Greek
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

Lusduna (insulin glargine) – περιληψη των χαρακτηριστικων του προϊοντοσ - A10AE04

Updated on site: 08-Oct-2017

Όνομα φαρμάκουLusduna
Κωδικός ATCA10AE04
Ουσίαinsulin glargine
ΚατασκευαστήςMerck Sharp

Περιεχόμενα άρθρου

Το φάρμακο αυτό τελεί υπό συμπληρωματική παρακολούθηση. Αυτό θα επιτρέψει το γρήγορο προσδιορισμό νέων πληροφοριών ασφάλειας. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες. Βλ. παράγραφο 4.8 για τον τρόπο αναφοράς ανεπιθύμητων ενεργειών.

1.ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

LUSDUNA 100 μονάδες/ml ενέσιμο διάλυμα σε προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας

2.ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε ml περιέχει 100 μονάδες ινσουλίνης glargine* (ισοδύναμες με 3,64 mg).

Κάθε συσκευή τύπου πένας περιέχει 3 ml ενέσιμου διαλύματος, ισοδύναμα με 300 μονάδες.

*Η ινσουλίνη glargine παράγεται με τεχνολογία ανασυνδυασμένου DNA σε Escherichia coli.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3.ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Ενέσιμο διάλυμα (ενέσιμο). Nexvue. Διαυγές, άχρωμο διάλυμα.

4.ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1Θεραπευτικές ενδείξεις

Θεραπεία του σακχαρώδους διαβήτη σε ενήλικες, εφήβους και παιδιά ηλικίας 2 ετών και άνω.

4.2Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία

Το LUSDUNA περιέχει ινσουλίνη glargine, ένα ανάλογο ινσουλίνης, και έχει παρατεταμένη διάρκεια δράσης.

Το LUSDUNA θα πρέπει να χορηγείται άπαξ ημερησίως οποιαδήποτε ώρα, αλλά την ίδια ώρα κάθε ημέρα.

Το δοσολογικό σχήμα (δόση και χρόνος) θα πρέπει να προσαρμόζεται εξατομικευμένα. Σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, το LUSDUNA μπορεί επίσης να χορηγηθεί μαζί με από στόματος αντιδιαβητικά φαρμακευτικά προϊόντα.

Η δραστικότητα αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος δηλώνεται σε μονάδες. Οι μονάδες αυτές αναφέρονται αποκλειστικά στην ινσουλίνη glargine και δεν είναι ίδιες με τις Διεθνείς Μονάδες (ΙU) ή με τις μονάδες που χρησιμοποιούνται για να εκφραστεί η δραστικότητα άλλων αναλόγων ινσουλίνης (βλ. παράγραφο 5.1).

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένος πληθυσμός (≥ 65 ετών)

Στους ηλικιωμένους, προοδευτική επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας μπορεί να οδηγήσει σε σταθερή μείωση των απαιτήσεων σε ινσουλίνη.

Νεφρική δυσλειτουργία

Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, οι απαιτήσεις σε ινσουλίνη μπορεί να μειωθούν, λόγω του μειωμένου μεταβολισμού της ινσουλίνης.

Ηπατική δυσλειτουργία

Σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, οι απαιτήσεις σε ινσουλίνη μπορεί να μειωθούν, λόγω της μειωμένης ικανότητας γλυκονεογένεσης και του μειωμένου μεταβολισμού της ινσουλίνης.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Ηασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ινσουλίνης glargine έχουν τεκμηριωθεί σε εφήβους και παιδιά ηλικίας 2 ετών και άνω. Τα παρόντα διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στις παραγράφους 4.8, 5.1 και 5.2.

Ηασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ινσουλίνης glargine δεν έχουν τεκμηριωθεί σε παιδιά ηλικίας κάτω των 2 ετών. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.

Μετάβαση από άλλες ινσουλίνες στο LUSDUNA

Κατά την αλλαγή από ένα θεραπευτικό σχήμα με μέσης ή μακράς διάρκειας δράσης ινσουλίνη σε ένα σχήμα με LUSDUNA, μπορεί να απαιτηθεί αλλαγή της δόσης της βασικής ινσουλίνης και να χρειαστεί να προσαρμοστεί η ταυτόχρονα χορηγούμενη αντιδιαβητική θεραπεία (η δόση και ο χρόνος χορήγησης επιπρόσθετων κανονικού τύπου ινσουλινών ή ταχείας δράσης αναλόγων ινσουλίνης ή η δόση των από στόματος αντιδιαβητικών φαρμακευτικών προϊόντων).

Μετάβαση από δις ημερησίως ινσουλίνη NPH στο LUSDUNA

Για να μειωθεί ο κίνδυνος νυκτερινής υπογλυκαιμίας και υπογλυκαιμίας εμφανιζόμενης νωρίς το πρωί, οι ασθενείς που αλλάζουν το σχήμα βασικής ινσουλίνης από δις ημερησίως ινσουλίνη NPH σε άπαξ ημερησίως σχήμα με LUSDUNA, θα πρέπει να μειώσουν την ημερήσια δόση βασικής ινσουλίνης κατά 20-30 % κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων θεραπείας.

Μετάβαση από ινσουλίνη glargine 300 μονάδες/ml στο LUSDUNA

Το LUSDUNA και τα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν ινσουλίνη glargine 300 μονάδες/ml δεν είναι βιοϊσοδύναμα και δεν είναι άμεσα ανταλλάξιμα. Για να μειωθεί ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας, οι ασθενείς που αλλάζουν το σχήμα βασικής ινσουλίνης από ένα σχήμα ινσουλίνης με άπαξ ημερησίως ινσουλίνη glargine 300 μονάδες/ml σε ένα άπαξ ημερησίως σχήμα με LUSDUNA, θα πρέπει να μειώσουν τη δόση τους κατά περίπου 20%.

Κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων, η μείωση θα πρέπει, τουλάχιστον εν μέρει, να αντισταθμίζεται από μια αύξηση της ινσουλίνης την ώρα του γεύματος και μετά από αυτό το χρονικό διάστημα το δοσολογικό σχήμα θα πρέπει να προσαρμόζεται εξατομικευμένα.

Συνιστάται στενή παρακολούθηση του μεταβολισμού κατά τη διάρκεια της μετάβασης και των πρώτων εβδομάδων μετά από αυτή.

Με τον βελτιωμένο μεταβολικό έλεγχο και την προκύπτουσα αύξηση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη, μπορεί να καταστεί αναγκαία η περαιτέρω προσαρμογή του δοσολογικού σχήματος. Προσαρμογή της δόσης μπορεί επίσης να απαιτηθεί, για παράδειγμα, εάν μεταβληθεί το σωματικό βάρος ή ο τρόπος ζωής του ασθενή, εάν αλλάξει ο χρόνος χορήγησης της δόσης ινσουλίνης ή εάν προκύψουν άλλες συνθήκες που αυξάνουν την ευαισθησία στην υπο- ή στην υπεργλυκαιμία (βλ. παράγραφο 4.4).

Οι ασθενείς με υψηλές δόσεις ινσουλίνης, λόγω αντισωμάτων κατά της ανθρώπινης ινσουλίνης, μπορεί να παρουσιάσουν βελτιωμένη απόκριση στην ινσουλίνη με το LUSDUNA.

