή ψωρίαση, η συμπληρωματική αγωγή με φυλλικό οξύ ή φυλλινικό οξύ μπορεί να μειώσει την τοξικότητα από μεθοτρεξάτη, όπως γαστρεντερικά συμπτώματα, στοματίτιδα, αλωπεκία και αυξημένα ηπατικά ένζυμα.

Συνιστάται ο έλεγχος των επιπέδων της βιταμίνης Β12 πριν από την έναρξη της συμπληρωματικής αγωγής με φυλλικό οξύ, ιδιαίτερα σε ενήλικες ηλικίας άνω των 50 ετών, επειδή η πρόσληψη φυλλικού οξέος μπορεί να υποκρύπτει ανεπάρκεια βιταμίνης Β12.

Βιταμινούχα προϊόντα

Τα σκευάσματα βιταμινών ή άλλα προϊόντα που περιέχουν φυλλικό οξύ, φυλλινικό οξύ ή τα παράγωγά τους ενδέχεται να μειώσουν την αποτελεσματικότητα της μεθοτρεξάτης (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.5).

Δερματίτιδα και ηλιακό έγκαυμα

Η επαγόμενη από ακτινοβολία δερματίτιδα και το ηλιακό έγκαυμα μπορούν να επανεμφανιστούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεθοτρεξάτη («αναμνηστικές αντιδράσεις»). Οι ψωριασικές βλάβες μπορούν να επιδεινωθούν κατά τη διάρκεια υπεριώδους (UV) ακτινοβολίας και συγχορήγησης μεθοτρεξάτης.

Δερματική τοξικότητα

Έχουν αναφερθεί δερματολογικές αντιδράσεις βαριάς μορφής, περιστασιακά θανατηφόρες, συμπεριλαμβανομένων της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (σύνδρομο Lyell) ή του συνδρόμου Stevens-Johnson, μετά από μονή ή πολλαπλή δόση μεθοτρεξάτης.

Εγκεφαλοπάθεια/λευκοεγκεφαλοπάθεια

Δεδομένου ότι έχουν παρατηρηθεί περιστατικά εγκεφαλοπάθειας/λευκοεγκεφαλοπάθειας σε ασθενείς με καρκίνο που λαμβάνουν θεραπεία με μεθοτρεξάτη, αυτά δεν μπορούν να αποκλειστούν ούτε για τους ασθενείς που δεν έχουν ενδείξεις καρκίνου.

Προειδοποιήσεις για τα έκδοχα

Το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει μεθυλεστέρα παραϋδροξυβενζοϊκού νατρίου (Ε219) και παραϋδροξυβενζοϊκό αιθύλιο (E214). Μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις (πιθανώς καθυστερημένες).

4.5Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο κίνδυνος αλληλεπίδρασης μεταξύ των ΜΣΑΦ και της μεθοτρεξάτης σε ασθενείς με χαμηλή δόση μεθοτρεξάτης, ειδικά στην περίπτωση μειωμένης νεφρικής λειτουργίας. Εάν απαιτείται συνδυασμένη θεραπεία, θα πρέπει να παρακολουθούνται η γενική εξέταση αίματος και η νεφρική λειτουργία. Θα πρέπει να δίνεται προσοχή αν τα ΜΣΑΦ και η μεθοτρεξάτη χορηγούνται εντός 24 ωρών, επειδή σε αυτήν την περίπτωση τα επίπεδα της μεθοτρεξάτης στο πλάσμα μπορούν να αυξηθούν με αποτέλεσμα την αύξηση της τοξικότητας. Οι μελέτες σε ζώα κατέδειξαν ότι η χορήγηση ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένου του σαλικυλικού οξέος, οδήγησαν σε μείωση της σωληναριακής έκκρισης της μεθοτρεξάτης και κατά συνέπεια ενίσχυσαν τις τοξικές επιδράσεις της. Ωστόσο, σε κλινικές δοκιμές κατά τις οποίες χορηγήθηκαν ταυτόχρονα ΜΣΑΦ και σαλικυλικό οξύ σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα, δεν παρατηρήθηκε αύξηση των ανεπιθύμητων ενεργειών. Η θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας με αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα μπορεί να συνεχίζεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με χαμηλή δόση μεθοτρεξάτης, αλλά μόνο υπό στενή ιατρική επίβλεψη.

Οι ασθενείς που λαμβάνουν δυνητικά ηπατοτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεθοτρεξάτη (π.χ. λεφλουνομίδη, αζαθειοπρίνη, σουλφασαλαζίνη και ρετινοειδή) θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για αυξημένη ηπατοτοξικότητα. Η κατανάλωση αλκοόλ θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεθοτρεξάτη (βλ. παράγραφο 4.4). Η τακτική κατανάλωση αλκοόλ και η χορήγηση επιπρόσθετων ηπατοτοξικών φαρμακευτικών προϊόντων αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης ηπατοτοξικών ανεπιθύμητων ενεργειών στη μεθοτρεξάτη.

Η χορήγηση επιπρόσθετων αιματοτοξικών φαρμακευτικών προϊόντων (π.χ. μεταμιζόλη) αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισης αιματοτοξικών ανεπιθύμητων ενεργειών βαριάς μορφής στη μεθοτρεξάτη.

Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ της μεθοτρεξάτης, των αντισπασμωδικών (μειωμένα επίπεδα μεθοτρεξάτης στον ορό) και της 5-φθοριοουρακίλης (αυξημένος χρόνος ημίσειας ζωής της 5-φθοριοουρακίλης).

Τα σαλικυλικά, η φαινυλοβουταζόνη, η διφαινυλυδαντοΐνη (= φαινυτοΐνη), τα βαρβιτουρικά, τα ηρεμιστικά, τα από του στόματος αντισυλληπτικά, οι τετρακυκλίνες, τα παράγωγα της αμιδοπυρίνης, οι σουλφοναμίδες, τα διουρητικά θειαζίδης, τα από του στόματος υπογλυκαιμικά, η δοξορουβικίνη και το p-αμινοβενζοϊκό οξύ εκτοπίζουν τη μεθοτρεξάτη από τις θέσεις δέσμευσης στην αλβουμίνη του

ορού και συνεπώς αυξάνουν τη βιοδιαθεσιμότητα και ως εκ τούτου την τοξικότητα (έμμεση αύξηση της δόσης).

Η προβενεσίδη και τα ασθενή οργανικά οξέα μπορούν επίσης να μειώσουν τη σωληναριακή έκκριση της μεθοτρεξάτης και συνεπώς προκαλούν, με παρόμοιο τρόπο, έμμεση αύξηση της δόσης.

