Greek
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

Mepact (mifamurtide) – περιληψη των χαρακτηριστικων του προϊοντοσ - L03AX15

Updated on site: 08-Oct-2017

Όνομα φαρμάκουMepact
Κωδικός ATCL03AX15
Ουσίαmifamurtide
ΚατασκευαστήςTakeda France SAS

Περιεχόμενα άρθρου

1.ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

MEPACT 4 mg κόνις για παρασκευή πυκνού σκευάσματος για διασπορά προς έγχυση

2.ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Ένα φιαλίδιο περιέχει 4 mg mifamurtide*.

Μετά από την ανασύσταση, κάθε ml εναιωρήματος στο φιαλίδιο περιέχει 0,08 mg mifamurtide.

*πλήρως συνθετικό ανάλογο ενός συστατικού του κυτταρικού τοιχώματος του Mycobacterium sp.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3.ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Κόνις για παρασκευή πυκνού σκευάσματος για διασπορά προς έγχυση.

Λευκή έως υπόλευκη ομοιογενής πάστα ή κόνις.

4.ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1Θεραπευτικές ενδείξεις

Το MEPACT ενδείκνυται για χρήση σε παιδιά, εφήβους και νεαρούς ενήλικες για τη θεραπεία υψηλού βαθμού κακοήθειας, χειρουργήσιμου, μη μεταστατικού οστεοσαρκώματος μετά από μακροσκοπική πλήρη χειρουργική εκτομή. Χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με μετεγχειρητική χημειοθεραπεία με τη χορήγηση πολλαπλών παραγόντων. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα έχουν αξιολογηθεί σε μελέτες ασθενών ηλικίας 2 έως 30 ετών, κατά την αρχική διάγνωση της νόσου (βλ. παράγραφο 5.1).

4.2Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Η έναρξη και η επίβλεψη της θεραπείας με mifamurtide πρέπει να πραγματοποιείται από ειδικούς γιατρούς με εμπειρία στη διάγνωση και θεραπεία του οστεοσαρκώματος.

Δοσολογία

Η συνιστώμενη δόση mifamurtide για όλους τους ασθενείς είναι 2 mg/m2 της επιφάνειας σώματος. Πρέπει να χορηγείται ως συμπληρωματική θεραπεία μετά από την εκτομή: επί 12 εβδομάδες, δύο φορές την εβδομάδα, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί περίοδος διάρκειας

τουλάχιστον 3 ημερών και, στη συνέχεια, μια φορά την εβδομάδα για άλλες 24 εβδομάδες, ήτοι συνολικά 48 εγχύσεις σε διάστημα 36 εβδομάδων.

Ενήλικες άνω των 30 ετών

Στις μελέτες για το οστεοσάρκωμα, κανένας από τους ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία δεν ήταν 65 ετών ή άνω, ενώ στην τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης ΙΙΙ μετείχαν μόνο ασθενείς ηλικίας έως 30 ετών. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για τη σύσταση της χρήσης του MEPACT σε ασθενείς ηλικίας άνω των 30 ετών.

Ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία

Δεν υπάρχουν κλινικά σημαντικές επιδράσεις σε ήπια έως μέτρια νεφρική (κάθαρση κρεατινίνης (CrCL) ≥ 30 ml/min) ή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh κατηγορία Α ή Β) στη φαρμακοκινητική της mifamurtide. Ως εκ τούτου, προσαρμογή της δόσης δεν είναι απαραίτητη σε αυτούς τους ασθενείς. Ωστόσο, δεδομένου ότι η μεταβλητότητα στη φαρμακοκινητική της mifamurtide είναι μεγαλύτερη σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 5.2), και υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα ασφάλειας σε ασθενείς με μέτρια ηπατική ανεπάρκεια, συνιστάται προσοχή κατά τη χορήγηση mifamurtide σε ασθενείς με μέτρια ηπατική ανεπάρκεια. Καθώς δεν υπάρχουν διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα της mifamurtide σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια, συνιστάται προσοχή κατά τη χορήγηση mifamurtide σε αυτούς τους ασθενείς.

Σε περιπτώσεις που η mifamurtide χορηγείται και μετά από την ολοκλήρωση της χημειοθεραπείας, συνιστάται η συνεχής παρακολούθηση της νεφρικής και ηπατικής λειτουργίας μέχρι την πλήρη ολοκλήρωση της θεραπείας.

Παιδιατρικός πληθυσμός κάτω των 2 ετών

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της mifamurtide σε παιδιά ηλικίας κάτω των 2 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.

Τρόπος χορήγησης

Πριν από τη χορήγηση, το MEPACT πρέπει να ανασυστάται, να υποβάλλεται σε διήθηση με το παρεχόμενο φίλτρο και στη συνέχεια, να αραιώνεται. Το ανασυσταμένο, διηθημένο και αραιωμένο εναιώρημα προς έγχυση είναι ένα ομοιογενές, λευκό έως υπόλευκο, αδιαφανές λιποσωματικό εναιώρημα, χωρίς ορατά σωματίδια, αφρό και μάζες λιπιδίων.

Μετά την ανασύσταση, τη διήθηση με το παρεχόμενο φίλτρο και την περαιτέρω αραίωση, το MEPACT χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση για χρονικό διάστημα 1 ώρας.

Το MEPACT δεν πρέπει να χορηγείται με ένεση εφόδου (bolus).

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την ανασύσταση, τη διήθηση με το παρεχόμενο φίλτρο και την αραίωση πριν από τη χορήγηση, βλέπε παράγραφο 6.6.

4.3Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Ταυτόχρονη χρήση με κυκλοσπορίνη ή άλλους αναστολείς καλσινευρίνης (βλ. παράγραφο 4.5).

Ταυτόχρονη χρήση με υψηλές δόσεις μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (ΜΣΑΦ, αναστολείς κυκλοοξυγενάσης) (βλ. παράγραφο 4.5).

4.4Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Αναπνευστική δυσχέρεια Σε ασθενείς με ιστορικό άσθματος ή άλλων χρόνιων αποφρακτικών πνευμονοπαθειών, πρέπει να

δίδεται ιδιαίτερη προσοχή στη χορήγηση βρογχοδιασταλτικών παραγόντων σε προφυλακτική βάση. Δύο ασθενείς με προϋπάρχον άσθμα ανέπτυξαν ήπια έως μέτρια αναπνευστική δυσχέρεια που σχετίζεται με τη θεραπεία (βλ. παράγραφο 4.8). Σε περίπτωση εμφάνισης σοβαρής αναπνευστικής αντίδρασης, η χορήγηση της mifamurtide πρέπει να διακόπτεται και να χορηγείται η κατάλληλη θεραπεία.

