Greek
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

Neofordex (dexamethasone) – περιληψη των χαρακτηριστικων του προϊοντοσ - H02AB02

Updated on site: 08-Oct-2017

Όνομα φαρμάκουNeofordex
Κωδικός ATCH02AB02
Ουσίαdexamethasone
ΚατασκευαστήςLaboratoires CTRS 

Περιεχόμενα άρθρου

1.ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Neofordex 40 mg δισκία

2.ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε δισκίο περιέχει οξική δεξαμεθαζόνη, ισοδύναμη με 40 mg δεξαμεθαζόνης.

Έκδοχο με γνωστή δράση: Κάθε δισκίο περιέχει 98,1 mg λακτόζη (ως μονοϋδρική) Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3.ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Δισκίο

Λευκό, επίμηκες (11 mm × 5,5 mm) δισκίο με εγκοπή στη μία όψη.

Το δισκίο μπορεί να διαχωριστεί για χορήγηση δόσης 20 mg (βλ. παράγραφο 4.2).

4.ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1Θεραπευτικές ενδείξεις

Το Neofordex ενδείκνυται για τη θεραπεία του συμπτωματικού πολλαπλού μυελώματος σε ενήλικες, σε συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.

4.2Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Η έναρξη και η παρακολούθηση της θεραπείας πρέπει να γίνεται υπό την επίβλεψη γιατρού έμπειρου στη διαχείριση του πολλαπλού μυελώματος.

Δοσολογία

Ηδόση και η συχνότητα χορήγησης ποικίλλει ανάλογα με το θεραπευτικό πρωτόκολλο και την(ις) αντίστοιχη(ες) θεραπεία(ες). Η χορήγηση Neofordex πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τις οδηγίες χορήγησης της δεξαμεθαζόνης όπως αυτές περιγράφονται στην Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος για τις σχετιζόμενες με αυτήν θεραπείες. Σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, πρέπει να τηρούνται τα θεραπευτικά πρωτόκολλα και οι κατευθυντήριες γραμμές που ισχύουν σε τοπικό ή διεθνές επίπεδο. Οι συνταγογράφοι γιατροί πρέπει να αξιολογούν προσεκτικά τη δόση δεξαμεθαζόνης που θα χρησιμοποιήσουν, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση του ασθενούς και την κατάσταση της νόσου.

Ησυνήθης δοσολογία της δεξαμεθαζόνης είναι 40 mg μία φορά ανά ημέρα χορήγησης.

Στο τέλος της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη, η δόση πρέπει να μειώνεται σταδιακά έως ότου διακοπεί τελείως.

Ηλικιωμένοι

Σε ηλικιωμένους και/ή ευπαθείς ασθενείς, η ημερήσια δόση μπορεί να μειωθεί σε 20 mg δεξαμεθαζόνης, ανάλογα με το κατάλληλο δοσολογικό σχήμα θεραπείας.

Ηπατική δυσλειτουργία ή νεφρική ανεπάρκεια

Οι ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία ή νεφρική ανεπάρκεια χρήζουν κατάλληλης παρακολούθησης. Οι ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία πρέπει να λαμβάνουν τις δόσεις του φαρμάκου με προσοχή καθώς δεν υπάρχουν δεδομένα για τον συγκεκριμένο πληθυσμό ασθενών (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τη χρήση του Neofordex στον παιδιατρικό πληθυσμό για την ένδειξη πολλαπλού μυελώματος.

Μέθοδος χορήγησης Χρήση από το στόμα.

Για την ελαχιστοποίηση της αϋπνίας, το δισκίο πρέπει να λαμβάνεται κατά προτίμηση το πρωί.

Τα δισκία πρέπει να φυλάσσονται στη συσκευασία κυψέλης μέχρι τη χορήγηση. Τα μεμονωμένα δισκία σε άθικτη συσκευασία θα πρέπει να διαχωριστούν από την καρτέλα κυψέλης σχίζοντας στις διατρήσεις, π.χ. για χρήση σε θήκη ταξινόμησης φαρμάκων πολλαπλών θέσεων.

Για τη χορήγηση δόσης 20 mg, τα δισκία μπορούν να θραύονται στην εγκοπή, σε δύο ίσα μέρη. Λόγω

πιθανών προβλημάτων σταθερότητας των μισών δισκίων που αποθηκεύονται μετά το διαχωρισμό, τα μισά δισκία που δεν λαμβάνονται αμέσως θα πρέπει να απορρίπτονται σύμφωνα με τα κατά τόπους μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος (βλ. επίσης παράγραφο 6.4).

4.3Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Ενεργή ιογενής νόσος (ιδίως ιογενής ηπατίτιδα, έρπης, ανεμευλογιά, έρπης ζωστήρας).

Μη ελεγχόμενη ψύχωση.

Όταν το Neofordex χορηγείται σε συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, πρέπει να συμβουλεύεστε τις πληροφορίες των χαρακτηριστικών του προϊόντος για πρόσθετες αντενδείξεις.

4.4Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Το Neofordex είναι υψηλής δόσης γλυκοκορτικοειδές. Το γεγονός αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο της παρακολούθησης του ασθενούς. Το όφελος της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη πρέπει να σταθμίζεται προσεκτικά και διαρκώς σε σχέση με τους πραγματικούς και δυνητικούς κινδύνους.

Κίνδυνος λοίμωξης Η θεραπεία με υψηλές δόσεις δεξαμεθαζόνης αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης σοβαρών λοιμώξεων, ιδίως

λοιμώξεων που οφείλονται σε βακτήρια, μύκητες και/ή παράσιτα. Τέτοιες λοιμώξεις μπορούν επίσης να προκληθούν από μικροοργανισμούς που σπανίως προκαλούν νόσους υπό κανονικές συνθήκες (ευκαιριακές λοιμώξεις). Οι ενδείξεις εμφάνισης λοίμωξης ενδέχεται να συγκαλυφθούν από τη θεραπεία με δεξαμεθαζόνη.

Πριν από την έναρξη της θεραπείας, πρέπει να αντιμετωπιστεί οποιαδήποτε εστία λοίμωξης, ιδίως φυματίωσης. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά για τυχόν εμφάνιση λοιμώξεων. Συγκεκριμένα, συχνά παρατηρείται πνευμονία. Οι ασθενείς πρέπει να είναι ενήμεροι σχετικά με τις ενδείξεις και τα συμπτώματα της πνευμονίας και να αναζητούν ιατρική βοήθεια σε περίπτωση που εμφανιστούν τέτοια συμπτώματα. Σε περίπτωση ενεργού λοιμώδους νόσου, στη θεραπεία με Neofordex πρέπει να προστίθεται κατάλληλη αντιλοιμώδης θεραπεία.

Σε περίπτωση ιστορικού φυματίωσης με μείζονα επακόλουθη βλάβη αξιολογηθείσα ακτινολογικά ή εάν δεν είναι βέβαιο ότι έχει τηρηθεί ένα πλήρες θεραπευτικό σχήμα με ριφαμπικίνη για 6 μήνες, απαιτείται προφυλακτική αντιφυματική θεραπεία.

Υπάρχει κίνδυνος σοβαρής στρογγυλοειδίασης. Οι ασθενείς από ενδημικές περιοχές (τροπικές και υποτροπικές περιοχές, νότια Ευρώπη) πρέπει να υποβάλλονται σε εξέταση κοπράνων και, εάν απαιτείται, σε εξάλειψη του παρασίτου πριν από την έναρξη της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη.