Τρόπος χορήγησης

Το LUSDUNA χορηγείται υποδόρια.

Το LUSDUNA δεν θα πρέπει να χορηγείται ενδοφλέβια. Η παρατεταμένη διάρκεια δράσης της ινσουλίνης glargine εξαρτάται από τη χορήγησή της σε υποδόριο ιστό. Ενδοφλέβια χορήγηση της συνήθους υποδόριας δόσης ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρή υπογλυκαιμία.

Δεν υπάρχουν κλινικά σημαντικές διαφορές στα επίπεδα ινσουλίνης ή γλυκόζης στον ορό, έπειτα από χορήγηση ινσουλίνης glargine στην κοιλιακή, δελτοειδή ή γλουτιαία περιοχή. Οι θέσεις ένεσης πρέπει να εναλλάσσονται εντός μιας προκαθορισμένης περιοχής του σώματος από τη μια ένεση στην επόμενη, για να αποτραπούν αντιδράσεις της θέσης ένεσης (βλ. παράγραφο 4.8).

Το LUSDUNA δεν πρέπει να αναμιγνύεται με καμία άλλη ινσουλίνη ή να αραιώνεται. Η ανάμιξη ή η αραίωση μπορεί να αλλάξει το προφίλ του χρόνου δράσης/δραστικότητάς του και η ανάμιξη μπορεί να προκαλέσει καθίζηση.

Πριν τη χρήση του Nexvue, πρέπει να διαβαστούν προσεκτικά οι οδηγίες χρήσης που περιλαμβάνονται στη συσκευασία (βλ. παράγραφο 6.6).

4.3Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

4.4Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Το LUSDUNA δεν είναι η ινσουλίνη επιλογής για τη θεραπεία της διαβητικής κετοξέωσης. Αντίθετα, σε τέτοιες περιπτώσεις συνιστάται κανονικού τύπου ινσουλίνη χορηγούμενη ενδοφλέβια.

Σε περίπτωση ανεπαρκούς ελέγχου της γλυκόζης ή τάσης προς επεισόδια υπερ- ή υπογλυκαιμίας, πρέπει να επανεξεταστούν η συμμόρφωση του ασθενή στο συνταγογραφημένο θεραπευτικό σχήμα, οι θέσεις ένεσης και η κατάλληλη τεχνική ένεσης, καθώς και όλοι οι υπόλοιποι σχετικοί παράγοντες, πριν εξεταστεί το ενδεχόμενο προσαρμογής της δόσης.

Η μετάβαση ενός ασθενή σε άλλον τύπο ή εμπορική ονομασία ινσουλίνης θα πρέπει να πραγματοποιείται κάτω από αυστηρή ιατρική επίβλεψη. Αλλαγές στην περιεκτικότητα, στην εμπορική ονομασία (παραγωγός), στον τύπο (κανονικού τύπου, ΝΡΗ, lente, μακράς δράσης κ.λπ.), στην προέλευση (ζωική, ανθρώπινη, ανάλογο ανθρώπινης ινσουλίνης) και/ή στη μέθοδο παραγωγής, μπορεί να οδηγήσουν στην ανάγκη για μεταβολή της δόσης.

Υπογλυκαιμία

Ο χρόνος εμφάνισης υπογλυκαιμίας εξαρτάται από το προφίλ δράσης των χρησιμοποιούμενων ινσουλινών και μπορεί συνεπώς να μεταβάλλεται όταν αλλάζει το θεραπευτικό σχήμα. Επειδή με την ινσουλίνη glargine ο εφοδιασμός της βασικής ινσουλίνης είναι πιο σταθερός, μπορεί να αναμένεται λιγότερο συχνή νυκτερινή υπογλυκαιμία αλλά πιο συχνή υπογλυκαιμία εμφανιζόμενη νωρίς το πρωί.

Θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή και συνιστάται εντατική παρακολούθηση της γλυκόζης αίματος, σε ασθενείς στους οποίους τα υπογλυκαιμικά επεισόδια μπορεί να είναι ιδιαίτερης κλινικής σημασίας, όπως σε ασθενείς με σημαντική στένωση των στεφανιαίων αρτηριών ή των αιμοφόρων αγγείων που τροφοδοτούν τον εγκέφαλο (κίνδυνος καρδιακών ή εγκεφαλικών επιπλοκών από την υπογλυκαιμία), καθώς και σε ασθενείς με παραγωγική αμφιβληστροειδοπάθεια, ιδιαίτερα εάν δεν έχει αντιμετωπιστεί με φωτοπηξία (κίνδυνος παροδικής αμαύρωσης έπειτα από υπογλυκαιμία).

Οι ασθενείς θα πρέπει να είναι ενήμεροι για τις περιστάσεις κατά τις οποίες τα προειδοποιητικά συμπτώματα της υπογλυκαιμίας είναι ελαττωμένα. Τα προειδοποιητικά συμπτώματα της υπογλυκαιμίας μπορεί να διαφοροποιούνται, να είναι λιγότερο έκδηλα ή να εκλείπουν σε συγκεκριμένες ομάδες κινδύνου. Αυτές περιλαμβάνουν ασθενείς:

-στους οποίους ο γλυκαιμικός έλεγχος είναι σημαντικά βελτιωμένος,

-στους οποίους έχουν εμφανιστεί υποτροπιάζοντα και/ή πρόσφατα περιστατικά υπογλυκαιμίας,

-στους οποίους η υπογλυκαιμία αναπτύσσεται βαθμιαία,

-οι οποίοι είναι ηλικιωμένοι,

-έπειτα από μετάβαση από ζωική ινσουλίνη σε ανθρώπινη ινσουλίνη,

-οι οποίοι εμφανίζουν αυτόνομη νευροπάθεια,

-με μακροχρόνιο ιστορικό διαβήτη,

-οι οποίοι πάσχουν από κάποια ψυχιατρική νόσο,

-οι οποίοι λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με κάποια άλλα συγκεκριμένα φαρμακευτικά προϊόντα (βλ. παράγραφο 4.5).

Τέτοιες καταστάσεις μπορεί να οδηγήσουν σε σοβαρή υπογλυκαιμία (και πιθανόν απώλεια συνείδησης) πριν ο ασθενής προλάβει να αντιληφθεί την υπογλυκαιμία.

Η παρατεταμένη δράση της υποδόριας ινσουλίνης glargine μπορεί να καθυστερήσει την ανάρρωση από υπογλυκαιμία.

Εάν σημειωθούν φυσιολογικές ή μειωμένες τιμές γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης, πρέπει να εξεταστεί η πιθανότητα υποτροπιαζόντων, μη αναγνωρισθέντων (ιδιαίτερα νυκτερινών) επεισοδίων υπογλυκαιμίας.

Η συμμόρφωση του ασθενή στη δόση και στο διαιτητικό σχήμα, η σωστή χορήγηση ινσουλίνης και η αναγνώριση των συμπτωμάτων υπογλυκαιμίας είναι ουσιώδη για τη μείωση του κινδύνου υπογλυκαιμίας. Οι παράγοντες που αυξάνουν την ευαισθησία στην υπογλυκαιμία απαιτούν ιδιαίτερα στενή παρακολούθηση και μπορεί να καταστήσουν αναγκαία την προσαρμογή της δόσης.