Ουδετεροπενία

Η χορήγηση της mifamurtide σχετίζεται ευρέως με παροδική ουδετεροπενία, συνήθως όταν χορηγείται σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία. Τα επεισόδια ουδετεροπενικού πυρετού πρέπει να παρακολουθούνται και να αντιμετωπίζονται κατάλληλα. Η mifamurtide μπορεί να χορηγείται

κατά τη διάρκεια περιόδων ουδετεροπενίας, αλλά ο επακόλουθος πυρετός που οφείλεται στη θεραπεία πρέπει να παρακολουθείται στενά. Ο πυρετός ή τα ρίγη που παρατείνονται πέραν των 8 ωρών από τη χορήγηση της mifamurtide πρέπει να αξιολογούνται για την πιθανότητα σηψαιμίας.

Φλεγμονώδης απόκριση

Ο συσχετισμός της mifamurtide με σημεία έντονης φλεγμονώδους απόκρισης, περιλαμβανομένης της περικαρδίτιδας και της πλευρίτιδας, ήταν σπάνιος. Το φάρμακο πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό αυτοάνοσων, φλεγμονωδών ή άλλων νοσημάτων του κολλαγόνου. Κατά τη διάρκεια της χορήγησης της mifamurtide, οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για ασυνήθιστα σημεία ή συμπτώματα, όπως αρθρίτιδα ή υμενίτιδα, τα οποία υποδηλώνουν ανεξέλεγκτες φλεγμονώδεις αντιδράσεις.

Καρδιαγγειακές διαταραχές Οι ασθενείς με ιστορικό φλεβικής θρόμβωσης, αγγειίτιδας ή ασταθών καρδιαγγειακών

διαταραχών πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια της χορήγησης της mifamurtide. Εάν τα συμπτώματα παρατείνονται και επιδεινώνονται, η χορήγηση πρέπει να αναβάλλεται ή να διακόπτεται. Κατά τη χορήγηση πολύ υψηλών δόσεων σε ζώα παρατηρήθηκε αιμορραγία.

Τέτοιο ενδεχόμενο δεν αναμένεται κατά τη χορήγηση της συνιστώμενης δόσης, ωστόσο συνιστάται η παρακολούθηση των παραμέτρων πήξης μετά από την πρώτη δόση, καθώς και μία ακόμα φορά μετά από τη χορήγηση αρκετών δόσεων.

Αλλεργικές αντιδράσεις Σποραδικές αλλεργικές αντιδράσεις, περιλαμβανομένου του εξανθήματος, της δύσπνοιας και της

υπέρτασης βαθμού 4, συσχετίστηκαν με τη θεραπεία με mifamurtide (βλ. παράγραφο 4.8). Η διάκριση των αλλεργικών αντιδράσεων από τις εκτεταμένες φλεγμονώδεις αποκρίσεις ενδέχεται να είναι δύσκολη, ωστόσο οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για τυχόν σημεία αλλεργικών αντιδράσεων.

Γαστρεντερική τοξικότητα Η ναυτία, ο έμετος και η απώλεια όρεξης είναι πολύ συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που

παρατηρούνται με τη mifamurtide (βλ. παράγραφο 4.8). Η γαστρεντερική τοξικότητα μπορεί να επιδεινωθεί όταν η mifamurtide χορηγείται σε συνδυασμό με υψηλές δόσεις χημειοθεραπευτικών σχημάτων πολλαπλών παραγόντων και σχετίζεται με αυξημένη χρήση παρεντερικής θρέψης.

4.5Αλληλεπιδράσεις µε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Περιορισμένος αριθμός μελετών έχει πραγματοποιηθεί για την αλληλεπίδραση της mifamurtide με τη χημειοθεραπεία. Παρά το γεγονός ότι οι εν λόγω μελέτες δεν είναι αδιαμφισβήτητες, δεν υπάρχουν αποδείξεις παρεμβολής της mifamurtide στην αντινεοπλασματική δράση της χημειοθεραπείας και το αντίστροφο.

Συνιστάται να διαφοροποιείται ο χρόνος χορήγησης της mifamurtide και της δοξορουμπικίνης ή άλλων λιποφιλικών φαρμακευτικών προϊόντων εφόσον χρησιμοποιούνται στο ίδιο χημειοθεραπευτικό σχήμα.

Η ταυτόχρονη χορήγηση mifamurtide και κυκλοσπορίνης ή άλλων αναστολέων καλσινευρίνης αντενδείκνυται λόγω της υποτιθέμενης επίδρασής τους στη μακροφαγική και μονοπυρηνική φαγοκυτταρική λειτουργία του σπλήνα (βλ. παράγραφο 4.3).

Επίσης, έχει καταδειχθεί in vitro ότι οι υψηλές δόσεις ΜΣΑΦ (αναστολείς κυκλοοξυγενάσης) μπορούν να αναστείλουν την επίδραση μακροφαγικής ενεργοποίησης της λιποσωματικής mifamurtide. Κατά συνέπεια, η χρήση υψηλών δόσεων ΜΣΑΦ αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο

4.3).

Καθώς η mifamurtide δρα διεγείροντας το ανοσοποιητικό σύστημα, η χρόνια ή καθιερωμένη χρήση κορτικοστεροειδών πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με mifamurtide.

Μελέτες αλληλεπίδρασης in vitro κατέδειξαν ότι η λιποσωματική και μη λιποσωματική mifamurtide δεν αναστέλλει τη μεταβολική δραστηριότητα του κυτοχρώματος P450 σε σύνθετα δείγματα ανθρώπινων μικροσωμάτων ήπατος. Η λιποσωματική και μη λιποσωματική mifamurtide δεν επάγει τη μεταβολική δραστηριότητα ή τη μεταγραφή του κυτοχρώματος P450 σε πρωτογενείς καλλιέργειες πρόσφατα απομονωμένων ανθρώπινων ηπατοκυττάρων. Κατά συνέπεια, η mifamurtide δεν αναμένεται να αλληλεπιδράσει με τον μεταβολισμό ουσιών που αποτελούν υποστρώματα του ηπατικού κυτοχρώματος P450.

Σε μια μεγάλη, ελεγχόμενη, τυχαιοποιημένη μελέτη, η mifamurtide χορηγούμενη στη συνιστώμενη δόση και στο πλαίσιο δοσολογικού σχήματος με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, τα οποία είναι γνωστό ότι έχουν νεφρικές (σισπλατίνη, ιφωσφαμίδη) ή ηπατικές (υψηλές δόσεις μεθοτρεξάτης, ιφωσφαμίδη) τοξικότητες, δεν επιδείνωσε τις εν λόγω τοξικότητες και δεν παρέστη ανάγκη προσαρμογής της δόσης της mifamurtide.

4.6Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Εγκυμοσύνη

Δεν υπάρχουν στοιχεία από τη χρήση της mifamurtide σε έγκυες γυναίκες. Οι μελέτες σε ζώα είναι ανεπαρκείς όσον αφορά την αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Η mifamurtide δεν συνιστάται για χρήση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης καθώς και σε γυναίκες της αναπαραγωγικής ηλικίας χωρίς την χρήση αποτελεσματικής αντισύλληψης.