Ορισμένες ιογενείς παθήσεις (ανεμευλογιά, ιλαρά) μπορεί να επιδεινωθούν σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή ή σε ασθενείς που έχουν λάβει θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή κατά τους 3 προηγούμενους μήνες. Οι ασθενείς πρέπει να αποφεύγουν την επαφή με υποκείμενα που πάσχουν από ανεμευλογιά ή ιλαρά. Οι ανοσοανεπαρκείς ασθενείς χωρίς ιστορικό ανεμευλογιάς ή ιλαράς διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο. Εάν οι εν λόγω ασθενείς έχουν έρθει σε επαφή με άτομα που πάσχουν από ανεμευλογιά ή ιλαρά, πρέπει να τους χορηγηθεί προληπτική θεραπεία με ενδοφλέβια φυσιολογική αιμοσφαιρίνη ή να πραγματοποιηθεί παθητική ανοσοποίηση με ανοσοσφαιρίνη έναντι του έρπη ζωστήρα, ανάλογα με την περίπτωση. Οι ασθενείς που έχουν εκτεθεί σε τέτοιο περιβάλλον πρέπει να γνωρίζουν ότι οφείλουν να αναζητούν άμεσα ιατρική φροντίδα.

Το Neofordex δεν πρέπει να χορηγείται μαζί με εμβόλια ζωντανών εξασθενημένων ιών (βλ. παράγραφο 4.5). Οι εμβολιασμοί με αδρανοποιημένα εμβόλια αποτελούν συνήθως μια επιλογή. Ωστόσο, η ανοσολογική απόκριση και, κατά συνέπεια, η επίδραση του εμβολιασμού μπορεί να μειωθεί από τις υψηλές δόσεις γλυκοκορτικοειδών.

Η δεξαμεθαζόνη μπορεί να καταστείλει τη δερματική αντίδραση σε δοκιμασία αλλεργίας. Μπορεί επίσης να επηρεάσει τη δοκιμασία νιτροκυανού του τετραζολίου (ΝΒΤ) για βακτηριακές λοιμώξεις και να προκαλέσει ψευδώς-αρνητικά αποτελέσματα.

Ψυχιατρικές διαταραχές Οι ασθενείς και/ή τα άτομα που τους φροντίζουν πρέπει να προειδοποιούνται σχετικά με τις δυνητικά σοβαρές

ψυχιατρικές ανεπιθύμητες ενέργειες που μπορεί να παρουσιαστούν με τα συστημικά στεροειδή (βλ. παράγραφο 4.8). Τα συμπτώματα εμφανίζονται κατά κανόνα εντός λίγων ημερών ή εβδομάδων από την έναρξη της θεραπείας. Οι κίνδυνοι ενδέχεται να είναι μεγαλύτεροι με τις υψηλές δόσεις (βλ. επίσης παράγραφο 4.5 για τις φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις που μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών), παρά το γεγονός ότι τα επίπεδα των δόσεων δεν επιτρέπουν την πρόβλεψη της έναρξης, του βαθμού σοβαρότητας ή της διάρκειας των αντιδράσεων/ανεπιθύμητων ενεργειών. Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες υποχωρούν μετά τη μείωση ή τη διακοπή της δόσης, μολονότι ενδέχεται να χρειαστεί ειδική θεραπεία. Οι ασθενείς και/ή τα άτομα που τους φροντίζουν πρέπει να παροτρύνονται να ζητούν τη συμβουλή γιατρού εάν εμφανίσουν ανησυχητικά ψυχολογικά συμπτώματα, ιδίως εάν υπάρχει υποψία καταθλιπτικής διάθεσης ή αυτοκτονικού ιδεασμού. Επίσης οι ασθενείς και/ή τα άτομα που τους φροντίζουν πρέπει να είναι ενήμεροι για πιθανές ψυχιατρικές διαταραχές που ενδέχεται να εμφανιστούν είτε κατά τη διάρκεια, είτε αμέσως μετά τη σταδιακή μείωση/διακοπή της δόσης των συστημικών στεροειδών, παρότι τέτοιες ανεπιθύμητες ενέργειες δεν αναφέρονται συχνά.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται όταν εξετάζεται η χρήση συστημικών κορτικοστεροειδών σε ασθενείς με παλαιότερες ή υφιστάμενες σοβαρές συναισθηματικές διαταραχές, τόσο στους ίδιους όσο και σε συγγενείς πρώτου βαθμού. Σε αυτές περιλαμβάνονται καταθλιπτικές ή μανιοκαταθλιπτικές νόσοι και παλαιότερες ψυχώσεις προκαλούμενες από στεροειδή.

Η αϋπνία μπορεί να ελαχιστοποιηθεί με τη χορήγηση του Neofordex το πρωί.

Γαστρεντερικές διαταραχές Η θεραπεία για το ενεργό γαστρικό ή δωδεκαδακτυλικό έλκος πρέπει να χορηγείται πριν από την έναρξη της

θεραπείας με κορτικοστεροειδή. Για τους ασθενείς με ιστορικό ή με παράγοντες κινδύνου γαστρικού ή δωδεκαδακτυλικού έλκους, αιμορραγίας ή διάτρησης, πρέπει να εξετάζεται η λήψη κατάλληλης προφύλαξης. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται κλινικά, περιλαμβανομένης της χρήσης ενδοσκόπησης.

Οφθαλμικές διαταραχές

Ησυστημική θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή μπορεί να επιφέρει χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε διαταραχή της όρασης συμπεριλαμβανομένης απώλειας όρασης.

Ηπαρατεταμένη χρήση κορτικοστεροειδών μπορεί να προκαλέσει υποπεριφακικό καταρράκτη καθώς και γλαύκωμα με πιθανή βλάβη του οπτικού νεύρου, ενώ ενδέχεται να ενισχύσει την ανάπτυξη δευτερευουσών οφθαλμικών λοιμώξεων λόγω μυκήτων ή ιών. Κατά τη θεραπεία ασθενών με γλαύκωμα (ή με οικογενειακό ιστορικό γλαυκώματος), καθώς και κατά τη θεραπεία ασθενών με απλό έρπητα των οφθαλμών, απαιτείται ιδιαίτερη φροντίδα λόγω πιθανής διάτρησης του κερατοειδούς.

Τενοντίτιδα Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να ευνοήσουν την ανάπτυξη τενοντίτιδας, σε εξαιρετικές δε περιπτώσεις ακόμα

και τη ρήξη του προσβεβλημένου τένοντα. Ο κίνδυνος αυτός αυξάνεται με την ταυτόχρονη χορήγηση φθοριοκινολονών, όπως και σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση με δευτερεύοντα υπερπαραθυρεοειδισμό ή μετά από μεταμόσχευση νεφρού.

Ηλικιωμένοι Οι συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες των συστημικών κορτικοστεροειδών ενδέχεται να σχετίζονται με πιο

σοβαρές συνέπειες σε ασθενείς προχωρημένης ηλικίας, όπως με οστεοπόρωση, υπέρταση, υποκαλιαιμία, διαβήτη, ευαισθησία σε λοιμώξεις και λέπτυνση του δέρματος. Για την αποφυγή απειλητικών για τη ζωή ανεπιθύμητων ενεργειών απαιτείται στενή κλινική επίβλεψη.