Αυτοί περιλαμβάνουν:

-αλλαγή της θέσης ένεσης,

-βελτιωμένη ευαισθησία στην ινσουλίνη (π.χ. με εξάλειψη των παραγόντων που προκαλούν στρες),

-ασυνήθιστη, αυξημένη ή παρατεταμένη σωματική δραστηριότητα,

-συνυπάρχουσα κατάσταση (π.χ. έμετος, διάρροια),

-ανεπαρκή πρόσληψη τροφής,

-παράλειψη γευμάτων,

-κατανάλωση οινοπνεύματος,

-συγκεκριμένες μη αντιρροπούμενες ενδοκρινικές διαταραχές (π.χ. σε υποθυρεοειδισμό και σε ανεπάρκεια του πρόσθιου λοβού της υπόφυσης ή του φλοιού των επινεφριδίων),

-ταυτόχρονη θεραπεία με κάποια άλλα συγκεκριμένα φαρμακευτικά προϊόντα (βλ. παράγραφο 4.5).

Συνυπάρχουσα κατάσταση

Η συνυπάρχουσα κατάσταση απαιτεί εντατική παρακολούθηση του μεταβολισμού. Σε πολλές περιπτώσεις συνιστώνται εξετάσεις ούρων για κετόνες και συχνά είναι απαραίτητο να προσαρμοστεί η δόση ινσουλίνης. Η ανάγκη για ινσουλίνη είναι συχνά αυξημένη. Οι ασθενείς με διαβήτη τύπου 1 πρέπει να συνεχίζουν να καταναλώνουν τουλάχιστον μια μικρή ποσότητα υδατανθράκων σε τακτική βάση, ακόμα και εάν μπορούν να φάνε μόνο λίγη ή καθόλου τροφή ή ακόμα και εάν κάνουν εμετό κ.λπ. και δεν πρέπει ποτέ να παραλείψουν εντελώς την ινσουλίνη.

Δημιουργία αντισωμάτων κατά της ινσουλίνης

Η χορήγηση ινσουλίνης μπορεί να προκαλέσει τη δημιουργία αντισωμάτων κατά της ινσουλίνης. Σε σπάνιες περιπτώσεις, η παρουσία τέτοιων αντισωμάτων κατά της ινσουλίνης μπορεί να καταστήσει απαραίτητη την προσαρμογή της δόσης της ινσουλίνης, προκειμένου να διορθωθεί η τάση προς υπερ- ή υπογλυκαιμία (βλ. παράγραφο 5.1).

Λάθη κατά τη φαρμακευτική αγωγή

Έχουν αναφερθεί λάθη κατά τη φαρμακευτική αγωγή, κατά τα οποία άλλες ινσουλίνες, ιδιαίτερα ινσουλίνες βραχυπρόθεσμης δράσης, έχουν χορηγηθεί κατά λάθος αντί της ινσουλίνης glargine. Η ετικέτα της ινσουλίνης πρέπει να ελέγχεται πάντα πριν από κάθε ένεση, προς αποφυγή λαθών κατά τη φαρμακευτική αγωγή μεταξύ της ινσουλίνης glargine και άλλων ινσουλινών.

Συνδυασμός LUSDUNA με πιογλιταζόνη

Έχουν αναφερθεί περιστατικά καρδιακής ανεπάρκειας, όταν η πιογλιταζόνη χρησιμοποιήθηκε σε συνδυασμό με ινσουλίνη, ιδιαίτερα σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για ανάπτυξη καρδιακής ανεπάρκειας. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη εάν εξετάζεται το ενδεχόμενο θεραπείας με συνδυασμό πιογλιταζόνης και LUSDUNA. Εάν χρησιμοποιηθεί ο συνδυασμός, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας, αύξηση βάρους και οίδημα. Η πιογλιταζόνη θα πρέπει να διακοπεί εάν υπάρξει επιδείνωση των καρδιακών συμπτωμάτων.

Έκδοχα

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol (23 mg) νατρίου ανά δόση, δηλ. είναι ουσιαστικά χωρίς νάτριο.

4.5Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Ένας αριθμός ουσιών επηρεάζουν τον μεταβολισμό της γλυκόζης και μπορεί να απαιτήσουν προσαρμογή της δόσης της ινσουλίνης glargine.

Ουσίες που μπορεί να ενισχύσουν τη δράση μείωσης της γλυκόζης αίματος και να αυξήσουν την ευαισθησία στην υπογλυκαιμία, περιλαμβάνουν τα από στόματος αντιδιαβητικά φαρμακευτικά προϊόντα, τους αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ΜΕΑ), τη δισοπυραμίδη, τις φιμπράτες, τη φλουοξετίνη, τους αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (MAO), την πεντοξυφυλλίνη, την προποξυφαίνη, τα σαλικυλικά, ανάλογα της σωματοστατίνης και τα σουλφοναμιδικά αντιβιοτικά.

Ουσίες που μπορεί να μειώσουν τη δράση μείωσης της γλυκόζης αίματος περιλαμβάνουν τα κορτικοστεροειδή, τη δαναζόλη, τη διαζοξείδη, τα διουρητικά, τη γλυκαγόνη, την ισονιαζίδη, τα οιστρογόνα και τα προγεσταγόνα, τα παράγωγα της φαινοθειαζίνης, τη σωματοτροπίνη, τα συμπαθομιμητικά φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. επινεφρίνη [αδρεναλίνη], σαλβουταμόλη, τερβουταλίνη), τις θυρεοειδικές ορμόνες, τα άτυπα αντιψυχωσικά φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. κλοζαπίνη και ολανζαπίνη) και τους αναστολείς πρωτεάσης.

Οι β-αποκλειστές, η κλονιδίνη, τα άλατα λιθίου ή το οινόπνευμα μπορεί είτε να ενισχύσουν είτε να εξασθενήσουν το αποτέλεσμα που επιφέρει η ινσουλίνη στη μείωση της γλυκόζης αίματος. Η πενταμιδίνη μπορεί να προκαλέσει υπογλυκαιμία, η οποία μπορεί μερικές φορές να ακολουθείται από υπεργλυκαιμία.

Επιπλέον, υπό την επίδραση συμπαθολυτικών φαρμακευτικών προϊόντων, όπως οι β-αποκλειστές, η κλονιδίνη, η γουανεθιδίνη και η ρεσερπίνη, τα σημεία αδρενεργικής αντιρρυθμιστικής δράσης μπορεί να μειωθούν ή να εξαλειφθούν.

4.6Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα σχετικά με την έκθεση κατά την κύηση από ελεγχόμενες κλινικές μελέτες για την ινσουλίνη glargine. Ένας μεγάλος αριθμός δεδομένων από έγκυες γυναίκες (περισσότερες από 1.000 εκβάσεις κύησης) υποδεικνύει ότι δεν υπάρχουν ειδικές ανεπιθύμητες ενέργειες της ινσουλίνης glargine κατά την κύηση, ούτε ειδική τοξικότητα της ινσουλίνης glargine σχετιζόμενη με δυσπλασία ή σε έμβρυα/νεογνά. Τα δεδομένα από πειραματόζωα δεν υποδεικνύουν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα.