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν η mifamurtide απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Η απέκκριση της mifamurtide στο γάλα δεν έχει μελετηθεί σε ζώα. Η απόφαση για τη συνέχιση/διακοπή του θηλασμού ή τη συνέχιση/διακοπή της θεραπείας πρέπει να ληφθεί αφού αξιολογηθεί το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με mifamurtide για τη γυναίκα.

Γονιμότητα

Δεν έχουν διεξαχθεί ειδικές μελέτες για τη γονιμότητα με τη mifamurtide (βλ. παράγραφο 5.3).

4.7Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών

Δεν πραγματοποιήθηκαν μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών. Οι πολύ συχνές ή οι συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες της θεραπείας με mifamurtide (όπως ζάλη, ίλιγγος, κόπωση και θαμπή όραση) ενδέχεται να επιδράσουν στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών.

4.8Ανεπιθύμητες ενέργειες

Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας

Η mifamurtide μελετήθηκε ως μονοθεραπεία σε 248 ασθενείς με εξαιρετικά προχωρημένο στάδιο κακοήθειας κατά τη διάρκεια αρχικής, ενός σκέλους φάσης I και ΙΙ κλινικών μελετών. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες αντιδράσεις, που συμβαίνουν στο >50% των ασθενών, ήταν ρίγη, πυρεξία, κόπωση, ναυτία, ταχυκαρδία και κεφαλαλγία. Πολλές από τις πολύ συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες αντιδράσεις, σύμφωνα με τον ακόλουθο συνοπτικό πίνακα, θεωρείται ότι σχετίζονται με τον μηχανισμό δράσης της mifamurtide (βλ. Πίνακα 1). Η πλειοψηφία των εν λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών αναφέρθηκαν ως ήπιες ή μέτριες. Το συγκεκριμένο προφίλ είναι συνεπές όταν συνοψίζονται είτε όλες οι αρχικές μελέτες (n=248) ή μόνο οι μελέτες που αφορούσαν το οστεοσάρκωμα (n=51). Αυτές οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις ενδέχεται να παρατηρήθηκαν και στη μεγάλη τυχαιοποιημένη μελέτη αλλά ενδεχομένως δεν καταγράφηκαν, καθώς στην εν λόγω μελέτη συγκεντρώθηκαν μόνο οι αναφορές σοβαρών και απειλητικών για τη ζωή ανεπιθύμητων ενεργειών.

Πίνακας ανεπιθύμητων αντιδράσεων Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις ταξινομούνται κατά κατηγορία οργανικού συστήματος και

συχνότητα εμφάνισης. Οι κατηγορίες συχνότητας εμφάνισης προσδιορίζονται βάσει της

ακόλουθης συνθήκης: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100, <1/10). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Πίνακας 1. Ανεπιθύμητες αντιδράσεις που σχετίζονται με το MEPACT σε ≥ 1/100 ασθενείς

Κατηγορία Οργανικού Συστήματος

Ανεπιθύμητη Ενέργεια (Προτιμώμενος Όρος)

 

 

Λοιμώξεις και παρασιτώσεις

 

 

 

Συχνές

Σηψαιμία, Κυτταρίτιδα, Ρινοφαρυγγίτιδα,

 

Λοίμωξη στο σημείο εισόδου του καθετήρα,

 

Λοιμώξεις της άνω αναπνευστικής οδού,

 

Ουρολοιμώξεις, Φαρυγγίτιδα, Λοιμώξεις απλού

 

έρπητα

 

 

 

Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και

πολύποδες)

 

 

 

Συχνές

Άλγος από καρκίνο

 

 

 

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος

 

 

Πολύ συχνές

Αναιμία

 

 

Συχνές

Λευκοπενία, Θρομβοπενία, Κοκκιοκυτταροπενία,

 

Εμπύρετη ουδετεροπενία

 

 

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης

 

 

 

Πολύ συχνές

Ανορεξία

 

 

Συχνές

Αφυδάτωση, Υποκαλιαιμία, Μείωση της όρεξης

 

 

 

 

Ψυχιατρικές διαταραχές

 

 

 

Συχνές

Συγχυτική κατάσταση, Κατάθλιψη, Αϋπνία,

 

Ανησυχία

 

 

 

 

Διαταραχές του νευρικού συστήματος

 

 

 

Πολύ συχνές

Κεφαλαλγία, Ζάλη

 

 

Συχνές

Παραισθησία, Υπαισθησία, Τρόμος, Υπνηλία,

 

Λήθαργος

 

 

 

 

Οφθαλμικές διαταραχές

 

 

 

Συχνές

Θαμπή όραση

 

 

 

 

Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου

Συχνές

Ίλιγγος, Εμβοές, Απώλεια ακοής

 

 

 

 

Καρδιακές διαταραχές

 

 

 

Πολύ συχνές

Ταχυκαρδία

 

 

Συχνές

Κυάνωση, Αίσθημα παλμών

 

 

 

 

Αγγειακές διαταραχές

 

 

 

Πολύ συχνές

Υπέρταση, Υπόταση

 

 

Συχνές

Φλεβίτιδα, Έξαψη, Ωχρότητα

 

 

 

Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου

 

 

Πολύ συχνές

Δύσπνοια, Ταχύπνοια, Βήχας

 

 

Συχνές

Υπεζωκοτική συλλογή, Επιδεινωμένη δύσπνοια,

 

Παραγωγικός βήχας, Αιμόπτυση, Συριγμός,

 

Επίσταξη, Δύσπνοια μετά από κόπωση,

 

Συμφόρηση των κόλπων του προσώπου, Ρινική

 

συμφόρηση, Φαρυγγολαρυγγικό άλγος

 

 

 

 

Διαταραχές του γαστρεντερικού

 

 

 

Πολύ συχνές

Έμετος, Διάρροια, Δυσκοιλιότητα, Κοιλιακό

 

άλγος, Ναυτία

 

 

Συχνές

Άλγος στην άνω κοιλιακή χώρα, Δυσπεψία,

 

Διάταση της κοιλιάς, Άλγος στην κάτω κοιλιακή

 

χώρα

 

 

 

 

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων

 

 

 

Συχνές

Ηπατικό άλγος

 

 

 

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού

 

 

Πολύ συχνές

Υπεριδρωσία

 

 

Συχνές

Εξάνθημα, Κνησμός, Ερύθημα, Αλωπεκία,

 

Ξηροδερμία

 

 

 

Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού

 

 

Πολύ συχνές

Μυαλγία, Αρθραλγία, Οσφυαλγία, Άλγος στα

 

άκρα

 

 

Συχνές

Μυϊκοί σπασμοί, Αυχεναλγία, Άλγος στη

 

βουβωνική χώρα, Οστικός πόνος, Άλγος στους

 

ώμους, Πόνος θωρακικού τοιχώματος,

 