Τα αντιβιοτικά, όπως η πενικιλλίνη, τα γλυκοπεπτίδια, οι σουλφοναμίδες, η σιπροφλοξασίνη και η κεφαλοτίνη μπορούν, σε μεμονωμένες περιπτώσεις, να μειώσουν τη νεφρική κάθαρση της μεθοτρεξάτης, ούτως ώστε να παρατηρούνται αυξημένες συγκεντρώσεις της μεθοτρεξάτης στον ορό, με ταυτόχρονη αιματολογική και γαστρεντερική τοξικότητα.

Τα από του στόματος αντιβιοτικά, όπως οι τετρακυκλίνες, η χλωραμφαινικόλη και τα μη απορροφήσιμα αντιβιοτικά ευρέως φάσματος ενδέχεται να μειώσουν την εντερική απορρόφηση της μεθοτρεξάτης ή να παρεμποδίσουν την εντεροηπατική κυκλοφορία, αναστέλλοντας την εντερική χλωρίδα ή καταστέλλοντας τον μεταβολισμό των βακτηρίων.

Το ενδεχόμενο διαταραχών της αιμοποίησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην περίπτωση (προ- )θεραπείας με φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να ευθύνονται για ανεπιθύμητες ενέργειες στον μυελό των οστών (π.χ. σουλφοναμίδες, τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη, χλωραμφαινικόλη, πυριμεθαμίνη).

Η ταυτόχρονη θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα που μπορούν να προκαλέσουν ανεπάρκεια του φυλλικού οξέος (π.χ. σουλφοναμίδες, τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη) μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη τοξικότητα της μεθοτρεξάτης. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με προϋπάρχουσα ανεπάρκεια του φυλλικού οξέος.

Αντίθετα, η συγχορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν φυλλινικό οξύ ή σκευασμάτων βιταμινών που περιέχουν φυλλικό οξύ ή παράγωγα, ενδέχεται να εξασθενίσουν την αποτελεσματικότητα της μεθοτρεξάτης.

Ο συνδυασμός μεθοτρεξάτης και σουλφασαλαζίνης μπορεί να ενισχύσει την επίδραση της μεθοτρεξάτης, επειδή η σουλφασαλαζίνη αναστέλλει τη σύνθεση του φυλλικού οξέος. Αυτό μπορεί να προκαλέσει αύξηση του κινδύνου ανεπιθύμητων ενεργειών, παρόλο που σε αρκετές μελέτες παρατηρήθηκε μόνο σε μεμονωμένους ασθενείς.

Η κυκλοσπορίνη μπορεί να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα και την τοξικότητα της μεθοτρεξάτης. Όταν χρησιμοποιείται ο συνδυασμός, ενέχεται ο κίνδυνος υπερβολικής ανοσοκαταστολής μαζί με τον κίνδυνο λεμφοϋπερπλασίας.

Τα αναισθητικά με βάση το μονοξείδιο του αζώτου εντείνουν την εξασθένιση του μεταβολισμού του φυλλικού οξέος από τη μεθοτρεξάτη και μπορούν να προκαλέσουν μη προβλέψιμη μυελοκαταστολή και στοματίτιδα βαριάς μορφής. Αυτή η επίδραση μπορεί να μειωθεί με τη χορήγηση φυλλινικού ασβεστίου.

Η συγχορήγηση αναστολέων της αντλίας πρωτονίων, όπως η ομεπραζόλη ή η παντοπραζόλη, μπορεί να προκαλέσει αλληλεπιδράσεις: η συγχορήγηση μεθοτρεξάτης και ομεπραζόλης έχει οδηγήσει σε καθυστερημένη νεφρική αποβολή της μεθοτρεξάτης. Σε μία περίπτωση κατά την οποία η μεθοτρεξάτη συνδυάστηκε με παντοπραζόλη, ανεστάλη η νεφρική αποβολή του μεταβολίτη 7-υδροξυμεθοτρεξάτη και παρατηρήθηκε μυαλγία και ρίγος.

Ηχορήγηση προκαρβαζίνης κατά τη διάρκεια θεραπείας με υψηλή δόση μεθοτρεξάτης αυξάνει τον κίνδυνο νεφρικής δυσλειτουργίας

Ηυπερβολική κατανάλωση ποτών που περιέχουν καφεΐνη ή θεοφυλλίνη (καφές, ποτά που περιέχουν καφεΐνη, μαύρο τσάι) θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια θεραπείας με μεθοτρεξάτη, επειδή η επίδραση της μεθοτρεξάτης ενδέχεται να μειωθεί λόγω της πιθανής αλληλεπίδρασης μεταξύ της μεθοτρεξάτης και των μεθυλοξανθινών στους υποδοχείς αδενοσίνης.

Η πολυθεραπεία με μεθοτρεξάτη και λεφλουνομίδη ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο πανκυτταροπενίας.

Ιδιαίτερα στην περίπτωση ορθοπεδικών χειρουργικών επεμβάσεων, όπου ο κίνδυνος λοίμωξης είναι υψηλός, η πολυθεραπεία με μεθοτρεξάτη και ανοσοτροποποιητικά φαρμακευτικά προϊόντα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.

Η χολεστυραμίνη μπορεί να αυξήσει τη μη νεφρική αποβολή της μεθοτρεξάτης παρεμποδίζοντας την εντεροηπατική κυκλοφορία.

Το ενδεχόμενο της καθυστερημένης κάθαρσης της μεθοτρεξάτης θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν χορηγείται σε συνδυασμό με άλλα κυτταροστατικά φαρμακευτικά προϊόντα.

Ηακτινοθεραπεία κατά τη διάρκεια της χρήσης μεθοτρεξάτης μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο νέκρωσης μαλακών μορίων ή οστών.

Ημεθοτρεξάτη μπορεί να μειώσει την κάθαρση της θεοφυλλίνης. Συνεπώς, κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης θεραπείας με μεθοτρεξάτη, θα πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα της θεοφυλλίνης στον ορό.

Ησυνδυασμένη χορήγηση μερκαπτοπουρίνης και μεθοτρεξάτης μπορεί να αυξήσει τη βιοδιαθεσιμότητα της μερκαπτοπουρίνης, πιθανώς ως αποτέλεσμα της αναστολής του μεταβολισμού της μερκαπτοπουρίνης.

Εξαιτίας της πιθανής της επίδρασης στο ανοσοποιητικό σύστημα, η μεθοτρεξάτη μπορεί να ευθύνεται για ψευδή αποτελέσματα σε εμβολιασμούς και δοκιμασίες (ανοσολογικές διαδικασίες για την αξιολόγηση της ανοσιακής αντίδρασης). Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεθοτρεξάτη θα πρέπει να αποφεύγεται ο ταυτόχρονος εμβολιασμός με εμβόλια με ζώντες μικροοργανισμούς (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4).