Η χρήση του LUSDUNA μπορεί να εξεταστεί κατά τη διάρκεια της κύησης, εάν είναι κλινικά αναγκαία.

Είναι σημαντικό, για ασθενείς με προϋπάρχοντα διαβήτη ή διαβήτη κύησης, να διατηρείται ο καλός μεταβολικός έλεγχος κατά τη διάρκεια της κύησης, ώστε να αποτρέπονται ανεπιθύμητες εκβάσεις που σχετίζονται με υπεργλυκαιμία. Οι απαιτήσεις σε ινσουλίνη μπορεί να μειωθούν κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου και γενικά αυξάνονται κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου. Αμέσως μετά τον τοκετό, οι απαιτήσεις σε ινσουλίνη μειώνονται ταχέως (αυξημένος κίνδυνος υπογλυκαιμίας). Είναι σημαντική η προσεκτική παρακολούθηση του ελέγχου της γλυκόζης.

Θηλασμός

Είναι άγνωστο εάν η ινσουλίνη glargine απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν αναμένονται μεταβολικές επιδράσεις της ληφθείσας ινσουλίνης glargine στο θηλάζον νεογνό/νήπιο, καθώς η ινσουλίνη glargine, ως πεπτίδιο, διασπάται σε αμινοξέα στον γαστρεντερικό σωλήνα του ανθρώπου.

Σε γυναίκες που θηλάζουν μπορεί να απαιτηθούν προσαρμογές της δόσης ινσουλίνης και της δίαιτας.

Γονιμότητα

Μελέτες σε πειραματόζωα δεν υποδεικνύουν άμεσες επιβλαβείς επιδράσεις αναφορικά με τη γονιμότητα.

4.7Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Η ικανότητα του ασθενή να συγκεντρώνεται και να αντιδρά μπορεί να επηρεαστεί, ως αποτέλεσμα της υπογλυκαιμίας ή της υπεργλυκαιμίας ή, για παράδειγμα, ως αποτέλεσμα της οπτικής διαταραχής. Αυτό μπορεί να αποτελέσει κίνδυνο σε καταστάσεις όπου αυτές οι ικανότητες είναι ιδιαίτερης σημασίας (π.χ. οδήγηση αυτοκινήτου ή χειρισμός μηχανημάτων).

Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται να παίρνουν προφυλάξεις, ώστε να αποφεύγεται η υπογλυκαιμία κατά την οδήγηση. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε εκείνους που έχουν μειωμένη ή καθόλου αντίληψη για τα προειδοποιητικά συμπτώματα της υπογλυκαιμίας ή έχουν συχνά επεισόδια υπογλυκαιμίας. Θα πρέπει να εξετάζεται εάν είναι σκόπιμη η οδήγηση ή ο χειρισμός μηχανημάτων σε αυτές τις περιστάσεις.

4.8Ανεπιθύμητες ενέργειες

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας

Η υπογλυκαιμία (πολύ συχνή), γενικά η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια στη θεραπεία ινσουλίνης, μπορεί να εμφανιστεί εάν η δόση ινσουλίνης είναι πολύ υψηλή σε σχέση με τις απαιτήσεις σε ινσουλίνη (βλ. παράγραφο 4.4).

Συνοπτικός πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών

Οι ακόλουθες σχετιζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες από κλινικές δοκιμές παρατίθενται παρακάτω ως προτιμώμενοι όροι κατά MedDRA, ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα και σε σειρά φθίνουσας συχνότητας (πολύ συχνές: ≥ 1/10, συχνές: ≥ 1/100 έως < 1/10, όχι συχνές: ≥ 1/1.000 έως < 1/100, σπάνιες: ≥ 1/10.000 έως < 1/1.000, πολύ σπάνιες: < 1/10.000).

Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται σε σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.

Κατηγορίες

Πολύ συχνές

Συχνές

Όχι συχνές

Σπάνιες

Πολύ

/οργανικά

 

 

 

 

σπάνιες

συστήματα

 

 

 

 

 

κατά

 

 

 

 

 

MedDRA

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος

 

 

 

 

 

 

 

Αλλεργικές αντιδράσεις

 

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης

 

 

 

 

Υπογλυκαιμία

 

 

 

 

Διαταραχές του νευρικού συστήματος

 

 

 

 

 

 

 

 

Δυσγευσία

Οφθαλμικές διαταραχές

 

 

 

 

 

 

 

 

Οπτική διαταραχή

 

 

 

 

 

Αμφιβληστροειδοπάθεια

 

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού

 

 

 

 

Λιποϋπερτροφία

Λιποατροφία

 

 

Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού

 

 

 

 

 

 

Μυαλγία

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης

 

 

 

 

Αντιδράσεις της

 

Οίδημα

 

 

 

θέσης ένεσης

 

 

 

 

 

 

 

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

 

 

 

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης

Σοβαρά υπογλυκαιμικά επεισόδια, ιδιαίτερα εάν είναι υποτροπιάζοντα, μπορεί να οδηγήσουν σε νευρολογικές βλάβες. Παρατεταμένα ή σοβαρά υπογλυκαιμικά επεισόδια μπορεί να είναι επικίνδυνα για τη ζωή.

Σε πολλούς ασθενείς, των σημείων και συμπτωμάτων της νευρογλυκοπενίας προηγούνται τα σημεία της αδρενεργικής αντιρρυθμιστικής δράσης. Γενικά, όσο μεγαλύτερη και ταχύτερη είναι η μείωση της γλυκόζης αίματος, τόσο πιο έντονο είναι το φαινόμενο της αντιρρύθμισης και τα συμπτώματά του (βλ. παράγραφο 4.4).

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος

Άμεσου τύπου αλλεργικές αντιδράσεις στην ινσουλίνη είναι σπάνιες. Τέτοιες αντιδράσεις στην ινσουλίνη (συμπεριλαμβανομένης της ινσουλίνης glargine) ή στα έκδοχα μπορεί, για παράδειγμα, να σχετίζονται με γενικευμένες δερματικές αντιδράσεις, αγγειοοίδημα, βρογχόσπασμο, υπόταση και καταπληξία και μπορεί να είναι επικίνδυνες για τη ζωή.

Οφθαλμικές διαταραχές

Μια έντονη μεταβολή στον γλυκαιμικό έλεγχο μπορεί να προκαλέσει προσωρινή οπτική διαταραχή, λόγω προσωρινής μεταβολής του βαθμού διόγκωσης και θολερότητας και του δείκτη διάθλασης του φακού.

Ο μακροχρόνια βελτιωμένος γλυκαιμικός έλεγχος μειώνει τον κίνδυνο εξέλιξης της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας. Ωστόσο, η εντατικοποίηση της θεραπείας ινσουλίνης με απότομη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου μπορεί να σχετίζεται με προσωρινή επιδείνωση της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας. Σε ασθενείς με παραγωγική αμφιβληστροειδοπάθεια, ιδιαίτερα εάν δεν έχει αντιμετωπιστεί με φωτοπηξία, τα σοβαρά υπογλυκαιμικά επεισόδια μπορεί να προκαλέσουν παροδική αμαύρωση.