Μυοσκελετική δυσκαμψία

 

 

Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών

Συχνές

Αιματουρία, Δυσουρία, Πολλακιουρία

 

 

 

Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και των μαστών

 

 

Συχνές

Δυσμηνόρροια

 

 

 

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης

 

 

Πολύ συχνές

Πυρετός, Ρίγη, Κόπωση, Υποθερμία, Άλγος,

 

Αίσθημα κακουχίας, Εξασθένιση, Θωρακικό

 

άλγος

 

 

Συχνές

Περιφερικό οίδημα, Οίδημα, Φλεγμονή των

 

βλεννογόνων, Ερύθημα της θέσης έγχυσης,

 

Αντίδραση της θέσης έγχυσης, Πόνος στο σημείο

 

εισόδου του καθετήρα, Θωρακική δυσφορία,

 

Αίσθηση ψυχρού

 

 

 

 

Παρακλινικές εξετάσεις

 

 

 

Συχνές

Μείωση σωματικού βάρους

 

 

 

 

Χειρουργικοί και άλλοι ιατρικοί χειρισμοί

 

 

 

Συχνές

Άλγος μετά από ιατρική πράξη

 

 

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων αντιδράσεων

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος

Η αναιμία αναφέρεται με πολύ μεγαλύτερη συχνότητα όταν η mifamurtide χορηγείται σε συνδυασμό με χηµειοθεραπευτικούς παράγοντες. Σε μια τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη, η συχνότητα εμφάνισης μυελοειδούς κακοήθειας (οξεία μυελοειδής λευχαιμία/μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο) ήταν όμοια σε ασθενείς που έλαβαν MEPACT σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία όπως σε ασθενείς που έλαβαν μόνο χημειοθεραπεία (περίπου 2,1%).

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης

Η ανορεξία (21%) αναφέρθηκε πολύ συχνά σε μελέτες mifamurtide φάσης Ι και ΙΙ.

Διαταραχές του νευρικού συστήματος

Όπως και με τα υπόλοιπα γενικευμένα συμπτώματα, οι πολύ συχνές διαταραχές του νευρικού συστήματος ήταν κεφαλαλγία (50%) και ζάλη (17%). Ένας ασθενής στη φάση ΙΙΙ της μελέτης παρουσίασε 2 επεισόδια σπασμού 4ου βαθμού ενώ βρισκόταν υπό μελέτη αγωγής με χημειοθεραπεία και mifamurtide. Το δεύτερο επεισόδιο εμπεριείχε πολλαπλούς επιληπτικούς σπασμούς με την πάροδο των ημερών. Η θεραπεία με mifamurtide συνεχίστηκε για το υπόλοιπο της μελέτης χωρίς επανεμφάνιση σπασμού.

Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου

Παρά το γεγονός ότι η απώλεια ακοής μπορεί να οφείλεται στην ωτοτοξική χημειοθεραπεία, όπως η σισπλατίνη, δεν είναι σαφές εάν το MEPACT σε συνδυασμό με χημειοθεραπευτικά σχήματα πολλαπλών παραγόντων μπορεί να αυξήσει την απώλεια ακοής.

Στη μελέτη φάσης ΙΙΙ (βλ. παράγραφο 5.1 για την περιγραφή της μελέτης), το ποσοστό αντικειμενικής και υποκειμενικής απώλειας ακοής που παρατηρήθηκε συνολικά σε ασθενείς που έλαβαν MEPACT σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία (12% και 4% αντίστοιχα) ήταν μεγαλύτερο σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν μόνο χημειοθεραπεία (7% και 1%). Όλοι οι ασθενείς έλαβαν συνολική δόση σισπλατίνης 480 mg/m2 στο πλαίσιο της θεραπείας επαγωγής τους (πρωτοχημειοθεραπεία) και/ή χημειοθεραπευτικού σχήματος συντήρησης (συμπληρωματική) χημειοθεραπείας.

Καρδιακές και αγγειακές διαταραχές

Η ήπια-μέτρια ταχυκαρδία (50%), η υπέρταση (26%) και η υπόταση (29%) είναι ορισμένες από τις πολύ συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν στις μη ελεγχόμενες μελέτες με mifamurtide. Ένα σοβαρό περιστατικό υποξείας θρόμβωσης αναφέρθηκε στις αρχικές μελέτες, αλλά στη μεγάλη τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη κανένα σοβαρό καρδιακό επεισόδιο δεν σχετίστηκε με τη mifamurtide (βλ. παράγραφο 4.4).

Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος

Οι διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, περιλαμβανομένης της δύσπνοιας (21%), του βήχα (18%) και της ταχύπνοιας (13%) ήταν πολύ συχνές, σε μια δε μελέτη φάσης ΙΙ δύο ασθενείς με προϋπάρχον άσθμα εμφάνισαν ήπια έως μέτρια αναπνευστική δυσχέρεια που σχετίστηκε με τη χορήγηση MEPACT.

Διαταραχές του γαστρεντερικού

Στις διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος που σχετίζονται συχνά με τη χορήγηση mifamurtide περιλαμβάνονται η ναυτία (57%) και ο έμετος (44%) στους μισούς περίπου ασθενείς, η δυσκοιλιότητα (17%), η διάρροια (13%) και το κοιλιακό άλγος (βλ. παράγραφο 4.4).

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού

Στις μη ελεγχόμενες μελέτες, η υπεριδρωσία (11%) ήταν μια πολύ συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια στους ασθενείς που έλαβαν mifamurtide.

Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού

Το χαμηλής έντασης άλγος ήταν πολύ συχνό σε ασθενείς που έλαβαν mifamurtide, περιλαμβανομένης της μυαλγίας (31%), της οσφυαλγίας (15%), του άλγους στα άκρα (12%) και της αρθραλγίας (10%).

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης

Η πλειοψηφία των ασθενών ανέφεραν ρίγη (89%), πυρετό (85%) και κόπωση (53%). Κατά κανόνα, οι εν λόγω ανεπιθύμητες ενέργειες είναι ήπιες έως μέτριες, παροδικές και, γενικά, αντιμετωπίζονται στο πλαίσιο της παρηγορητικής θεραπείας (π.χ. παρακεταμόλη για τον πυρετό). Άλλα γενικευμένα συμπτώματα που είναι κατά κανόνα ήπιας έως μέτριας έντασης και εμφανίζονται πολύ συχνά είναι η υποθερμία (23%), το αίσθημα κακουχία (13%), το άλγος (15%), η εξασθένιση (13%) και το θωρακικό άλγος (11%). Στους εν λόγω ασθενείς το οίδημα, η θωρακική δυσφορία, η αντίδραση της θέσης έγχυσης ή στο σημείο εισόδου του καθετήρα και η «αίσθηση ψυχρού» ήταν λιγότερο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που εμφανίζονται κυρίως στο τελευταίο στάδιο κακοήθειας της νόσου.