4.6Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία/Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες Οι γυναίκες δεν πρέπει να μένουν έγκυες κατά τη διάρκεια θεραπείας με μεθοτρεξάτη, ενώ οι ασθενείς

σε ηλικία σεξουαλικής ωριμότητας (γυναίκες και άνδρες) πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεθοτρεξάτη και για τουλάχιστον 6 μήνες στη συνέχεια (βλ. παράγραφο 4.4). Εάν παρ' όλα αυτά, προκύψει εγκυμοσύνη κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, θα πρέπει να δίδεται ιατρική συμβουλή σχετικά με τον κίνδυνο που διατρέχει το παιδί για επιβλαβείς επιδράσεις που σχετίζονται με τη θεραπεία, ενώ θα πρέπει να πραγματοποιείται υπερηχογραφικός έλεγχος για την επιβεβαίωση της φυσιολογικής ανάπτυξης του εμβρύου.

Κύηση Η μεθοτρεξάτη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης στις μη ογκολογικές ενδείξεις (βλ.

παράγραφο 4.3). Σε μελέτες σε ζώα, η μεθοτρεξάτη κατέδειξε αναπαραγωγική τοξικότητα, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου (βλ. παράγραφο 5.3). Η μεθοτρεξάτη έχει καταδειχθεί ότι έχει τερατογόνο επίδραση στον άνθρωπο. Έχει αναφερθεί ότι προκαλεί θάνατο στο έμβρυο, αποβολές ή/και συγγενείς ανωμαλίες. Η έκθεση ενός περιορισμένου αριθμού εγκύων γυναικών (42) κατέληξε σε αυξημένη επίπτωση (1:14) δυσπλασιών (κρανιακών, καρδιαγγειακών και σχετιζόμενων με τα άκρα).

Όταν η μεθοτρεξάτη είχε διακοπεί πριν από τη σύλληψη, οι κυήσεις που αναφέρθηκαν ήταν φυσιολογικές. Σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, τυχόν υπάρχουσα κύηση πρέπει να αποκλειστεί με βεβαιότητα, μέσω της λήψης κατάλληλων μέτρων, π.χ. μιας δοκιμασίας κύησης, πριν από την έναρξη της θεραπείας.

Όταν χρησιμοποιείται σε ενδείξεις ογκολογίας, η μεθοτρεξάτη δεν θα πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου. Στην εκάστοτε περίπτωση θα πρέπει να σταθμίζεται το όφελος της θεραπείας έναντι του πιθανού κινδύνου για το

έμβρυο. Εάν το φάρμακο χορηγηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή εάν η ασθενής μείνει έγκυος ενώ λαμβάνει μεθοτρεξάτη, η ασθενής θα πρέπει να ενημερωθεί σχετικά με τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο.

Θηλασμός Καθώς η μεθοτρεξάτη μεταφέρεται στο ανθρώπινο γάλα και μπορεί να ευθύνεται για τοξικότητα σε

παιδιά που θηλάζουν, η θεραπεία αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της περιόδου του θηλασμού (βλ. παράγραφο 4.3). Εάν η χρήση της κατά τη διάρκεια της περιόδου του θηλασμού καταστεί αναγκαία, ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται πριν από τη θεραπεία.

Γονιμότητα Καθώς η μεθοτρεξάτη μπορεί να είναι γονοτοξική, οι γυναίκες που σχεδιάζουν να μείνουν έγκυες

συνιστάται να συμβουλεύονται ένα κέντρο γενετικής συμβουλευτικής, εάν είναι δυνατόν, πριν από τη θεραπεία, ενώ οι άνδρες θα πρέπει να αναζητούν, πριν από την έναρξη της θεραπείας, συμβουλή σχετικά με τη δυνατότητα διατήρησης σπέρματος (βλ. παράγραφο 4.4).

4.7Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών

Η μεθοτρεξάτη έχει μέτρια επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων, επειδή κατά τη διάρκεια της θεραπείας μπορούν να εμφανιστούν διαταραχές του κεντρικού νευρικού συστήματος, όπως κόπωση, ζάλη ή υπνηλία.

4.8Ανεπιθύμητες ενέργειες

Περίληψη της εικόνας ασφάλειας Γενικά, η επίπτωση και η βαρύτητα των ανεπιθύμητων ενεργειών θεωρείται ότι σχετίζονται με τη δόση.

Κατά την αντινεοπλασματική θεραπεία, η μυελοκαταστολή και η βλεννογονίτιδα αποτελούν τις επικρατέστερες τοξικές επιδράσεις της μεθοτρεξάτης που περιορίζουν τη δόση. Η βαρύτητα αυτών των αντιδράσεων εξαρτάται από τη δόση, τον τρόπο και τη διάρκεια χορήγησης της μεθοτρεξάτης. Η βλεννογονίτιδα γενικά εμφανίζεται περίπου 3 έως 7 ημέρες μετά τη χορήγηση μεθοτρεξάτης, ενώ η λευκοπενία και η θρομβοπενία εμφανίζονται μερικές ημέρες αργότερα. Σε ασθενείς με άθικτο μηχανισμό αποβολής, η μυελοκαταστολή και η βλεννογονίτιδα είναι γενικά αναστρέψιμες εντός 14 έως 28 ημερών.

Οι πιο σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες της μεθοτρεξάτης είναι η καταστολή του μυελού των οστών, η πνευμονική τοξικότητα, η ηπατοτοξικότητα, η νεφρική τοξικότητα, η νευροτοξικότητα, τα θρομβοεμβολικά συμβάντα, η αναφυλακτική καταπληξία και το σύνδρομο Stevens-Johnson.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες της μεθοτρεξάτης που παρατηρούνται πιο συχνά (πολύ συχνές) είναι οι διαταραχές του γαστρεντερικού (π.χ. στοματίτιδα, δυσπεψία, κοιλιακό άλγος, ναυτία, απώλεια της όρεξης) και οι παθολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας [π.χ. αυξημένες τιμές της αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης (ALAT), της ασπαρτικής αμινοτρασφεράσης (ASAT), της χολερυθρίνης, της αλκαλικής φωσφατάσης)]. Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες που εμφανίζονται συχνά (συχνές) είναι η λευκοπενία, η αναιμία, η θρομβοπενία, η κεφαλαλγία, η κόπωση, η υπνηλία, η πνευμονία, η διάμεση κυψελίτιδα/πνευμονίτιδα που συνοδεύεται συχνά από ηωσινοφιλία, τα στοματικά έλκη, η διάρροια, το εξάνθημα, το ερύθημα και ο κνησμός.