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού

Λιποδυστροφία μπορεί να εμφανιστεί στη θέση ένεσης και να καθυστερήσει την τοπική απορρόφηση της ινσουλίνης. Η συνεχής εναλλαγή της θέσης ένεσης εντός της προκαθορισμένης περιοχής των ενέσεων μπορεί να βοηθήσει να μειωθούν ή να αποφευχθούν αυτές οι αντιδράσεις.

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης

Οι αντιδράσεις της θέσης ένεσης περιλαμβάνουν ερυθρότητα, άλγος, κνησμό, κνίδωση, οίδημα ή φλεγμονή. Οι περισσότερες δευτερεύουσες αντιδράσεις στις ινσουλίνες στη θέση ένεσης συνήθως υποχωρούν σε λίγες ημέρες έως και λίγες εβδομάδες.

Σπάνια, η ινσουλίνη μπορεί να προκαλέσει κατακράτηση νατρίου και οίδημα, ιδιαίτερα εάν ο προηγουμένως πτωχός μεταβολικός έλεγχος βελτιωθεί με εντατική θεραπεία ινσουλίνης.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Γενικά, το προφίλ ασφάλειας για παιδιά και εφήβους (ηλικίας ≤ 18 ετών) είναι παρόμοιο με το προφίλ ασφάλειας για τους ενήλικες.

Οι αναφορές ανεπιθυμήτων ενεργειών που ελήφθησαν από την παρακολούθηση μετά την κυκλοφορία περιλάμβαναν σχετικά πιο συχνές αντιδράσεις της θέσης ένεσης (άλγος της θέσης ένεσης, αντίδραση της θέσης ένεσης) και δερματικές αντιδράσεις (εξάνθημα, κνίδωση) σε παιδιά και εφήβους (ηλικίας ≤ 18 ετών) από ότι σε ενήλικες.

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα ασφάλειας από κλινικές μελέτες για παιδιά ηλικίας κάτω των 2 ετών.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

4.9Υπερδοσολογία

Συμπτώματα

Η υπερδοσολογία ινσουλίνης μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή και μερικές φορές μακροχρόνια και επικίνδυνη για τη ζωή υπογλυκαιμία.

Διαχείριση

Τα ήπια επεισόδια υπογλυκαιμίας μπορούν συνήθως να αντιμετωπιστούν με από στόματος υδατάνθρακες. Μπορεί να χρειαστούν προσαρμογές της δόσης του φαρμακευτικού προϊόντος, του τρόπου διατροφής ή της σωματικής δραστηριότητας.

Τα πιο σοβαρά επεισόδια με κώμα, σπασμούς ή νευρολογική δυσλειτουργία μπορούν να αντιμετωπιστούν με ενδομυϊκή/υποδόρια χορήγηση γλυκαγόνης ή με ενδοφλέβια χορήγηση συμπυκνωμένης γλυκόζης. Μπορεί να είναι απαραίτητη παρατεταμένη λήψη υδατανθράκων και

παρακολούθηση, επειδή η υπογλυκαιμία μπορεί να επανεμφανιστεί έπειτα από φαινομενική κλινική ανάρρωση.

5.ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα χρησιμοποιούμενα στον διαβήτη, ενέσιμες ινσουλίνες και ανάλογα, μακράς διάρκειας δράσης. Κωδικός ATC: A10AE04.

Το LUSDUNA είναι ένα βιοομοειδές φαρμακευτικό προϊόν. Λεπτομερείς πληροφορίες είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων http://www.ema.europa.eu.

Μηχανισμός δράσης

Ηινσουλίνη glargine είναι ένα ανάλογο ανθρώπινης ινσουλίνης, σχεδιασμένο να έχει χαμηλή διαλυτότητα σε ουδέτερο pH. Είναι πλήρως διαλυτή στο όξινο pH του ενέσιμου διαλύματος LUSDUNA (pH 4). Μετά την ένεση στον υποδόριο ιστό, το όξινο διάλυμα ουδετεροποιείται, οδηγώντας στον σχηματισμό μικροϊζημάτων, από τα οποία απελευθερώνονται συνεχώς μικρές ποσότητες ινσουλίνης glargine, παρέχοντας ένα ομαλό, χωρίς αιχμές στην καμπύλη, προβλεπόμενο προφίλ συγκέντρωσης/χρόνου με παρατεταμένη διάρκεια δράσης.

Ηινσουλίνη glargine μεταβολίζεται σε 2 ενεργούς μεταβολίτες, Μ1 και Μ2 (βλ. παράγραφο 5.2).

Δέσμευση στον υποδοχέα της ινσουλίνης: In vitro μελέτες υποδεικνύουν ότι η συγγένεια της ινσουλίνης glargine και των μεταβολιτών της Μ1 και Μ2 με τον υποδοχέα της ανθρώπινης ινσουλίνης είναι παρόμοια με εκείνη της ανθρώπινης ινσουλίνης.

Δέσμευση στον υποδοχέα IGF-1: Η συγγένεια της ινσουλίνης glargine με τον ανθρώπινο υποδοχέα IGF-1 είναι περίπου 5 έως 8 φορές μεγαλύτερη από εκείνη της ανθρώπινης ινσουλίνης (αλλά περίπου 70 έως 80 φορές χαμηλότερη από εκείνη του IGF-1), ενώ οι Μ1 και Μ2 δεσμεύουν τον υποδοχέα IGF-1 με ελαφρώς χαμηλότερη συγγένεια σε σύγκριση με την ανθρώπινη ινσουλίνη.

Η ολική θεραπευτική συγκέντρωση ινσουλίνης (ινσουλίνη glargine και οι μεταβολίτες της) που βρέθηκε σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 1 ήταν σημαντικά χαμηλότερη από αυτήν που θα ήταν απαραίτητη για το ήμισυ της μέγιστης κατάληψης του υποδοχέα IGF-1 και την επακόλουθη ενεργοποίηση της μιτογόνου-παραγωγικής οδού που προκαλείται από τον υποδοχέα IGF-1. Οι φυσιολογικές συγκεντρώσεις του ενδογενούς IGF-1 μπορεί να ενεργοποιήσουν τη μιτογόνο-παραγωγική οδό. Ωστόσο, οι θεραπευτικές συγκεντρώσεις που βρέθηκαν στη θεραπεία ινσουλίνης, συμπεριλαμβανομένης της θεραπείας με LUSDUNA, είναι σημαντικά χαμηλότερες από τις φαρμακολογικές συγκεντρώσεις που απαιτούνται για να ενεργοποιηθεί η IGF-1 οδός.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Η κύρια δράση της ινσουλίνης, συμπεριλαμβανομένης της ινσουλίνης glargine, είναι η ρύθμιση του μεταβολισμού της γλυκόζης. Η ινσουλίνη και τα ανάλογά της μειώνουν τα επίπεδα της γλυκόζης αίματος, διεγείροντας την περιφερική πρόσληψη γλυκόζης, ιδιαίτερα από τους σκελετικούς μύες και το λίπος, και αναστέλλοντας την παραγωγή γλυκόζης από το ήπαρ. Η ινσουλίνη αναστέλλει τη λιπόλυση στα κύτταρα του λιπώδους ιστού, αναστέλλει την πρωτεόλυση και ενισχύει την πρωτεϊνοσύνθεση.