Παρακολούθηση Η χρήση κορτικοστεροειδών απαιτεί κατάλληλη παρακολούθηση ασθενών με ελκώδη κολίτιδα (λόγω

κινδύνου διάτρησης), πρόσφατη αναστόμωση του εντέρου, εκκολπωματίτιδα, πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου (κίνδυνος ρήξης του ελεύθερου τοιχώματος της αριστερής κοιλίας), σακχαρώδη διαβήτη (ή οικογενειακό ιστορικό), νεφρική ανεπάρκεια, ηπατική δυσλειτουργία, οστεοπόρωση και μυασθένια gravis.

Μακροχρόνια θεραπεία Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, πρέπει να ακολουθείται δίαιτα χαμηλή σε απλά σάκχαρα και υψηλή σε

πρωτεΐνες, λόγω της υπεργλυκαιμικής επίδρασης των κορτικοστεροειδών και της διέγερσης του καταβολισμού των πρωτεϊνών με αρνητικό ισοζύγιο αζώτου..

Συχνά παρατηρείται κατακράτηση υγρών και νατρίου, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε υπέρταση. Η πρόσληψη νατρίου πρέπει να μειώνεται και να παρακολουθείται η αρτηριακή πίεση. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται κατά τη θεραπεία ασθενών με νεφρική δυσλειτουργία, υπέρταση ή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα καλίου. Συμπληρώματα καλίου πρέπει να χορηγούνται ιδίως σε περιπτώσεις όπου υπάρχει κίνδυνος καρδιακής αρρυθμίας ή ταυτόχρονης χορήγησης φαρμακευτικών προϊόντων που προκαλούν υποκαλιαιμία.

Η θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή ενδέχεται να μειώσει την επίδραση της αντιδιαβητικής ή αντιυπερτασικής θεραπείας. Η δόση της ινσουλίνης, των πόσιμων αντιδιαβητικών και των αντιυπερτασικών φαρμακευτικών προϊόντων ενδέχεται να πρέπει να αυξηθεί.

Ανάλογα με τη διάρκεια της θεραπείας, μπορεί να προκληθεί δυσλειτουργία στον μεταβολισμό του ασβεστίου. Τα επίπεδα του ασβεστίου και της βιταμίνης D πρέπει να παρακολουθούνται. Σε ασθενείς που δεν έχουν λάβει ακόμη διφωσφονικά άλατα για νόσους των οστών που σχετίζονται με πολλαπλό μυέλωμα, πρέπει να εξετάζεται η δυνατότητα χορήγησης των διφωσφονικών, ιδίως εάν συντρέχουν παράγοντες κινδύνου οστεοπόρωσης.

Δυσανεξία στη λακτόζη

Το Neofordex περιέχει λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.

Χρήση σε συνδυασμό με άλλη(ες) θεραπεία(ες) για το πολλαπλό μυέλωμα

Όταν το Neofordex χορηγείται σε συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, πριν από την έναρξη της θεραπείας με Neofordex πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η περίληψη χαρακτηριστικών του προϊόντος των εν λόγω φαρμακευτικών προϊόντων.

Όταν το Neofordex χορηγείται σε συνδυασμό με ουσίες με γνωστή τερατογόνο δράση (π.χ. θαλιδομίδη, λεναλιδομίδη, πομαλιδομίδη, πλεριξαφόρη), απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε ό,τι αφορά την εξέταση και την πρόληψη της εγκυμοσύνης (βλ. παράγραφο 4.6).

Συμβάματα φλεβικής και αρτηριακής θρομβοεμβολής

Σε ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα, ο συνδυασμός δεξαμεθαζόνης με θαλιδομίδη και τα ανάλογα αυτής σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο φλεβικής θρομβοεμβολής (κυρίως εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση και πνευμονική εμβολή) και αρτηριακής θρομβοεμβολής (κυρίως έμφραγμα του μυοκαρδίου και εγκεφαλοαγγειακό επεισόδιο) (βλ. παραγράφους 4.5 και 4.8).

Ως εκ τούτου, οι ασθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου θρομβοεμβολής (περιλαμβανομένης παλαιότερης θρόμβωσης) πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Πρέπει να λαμβάνονται μέτρα για την ελαχιστοποίηση όλων των τροποποιήσιμων παραγόντων κινδύνου (π.χ. κάπνισμα, υπέρταση και υπεριλιπιδαιμία). Επίσης, η ταυτόχρονη χορήγηση ερυθροποιητικών φαρμακευτικών προϊόντων ενδέχεται να αυξάνει τον κίνδυνο θρόμβωσης στους εν λόγω ασθενείς. Συνεπώς, τα ερυθροποιητικά φαρμακευτικά προϊόντα, ή άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που ενδέχεται να αυξήσουν τον κίνδυνο θρόμβωσης, όπως η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης, πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα που λαμβάνουν δεξαμεθαζόνη με θαλιδομίδη και ανάλογα αυτής. Με συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης πάνω από 12 g/dl η χορήγηση ερυθροποιητικών φαρμακευτικών προϊόντων πρέπει να διακόπτεται.

Οι ασθενείς και οι γιατροί πρέπει να ενημερώνονται ότι οφείλουν να παρατηρούν τυχόν ενδείξεις και συμπτώματα θρομβοεμβολής. Οι ασθενείς πρέπει να γνωρίζουν ότι οφείλουν να αναζητούν τη βοήθεια γιατρού εάν εμφανίσουν συμπτώματα όπως δύσπνοια, άλγος στον θώρακα ή οίδημα στα άκρα. Πρέπει να συνιστάται προφυλακτική αντιθρομβωτική θεραπεία, ιδίως σε ασθενείς με πρόσθετους παράγοντες κινδύνου θρόμβωσης. Η απόφαση για τη λήψη προφυλακτικών αντιθρομβωτικών μέτρων πρέπει να λαμβάνεται μετά από προσεκτική αξιολόγηση των υποκείμενων παραγόντων κινδύνου για κάθε ασθενή ξεχωριστά.

Εάν ο ασθενής υποστεί θρομβοεμβολικό επεισόδιο, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται και να χορηγείται συνήθης αντιπηκτική θεραπεία. Μόλις ο ασθενής σταθεροποιηθεί με την αντιπηκτική θεραπεία και αντιμετωπιστούν οι οποιεσδήποτε επιπλοκές του θρομβοεμβολικού επεισοδίου, η θεραπεία με δεξαμεθαζόνη και θαλιδομίδη ή με τα ανάλογα αυτής μπορεί να χορηγηθεί εκ νέου με την αρχική δόση, ανάλογα με την αξιολόγηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου. Ο ασθενής πρέπει να συνεχίζει την αντιπηκτική αγωγή κατά τη διάρκεια της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη και θαλιδομίδη ή με τα ανάλογα αυτής.

Ουδετεροπενία και θρομβοκυτταροπενία

Οσυνδυασμός δεξαμεθαζόνης και λεναλιδομίδης σε ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα σχετίζεται με υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης ουδετεροπενίας βαθμού 4 (5,1% σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λεναλιδομίδη/δεξαμεθαζόνη σε σύγκριση με 0,6% σε ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο/δεξαμεθαζόνη, βλ. παράγραφο 4.8). Τα επεισόδια εμπύρετης ουδετεροπενίας βαθμού 4 δεν παρατηρούνται συχνά (0,6% σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λεναλιδομίδη/δεξαμεθαζόνη σε σύγκριση με 0,0% σε ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο/δεξαμεθαζόνη, βλ. παράγραφο 4.8). Η ουδετεροπενία ήταν η συχνότερα αναφερόμενη αιματολογική ανεπιθύμητη ενέργεια Βαθμού 3 ή 4 σε ασθενείς με υποτροπιάζον/ανθιστάμενο πολλαπλό μυέλωμα που αντιμετωπίστηκε με τον συνδυασμό δεξαμεθαζόνης και πομαλιδομίδης. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες, ειδικά ουδετεροπενία. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερωθούν ότι οφείλουν να αναφέρουν αμέσως τα εμπύρετα επεισόδια. Μπορεί να απαιτείται μείωση της δόσης της λεναλιδομίδης ή της πομαλιδομίδης. Σε περίπτωση ουδετεροπενίας, ο γιατρός πρέπει να εξετάσει τη χρήση αυξητικών παραγόντων για τη διαχείριση του ασθενούς.