Η εμφάνιση και η βαρύτητα των ανεπιθύμητων αντιδράσεων εξαρτώνται από το δοσολογικό επίπεδο και τη συχνότητα χορήγησης της μεθοτρεξάτης. Ωστόσο, καθώς ενδέχεται να εμφανιστούν ανεπιθύμητες αντιδράσεις βαριάς μορφής ακόμη και σε χαμηλές δόσεις, είναι σημαντική η στενή παρακολούθηση του ασθενούς από τον θεράποντα γιατρό (βλ. παράγραφο 4.4).

Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι αναστρέψιμες, αν ανιχνευθούν έγκαιρα. Σε περίπτωση εμφάνισης τέτοιων ανεπιθύμητων αντιδράσεων, θα πρέπει είτε να μειωθεί η δόση είτε να διακοπεί η θεραπεία και να ληφθούν τα κατάλληλα αντίμετρα (βλ. παράγραφο 4.9). Η θεραπεία μεθοτρεξάτης θα

πρέπει να συνεχιστεί μόνο με ιδιαίτερη προσοχή, μετά από προσεκτική εξέταση της ανάγκης για θεραπεία και με αυξημένη επαγρύπνηση για πιθανή υποτροπή της τοξικότητας.

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

Οι συχνότητες σε αυτόν τον πίνακα καθορίζονται σύμφωνα με τη συνθήκη MedDRA:

Πολύ συχνές (≥1/10) Συχνές (≥ 1/100 έως <1/10)

Όχι συχνές (≥1/1,000 έως < 1/100) Σπάνιες (≥1/10,000 έως <1/1,000) Πολύ σπάνιες (<1/10,000)

Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)

    φάρμακα με συνταγογράφηση που απαριθμούνται. Κωδικός ATC: "L01BA01"

  • Nordimet - L01BA01

Εντός κάθε ομάδας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.

Κατηγορία/οργ

Πολύ συχνές

Συχνές

Όχι συχνές

Σπάνιες

Πολύ σπάνιες

Μη

ανικό σύστημα

 

 

 

 

 

γνωστές

Λοιμώξεις και

 

Λοιμώξεις

Ευκαιριακές

Έρπης ζωστήρας

Σήψη

Νοκαρδίασ

παρασιτώσεις

 

 

λοιμώξεις

 

Λοιμώξεις επαγόμενες

η,

 

 

 

(ορισμένες

 

από κυτταρομεγαλοϊό.

μυκητίαση

 

 

 

φορές

 

 

από

 

 

 

θανατηφόρες)

 

 

ιστόπλασμ

 

 

 

 

 

 

α και

 

 

 

 

 

 

κρυπτόκοκ

 

 

 

 

 

 

κο,

 

 

 

 

 

 

διάχυτος

 

 

 

 

 

 

έρπης

Νεοπλάσματα

 

 

Λέμφωμα1

 

 

 

καλοήθη,

 

 

 

 

 

 

κακοήθη και μη

 

 

 

 

 

 

καθορισμένα

 

 

 

 

 

 

(περιλαμβάνοντ

 

 

 

 

 

 

αι κύστεις και

 

 

 

 

 

 

πολύποδες)

 

 

 

 

 

 

Διαταραχές του

 

Λευκοπενία,

Πανκυτταροπενί

Μεγαλοβλαστική

Καταστολή του μυελού

Αιμορραγίε

αιμοποιητικού

 

θρομβοπενία,

α,

αναιμία

των οστών (κύκλοι

ς

και του

 

αναιμία

ακοκκιοκυτταρα

 

βαριάς μορφής),

 

λεμφικού

 

 

ιμία, διαταραχές

 

Απλαστική αναιμία,

 

συστήματος

 

 

της αιμοποίησης

 

λεμφοϋπερπλαστικό

 

 

 

 

 

 

σύνδρομο (μερικώς

 

 

 

 

 

 

αναστρέψιμο),

 

 

 

 

 

 

Ηωσινοφιλία,

 

 

 

 

 

 

Ουδετεροπενία,

 

 

 

 

 

 

Λεμφαδενοπάθεια

 

Διαταραχές του

 

 

Αλλεργικές

 

Ανοσοκαταστολή,

 

ανοσοποιητικού

 

 

αντιδράσεις,

 

αλλεργική αγγειίτιδα

 

συστήματος

 

 

αναφυλακτική

 

(βαρύ τοξικό

 

 

 

 

καταπληξία,

 

σύμπτωμα),

 

 

 

 

Πυρετός,

 

Υπογαμμασφαιριναι-

 

 

 

 

Ρίγη

 

μία

 

Διαταραχές του

 

 

Σακχαρώδης

 

 

 

μεταβολισμού

 

 

διαβήτης

 

 

 

και της θρέψης

 

 

 

 

 

 

Ψυχιατρικές

 

 

Κατάθλιψη

Μεταβολές

Αϋπνία

 

διαταραχές

 

 

 

διάθεσης

 

 

Διαταραχές του

 

Κεφαλαλγία,

Σπασμοί,

Ημιπάρεση,

Εγκεφαλικό οίδημα,

Εγκεφαλοπ

νευρικού

 

Κόπωση,

Ίλιγγος,

Πάρεση

Οξεία άσηπτη

άθεια/

συστήματος

 

Υπνηλία

Σύγχυση

 

μηνιγγίτιδα με

Λευκοεγκε

 

 

 

 

 

μηνιγγισμό (παράλυση,

φαλοπάθει

 

 

 

 

 

έμετος),

α

 

 

 

 

 

Λήθαργος,

 

 

 

 

 

 

Παροδική ήπια

 

 

 

 

 

 

γνωστική

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

δυσλειτουργία,

 

 

 

 

 

 

Ψυχώσεις,

 

 

 

 

 

 

Αφασία,

 

 

 

 

 

 

Άλγος,

 

 

 

 

 

 

Μυϊκή εξασθένιση ή

 

 

 

 

 

 

παραισθησία στα

 

 

 

 

 

 

άκρα,

 

 

 

 

 

 

Μεταβολές στην

 

 

 

 

 

 

αίσθηση της γεύσης

 

 

 

 

 

 

(μεταλλική γεύση),

 

 

 

 

 

 

Ερεθισμός,

 

 

 

 

 

 

Δυσαρθρία,

 

 

 

 

 

 

Ασυνήθιστη κρανιακή

 

 

 

 

 

 

αίσθηση,

 

 

 

 

 

 

εμβοές

 

Οφθαλμικές

 

 

 

Οπτικές

Αμφιβληστροειδοπάθει

 

διαταραχές

 

 

 

διαταραχές

α,

 

 

 

 

 

βαριάς μορφής

Επιπεφυκίτιδα

 

Καρδιακές

 

 

 

Περικαρδίτιδα,

 

 

διαταραχές

 

 

 

περικαρδιακή

 

 

 

 

 

 

συλλογή,

 

 

 