Σε μελέτες κλινικής φαρμακολογίας έχει καταδειχθεί ότι οι ενδοφλέβια χορηγούμενες ινσουλίνη glargine και ανθρώπινη ινσουλίνη είναι ισοδύναμης δραστικότητας όταν χορηγούνται στις ίδιες δόσεις. Όπως με όλες τις ινσουλίνες, ο χρόνος δράσης της ινσουλίνης glargine μπορεί να επηρεαστεί από τη σωματική δραστηριότητα και άλλες μεταβλητές.

Σε μελέτες ευγλυκαιμικού clamp σε υγιή άτομα ή σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 1, η έναρξη δράσης της υποδόριας ινσουλίνης glargine ήταν βραδύτερη από εκείνη της ανθρώπινης ινσουλίνης NPH, το προφίλ δράσης της ήταν ομαλό και χωρίς αιχμές στην καμπύλη και η διάρκεια δράσης της ήταν παρατεταμένη.

Το ακόλουθο γράφημα δείχνει τα αποτελέσματα μιας μελέτης σε ασθενείς:

Ρυθμός Χρησιμοποίησης Γλυκόζης* (mg/kg/min)

 

Σχήμα 1: Προφίλ Δράσης σε Ασθενείς με Διαβήτη Τύπου 1

 

 

Ινσουλίνη glargine

 

Ινσουλίνη NPH

Τέλος περιόδου

 

παρατήρησης

 

Χρόνος (h) μετά την υποδόρια ένεση

*προσδιοριζόμενος ως η ποσότητα γλυκόζης που εγχύεται, ώστε να διατηρηθούν σταθερά τα επίπεδα γλυκόζης στο πλάσμα (ωριαίες μέσες τιμές)

Η μακρύτερη διάρκεια δράσης της υποδόρια χορηγούμενης ινσουλίνης glargine σχετίζεται άμεσα με τον βραδύτερο ρυθμό απορρόφησής της και υποστηρίζει τη χορήγηση άπαξ ημερησίως. Ο χρόνος δράσης της ινσουλίνης και των αναλόγων ινσουλίνης, όπως η ινσουλίνη glargine, μπορεί να ποικίλλει σημαντικά σε διαφορετικά άτομα ή και στο ίδιο άτομο.

Σε μια κλινική μελέτη, τα συμπτώματα υπογλυκαιμίας ή οι αντιρρυθμιστικές ορμονικές αποκρίσεις ήταν παρόμοια έπειτα από ενδοφλέβια χορήγηση ινσουλίνης glargine και ανθρώπινης ινσουλίνης, τόσο σε υγιείς εθελοντές όσο και σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 1.

Σε κλινικές μελέτες, παρατηρήθηκαν αντισώματα με διασταυρούμενη αντίδραση με την ανθρώπινη ινσουλίνη και την ινσουλίνη glargine, με την ίδια συχνότητα τόσο στην ομάδα θεραπείας με ινσουλίνη NPH όσο και στην ομάδα θεραπείας με ινσουλίνη glargine.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Οι επιδράσεις της ινσουλίνης glargine (άπαξ ημερησίως) στη διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια αξιολογήθηκαν σε μια ανοικτού σχεδιασμού, 5-ετή, ελεγχόμενη με NPH μελέτη (ΝΡΗ χορηγούμενη δις ημερησίως) σε 1.024 ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, στην οποία διερευνήθηκε η εξέλιξη της αμφιβληστροειδοπάθειας σε 3 ή περισσότερα βήματα με την κλίμακα της Μελέτης Πρώιμης Αντιμετώπισης της Διαβητικής Αμφιβληστροειδοπάθειας (Early Treatment Diabetic Retinopathy Study - ETDRS), μέσω φωτογράφησης του βυθού. Δεν παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά στην εξέλιξη της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας όταν η ινσουλίνη glargine συγκρίθηκε με την ινσουλίνη NPH.

Ημελέτη ORIGIN (Outcome Reduction with Initial Glargine INtervention) ήταν μια πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, παραγοντικού σχεδιασμού 2x2 μελέτη που διεξήχθη σε 12.537 συμμετέχοντες σε υψηλό καρδιαγγειακό (KA) κίνδυνο, με διαταραχή γλυκόζης νηστείας (IFG) ή διαταραχή ανοχής στη γλυκόζη (IGT) (12% των συμμετεχόντων) ή με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 που αντιμετωπίστηκε με ≤ 1 αντιδιαβητικό από στόματος παράγοντα (88% των συμμετεχόντων). Οι συμμετέχοντες τυχαιοποιήθηκαν (1:1) για να λάβουν ινσουλίνη glargine (n=6.264), τιτλοποιημένη για να επιτευχθεί FPG ≤ 95 mg/dl (5,3 mM), ή την καθιερωμένη θεραπεία (n=6.273).

Ηπρώτη συν-κύρια έκβαση αποτελεσματικότητας ήταν ο χρόνος μέχρι την πρώτη εμφάνιση καρδιαγγειακού θανάτου, μη θανατηφόρου εμφράγματος του μυοκαρδίου (ΕΜ) ή μη θανατηφόρου αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και η δεύτερη συν-κύρια έκβαση αποτελεσματικότητας ήταν ο χρόνος μέχρι την πρώτη εμφάνιση οποιουδήποτε από τα πρώτα συν-κύρια συμβάματα ή επέμβαση επαναγγείωσης (στεφανιαίων, καρωτίδων ή περιφερικών) ή νοσηλεία λόγω καρδιακής ανεπάρκειας.

Τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιλάμβαναν θνησιμότητα ανεξαρτήτως αιτιολογίας και μια σύνθετη μικροαγγειακή έκβαση.

Ηινσουλίνη glargine δεν μετέβαλε τον σχετικό κίνδυνο για ΚΑ νόσο και ΚΑ θνησιμότητα, σε σύγκριση με την καθιερωμένη θεραπεία. Δεν υπήρξαν διαφορές μεταξύ της ινσουλίνης glargine και της καθιερωμένης θεραπείας για τις δύο συν-κύριες εκβάσεις,·για οποιοδήποτε καταληκτικό σημείο που περιλαμβάνει αυτές τις εκβάσεις, για θνησιμότητα ανεξαρτήτως αιτιολογίας· ή για τη σύνθετη μικροαγγειακή έκβαση.