Οσυνδυασμός δεξαμεθαζόνης και λεναλιδομίδης σε ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα σχετίζεται με υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης θρομβοκυτταροπενίας βαθμού 3 και 4 (9,9% και 1,4%, αντίστοιχα, για τους ασθενείς που έλαβαν λεναλιδομίδη/δεξαμεθαζόνη σε σύγκριση με 2,3% και 0,0% για τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο/δεξαμεθαζόνη) (βλ. παράγραφο 4.8). Η θρομβοκυτταροπενία αναφέρθηκε επίσης πολύ συχνά από ασθενείς με υποτροπιάζον/ανθιστάμενο πολλαπλό μυέλωμα που αντιμετωπίστηκε με τον συνδυασμό δεξαμεθαζόνης και πομαλιδομίδης. Οι ασθενείς και οι γιατροί πρέπει να ενημερωθούν ότι οφείλουν να παρατηρούν τυχόν ενδείξεις και συμπτώματα αιμορραγίας, όπου περιλαμβάνονται πετέχειες και επίσταξη, ιδίως σε περιπτώσεις ταυτόχρονης χορήγησης θεραπείας με τάσεις πρόκλησης αιμορραγίας. Μπορεί να απαιτείται μείωση της δόσης της λεναλιδομίδης ή της πομαλιδομίδης.

Η διενέργεια πλήρους αιμοδιαγράμματος, στο οποίο περιλαμβάνονται συγκριτικές μετρήσεις του αριθμού των λευκοκυττάρων και των αιμοπεταλίων, της αιμοσφαιρίνης και του αιματοκρίτη, απαιτείται πριν από την

έναρξη της θεραπείας και κάθε εβδομάδα για τις πρώτες 8 εβδομάδες της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη/λεναλιδομίδη και, στη συνέχεια, σε μηνιαία βάση για την παρακολούθηση της κυτταροπενίας.

4.5Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Πριν από τη χρήση του Neofordex σε συνδυασμό με οποιοδήποτε άλλο φαρμακευτικό προϊόν, πρέπει να συμβουλεύεσθε την περίληψη χαρακτηριστικών του προϊόντος του συγκεκριμένου φαρμακευτικού προϊόντος.

Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις

Λόγω ανησυχιών σχετικά με την ασφάλεια, πρέπει να αποφεύγονται οι συνδυασμοί με τα ακόλουθα φαρμακευτικά προϊόντα:

Με ακετυλοσαλικυλικό οξύ, σε δόσεις ≥ 1 g ανά δόση ή 3 g ανά ημέρα, λόγω αυξημένου κινδύνου αιμορραγίας. Σε δόσεις ≥ 500 mg ανά δόση ή < 3 g ανά ημέρα, απαιτούνται προφυλάξεις λόγω αυξημένου κινδύνου αιμορραγίας, εξέλκωσης και γαστρεντερικής διάτρησης. Παρόλα αυτά η αντιθρομβωτική προφύλαξη με χαμηλές δόσεις ακετυλοσαλικυλικού οξέος είναι εφικτή.

Με εμβόλια ζωντανών εξασθενημένων ιών, λόγω κινδύνου δυνητικά θανατηφόρας νόσου που σχετίζεται με το εμβόλιο.

Οι ακόλουθοι συνδυασμοί απαιτούν τη λήψη μέτρων προφύλαξης λόγω ανησυχιών σχετικά με την ασφάλεια:

Με υποκαλιαιμικά φαρμακευτικά προϊόντα: υποκαλιαιμικά διουρητικά, ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό, υπακτικά, τετρακοσακτίδη, ενδοφλέβια αμφοτερικίνη B, λόγω αυξημένου κινδύνου υποκαλιαιμίας. Τα επίπεδα καλίου πρέπει να παρακολουθούνται και να διορθώνονται, εφόσον απαιτείται. Επιπλέον, σε περίπτωση ταυτόχρονης χορήγησης η αμφοτερικίνη B ενέχει κίνδυνο αύξησης του μεγέθους της καρδιάς και καρδιακής ανεπάρκειας.

Με δακτυλίτιδα, καθώς η υποκαλιαιμία ενισχύει την τοξική επίδραση της δακτυλίτιδας. Η υποκαλιαιμία πρέπει να διορθώνεται σε κάθε περίπτωση, οι δε ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται κλινικά για τα επίπεδα των ηλεκτρολυτών τους, καθώς και με ηλεκτροκαρδιογράφημα.

Με φαρμακευτικά προϊόντα που ενέχουν κίνδυνο ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου, λόγω αυξημένου κινδύνου κοιλιακής αρρυθμίας. Η υποκαλιαιμία πρέπει να διορθώνεται σε κάθε περίπτωση, οι δε ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται κλινικά για τα επίπεδα των ηλεκτρολυτών τους, καθώς και με ηλεκτροκαρδιογράφημα.

Με ερυθροποιητικά φαρμακευτικά προϊόντα ή άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που ενδέχεται να αυξήσουν τον κίνδυνο θρόμβωσης, όπως η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης, σε ασθενείς που λαμβάνουν θαλιδομίδη ή ανάλογα αυτής και Neofordex (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8).

Με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), λόγω αυξημένου κινδύνου γαστρεντερικής εξέλκωσης.

Με υποκαλιαιμικά φαρμακευτικά προϊόντα, καθώς η δεξαμεθαζόνη μπορεί να αυξήσει τα γλυκαιμικά επίπεδα και να μειώσει την ανοχή στη γλυκόζη, με πιθανότητα κετοξέωσης. Οι ασθενείς πρέπει να είναι ενήμεροι για τον κίνδυνο αυτό, ενώ οι ίδιοι πρέπει να παρατηρούν επισταμένα το αίμα και τα ούρα τους, ιδίως κατά την έναρξη της θεραπείας. Η δοσολογία αντιδιαβητικών φαρμακευτικών προϊόντων ενδέχεται να πρέπει να προσαρμοστεί κατά τη διάρκεια και μετά από τη θεραπεία με δεξαμεθαζόνη.

Με αντιυπερτασικά φαρμακευτικά προϊόντα, λόγω της μείωσης της επίδρασής τους (κατακράτηση υγρών και νατρίου). Η δόση αντιυπερτασικής θεραπείας ενδέχεται να πρέπει να προσαρμοστεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη.

Με φθοριοκινολόνες, λόγω του δυνητικά αυξημένου κινδύνου τενοντίτιδας και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ρήξης του προσβεβλημένου τένοντα, ιδίως μετά από μακροχρόνια θεραπεία.

Με μεθοτρεξάτη, λόγω αυξημένου κινδύνου αιματολογικής τοξικότητας.

Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις

Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη δεξαμεθαζόνη

Η δεξαμεθαζόνη μεταβολίζεται μέσω του κυτοχρώματος P450 3A4 (CYP3A4) και μεταφέρεται από την P- γλυκοπρωτεΐνη (P-gp, γνωστή επίσης και ως MDR1). Η ταυτόχρονη χορήγηση δεξαμεθαζόνης με επαγωγείς ή αποκλειστές του CYP3A4 ή P-gp ενδέχεται να οδηγήσει σε μειωμένες ή αυξημένες συγκεντρώσεις της δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα αντίστοιχα.

Οι ακόλουθοι συνδυασμοί απαιτούν προφυλάξεις λόγω των αλλαγών στη φαρμακοκινητική της δεξαμεθαζόνης:

Φαρμακευτικά προϊόντα που ενδέχεται να μειώσουν τη συγκέντρωση της δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα:

Αμινογλουθετιμίδη, λόγω μείωσης της επίδρασης της δεξαμεθαζόνης μέσω της αύξησης του ηπατικού μεταβολισμού της.

Αντισπασμωδικά που αποτελούν επαγωγείς ηπατικών ενζύμων: καρβαμαζεπίνη, φωσφαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη,φαινυτοΐνη, πριμιδόνη, λόγω μείωσης των επιπέδων δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα και, κατά συνέπεια, της αποτελεσματικότητάς της.

Με ριφαμπικίνη, λόγω μείωσης των συγκεντρώσεων δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα και της αποτελεσματικότητάς της μέσω της αύξησης του ηπατικού μεταβολισμού της.

Τοπικά γαστρεντερικά φαρμακευτικά προϊόντα, αντιόξινα και σκευάσματα ενεργοποιημένου άνθρακα, καθώς και χολεστυραμίνη, λόγω της μείωσης της εντερικής απορρόφησης της δεξαμεθαζόνης. Η χορήγηση τέτοιων φαρμακευτικών προϊόντων και Neofordex πρέπει να πραγματοποιείται με τουλάχιστον δύο ώρες διαφορά του ενός από το άλλο.

    φάρμακα με συνταγογράφηση που απαριθμούνται. Ουσία: "Dexamethasone"

  • Ozurdex - dexamethasone

Eφεδρίνη, λόγω μείωσης των επιπέδων δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα μέσω της αύξησης της μεταβολικής κάθαρσης.

Φαρμακευτικά προϊόντα που ενδέχεται να αυξήσουν τη συγκέντρωση της δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα:

Aπρεπιτάντη και φοσαπρεπιτάντη, λόγω αύξησης των συγκεντρώσεων δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα μέσω της μείωσης του ηπατικού μεταβολισμού της.

Κλαριθρομυκίνη, ερυθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ποσακοναζόλη, βορικοναζόλη, νελφιναβίρη, ριτοναβίρη: αυξημένες συγκεντρώσεις δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα λόγω μείωσης του ηπατικού μεταβολισμού της από τους προαναφερθέντες αποκλειστές ενζύμων.

Επιδράσεις της δεξαμεθαζόνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα

Η δεξαμεθαζόνη είναι μέτριος επαγωγέας του CYP3A4 και της P-gp. Η ταυτόχρονη χορήγηση δεξαμεθαζόνης με ουσίες που μεταβολίζονται μέσω του CYP3A4 ή μεταφέρονται μέσω της P-gp θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυξημένη κάθαρση και μειωμένες συγκεντρώσεις των εν λόγω ουσιών στο πλάσμα:

Από του στόματος χορηγούμενα αντισυλληπτικά, καθώς δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η αποτελεσματικότητα των χορηγούμενων από το στόμα αντισυλληπτικών να μειώνεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων με χορηγούμενα από το στόμα αντισυλληπτικά. Για την αποφυγή εγκυμοσύνης πρέπει να λαμβάνονται αποτελεσματικά μέτρα (βλ. παράγραφο 4.6). Επίσης, ενδέχεται να μειώνεται η αποτελεσματικότητα της θεραπείας ορμονικής υποκατάστασης.

Από του στόματος χορηγούμενα αντιπηκτικά, λόγω της πιθανής επίδρασης των κορτικοστεροειδών στον μεταβολισμό των από του στόματος χορηγούμενων αντιπηκτικών και των παραγόντων πήξης, καθώς και λόγω του αιμορραγικού κινδύνου (βλεννογόνος της πεπτικής οδού, αγγειακή ευθραυστότητα) που ενέχει η θεραπεία με δεξαμεθαζόνη καθαυτή σε υψηλές δόσεις ή η θεραπεία διάρκειας άνω των 10 ημερών. Εάν ο συνδυασμός κρίνεται απαραίτητος, η παρακολούθηση πρέπει να ενταθεί και οι παράμετροι πήξης πρέπει να ελέγχονται μετά από μία εβδομάδα θεραπείας και, στη συνέχεια, κάθε δύο εβδομάδες για όλη τη διάρκεια της θεραπείας, καθώς και μετά το τέλος αυτής.

Δοσεταξέλη και κυκλοφωσφαμίδη, λόγω μείωσης των επιπέδων τους στο πλάσμα μέσω της επαγωγής του CYP3A και της P-gp.

Λαπατινίμπη, λόγω αυξημένης ηπατοτοξικότητας της λαπατινίμπης, πιθανόν λόγω της επαγωγής του μεταβολισμού του CYP3A4.

Κυκλοσπορίνη, λόγω της μείωσης της βιοδιαθεσιμότητας της κυκλοσπορίνης και των επιπέδων της στο πλάσμα. Η κυκλοσπορίνη ενδέχεται επίσης να αυξήσει την ενδοκυτταρική πρόσληψη της δεξαμεθαζόνης. Επιπλέον, με την ταυτόχρονη χορήγηση δεξαμεθαζόνης και κυκλοσπορίνης έχουν

αναφερθεί σπασμοί. Η ταυτόχρονη χορήγηση δεξαμεθαζόνης και κυκλοσπορίνης πρέπει να αποφεύγεται.

Μιδαζολάμη, λόγω μείωσης στα επίπεδα μιδαζολάμης στο πλάσμα μέσω επαγωγής του CYP3A4. Η αποτελεσματικότητα της μιδαζολάμης ενδέχεται να μειωθεί.

Ιβερμεκτίνη, λόγω μείωσης των επιπέδων ιβερμεκτίνης στο πλάσμα. Η εξάλειψη παρασίτων πρέπει να ολοκληρώνεται επιτυχώς πριν από τη χρήση δεξαμεθαζόνης (βλ. παράγραφο 4.4).

Ριφαμπουτίνη, λόγω μειωμένων επιπέδων ριφαμπουτίνης στο πλάσμα μέσω επαγωγής του εντερικού και του ηπατικού CYP3A4.

Ινδιναβίρη, λόγω έντονης μείωσης των επιπέδων ινδιναβίρης στο πλάσμα μέσω επαγωγής του εντερικού CYP3A4.

Ερυθρομυκίνη, λόγω αυξημένου μεταβολισμού της ερυθρομυκίνης σε μη μεταφορείς του αλληλόμορφου CYP3A5*1 μετά τη θεραπεία με δεξαμεθαζόνη.

Ισονιαζίδη, καθώς τα γλυκοκορτικοειδή ενδέχεται να μειώσουν τις συγκεντρώσεις της ισονιαζίδης στο πλάσμα, πιθανόν λόγω διέγερσης του ηπατικού μεταβολισμού της ισονιαζίδης και μείωσης του μεταβολισμού των γλυκοκορτικοειδών.