 

 

 

περικαρδιακός

 

 

 

 

 

 

επιπωματισμός

 

 

Αγγειακές

 

 

 

Θρομβοεμβολικέ

 

 

διαταραχές

 

 

 

ς αντιδράσεις

 

 

 

 

 

 

(συμπεριλαμβανο

 

 

 

 

 

 

μένης της

 

 

 

 

 

 

αρτηριακής και

 

 

 

 

 

 

εγκεφαλικής

 

 

 

 

 

 

θρόμβωσης,

 

 

 

 

 

 

θρομβοφλεβίτιδα

 

 

 

 

 

 

, εν τω βάθει

 

 

 

 

 

 

φλεβική

 

 

 

 

 

 

θρόμβωση στο

 

 

 

 

 

 

πόδι,

 

 

 

 

 

 

αμφιβληστροειδι

 

 

 

 

 

 

κή φλεβική

 

 

 

 

 

 

θρόμβωση,

 

 

 

 

 

 

πνευμονική

 

 

 

 

 

 

εμβολή),

 

 

 

 

 

 

Υπόταση

 

 

Διαταραχές του

 

Διάμεση κυψελίτιδα/

Πνευμονική

Αναπνευστική

Πνευμονία από

 

αναπνευστικού

 

πνευμονία (δύναται

ίνωση

παράλυση,

Pneumocystis jiroveci

 

συστήματος,

 

να είναι

 

Αντιδράσεις

και άλλες πνευμονικές

 

του θώρακα και

 

θανατηφόρα)

 

παρόμοιες με

λοιμώξεις,

 

του

 

 

 

αυτές του

Χρόνια αποφρακτική

 

μεσοθωράκιου

 

 

 

βρογχικού

πνευμονοπάθεια,

 

 

 

 

 

άσθματος, όπως

Υπεζωκοτική συλλογή

 

 

 

 

 

βήχας, δύσπνοια

 

 

 

 

 

 

και παθολογικές

 

 

 

 

 

 

εξετάσεις τις

 

 

 

 

 

 

πνευμονικής

 

 

 

 

 

 

λειτουργίας,

 

 

 

 

 

 

φαρυγγίτιδα

 

 

Διαταραχές του

Απώλεια

Διάρροια

Εξέλκωση και

Παγκρεατίτιδα,

Τοξικό μεγάκολο,

 

γαστρεντερικού

όρεξης,

 

αιμορραγία του

Εντερίτιδα,

Αιματέμεση

 

 

ναυτία,

 

γαστρεντερικού

Δυσαπορρόφηση,

 

 

 

έμετος,

 

σωλήνα

Μέλαινα,

 

 

 

κοιλιακό

 

 

Ουλίτιδα

 

 

 

άλγος,

 

 

 

 

 

 

φλεγμονή και

 

 

 

 

 

 

εξέλκωση

 

 

 

 

 

 

του

 

 

 

 

 

 

στοματικού

 

 

 

 

 

 

και

 

 

 

 

 

 

φαρυγγικού

 

 

 

 

 

 

βλεννογόνου,

 

 

 

 

 

 

Στοματίτιδα,

 

 

 

 

 

 

δυσπεψία

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Διαταραχές του

Αύξηση

 

Ηπατική

Οξεία ηπατίτιδα

Οξεία εκφύλιση του

Ηπατίτιδα

ήπατος και των

ηπατικών

 

στεάτωση,

και

ήπατος,

και

χοληφόρων

ενζύμων

 

ίνωση και

ηπατοτοξικότητα

ηπατική ανεπάρκεια,

ηπατική

 

[ALAT

 

κίρρωση,

 

Επανεμφάνιση χρόνιας

ανεπάρκεια

 

(GPT),

 

Μείωση της

 

ηπατίτιδας,

 

 

 

 

 

ASAT

 

αλβουμίνης

 

 

 

 

(GOT),

 

ορού

 

 

 

 

αλκαλική

 

 

 

 

 

 

φωσφατάση

 

 

 

 

 

 

και

 

 

 

 

 

 

χολερυθρίνη]

 

 

 

 

 

Διαταραχές του

 

Ερύθημα, εξάνθημα,

Τοξικές

Υπέρχρωση των

Οξεία παρονυχία,

 

δέρματος και

 

Κνησμός

εκδηλώσεις

νυχιών,

δοθιήνωση,

 

του υποδόριου

 

 

βαριάς μορφής:

ονυχόλυση,

Τελαγγειεκτασία,

 

ιστού

 

 

αγγειίτιδα,

Ακμή,

Ιδρωταδενίτιδα

 

 

 

 

ερπητοειδή

Πετέχειες,

 

 

 

 

 

δερματικά

Μωλωπισμός,

 

 

 

 

 

εξανθήματα,

Πολύμορφο

 

 

 

 

 

σύνδρομο

ερύθημα,

 

 

 

 

 

Stevens-Johnson

ερυθηματώδη

 

 

 

 

 

, τοξική

δερματικά

 

 

 

 

 

εξανθήματα,

 

 

 

 

 

επιδερμική

 

 

 

 

 

Οι ψωριασικές

 

 

 

 

 

νεκρόλυση

 

 

 

 

 

βλάβες μπορούν

 

 

 

 

 

(σύνδρομο

 

 

 

 

 

να επιδεινωθούν

 

 

 

 

 

Lyell),

 

 

 

 

 

με ταυτόχρονη

 

 

 

 

 

Αύξηση

 

 

 

 

 

θεραπεία με

 

 

 

 

 

ρευματικών

 

 

 

 

 

υπεριώδη (UV)

 

 

 

 

 

οζιδίων,

 

 

 

 

 

ακτινοβολία,

 

 

 

 

 

Επώδυνες

 

 

 

 

 

Η δερματίτιδα

 

 

 

 

 

διαβρώσεις των

 

 

 

 

 

ψωριασικών

από ακτινοβολία

 

 

 

 

 

και το ηλιακό

 

 

 

 

 

πλακών,

 

 

 

 

 

έγκαυμα

 

 

 

 

 

Φωτοευαισθησί

 

 

 

 

 

α, αυξημένη

ενδέχεται να

 

 

 

 

 

επανεμφανιστούν

 

 

 

 

 

μελάγχρωση

 

 

 

 

 

δέρματος,

 

 

 

 

 

 

Απώλεια τριχών,

 

 

 

 

 

 

Ανεπαρκής

 

 

 

 

 

 

επούλωση

 

 

 

 

 

 

τραυμάτων,

 

 

 

 

 

 

Κνίδωση

 

 

 

Διαταραχές του

 

 

Οστεοπόρωση,

Κάταγμα από

 

 

μυοσκελετικού

 

 

Αρθραλγία,

υπερβολική

 

 

συστήματος και

 