Ημέση δόση της ινσουλίνης glargine μέχρι το τέλος της μελέτης ήταν 0,42 U/kg. Κατά την έναρξη της θεραπείας, οι συμμετέχοντες είχαν διάμεση τιμή HbA1c 6,4 %, και οι διάμεσες τιμές HbA1c κυμαίνονταν από 5,9 έως 6,4 % στην ομάδα της ινσουλίνης glargine κατά τη διάρκεια της θεραπείας και από 6,2 έως 6,6 % στην ομάδα της καθιερωμένης θεραπείας καθ’ όλη τη διάρκεια της παρακολούθησης. Τα ποσοστά σοβαρής υπογλυκαιμίας (επηρεασμένοι συμμετέχοντες ανά

100 συμμετέχοντες-έτη έκθεσης) ήταν 1,05 για την ομάδα της ινσουλίνης glargine και 0,30 για την ομάδα της καθιερωμένης θεραπείας, και τα ποσοστά επιβεβαιωμένης, μη σοβαρής υπογλυκαιμίας ήταν 7,71 για την ομάδα της ινσουλίνης glargine και 2,44 για την ομάδα της καθιερωμένης θεραπείας. Κατά τη διάρκεια αυτής της 6-ετούς μελέτης, 42 % της ομάδας ινσουλίνης glargine δεν εμφάνισε υπογλυκαιμία.

Στην τελευταία επίσκεψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας, υπήρξε μια μέση αύξηση του σωματικού βάρους από την έναρξη της θεραπείας κατά 1,4 kg στην ομάδα της ινσουλίνης glargine και μια μέση μείωση κατά 0,8 kg στην ομάδα της καθιερωμένης θεραπείας.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Σε μια τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη κλινική μελέτη, παιδιατρικοί ασθενείς (εύρος ηλικίας 6 έως 15 ετών) με διαβήτη τύπου 1 (n=349) έλαβαν θεραπεία για 28 εβδομάδες με ένα σχήμα βασικής-γευματικής (basal-bolus) ινσουλίνης, όπου κανονικού τύπου ανθρώπινη ινσουλίνη

χρησιμοποιόταν πριν από κάθε γεύμα. Η ινσουλίνη glargine χορηγούνταν άπαξ ημερησίως πριν από την κατάκλιση και η ανθρώπινη ινσουλίνη NPH χορηγούνταν άπαξ ή δις ημερησίως. Παρόμοιες επιδράσεις στη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη και στη συχνότητα εμφάνισης συμπτωματικής υπογλυκαιμίας παρατηρήθηκαν και στις δύο ομάδες θεραπείας, ωστόσο η γλυκόζη στο πλάσμα σε κατάσταση νηστείας μειώθηκε περισσότερο από την έναρξη της θεραπείας στην ομάδα ινσουλίνης glargine από ότι στην ομάδα ΝΡΗ. Επίσης, υπήρξε λιγότερο σοβαρή υπογλυκαιμία στην ομάδα ινσουλίνης glargine. Εκατό σαράντα τρεις από τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ινσουλίνη glargine σε αυτήν τη μελέτη, συνέχισαν τη θεραπεία με ινσουλίνη glargine σε μια μη ελεγχόμενη μελέτη επέκτασης με μέση διάρκεια παρακολούθησης 2 έτη. Δεν παρατηρήθηκαν νέα σήματα ασφάλειας κατά τη διάρκεια αυτής της επέκτασης θεραπείας με ινσουλίνη glargine.

Διεξήχθη επίσης μια διασταυρούμενη μελέτη, όπου έγινε σύγκριση ινσουλίνης glargine συν ινσουλίνης lispro έναντι ΝΡΗ συν κανονικού τύπου ανθρώπινης ινσουλίνης (κάθε θεραπεία χορηγούμενη επί 16 εβδομάδες με τυχαία σειρά), σε 26 εφήβους ασθενείς με διαβήτη τύπου 1, ηλικίας

12 έως 18 ετών. Όπως και στην παιδιατρική μελέτη που περιγράφηκε παραπάνω, η μείωση της γλυκόζης στο πλάσμα σε κατάσταση νηστείας από την έναρξη της θεραπείας ήταν μεγαλύτερη στην ομάδα ινσουλίνης glargine σε σύγκριση με την ομάδα NPH. Οι μεταβολές της HbA1c από την έναρξη της θεραπείας ήταν παρόμοιες μεταξύ των ομάδων θεραπείας, ωστόσο τα καταγεγραμμένα κατά τη διάρκεια της νύχτας επίπεδα γλυκόζης αίματος ήταν σημαντικά υψηλότερα στην ομάδα ινσουλίνης glargine / lispro από ότι στην ομάδα NPH / κανονικού τύπου, με μέση κατώτερη τιμή 5,4 mM έναντι 4,1 mM. Αντίστοιχα, τα περιστατικά εμφάνισης νυκτερινής υπογλυκαιμίας ήταν 32 % στην ομάδα ινσουλίνης glargine / lispro έναντι 52 % στην ομάδα NPH / κανονικού τύπου.

Μια μελέτη 24 εβδομάδων, παράλληλων ομάδων διεξήχθη σε 125 παιδιά με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1, ηλικίας 2 έως 6 ετών, όπου έγινε σύγκριση ινσουλίνης glargine χορηγούμενης άπαξ ημερησίως το πρωί έναντι ινσουλίνης ΝΡΗ χορηγούμενης άπαξ ή δις ημερησίως ημερησίως ως βασική ινσουλίνη. Και οι δύο ομάδες έλαβαν ινσουλίνη ως δόση εφόδου πριν από τα γεύματα.

Ο κύριος στόχος επίδειξης μη κατωτερότητας της ινσουλίνης glargine έναντι της ΝΡH σε όλες τις υπογλυκαιμίες δεν επιτεύχθηκε και υπήρχε μια τάση αύξησης των υπογλυκαιμικών επεισοδίων με την ινσουλίνη glargine [λόγος συχνοτήτων ινσουλίνης glargine: NPH (95 % CI) = 1,18 (0,97-1,44)]. Η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη και οι μεταβολές της γλυκόζης ήταν συγκρίσιμες και στις δύο ομάδες θεραπείας. Δεν παρατηρήθηκαν νέα σήματα ασφάλειας σε αυτήν τη μελέτη.

5.2Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση

Σε υγιή άτομα και σε διαβητικούς ασθενείς, οι συγκεντρώσεις ινσουλίνης στον ορό υπέδειξαν βραδύτερη και πολύ πιο παρατεταμένη απορρόφηση και εμφάνισαν απουσία αιχμής στην καμπύλη έπειτα από υποδόρια ένεση ινσουλίνης glargine, σε σύγκριση με την ανθρώπινη ινσουλίνη NPH. Συνεπώς, οι συγκεντρώσεις ήταν σύμφωνες με το προφίλ χρόνου της φαρμακοδυναμικής δραστικότητας της ινσουλίνης glargine. Το σχήμα 1 παραπάνω δείχνει τα προφίλ δραστικότητας, σε συνάρτηση με τον χρόνο, της ινσουλίνης glargine και της ινσουλίνης NPH.

H ινσουλίνη glargine, χορηγούμενη με ένεση άπαξ ημερησίως, επιτυγχάνει επίπεδα σταθερής κατάστασης σε 2-4 ημέρες μετά την πρώτη δόση.

Βιομετασχηματισμός

Έπειτα από υποδόρια ένεση σε διαβητικούς ασθενείς, η ινσουλίνη glargine μεταβολίζεται ταχέως στο καρβοξυλικό άκρο της β-αλυσίδας, με σχηματισμό δύο ενεργών μεταβολιτών, του Μ1 (21A-Gly-ινσουλίνη) και του Μ2 (21A-Gly-δεσ-30B-Thr- ινσουλίνη). Στο πλάσμα, η κύρια κυκλοφορούσα ένωση είναι ο μεταβολίτης Μ1. Η έκθεση στον Μ1 αυξάνεται με τη χορηγούμενη δόση ινσουλίνης glargine.