Παρακλινικές εξετάσεις

Ένας ασθενής με οστεοσάρκωμα σε μελέτη φάσης ΙΙ, ο οποίος είχε υψηλό επίπεδο κρεατινίνης κατά την ένταξη στη μελέτη εμφάνισε αύξηση της ουρίας και της κρεατινίνης στο αίμα, η οποία σχετίστηκε με τη χρήση mifamurtide.

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος

Σε μία μελέτη φάσης Ι, υπήρξε μία αναφορά σοβαρής αλλεργικής αντίδρασης που συνέβη μετά την πρώτη έγχυση mifamurtide σε επίπεδο δόσης 6 mg/m2. Ο ασθενής ένιωσε τρέμουλο, ρίγη, πυρετό, ναυτία, έμετο, ανεξέλεγκτο βήχα, δύσπνοια, κυανωτικά χείλη, ζάλη, αδυναμία, υπόταση, ταχυκαρδία, υπέρταση και υποθερμία που οδήγησαν στη διακοπή της μελέτης. Υπήρξε επίσης μία

αναφορά αλλεργικής αντίδρασης 4ου βαθμού (υπόταση) για την οποία απαιτήθηκε νοσηλεία στη μελέτη φάσης ΙΙΙ (βλ. παράγραφο 4.4).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας

του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

4.9Υπερδοσολογία

Δεν αναφέρθηκε καμία περίπτωση υπερδοσολογίας για την εγκεκριμένη ένδειξη. Η μέγιστη ανεκτή δόση στις μελέτες φάσης Ι ήταν 4-6 mg/m2 με μεγάλες διακυμάνσεις ανεπιθύμητων ενεργειών. Τα σημεία και τα συμπτώματα που σχετίστηκαν με υψηλότερες δόσεις και/ή αποτέλεσαν παράγοντες περιορισμού της δόσης δεν ήταν απειλητικά για τη ζωή των ασθενών και μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται πυρετός, ρίγη, κόπωση, ναυτία, έμετος, κεφαλαλγία και υπόταση ή υπέρταση.

Ένας υγιής ενήλικας εθελοντής έλαβε κατά λάθος μια εφάπαξ δόση των 6,96 mg mifamurtide και εμφάνισε μια αναστρέψιμη σχετιζόμενη με τη θεραπεία εκδήλωση ορθοστατικής υπότασης.

Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, συνιστάται η χορήγηση κατάλληλης υποστηρικτικής θεραπείας. Τα υποστηρικτικά μέτρα πρέπει να βασίζονται σε καθιερωμένες κατευθυντήριες γραμμές και στα παρατηρούμενα κλινικά συμπτώματα. Παραδείγματα αυτών αποτελούν η παρακεταμόλη για τον πυρετό, τα ρίγη και την κεφαλαλγία και τα αντιεμετικά (εκτός των στεροειδών) για τη ναυτία και τον έμετο.

5.ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανοσοδιεγερτικά, Άλλα ανοσοδιεγερτικά, κωδικός ATC: L03AX15

Μηχανισμός δράσης

Η mifamurtide (μουραµυλικό τριπεπτίδιο φωσφατιδυλο-αιθανολαµίνης, MTP-PE) είναι πλήρως συνθετικό παράγωγο του μουραμυλικού διπεπτιδίου (MDP), του μικρότερου φυσικού συστατικού διέγερσης του ανοσοποιητικού συστήματος από τα κυτταρικά τοιχώματα του Mycobacterium sp. Έχει παρόμοιες ανοσοδιεγερτικές επιδράσεις με το φυσικά παραγόμενο MDP, με το πρόσθετο πλεονέκτημα της μεγαλύτερης διάρκειας ημιζωής στο πλάσμα. Το MEPACT αποτελεί ένα λιποσωματικό σκεύασμα ειδικά σχεδιασμένο για in vivo στόχευση στα μακροφάγα κύτταρα, μέσω ενδοφλέβιας έγχυσης.

Η MTP-PE είναι ένας ειδικός συνδέτης του NOD2, ενός υποδοχέα που υπάρχει κατά κύριο λόγο σε μονοπύρηνα, δενδριτικά κύτταρα και μακροφάγα κύτταρα. Η MTP-PE είναι ισχυρός ενεργοποιητής μονοπύρηνων και μακροφάγων κυττάρων. Η ενεργοποίηση των ανθρωπίνων μακροφάγων κυττάρων από τη mifamurtide σχετίζεται με την παραγωγή κυτοκινών,

περιλαμβανομένου του παράγοντα νέκρωσης όγκων (TNF-α), της ιντερλευκίνης-1 (IL-1β), IL-6, IL-8, και IL-12 και μορίων προσκόλλησης, περιλαμβανομένων των αντιγόνων που σχετίζονται με τη λειτουργία των λεμφοκυττάρων τύπου 1 (LFA-1) και των μορίων διακυτταρικής προσκόλλησης τύπου 1 (ICAM-1). Τα ανθρώπινα μονοπύρηνα κύτταρα, που υποβλήθηκαν σε επεξεργασία in vitro, εξόντωσαν τα αλλογενή και αυτόλογα καρκινικά κύτταρα (περιλαμβανομένου του μελανώματος, του καρκινώματος των ωοθηκών, του παχέος εντέρου και των νεφρών) ενώ δεν προκάλεσαν τοξικότητα στα φυσιολογικά κύτταρα.

Η in vivo χορήγηση της mifamurtide προκάλεσε την αναστολή της ανάπτυξης του όγκου σε μοντέλα ποντικών και αρουραίων με μετάσταση στους πνεύμονες, καρκίνο του δέρματος και του ήπατος και ινοσάρκωμα. Επίσης, στις περιπτώσεις χορήγησης mifamurtide ως συμπληρωματικής θεραπείας, στη θεραπεία του οστεοσαρκώματος και του αιμαγγειοσαρκώματος σε σκύλους καταδείχθηκε σημαντική ενίσχυση της επιβίωσης χωρίς εξέλιξη της νόσου. Ο ακριβής μηχανισμός με τον οποίο η ενεργοποίηση των μονοπύρηνων και μακροφάγων κυττάρων μετά από τη χορήγηση της mifamurtide προκαλεί την καταπολέμηση των όγκων σε ζώα και ανθρώπους δεν είναι ακόμη πλήρως γνωστός.

Κλινική ασφάλεια και αποτελεσματικότητα

Ηασφάλεια της λιποσωματικής mifamurtide έχει αξιολογηθεί σε περισσότερους από 700 ασθενείς με διάφορες μορφές και στάδια καρκίνου, καθώς και σε 21 υγιείς ενήλικες (βλ. παράγραφο 4.8).