 

Μυαλγία,

επιβάρυνση

 

 

του συνδετικού

 

 

 

 

 

 

ιστού

 

 

 

 

 

 

Διαταραχές των

 

-

Νεφροπάθεια

Νεφρική

Πρωτεϊνουρία

 

νεφρών και των

 

 

Φλεγμονή και

ανεπάρκεια,

 

 

ουροφόρων

 

 

εξέλκωση της

ολιγουρία,

 

 

οδών

 

 

ουροδόχου

Ανουρία,

 

 

 

 

 

κύστεως

Αζωθαιμία

 

 

 

 

 

(πιθανώς με

 

 

 

 

 

 

αιματουρία),

 

 

 

 

 

 

δυσουρία

 

 

 

Διαταραχές του

 

-

Φλεγμονή και

Ολιγοσπερμία,

Υπογονιμότητα,

 

αναπαραγωγικο

 

 

εξέλκωση του

διαταραχή της

Απώλεια της

 

ύ συστήματος

 

 

κόλπου

έμμηνου ρύσης

γενετήσιας ορμής,

 

και του μαστού

 

 

 

 

Ανικανότητα,

 

 

 

 

 

 

Κολπικό έκκριμα,

 

 

 

 

 

 

γυναικομαστία

 

Γενικές

 

 

-

 

Πυρετός

 

διαταραχές και

 

 

 

 

 

 

καταστάσεις

 

 

 

 

 

 

της οδού

 

 

 

 

 

 

χορήγησης

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

1 δύναται να είναι αναστρέψιμο - βλ. 4.4 2βλ. τις παρατηρήσεις για τη βιοψία ήπατος στην παράγραφο 4.4

Παιδιατρικός πληθυσμός Η συχνότητα, ο τύπος και η βαρύτητα των ανεπιθύμητων αντιδράσεων στα παιδιά και τους εφήβους

αναμένεται να είναι η ίδια με τους ενήλικες.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά τη χορήγηση αδείας κυκλοφορίας του

φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

4.9Υπερδοσολογία

Συμπτώματα υπερδοσολογίας Τα συμπτώματα που εμφανίζονται μετά από υπερδοσολογία από του στόματος επηρεάζουν κυρίως το

αιμοποιητικό και το γαστρεντερικό σύστημα.

Στα συμπτώματα συγκαταλέγονται η λευκοπενία, η θρομβοπενία, η αναιμία, η πανκυτταροπενία, η ουδετεροπενία, η μυελοκαταστολή, η βλεννογονίτιδα, η στοματίτιδα, η εξέλκωση του στόματος, η ναυτία, ο έμετος, η εξέλκωση του γαστρεντερικού και η αιμορραγία.

Έχουν αναφερθεί περιστατικά υπερδοσολογίας, ορισμένες φορές θανατηφόρα, λόγω εσφαλμένης ημερήσιας πρόσληψης αντί εβδομαδιαίας πρόσληψης από του στόματος μεθοτρεξάτης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα συμπτώματα που αναφέρονται συνήθως είναι οι αιματολογικές και γαστρεντερικές αντιδράσεις.

Υπάρχουν αναφορές θανάτου λόγω σήψης, σηπτικής καταπληξίας, νεφρικής ανεπάρκειας και απλαστικής αναιμίας.

Θεραπευτική διαχείριση της υπερδοσολογίας Το φυλλινικό ασβέστιο είναι το ειδικό αντίδοτο για την εξουδετέρωση των ανεπιθύμητων ενεργειών

της τοξικότητας της μεθοτρεξάτης. Σε περίπτωση ατυχηματικής υπερδοσολογίας, θα πρέπει, εντός 1 ώρας, να χορηγείται ενδοφλεβίως ή ενδομυϊκώς μια δόση φυλλινικού ασβεστίου ίση με τη δόση της μεθοτρεξάτης που λήφθηκε ή υψηλότερη από αυτή, ενώ η χορήγηση της δόσης θα πρέπει να συνεχίζεται έως ότου τα επίπεδα της μεθοτρεξάτης στον ορό να είναι κάτω από 10-7 mol/L.

Σε περίπτωση πολύ μεγάλης υπερδοσολογίας, προκειμένου να αποτραπεί η κατακρήμνιση της μεθοτρεξάτης ή/και των μεταβολιτών της εντός των νεφρικών σωληναρίων, ενδέχεται να απαιτείται ενυδάτωση και αλκαλοποίηση των ούρων. Δεν έχει καταδειχθεί βελτίωση της αποβολής της μεθοτρεξάτης ούτε με αιμοκάθαρση ούτε με περιτοναϊκή κάθαρση. Έχει αναφερθεί αποτελεσματική κάθαρση της μεθοτρεξάτης με οξεία, διαλείπουσα αιμοκάθαρση με χρήση συστήματος αιμοκάθαρσης υψηλής διαβατότητας (high-flux).

5.ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί και ανοσοτροποποιητικοί παράγοντες, αντιμεταβολίτες, ανάλογα φυλλικού οξέος, κωδικός ATC: L01BA01

Μηχανισμός δράσης Η μεθοτρεξάτη είναι ένας ανταγωνιστής του φυλλικού οξέος η οποία, ως αντιμεταβολίτης, ανήκει στην

κατηγορία των ενεργών κυτταροτοξικών ουσιών. Δρα μέσω της ανταγωνιστικής αναστολής του ενζύμου αναγωγάση του διϋδροφυλλικού και συνεπώς αναστέλλει τη σύνθεση του DNA.

Δεν έχει καταστεί, μέχρι σήμερα, δυνατό να αποσαφηνιστεί εάν η αποτελεσματικότητα της μεθοτρεξάτης στην αντιμετώπιση της ψωρίασης, της ψωριασικής αρθρίτιδας και της χρόνιας πολυαρθρίτιδας οφείλεται σε μια αντιφλεγμονώδη ή ανοσοκατασταλτική επίδραση, ούτε και ο βαθμός κατά τον οποίον η επαγόμενη από τη μεθοτρεξάτη αύξηση της εξωκυτταρικής συγκέντρωσης της αδενοσίνης στα φλεγμαίνοντα σημεία συμβάλλει σε αυτήν την επίδραση.

Ο ιδιαίτερα υπερπλαστικός ιστός, όπως τα κακοήθη κύτταρα, ο μυελός των οστών, τα εμβρυϊκά κύτταρα, το επιθήλιο του δέρματος και ο βλεννογόνος , είναι γενικά πιο ευαίσθητα σε αυτήν την επίδραση της μεθοτρεξάτης. Η κυτταρική υπερπλασία είναι συνήθως μεγαλύτερη στους κακοήθεις όγκους απ' ό,τι στον φυσιολογικό ιστό και συνεπώς η μεθοτρεξάτη μπορεί να ασκήσει σταθερή επίδραση στην κακοήθη ανάπτυξη χωρίς να προκαλέσει μη αναστρέψιμη βλάβη στον φυσιολογικό ιστό.