Τα φαρμακοκινητικά και τα φαρμακοδυναμικά ευρήματα υποδεικνύουν ότι η δράση της υποδόριας ένεσης ινσουλίνης glargine βασίζεται κυρίως στην έκθεση στον Μ1. Η ινσουλίνη glargine και ο μεταβολίτης Μ2 δεν ήταν ανιχνεύσιμα στη συντριπτική πλειοψηφία των ατόμων και, όταν ήταν ανιχνεύσιμα, η συγκέντρωσή τους ήταν ανεξάρτητη από τη χορηγούμενη δόση ινσουλίνης glargine.

Αποβολή

Όταν χορηγήθηκαν ενδοφλέβια, οι χρόνοι ημίσειας ζωής της αποβολής της ινσουλίνης glargine και της ανθρώπινης ινσουλίνης ήταν συγκρίσιμοι.

Ειδικοί πληθυσμοί

Σε κλινικές μελέτες, οι αναλύσεις υποομάδων με βάση την ηλικία και το φύλο δεν υπέδειξαν κάποια διαφορά στην ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα, σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ινσουλίνη glargine σε σύγκριση με ολόκληρο τον πληθυσμό της μελέτης.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η φαρμακοκινητική σε παιδιά ηλικίας 2 έως λιγότερο από 6 ετών, με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1, αξιολογήθηκε σε μία κλινική μελέτη (βλ. παράγραφο 5.1). Τα «κατώτερα» επίπεδα της ινσουλίνης glargine και των κύριων μεταβολιτών της Μ1 και Μ2 στο πλάσμα, μετρήθηκαν σε παιδιά που έλαβαν θεραπεία με ινσουλίνη glargine, αποκαλύπτοντας μοτίβα συγκέντρωσης στο πλάσμα παρόμοια με εκείνα σε ενήλικες, και μη παρέχοντας ένδειξη συσσώρευσης της ινσουλίνης glargine ή των μεταβολιτών της με τη χρόνια χορήγηση.

5.3Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Τα μη κλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο, με βάση τις συμβατικές μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων, γονοτοξικότητας, δυναμικού καρκινογένεσης, τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα.

6.ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1Κατάλογος εκδόχων

Ψευδάργυρος χλωριούχος Μετακρεσόλη Γλυκερόλη

Υδροχλωρικό οξύ (για ρύθμιση του pH) Νατρίου υδροξείδιο (για ρύθμιση του pH) Ύδωρ για ενέσιμα

6.2Ασυμβατότητες

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.

6.3Διάρκεια ζωής

2 χρόνια.

Διάρκεια ζωής μετά την αφαίρεση της συσκευής τύπου πένας από το ψυγείο

Το φαρμακευτικό προϊόν μπορεί να φυλάσσεται για μέγιστο χρονικό διάστημα 28 ημερών σε θερμοκρασία έως 30°C και μακριά από απευθείας έκθεση σε ζέστη ή σε φως. Οι πένες σε χρήση δεν πρέπει να φυλάσσονται στο ψυγείο. Το πώμα της συσκευής τύπου πένας πρέπει να επανατοποθετείται πάνω στη συσκευή τύπου πένας μετά από κάθε ένεση για να προστατεύεται από το φως.

6.4Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Πριν από τη χρήση

Φυλάσσετε σε ψυγείο (2°C – 8°C).

Μην καταψύχετε ή τοποθετείτε δίπλα στα τοιχώματα του καταψύκτη ή δίπλα σε παγοκύστη. Φυλάσσετε την προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας στο εξωτερικό κουτί για να προστατεύεται από το φως.

Σε χρήση

Για τις συνθήκες διατήρησης μετά την αφαίρεση αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος από το ψυγείο, βλ. παράγραφο 6.3.

6.5Φύση και συστατικά του περιέκτη

Φυσίγγιο (τύπου Ι άχρωμο γυαλί) με ένα έμβολο (ελαστικό από βρωμοβουτύλιο) και στεγανοποιημένο πώμα αλουμινίου, με διστρωματικό επίπεδο δίσκο από ελαστικό βρωμοβουτυλίου και ελαστικό πολυϊσοπρενίου, που περιέχει 3 ml διαλύματος.

Το φυσίγγιο είναι σφραγισμένο σε μια απορριπτόμενη συσκευή τύπου πένας.

Συσκευασίες των 1, 5 και πολυσυσκευασίες που περιέχουν 10 (2 συσκευασίες των 5) συσκευές τύπου πένας. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

Στη συσκευασία δεν περιλαμβάνονται βελόνες.

6.6Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Πριν από την πρώτη χρήση, η συσκευή τύπου πένας πρέπει να φυλάσσεται σε θερμοκρασία δωματίου για 1 έως 2 ώρες για να ζεσταθεί.

Ελέγξτε το φυσίγγιο πριν από τη χρήση. Πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο εάν το διάλυμα είναι διαυγές, άχρωμο, χωρίς ορατά στερεά σωματίδια και εάν εμφανίζει ρευστότητα παρόμοια με του ύδατος. Καθώς το LUSDUNA είναι διάλυμα, δεν απαιτείται επαναιώρηση πριν από τη χρήση.

Το LUSDUNA δεν πρέπει να αναμιγνύεται με οποιαδήποτε άλλη ινσουλίνη ή να αραιώνεται. Η ανάμιξη ή η αραίωση μπορούν να αλλάξουν το προφίλ χρόνου/δράσης του και η ανάμιξη μπορεί να προκαλέσει καθίζηση.

Οι άδειες συσκευές τύπου πένας δεν πρέπει να ξαναχρησιμοποιούνται ποτέ και πρέπει να απορρίπτονται κατάλληλα.

Για να προληφθεί η πιθανή μετάδοση νόσου, κάθε συσκευή τύπου πένας πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο από έναν ασθενή.

Η ετικέτα της ινσουλίνης πρέπει να ελέγχεται πάντα πριν από κάθε ένεση, για να αποφευχθούν λάθη κατά τη φαρμακευτική αγωγή μεταξύ της ινσουλίνης glargine και άλλων ινσουλινών (βλ. παράγραφο 4.4).

Πριν από τη χρήση του Nexvue, πρέπει να διαβαστούν προσεκτικά οι οδηγίες χρήσης που περιλαμβάνονται στη συσκευασία.

7.ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Merck Sharp & Dohme Limited Hertford Road

Hoddesdon Hertfordshire EN11 9BU Ηνωμένο Βασίλειο

8.ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

EU/1/16/1162/001

EU/1/16/1162/002

EU/1/16/1162/003

9.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης:

10.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Λεπτομερείς πληροφορίες για το παρόν φαρμακευτικό προϊόν είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων http://www.ema.europa.eu.

Σχόλια

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
  • Βοήθεια
  • Get it on Google Play
  • Σχετικά
  • Info on site by:

  • Presented by RXed.eu

  • 27558

    φάρμακα με συνταγογράφηση που απαριθμούνται