Πραζικουαντέλη, λόγω της μείωσης των συγκεντρώσεων πραζικουαντέλης στο πλάσμα οφειλόμενης στην αύξηση του ηπατικού μεταβολισμού της από τη δεξαμεθαζόνη, με κίνδυνο αστοχίας της θεραπείας. Οι θεραπείες με δύο φαρμακευτικά προϊόντα πρέπει να απέχουν χρονικά τουλάχιστον μία εβδομάδα.

Ηεπαναλαμβανόμενη, καθημερινή χορήγηση δεξαμεθαζόνης έχει επίσης ως αποτέλεσμα τη μείωση των επιπέδων δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα λόγω της επαγωγής του CYP3A4 και της P-gp. Δεν απαιτείται καμία προσαρμογή της δόσης στη θεραπεία του πολλαπλού μυελώματος.

Ηδεξαμεθαζόνη δεν έχει κλινικά σημαντική φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση με τη θαλιδομίδη, τη λεναλιδομίδη, την πομαλιδομίδη, τη βορτεζομίμπη, τη βινκριστίνη ή τη δοξορουμπικίνη.

4.6Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Neofordex οι γυναίκες πρέπει να αποφεύγουν την εγκυμοσύνη. Η δεξαμεθαζόνη ενδέχεται να προκαλεί συγγενείς δυσπλασίες (βλ. παράγραφο 5.3). Η δεξαμεθαζόνη ενδέχεται να χορηγείται σε συνδυασμό με ουσίες με γνωστή τερατογόνο δράση (π.χ. θαλιδομίδη, λεναλιδομίδη, πομαλιδομίδη, πλεριξαφόρη), ή με κυτταροτοξικές ουσίες, οι οποίες αντενδείκνυνται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Οι ασθενείς που λαμβάνουν Neofordex σε συνδυασμό με προϊόντα που περιέχουν θαλιδομίδη, λεναλιδομίδη ή πομαλιδομίδη πρέπει να τηρούν τα προγράμματα πρόληψης της εγκυμοσύνης που προβλέπονται για τα εν λόγω προϊόντα. Για περισσότερες πληροφορίες πριν από την έναρξη οποιασδήποτε θεραπείας συνδυασμού πρέπει να συμβουλεύεστε τις σχετικές πληροφορίες των χαρακτηριστικών του προϊόντος.

Αντισύλληψη σε άντρες και γυναίκες Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία και οι άνδρες σύντροφοί τους πρέπει να χρησιμοποιούν

αποτελεσματική αντισύλληψη. Ειδικότερα, σε περίπτωση θεραπείας συνδυασμού με θαλιδομίδη ή τα ανάλογα αυτής πρέπει να τηρούνται οι απαιτήσεις του προγράμματος πρόληψης της εγκυμοσύνης. Η αποτελεσματικότητα των από του στόματος χορηγούμενων αντισυλληπτικών ενδέχεται να μειωθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη (βλ. παράγραφο 4.5).

Κύηση Η εμπειρία σε ανθρώπους υποδεικνύει ότι η δεξαμεθαζόνη, χορηγούμενη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης,

προκαλεί συγγενείς δυσπλασίες, ιδίως καθυστέρηση της ενδομήτριας ανάπτυξης, σπανίως δε νεογνική επινεφριδιακή ανεπάρκεια.

Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει τοξικότητα στην αναπαραγωγή (βλ. παράγραφο 5.3).

Το Neofordex δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με δεξαμεθαζόνη.

Θηλασμός Τα γλυκοκορτικοειδή απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα και φαίνεται ότι έχουν επίδραση στα θηλάζοντα

νεογέννητα/βρέφη γυναικών που έχουν λάβει θεραπεία.

Η απόφαση για το εάν πρέπει να διακοπεί ο θηλασμός ή να διακοπεί/ να αποφευχθεί η θεραπεία με το Neofordex, λαμβάνεται κατόπιν αξιολόγησης του οφέλους του θηλασμού για το παιδί και του οφέλους της θεραπείας για τη γυναίκα.

Γονιμότητα Μελέτες σε ζώα έδειξαν μείωση στη γυναικεία γονιμότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Δεν υπάρχουν διαθέσιμα

δεδομένα για την ανδρική γονιμότητα.

4.7Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών

Το Neofordex έχει μέτρια επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών.

Η δεξαμεθαζόνη ενδέχεται να προκαλέσει συγχυτική κατάσταση, ψευδαισθήσεις, ζάλη, υπνηλία, κόπωση, συγκοπή και θαμπή όραση (βλ. παράγραφο 4.8). Εάν εμφανιστούν ανεπιθύμητες ενέργειες, οι ασθενείς πρέπει να ενημερωθούν ότι δεν πρέπει να οδηγούν, να χειρίζονται μηχανές και να εκτελούν επικίνδυνες δραστηριότητες κατά τη διάρκεια της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη.

4.8Ανεπιθύμητες ενέργειες

Περίληψη της εικόνας ασφάλειας

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες του Neofordex αντιστοιχούν στην προβλεπόμενη εικόνα ασφάλειας των γλυκοκορτικοειδών. Πολύ συχνά παρατηρείται υπεργλυκαιμία, αϋπνία, μυϊκό άλγος και αδυναμία, εξασθένηση, κόπωση, οίδημα και αύξηση βάρους. Στις λιγότερο συχνές αλλά σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνονται: πνευμονία και άλλες λοιμώξεις και ψυχιατρικές διαταραχές (βλ. παράγραφο 4.4). Σε συνδυασμό με θαλιδομίδη ή τα ανάλογα αυτής, οι πιο σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν φλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδια, κυρίως εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση και πνευμονική εμβολή, καθώς και μυελοκαταστολή, ιδίως ουδετεροπενία και θρομβοκυτταροπενία (βλ. παράγραφο 4.4).

Η συχνότητα εμφάνισης προβλεπόμενων ανεπιθύμητων ενεργειών, περιλαμβανομένης της ατροφίας των επινεφριδίων, σχετίζεται με τη δόση, τον χρόνο χορήγησης και τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4).

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με δεξαμεθαζόνη

παρατίθενται παρακάτω, ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και ανά συχνότητα. Τα δεδομένα προέρχονται από την εμπειρία και από κλινικές μελέτες με ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα, στο πλαίσιο των οποίων η δεξαμεθαζόνη χρησιμοποιήθηκε ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με εικονικό φάρμακο. Η συχνότητα εμφάνισης είναι η ακόλουθη: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000 συμπεριλαμβανομένων μεμονωμένων αναφορών) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Κατηγορία οργανικού

Ανεπιθύμητες ενέργειες

συστήματος

 

Λοιμώξεις και παρασιτώσεις

Συχνές: Πνευμονία, έρπης ζωστήρας, λοίμωξη του ανώτερου

 

αναπνευστικού συστήματος, λοίμωξη του κατώτερου

 

αναπνευστικού συστήματος, καντιντίαση του στόματος,

 

μυκητιασική λοίμωξη του στόματος, λοίμωξη του ουροποιητικού

 

συστήματος, λοίμωξη με τον ιό του απλού έρπητα, καντιντιασική

 

λοίμωξη

 

Μη γνωστές: Λοίμωξη, σήψη.

Διαταραχές του αιμοποιητικού

Συχνές: Ουδετεροπενία, αναιμία, θρομβοκυτταροπενία,

και του λεμφικού συστήματος

λεμφοπενία, λευκοπενία, λευκοκυττάρωση

 

Όχι συχνές: Εμπύρετη ουδετεροπενία, πανκυτταροπενία, διαταραχή

 

του μηχανισμού πήξης του αίματος.