Στην ψωρίαση, η κυτταρική υπερπλασία του επιθηλίου είναι σημαντικά αυξημένη συγκριτικά με το φυσιολογικό δέρμα. Η διαφορά αυτή στον ρυθμό κυτταρικής υπερπλασίας αποτελεί την αφετηρία για τη χρήση μεθοτρεξάτης σε ιδιαίτερα γενικευμένη ψωρίαση και ψωριασική αρθρίτιδα βαριάς μορφής που είναι ανθεκτική στη θεραπεία.

5.2Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση Μετά από χορήγηση από του στόματος, η μεθοτρεξάτη απορροφάται από τον γαστρεντερικό σωλήνα.

Όταν χορηγείται σε χαμηλές δόσεις (7,5 mg/m2 έως 80 mg/m2 εμβαδού επιφάνειας σώματος), η μέση διαθεσιμότητα της μεθοτρεξάτης είναι περίπου 70%, αλλά είναι δυνατόν να υπάρχουν σημαντικές διακυμάνσεις από άτομο σε άτομο ή και στο ίδιο άτομο (25-100%). Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό επιτυγχάνονται εντός 1-2 ωρών.

Τα δεδομένα από μια τυχαιοποιημένη δοκιμή σε ασθενείς με νεανική ρευματοειδή αρθρίτιδα (ηλικίας από 2,8 έως 15,1 ετών) κατέδειξαν μεγαλύτερη από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της μεθοτρεξάτης σε κατάσταση νηστείας. Σε παιδιά με JIA, η κανονικοποιημένη περιοχή της δόσης κάτω από τη συγκέντρωση πλάσματος έναντι της καμπύλης χρόνου (AUC) της μεθοτρεξάτης αυξήθηκε ανάλογα με την ηλικία των παιδιών και ήταν μικρότερη σε σχέση με αυτή των ενηλίκων. Το κανονικοποιημένο AUC της δόσης του μεταβολίτη 7-υδροξυμεθοτρεξάτη δεν ήταν ανάλογο της ηλικίας.

Κατανομή Η μεθοτρεξάτη είναι δεσμευμένη σε πρωτεΐνες του ορού σε ποσοστό περίπου 50%. Μετά την

κατανομή, συγκεντρώνεται κυρίως, με τη μορφή πολυγλουταμικών, στο ήπαρ, στους νεφρούς και στον σπλήνα και μπορεί να παραμείνει για εβδομάδες ή μήνες.

Ο μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής είναι 6-7 ώρες και επιδεικνύει σημαντικές διακυμάνσεις (3-17 ώρες). Ο χρόνος ημίσειας ζωής ενδέχεται να παραταθεί έως και 4 φορές σε ασθενείς με κατανομή στον τρίτο χώρο (υπεζωκοτική συλλογή, ασκίτης).

Βιομετασχηματισμός Περίπου το 10% της χορηγούμενης δόσης της μεθοτρεξάτης μεταβολίζεται στο ήπαρ. Ο βασικός

μεταβολίτης είναι η 7-υδροξυμεθοτρεξάτη.

Αποβολή Απεκκρίνεται κυρίως σε αμετάβλητη μορφή μέσω σπειραματικής διήθησης και ενεργητικής έκκρισης

στα εγγύς σωληνάρια από τους νεφρούς.

Περίπου το 5-20% της μεθοτρεξάτης και το 1-5% της 7-υδροξυμεθοτρεξάτης αποβάλλονται στη χολή.

Ηεντεροηπατική κυκλοφορία που υφίσταται είναι σημαντικού βαθμού.

Ηαποβολή σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία καθυστερεί σημαντικά. Δεν είναι γνωστό, προς το παρόν, εάν η αποβολή είναι μειωμένη σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.

Ημεθοτρεξάτη διαπερνά τον φραγμό του πλακούντα σε αρουραίους και πιθήκους.

5.3Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Χρόνια τοξικότητα Μελέτες χρόνιας τοξικότητας σε ποντικούς, αρουραίους και σκύλους κατέδειξαν τοξικές επιδράσεις με

τη μορφή γαστρεντερικών βλαβών, μυελοκαταστολής και ηπατοτοξικότητας.

Μεταλλαξιογόνο και καρκινογόνο δυναμικό Μακροχρόνιες μελέτες σε αρουραίους, ποντίκια και ινδικά χοιρίδια δεν κατέδειξαν κανένα τεκμήριο

ογκογόνου δυναμικού για τη μεθοτρεξάτη. Η μεθοτρεξάτη επάγει γονιδιακές και χρωμοσωμικές μεταλλάξεις in vitro και in vivo. Πιθανολογείται μεταλλαξιογόνος δράση στον άνθρωπο.

Αναπαραγωγική τοξικότητα Έχουν διαπιστωθεί τερατογόνες επιδράσεις σε τέσσερα είδη (αρουραίους, ποντικούς, κουνέλια, γάτες).

Σε πιθήκους rhesus, δεν παρατηρήθηκαν δυσπλασίες συγκρίσιμες με του ανθρώπου.

6.ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1Κατάλογος εκδόχων

Μακρογόλη 400 Γλυκερόλη

Αρωματική ουσία πορτοκαλιού Σουκραλόζη

Παραϋδροξυβενζοϊκό αιθύλιο (E214)

Μεθυλεστέρας παραϋδροξυβενζοϊκού νατρίου (Ε219) Μονοένυδρο κιτρικό οξύ Κιτρικό τρινάτριο Κεκαθαρμένο ύδωρ

6.2Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3Διάρκεια ζωής

Κλειστή φιάλη 20 μήνες.

Μετά το πρώτο άνοιγμα

3 μήνες.

6.4Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25ºC.

Φυλάσσετε τη φιάλη καλά κλεισμένη (βλ. παράγραφο 6.6).

6.5Φύση και συστατικά του περιέκτη

Γυάλινη φιάλη κεχριμπαρένιου χρώματος τύπου III των 75 ml με πώμα ασφαλείας ανθεκτικό στη χρήση από παιδιά (πολυπροπυλένιο με εκτεταμένη επένδυση πολυαιθυλενίου) που περιέχει 60 ml πόσιμου διαλύματος.

Κάθε συσκευασία περιέχει μία φιάλη, έναν προσαρμογέα φιάλης από πολυαιθυλένιο χαμηλής πυκνότητας (LDPE) και μια δοσιμετρική σύριγγα από πολυπροπυλένιο, χρώματος λευκού, των 10 ml (με κύρια διαβάθμιση ανά 1 ml και δευτερεύουσα διαβάθμιση ανά 0,25 ml).