Ηmifamurtide, συγχορηγούμενη με συνδυαστική χημειοθεραπεία, αύξησε σημαντικά τη συνολική επιβίωση σε ασθενείς με νεοδιαγνωσμένο χειρουργήσιμο οστεοσάρκωμα υψηλού βαθμού κακοήθειας, σε σύγκριση με τη χημειοθεραπεία ως μονοθεραπεία. Σε μια τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης ΙΙΙ στην οποία μετείχαν 678 ασθενείς (ηλικίας από 1,4 έως 30,6 ετών) με νεοδιαγνωσμένο χειρουργήσιμο οστεοσάρκωμα υψηλού βαθμού κακοήθειας, η προσθήκη της συμπληρωματικής mifamurtide στη χημειοθεραπεία με δοξορουμπικίνη, σισπλατίνη και μεθοτρεξάτη με ή χωρίς ιφωσφαμίδη είχε ως αποτέλεσμα τη σχετική μείωση του κινδύνου θανάτου κατά 28% (p = 0,0313, αναλογία κινδύνου (HR) = 0,72 [διάστημα εμπιστοσύνης (ΔΕ)

95%: 0,53, 0,97]).

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Ηφαρμακοκινητική της mifamurtide έχει προσδιοριστεί σε υγιή ενήλικα άτομα μετά από 4 mg ενδοφλέβιας έγχυσης και σε παιδιατρικούς και σε ενήλικες ασθενείς με οστεοσάρκωμα μετά από

2 mg/m2 ενδοφλέβιας έγχυσης.

Σε 21 υγιείς ενήλικες, η mifamurtide απεκκρίθηκε ταχέως από τον ορό (λεπτά) με διάρκεια ημιζωής 2,05 ± 0,40 ώρες, με αποτέλεσμα την πολύ μικρή συγκέντρωση της συνολικής mifamurtide (λιποσωματικής και μη) στον ορό. Η μέση AUC ήταν 17,0 ± 4,86 h x nM και η Cmax ήταν 15,7 ± 3,72 nM.

Σε 28 ασθενείς με οστεοσάρκωμα ηλικίας 6 έως 39 ετών οι συνολικές συγκεντρώσεις mifamurtide (λιποσωματικής και ελεύθερης) στον ορό μειώθηκαν γρήγορα με μέση διάρκεια ημιζωής 2,04 ± 0,456 ώρες. H προσαρμοσμένη στην επιφάνεια σώματος κάθαρση και η διάρκεια ημιζωής ήταν παρόμοιες σε όλο το φάσμα ηλικιών και σύμφωνες με εκείνες που προσδιορίζονται σε υγιή ενήλικα άτομα, υποστηρίζοντας τη συνιστώμενη δόση των 2 mg/m2.

Σε μια ξεχωριστή μελέτη σε 14 ασθενείς, οι μέσες καμπύλες συγκέντρωσης-χρόνου της συνολικής και μη λιποσωματικής mifamurtide στον ορό, οι οποίες αξιολογήθηκαν μετά από την πρώτη έγχυση της mifamurtide και μετά από την τελευταία έγχυση 11 ή 12 εβδομάδες αργότερα, σχεδόν συνέπιπταν απόλυτα και οι μέσες τιμές AUC της μη λιποσωματικής mifamurtide μετά από την πρώτη και την τελευταία έγχυση ήταν παρόμοιες. Τα εν λόγω δεδομένα καταδεικνύουν ότι ούτε η συνολική ούτε η μη λιποσωματική mifamurtide συσσωρεύεται κατά την περίοδο διάρκειας της θεραπείας.

Στις 6 ώρες μετά από την ένεση λιποσωμάτων ραδιοσημασμένων με 1 mg mifamurtide, ανιχνεύτηκε ραδιενέργεια στο ήπαρ, στον σπλήνα, στον ρινοφάρυγγα, στον θυρεοειδή και, σε μικρότερο βαθμό, στους πνεύμονες. Τα λιποσώματα υφίστανται φαγοκύττωση από τα κύτταρα του δικτυοενδοθηλιακού συστήματος. Σε 2 από τους 4 ασθενείς με μετάσταση στους πνεύμονες, η ραδιενέργεια συσχετίστηκε με τις μεταστάσεις στους πνεύμονες.

Ο μεταβολισμός του λιποσωματικού MTP-PE δεν έχει μελετηθεί σε ανθρώπους.

Mετά από την ένεση ραδιοσημασμένων λιποσωμάτων που περιέχουν mifamurtide, η μέση διάρκεια ημιζωής του ραδιοσημασμένου υλικού ήταν διφασική με α φάση περίπου 15 λεπτών και τελική διάρκεια ημιζωής περίπου 18 ωρών.

Ειδικοί πληθυσμοί

Νεφρική δυσλειτουργία

Η φαρμακοκινητική μιας απλής δόσης 4 mg mifamurtide μετά από 1 ώρα ενδοφλέβιας έγχυσης αξιολογήθηκε σε ενήλικες εθελοντές με ήπια (n = 9) ή μέτρια (n = 8) νεφρική δυσλειτουργία και σε υγιείς ενήλικες με αντίστοιχη ηλικία, φύλο και βάρος με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (n =

16). Δεν υπήρξε καμία επίδραση στην ήπια (50 ml/min ≤ CLcr ≤ 80 ml/min) ή στην μέτρια

(30 ml/min ≤ CLcr <50 ml/min) νεφρική ανεπάρκεια στην κάθαρση του συνολικού ΜΤΡ-ΡΕ, σε σύγκριση με αυτή που παρατηρήθηκε σε υγιή ενήλικα άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (CLcr > 80 ml/min). Επιπλέον, οι συστηματικές εκθέσεις (AUCinf) των ελεύθερων (μη συνδεδεμένων λιποσωμάτων) MTP-PE σε ήπια ή μέτρια νεφρική ανεπάρκεια ήταν παρόμοια με εκείνη που παρατηρήθηκε σε υγιή ενήλικα άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.

Ηπατική δυσλειτουργία

Ηφαρμακοκινητική μιας εφάπαξ δόσης 4 mg mifamurtide μετά από 1 ώρα ενδοφλέβιας έγχυσης αξιολογήθηκε σε ενήλικες εθελοντές με ήπια (Child Pugh κατηγορία Α, n = 9) ή μέτρια (Child-Pugh κατηγορία Β, n = 8) ηπατική δυσλειτουργία και σε υγιείς ενήλικες με αντίστοιχη ηλικία, φύλο και βάρος με φυσιολογική ηπατική λειτουργία (n = 19). Δεν υπήρξε καμία επίδραση της ήπιας ηπατικής δυσλειτουργίας στη συστηματική έκθεση (AUCinf) του συνολικού MTP-PE. Μέτρια ηπατική δυσλειτουργία οδήγησε σε μικρή αύξηση του συνολικού AUCinf MTP-ΡΕ, με τη γεωμετρική μέση αναλογία των ελαχίστων τετραγώνων (που εκφράζεται ως %) για μέτρια ηπατική δυσλειτουργία σε σχέση με την αντίστοιχη ομάδα της οποίας η ηπατική λειτουργία είναι φυσιολογική 119% (90% CI: 94,1 % - 151%). Η φαρμακοκινητική μεταβλητότητα ήταν υψηλότερη στην ομάδα με τη μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (ο συντελεστής διακύμανσης της συστηματικής έκθεσης [AUCinf] ήταν 50% έναντι <30% στις άλλες ομάδες της ηπατικής λειτουργίας).