Διαταραχές του ενδοκρινικού

Συχνές: Σύνδρομο Cushing

συστήματος

Όχι συχνές: Υποθυρεοειδισμός

 

Μη γνωστές: Ατροφία των επινεφριδίων, σύνδρομο στέρησης

 

στεροειδών, επινεφριδιακή ανεπάρκεια, υπερτρίχωση, μη

 

φυσιολογική έμμηνος ρύση.

Διαταραχές του μεταβολισμού

Πολύ συχνές: Υπεργλυκαιμία

και της θρέψης

Συχνές: Υποκαλιαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, ανορεξία, αυξημένη

 

ή μειωμένη όρεξη, υπολευκωματιναιμία, κατακράτηση υγρών,

 

υπερουριχαιμία

 

Όχι συχνές: Αφυδάτωση, υπασβεστιαιμία, υπομαγνησιαιμία

 

Μη γνωστές: Διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη, κατακράτηση

 

νατρίου, μεταβολική αλκάλωση.

Ψυχιατρικές διαταραχές

Πολύ συχνές: Αϋπνία

 

Συχνές: Κατάθλιψη, άγχος, επιθετικότητα, συγχυτική κατάσταση,

 

ευερεθιστότητα, νευρικότητα, εναλλαγή στη διάθεση, ταραχή,

 

ευφορία

 

Όχι συχνές: Μεταβολές διάθεσης, ψευδαισθήσεις

 

Μη γνωστές: Μανία, ψύχωση, συμπεριφορικές διαταραχές.

Διαταραχές του νευρικού

Συχνές: Περιφερική νευροπάθεια, ζάλη, ψυχοκινητική

συστήματος

υπερδραστηριότητα, διαταραχή προσοχής, διαταραχή της μνήμης,

 

τρόμος, παραισθησία, κεφαλαλγία, αγευσία, δυσγευσία, υπνηλία,

 

λήθαργος, διαταραχή της ισορροπίας, δυσφωνία

 

Όχι συχνές: Εγκεφαλικό επεισόδιο, παροδικά ισχαιμικά επεισόδια,

 

αμνησία, μη φυσιολογικός συντονισμός, αταξία, συγκοπή

 

Μη γνωστές: Σπασμοί.

Οφθαλμικές διαταραχές

Συχνές: Θαμπή όραση, καταρράκτης

 

Όχι συχνές: Επιπεφυκίτιδα, αυξημένη δακρύρροια

 

Μη γνωστές: Χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια, γλαύκωμα.

Διαταραχές του ωτός και του

Συχνές: Ίλιγγος.

λαβυρίνθου

 

Καρδιακές διαταραχές

Συχνές: Κολπική μαρμαρυγή, υπερκοιλιακή εκτακτοσυστολή,

 

ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών

 

Όχι συχνές: Ισχαιμία του μυοκαρδίου, βραδυκαρδία

 

Μη γνωστές: Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.

Αγγειακές διαταραχές

Συχνές: Φλεβικές θρομβοεμβολικές αντιδράσεις, κυρίως εν τω

 

βάθει φλεβική θρόμβωση και πνευμονική εμβολή, υπέρταση,

 

υπόταση, εξάψεις, αυξημένη καρδιακή πίεση, μειωμένη διαστολική

 

αρτηριακή πίεση

 

Μη γνωστές: Πορφύρα, μώλωπες

Διαταραχές του αναπνευστικού

Συχνές: Βρογχίτιδα, βήχας, δύσπνοια, φαρυγγολαρυγγικό άλγος,

συστήματος, του θώρακα και

βράγχος, λόξιγκας.

του μεσοθωράκιου

 

Γαστρεντερικές διαταραχές

Πολύ συχνές: Δυσκοιλιότητα

 

Συχνές: Έμετος, διάρροια, ναυτία, δυσπεψία, στοματίτιδα,

 

γαστρίτιδα, κοιλιακό άλγος, ξηροστομία, κοιλιακή διόγκωση,

 

μετεωρισμός

 

Μη γνωστές: Παγκρεατίτιδα, γαστρεντερική διάτρηση,

 

γαστρεντερική αιμορραγία, έλκος του γαστρεντερικού σωλήνα.

Διαταραχές του ήπατος και των

Συχνές: Μη φυσιολογικές εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας, αύξηση

χοληφόρων

αλανινικής αμινοτρανσφεράσης.

Διαταραχές του δέρματος και

Συχνές: Εξάνθημα, ερύθημα, υπεριδρωσία, κνησμός, ξηροδερμία,

του υποδόριου ιστού

αλωπεκία

 

Όχι συχνές: Κνίδωση

 

Μη γνωστές: Ατροφία του δέρματος, ακμή.

Διαταραχές του μυοσκελετικού

Πολύ συχνές: Μυϊκή αδυναμία, μυϊκές κράμπες

συστήματος και του συνδετικού

Συχνές: Μυοπάθεια, μυοσκελετικό άλγος, αρθραλγία, άλγος των

ιστού

άκρων

 

Μη γνωστές: Παθολογικό κάταγμα, οστεονέκρωση, οστεοπόρωση,

 

ρήξη τένοντα.

Διαταραχές των νεφρών και

Συχνές: Πολυουρία

των ουροφόρων οδών

Όχι συχνές: Νεφρική ανεπάρκεια.

Γενικές διαταραχές και

Πολύ συχνές: Κόπωση, εξασθένηση, οίδημα (περιλαμβανομένου

καταστάσεις της οδού

του περιφερικού οιδήματος και του πρηξίματος στο πρόσωπο)

χορήγησης

Συχνές: Άλγος, φλεγμονή του βλεννογόνου, πυρεξία, ρίγη,

 

αδιαθεσία

 

Μη γνωστές: Καθυστέρηση στην επούλωση.

Παρακλινικές εξετάσεις

Συχνές: Μειωμένο σωματικό βάρος, αυξημένο σωματικό βάρος

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Πριν από τη χρήση του Neofordex σε συνδυασμό με οποιοδήποτε άλλο φαρμακευτικό προϊόν, πρέπει να συμβουλεύεσθε την περίληψη χαρακτηριστικών του προϊόντος του συγκεκριμένου φαρμακευτικού προϊόντος.

Η συχνότητα εμφάνισης ορισμένων ανεπιθύμητων ενεργειών ποικίλλει ανάλογα με τη θεραπεία συνδυασμού που χρησιμοποιείται.

Ο συνδυασμός λεναλιδομίδης και δεξαμεθαζόνης σε ασθενείς με υποτροπιάζον ή ανθιστάμενο πολλαπλό μυέλωμα σχετίζεται με υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης ουδετεροπενίας βαθμού 4 (5,1% σε ασθενείς που έλαβαν λεναλιδομίδη/δεξαμεθαζόνη σε σύγκριση με 0,6% σε ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο/δεξαμεθαζόνη). Επεισόδια εμπύρετης ουδετεροπενίας βαθμού 4 δεν παρατηρήθηκαν συχνά (0,6% σε ασθενείς που έλαβαν λεναλιδομίδη/δεξαμεθαζόνη σε σύγκριση με 0,0% σε ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο/δεξαμεθαζόνη). Παρόμοια συχνότητα εμφάνισης ουδετεροπενίας υψηλού βαθμού αναφέρθηκε σε νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς που έλαβαν θεραπεία συνδυασμού λεναλιδομίδης και δεξαμεθαζόνης.