6.6Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Ασφαλής χειρισμός

Τα άτομα που χειρίζονται τη μεθοτρεξάτη θα πρέπει να πλένουν τα χέρια τους πριν από τη χορήγηση της δόσης και μετά από αυτή. Προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος έκθεσης, οι γονείς και οι θεράποντες θα πρέπει να φορούν γάντια μίας χρήσης κατά τον χειρισμό της μεθοτρεξάτης.

Η επαφή με το δέρμα ή τη βλεννογόνο μεμβράνη πρέπει να αποφεύγεται. Εάν η μεθοτρεξάτη έρθει σε επαφή με το δέρμα ή τον βλεννογόνο, θα πρέπει να ξεπλένεται αμέσως και σχολαστικά με σαπούνι και νερό.

Τυχόν διαρρέουσα ποσότητα πρέπει να καθαρίζεται αμέσως.

Οι γυναίκες που είναι έγκυες, σχεδιάζουν να μείνουν έγκυες ή θηλάζουν δεν θα πρέπει να χειρίζονται τη μεθοτρεξάτη.

Συνιστάται στους γονείς, στους θεράποντες και στους ασθενείς να φυλάσσουν τη μεθοτρεξάτη σε θέση την οποία δεν προσεγγίζουν τα παιδιά, κατά προτίμηση σε κλειδωμένο ερμάριο.

Η τυχαία κατάποση είναι δυνατόν να προκαλέσει τον θάνατο στα παιδιά.

Φυλάσσετε τη φιάλη καλά κλεισμένη για την προστασία της ακεραιότητας του προϊόντος και την ελαχιστοποίηση του κινδύνου τυχαίας διαρροής.

Ο χειρισμός των κυτταροστατικών φαρμάκων θα πρέπει να γίνεται με προσοχή.

Οδηγίες χρήσης της σύριγγας που παρέχεται στη συσκευασία

1.Φορέστε γάντια μίας χρήσης πριν από τον χειρισμό.

2.Ανακινήστε τη φιάλη.

3.Αφαιρέστε το πώμα της φιάλης και ωθήστε τον προσαρμογέα σταθερά μέσα στην κορυφή της φιάλης.

4.Ωθήστε το άκρο της δοσιμετρικής σύριγγας μέσα στην οπή του προσαρμογέα.

5.Γυρίστε τη φιάλη ανάποδα.

6.Τραβήξτε το έμβολο της σύριγγας ΑΡΓΑ προς τα πίσω, ούτως ώστε το φάρμακο να αντληθεί από τη φιάλη μέσα στη σύριγγα έως ότου το ΠΛΑΤΥΤΕΡΟ μέρος του εμβόλου της λευκής σύριγγας να ευθυγραμμιστεί με τη μαύρη σήμανση της απαιτούμενης δόσης. ΜΗΝ μετράτε έως τη στενή αιχμή του εμβόλου. Εάν υπάρχουν φυσαλίδες αέρα στη σύριγγα, επαναλάβετε έως ότου εξαφανιστούν οι φυσαλίδες.

7.Επαναφέρετε τη φιάλη στην ορθή θέση και αφαιρέστε προσεκτικά τη σύριγγα από τον προσαρμογέα, κρατώντας τη σύριγγα από τον κορμό και όχι από το έμβολο.

8.Επιβεβαιώστε ότι η δόση στη σύριγγα είναι σωστή.

9.Βεβαιωθείτε ότι ο ασθενής είναι σε καθιστή ή όρθια θέση πριν από τη χορήγηση του φαρμάκου.

10.Τοποθετήστε απαλά το άκρο της σύριγγας στο στόμα του ασθενή και στρέψτε το προς το εσωτερικό της παρειάς.

11.Αργά και απαλά ωθήστε το έμβολο ώστε το φάρμακο να εκτοξευτεί ήπια στο εσωτερικό της παρειάς. ΜΗΝ ωθήσετε το έμβολο πολύ δυνατά ή εκτοξεύσετε το φάρμακο στο οπίσθιο τμήμα του στόματος ή του φάρυγγα, επειδή μπορεί να προκληθεί πνιγμός. Το έμβολο θα πρέπει να ωθηθεί απαλά προς τα πίσω μέχρι να ασφαλιστεί στη θέση του.

12.Αφαιρέστε τη σύριγγα από το στόμα του ασθενή.

13.Ζητήστε από τον ασθενή να καταπιεί το φάρμακο και κατόπιν να πιει λίγο νερό για να μην παραμείνει καθόλου φάρμακο στο στόμα.

14.Τοποθετήστε το πώμα στη φιάλη με τον προσαρμογέα στη θέση του. Βεβαιωθείτε ότι το πώμα είναι καλά κλεισμένο.

15.Πλύνετε τη σύριγγα αμέσως μετά τη χρήση με καθαρό, ζεστό νερό και σαπούνι και ξεπλύνετε καλά. Η σύριγγα θα πρέπει να διατηρείται κάτω από το νερό και το έμβολο να ωθείται και να εξωθείται αρκετές φορές έως ότου να απομακρυνθούν όλα τα ίχνη του φαρμάκου από το εσωτερικό της σύριγγας, συμπεριλαμβανομένου του άκρου της. Στη συνέχεια, το έμβολο και ο κορμός θα πρέπει να διαχωρίζονται και να πλένονται σχολαστικά με ζεστό νερό και σαπούνι. Κατόπιν, θα πρέπει να ξεπλένονται σχολαστικά με ΚΡΥΟ νερό και η περίσσεια νερού να τινάζεται πριν από το σκούπισμα με μια καθαρή χαρτοπετσέτα. Το έμβολο και ο κορμός θα πρέπει να φυλάσσονται σε καθαρό και ξηρό περιέκτη μαζί με το φάρμακο και να συναρμολογούνται πριν από την επόμενη χρήση. Όλα τα μέρη της σύριγγας θα πρέπει να είναι απολύτως στεγνά προτού χρησιμοποιηθούν για τη χορήγηση της επόμενης δόσης.

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις για τα κυτταροτοξικά προϊόντα.

7.ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Therakind Ltd

314 Regents Park Road London

N3 2JX

Ηνωμένο Βασίλειο

8.ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

EU/1/17/1172/001

9.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

10.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Λεπτομερή πληροφοριακά στοιχεία για το παρόν φαρμακευτικό προϊόν είναι διαθέσιμα στον δικτυακό τόπο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού

Φαρμάκων (http://www.ema.europa.eu)

Σχόλια

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
  • Βοήθεια
  • Get it on Google Play
  • Σχετικά
  • Info on site by:

  • Presented by RXed.eu

  • 27558

    φάρμακα με συνταγογράφηση που απαριθμούνται