Ημέση ημίσεια ζωή του συνολικού και ελεύθερου ΜΤΡ-ΡΕ σε ήπια ηπατική δυσλειτουργία ήταν 2,02 ώρες και 1,99 ώρες, αντίστοιχα, και ήταν συγκρίσιμες με εκείνες σε άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία (2,15 ώρες και 2,26 ώρες, αντίστοιχα). Η μέση ημίσεια ζωή του συνολικού και ελεύθερου MTP-PE σε μέτρια ηπατική δυσλειτουργία ήταν 3,21 ώρες και 3,15 ώρες, αντίστοιχα. Επιπλέον, η γεωμετρική μέση AUCinf στο πλάσμα του ελεύθερου (μη συνδεδεμένου λιποσώματος) MTP-PE σε ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία ήταν 47% υψηλότερη από τις

αντίστοιχες τιμές στις ομάδες φυσιολογικής ηπατικής λειτουργίας. Αυτές οι μεταβολές δεν θεωρήθηκε ότι είναι κλινικά σημαντικές, καθώς η μέγιστη ανεκτή δόση (4-6 mg/m2) της mifamurtide είναι 2-3 φορές της συνιστώμενης δόσης (2 mg/m2).

5.3Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Σε ευαίσθητα είδη (κουνέλια και σκύλους) η μέγιστη ημερήσια δόση λιποσωματικής mifamurtide που δεν προκάλεσε ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν 0,1 mg/kg, η οποία αντιστοιχεί σε 1,2 και

2 mg/m2, αντίστοιχα. Η περιεκτικότητα της δόσης της mifamurtide που δεν προκαλεί καμία ανεπιθύμητη ενέργεια στα ζώα αντιστοιχεί περίπου στη συνιστώμενη δόση των 2 mg/m2 για τους ανθρώπους.

Τα δεδομένα μιας μελέτης διάρκειας έξι μηνών σε σκύλους με ημερήσιες ενδοφλέβιες ενέσεις έως και 0,5 mg/kg (10 mg/m2) mifamurtide παρείχαν 8πλάσιο έως και 19πλάσιο περιθώριο ασφάλειας αθροιστικής έκθεσης που αφορά την ορατή τοξικότητα για την προτιθέμενη κλινική δόση σε ανθρώπους. Οι σημαντικές τοξικές επιδράσεις που σχετίζονται με αυτές τις υψηλές ημερήσιες και αθροιστικές δόσεις της mifamurtide αποτελούν κυρίως διόγκωση των φαρμακολογικών επιδράσεων: πυρεξία, σημεία έντονης φλεγμονώδους απόκρισης τα οποία εκδηλώνονται με τη μορφή υμενίτιδας, βρογχοπνευμονίας, περικαρδίτιδας και φλεγμονώδους νέκρωσης του ήπατος και του μυελού των οστών. Παρατηρήθηκαν επίσης τα ακόλουθα επεισόδια: αιμορραγία και

επιμήκυνση του χρόνου πήξης, έμφρακτα, μορφολογικές αλλαγές στα τοιχώματα μικρών αρτηριών, οίδημα και συμφόρηση του κεντρικού νευρικού συστήματος, ελάσσονες καρδιακές επιδράσεις και υπονατριαιμία ελαφράς μορφής. Η mifamurtide δεν ήταν μεταλλαξιογόνο και δεν προκάλεσε τερατογένεση σε αρουραίους και κουνέλια. Επίδραση τοξικότητας στα έμβρυα παρατηρήθηκε μόνο στα επίπεδα τοξικότητας στη μητέρα.

Δεν υπήρχαν αποτελέσματα από γενικές μελέτες τοξικότητας που να υποδεικνύουν επιβλαβείς επιδράσεις στα αρσενικά ή θηλυκά αναπαραγωγικά όργανα. Δεν έχουν διενεργηθεί ειδικές μελέτες που να εξετάζουν την αναπαραγωγική λειτουργία, την περιγεννητική τοξικότητα και το ενδεχόμενο καρκινογένεσης.

6.ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1Κατάλογος εκδόχων

1-παλμιτοϋλ-2-ολεοϋλ-sn-γλυκερο-3-φωσφοχολίνη (POPC)

Όξινο νιτρικό άλας 1,2-διολεοϋλ-sn-γλυκερο-3-φωσφο-L-σερίνης (OOPS)

6.2Ασυμβατότητες

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.

6.3Διάρκεια ζωής

Κλειστό φιαλίδιο κόνεως: 30 μήνες

Ανασυσταμένο εναιώρημα: Η χημική και φυσική σταθερότητα έχει καταδειχθεί για 6 ώρες σε θερμοκρασία έως 25ºC.

Από μικροβιολογική άποψη, συνιστάται η άμεση χρήση του προϊόντος. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρόνοι φύλαξης κατά τη χρήση και οι συνθήκες φύλαξης πριν από τη χρήση του ανασυσταμένου, διηθημένου και αραιωμένου διαλύματος αποτελούν ευθύνη του χρήστη και δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις 6 ώρες σε θερμοκρασία 25ºC. Μην ψύχετε ή καταψύχετε το διάλυμα.

6.4Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσετε σε ψυγείο (2 °C–8 °C). Μην καταψύχετε.

Φυλάσσετε το φιαλίδιο στην εξωτερική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως.

Για τις συνθήκες διατήρησης του ανασυσταμένου φαρμακευτικού προϊόντος, βλέπε παράγραφο

6.3.

6.5Φύση και συστατικά του περιέκτη

Γυάλινο φιαλίδιο τύπου Ι των 50 ml με γκρι πώμα ελαστικού βουτυλίου, με σφράγιση αλουμινίου και πλαστικό αυτοαποσπώμενο κάλυμμα, που περιέχει 4 mg mifamurtide.

Κάθε συσκευασία περιέχει ένα φιαλίδιο και ένα μιας χρήσης, μη πυρετογόνο, αποστειρωμένο φίλτρο για το MEPACT που παρέχεται σε συσκευασία κυψέλης από PVC.

6.6Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Το MEPACT πρέπει να ανασυστάται, να διηθείται με το παρεχόμενο φίλτρο και, στη συνέχεια, να αραιώνεται με χρήση άσηπτης τεχνικής.

Κάθε φιαλίδιο πρέπει να ανασυστάται με 50 ml ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου

9 mg/ml (0,9%). Μετά την ανασύσταση, κάθε ml εναιωρήματος στο φιαλίδιο περιέχει 0,08 mg mifamurtide. Ο όγκος του ανασυσταμένου εναιωρήματος που αντιστοιχεί στην υπολογισμένη δόση αφαιρείται μέσω του παρεχόμενου φίλτρου και, στη συνέχεια, αραιώνεται με την προσθήκη 50 ml ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9 %) σύμφωνα με τις λεπτομερείς οδηγίες που παρατίθενται στη συνέχεια.

Οδηγίες για την προετοιμασία του MEPACT για ενδοφλέβια έγχυση

Υλικά που περιέχονται σε κάθε συσκευασία

1.MEPACT κόνις για συμπύκνωμα για διασπορά προς έγχυση (φιαλίδιο)

2.Φίλτρο για το MEPACT

Υλικά που απαιτούνται αλλά δεν παρέχονται

3.Ενέσιμο διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%), ασκός EP/USP 100 ml

4.Μία αποστειρωμένη σύριγγα 60 ή 100 ml μίας χρήσης με άκρο σύνδεσης luer lock

5.Δύο αποστειρωμένες βελόνες μεσαίου (18) μεγέθους

Συνιστάται η ανασύσταση του λιποσωματικού εναιωρήματος να πραγματοποιείται σε θάλαμο νηματικής ροής, φορώντας γάντια που έχουν αποστειρωθεί με χρήση άσηπτης τεχνικής.

Πριν από την ανασύσταση, τη διήθηση με το παρεχόμενο φίλτρο και την αραίωση, η λυοφιλοποιημένη κόνις πρέπει να σταθεροποιείται σε θερμοκρασία περίπου 20°C – 25°C. Αυτή η διαδικασία διαρκεί περίπου 30 λεπτά.

1.Αφαιρέστε το πώμα του φιαλιδίου και καθαρίστε τη σφράγιση με επίθεμα αλκοόλης.

2.Αφαιρέστε το φίλτρο από τη συσκευασία κυψέλης και απομακρύνετε το καπάκι της ακίδας του φίλτρου. Στη συνέχεια, τοποθετήστε σταθερά την ακίδα στο διάφραγμα του φιαλιδίου έως ότου αυτή εφαρμόσει. Σε αυτή τη φάση, δεν πρέπει να αφαιρέσετε το πώμα σύνδεσης luer του φίλτρου.

3.Αφαιρέστε τον ασκό 100 ml για το ενέσιμο διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%), τη βελόνα και τη σύριγγα από τη συσκευασία τους (δεν περιλαμβάνονται στη συσκευασία του φαρμάκου).

4.Καθαρίστε με ένα επίθεμα αλκοόλης το σημείο του ασκού του ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) στο οποίο θα εισαχθεί η βελόνα.

5.Χρησιμοποιώντας τη βελόνα και τη σύριγγα, αφαιρέστε 50 ml ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) από τον ασκό.

6.Αφού αφαιρέσετε τη βελόνα από τη σύριγγα, τοποθετείστε τη σύριγγα στο φίλτρο ανοίγοντας το πώμα σύνδεσης luer του φίλτρου (Εικόνα 1).

Εικόνα 1

7.Προσθέστε το ενέσιμο διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) στο φιαλίδιο πιέζοντας αργά και σταθερά το έμβολο της σύριγγας. Μην αφαιρείτε το φίλτρο και τη

σύριγγα από το φιαλίδιο.

8.Αφήστε το φιαλίδιο σε ηρεμία για ένα λεπτό ώστε να διασφαλίσετε την πλήρη ενυδάτωση της στερεάς ουσίας.

9.Στη συνέχεια, ανακινήστε το φιαλίδιο έντονα για ένα λεπτό ενώ παράλληλα κρατάτε το φίλτρο και τη σύριγγα προσαρτημένα σε αυτό. Καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας τα λιποσώματα δαμορφώνονται αυθόρμητα (Εικόνα 2).

Εικόνα 2

10.Αντλείστε την επιθυμητή δόση από το φιαλίδιο αναστρέφοντάς το και τραβώντας αργά το έμβολο της σύριγγας (Εικόνα 3). Κάθε ml ανασυσταμένου εναιωρήματος περιέχει

0,08 mg mifamurtide. Ο όγκος του εναιωρήματος που πρέπει να αντληθεί για κάθε ποσότητα δόσης υπολογίζεται ως ακολούθως:

Ποσότητα που αντλείται = [12,5 x υπολογισμένη δόση (mg)] ml

Για λόγους ευκολίας, παρατίθεται ο ακόλουθος πίνακας αντιστοιχίας:

Δόση

Όγκος

1,0 mg

12,5 ml

2,0 mg

25 ml

3,0 mg

37,5 ml

 

 

4,0 mg

50 ml

 

 

Εικόνα 3

11.Στη συνέχεια, αφαιρέστε τη σύριγγα από το φίλτρο και τοποθετήστε καινούρια βελόνα στη σύριγγα που περιέχει το εναιώρημα. Καθαρίστε με επίθεμα αλκοόλης το σημείο του ασκού στο οποίο θα τοποθετηθεί η βελόνα και ενέστε το εναιώρημα της σύριγγας στον αρχικό ασκό που περιέχει τα υπόλοιπα 50 ml του ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) (Εικόνα 4).

Εικόνα 4

12.Περιστρέψτε τον ασκό απαλά για να αναμειχθεί το διάλυμα.

13.Στην ετικέτα του ασκού που περιέχει το ανασυσταμένο, διηθημένο και αραιωμένο λιποσωματικό εναιώρημα πρέπει να αναγράφονται τα στοιχεία του ασθενούς, η ώρα και η ημερομηνία.

14.Η χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση έχει καταδειχθεί για χρονικό διάστημα 6 ωρών σε θερμοκρασία δωματίου (περίπου μεταξύ 20°C – 25°C).

15.Από μικροβιολογική άποψη, συνιστάται η άμεση χρήση του προϊόντος. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρόνοι φύλαξης κατά τη χρήση και οι συνθήκες φύλαξης πριν από τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη και δεν πρέπει να υπερβαίνουν κανονικά τις 6 ώρες σε θερμοκρασία δωματίου.

16.Το λιποσωματικό εναιώρημα εγχύεται ενδοφλέβια για χρονικό διάστημα περίπου μιας ώρας.

Απόρριψη

Καμία ειδική υποχρέωση.

7.ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Takeda France SAS

Immeuble Pacific 11-13 Cours Valmy 92800 - Puteaux

Γαλλία

8.ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

EU/1/08/502/001

9.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 6 Μαρτίου 2009 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης:

10.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Λεπτομερή πληροφοριακά στοιχεία για το παρόν φαρμακευτικό προϊόν είναι διαθέσιμα στον δικτυακό τόπο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων http://www.ema.europa.eu.

Σχόλια

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
  • Βοήθεια
  • Get it on Google Play
  • Σχετικά
  • Info on site by:

  • Presented by RXed.eu

  • 27558

    φάρμακα με συνταγογράφηση που απαριθμούνται