Ουδετεροπενία εμφανίστηκε στο 45,3% των ασθενών με υποτροπιάζον και ανθιστάμενο πολλαπλό μυέλωμα που έλαβαν χαμηλή δόση δεξαμεθαζόνης και πομαλιδομίδη (Pom + LD-Dex), και στο 19,5% των ασθενών που έλαβαν υψηλή δόση δεξαμεθαζόνης (HD-Dex). Η ουδετεροπενία ήταν βαθμού 3 ή 4 στο 41,7% των ασθενών που έλαβαν Pom + LD-Dex, σε σύγκριση με το 14,8% που έλαβαν HD-Dex. Σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με Pom + LD-Dex η ουδετεροπενία ήταν σοβαρή όχι συχνά (2,0% των ασθενών), δεν οδήγησε σε τερματισμό της θεραπείας και σχετιζόταν με διακοπή της θεραπείας στο 21,0% των ασθενών και με μείωση της δόσης σε 7,7% των ασθενών. Εμπύρετη ουδετεροπενία εμφανίστηκε στο 6,7% των ασθενών που έλαβαν Pom + LD-Dex και σε κανέναν ασθενή που έλαβε HD-Dex. Όλες αναφέρθηκαν ως βαθμού 3 ή 4. Η εμπύρετη ουδετεροπενία αναφέρθηκε ως σοβαρή στο 4,0% των ασθενών. Η εμπύρετη ουδετεροπενία σχετιζόταν με διακοπή δόσης στο 3,7% των ασθενών και με μείωση της δόσης στο 1,3% των ασθενών και με κανέναν τερματισμό της θεραπείας.

Ο συνδυασμός λεναλιδομίδης και δεξαμεθαζόνης σε ασθενείς με υποτροπιάζον ή ανθιστάμενο πολλαπλό μυέλωμα σχετίζεται με υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης θρομβοκυτταροπενίας βαθμού 3 και 4 (9,9% και 1,4% αντίστοιχα, σε ασθενείς που έλαβαν λεναλιδομίδη/δεξαμεθαζόνη σε σύγκριση με 2,3% και 0,0% σε ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο/δεξαμεθαζόνη). Παρόμοια συχνότητα εμφάνισης θρομβοκυτταροπενίας υψηλού βαθμού παρατηρήθηκε σε νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς που έλαβαν θεραπεία συνδυασμού λεναλιδομίδης και δεξαμεθαζόνης. Θρομβοκυτταροπενία εμφανίστηκε στο 27,0% των ασθενών με υποτροπιάζον και ανθιστάμενο πολλαπλό μυέλωμα που έλαβαν Pom + LD-Dex, και στο 26,8% των ασθενών που έλαβαν HD-Dex. Η θρομβοκυτταροπενία ήταν βαθμού 3 ή 4 στο 20,7% των ασθενών που έλαβαν Pom + LD-Dex και στο 24,2% που έλαβαν HD-Dex. Σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με Pom + LD- Dex, η θρομβοκυτταροπενία ήταν σοβαρή στο 1,7% των ασθενών, οδήγησε σε μείωση της δόσης στο 6,3% των ασθενών, σε διακοπή της δόσης στο 8% των ασθενών και σε τερματισμό της θεραπείας στο 0,7% των ασθενών.

Ο συνδυασμός λεναλιδομίδης, θαλιδομίδης ή πομαλιδομίδης και δεξαμεθαζόνης σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης και πνευμονικής εμβολής σε ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα (βλ. παράγραφο 4.5). Η ταυτόχρονη χορήγηση ερυθροποιητικών φαρμακευτικών προϊόντων ή το ιστορικό εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης ενδέχεται να αυξάνουν τον κίνδυνο θρόμβωσης σε αυτούς τους ασθενείς.

Αντιδράσεις περιφερικής νευροπάθειας χαμηλού βαθμού, κυρίως παραισθησία βαθμού 1, ενδέχεται να παρατηρηθούν με τη μονοθεραπεία δεξαμεθαζόνης σε ποσοστό έως και 34% των νεοδιαγνωσθέντων ασθενών με πολλαπλό μυέλωμα. Ωστόσο, τόσο η συχνότητα εμφάνισης όσο και η σοβαρότητα της περιφερικής νευροπάθειας αυξάνονται με τη ταυτόχρονη χορήγηση βορτεζομίμπης ή θαλιδομίδης. Σε μια μελέτη, το 10,7% των ασθενών που έλαβαν θαλιδομίδη και δεξαμεθαζόνη εμφάνισαν νευροπαθητικές αντιδράσεις βαθμού 3/4 σε σύγκριση με 0,9% των ασθενών που έλαβαν μονοθεραπεία δεξαμεθαζόνης.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του

φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

4.9Υπερδοσολογία

Η οξεία τοξικότητα της δεξαμεθαζόνης είναι ασθενής, ενώ σπάνια παρατηρούνται τοξικές επιδράσεις μετά από οξεία υπερδοσολογία. Δεν υπάρχει αντίδοτο και η θεραπεία είναι συμπτωματική.

5.ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Κορτικοστεροειδή για συστημική χρήση, γλυκοκορτικοειδή, κωδικός ATC: H02AB02

Μηχανισμός δράσης

Ηδεξαμεθαζόνη είναι συνθετικό γλυκοκορτικοειδές το οποίο συνδυάζει υψηλές αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες με χαμηλή δραστηριότητα αλατοκορτικοειδούς. Σε υψηλές δόσεις (π.χ. 40 mg), μειώνει την ανοσολογική απόκριση.

Ηδεξαμεθαζόνη έχει αποδειχθεί ότι προκαλεί κυτταρική νέκρωση (απόπτωση) του πολλαπλού μυελώματος μέσω ενός μηχανισμού προς τα κάτω ρύθμισης της δραστηριότητας του πυρηνικού παράγοντα κB (Nuclear Factor-κB) και ενεργοποίηση της κασπάσης-9 μέσω αποδέσμευσης ενός δεύτερου, μιτοχονδριακού ενεργοποιητή των κασπασών (Smac, παράγοντας προώθησης απόπτωσης). Για την επίτευξη μέγιστων επιπέδων δεικτών απόπτωσης μαζί με αυξημένα επίπεδα ενεργοποίησης κασπασών-3 και κατακερματισμού του DNA απαιτείται παρατεταμένη έκθεση. Επίσης, η δεξαμεθαζόνη ρύθμισε προς τα κάτω τα αντιαποπτωτικά γονίδια και αύξησε τα επίπεδα της πρωτεΐνης IκB-α.

Ηαποπτωτική δραστηριότητα της δεξαμεθαζόνης ενισχύεται με τον συνδυασμό με θαλιδομίδη ή τα ανάλογα αυτής και με τον αποκλειστή πρωτεοσώματος (π.χ. βορτεζομίμπη).

Το πολλαπλό μυέλωμα είναι μια εξελισσόμενη, σπάνια αιματολογική νόσος. Χαρακτηρίζεται από υπερβολικό αριθμό μη φυσιολογικών κυττάρων πλάσματος στον μυελό των οστών και υπερπαραγωγή ακέραιης μονοκλωνικής ανοσοσφαιρίνης (IgG, IgA, IgD ή IgE) ή μόνο πρωτεϊνών Bence-Jones (ελεύθερες ελαφρές αλυσίδες μονοκλωνικής ανοσοσφαιρίνης κ και λ).

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Δεν έχει διενεργηθεί καμία κλινική μελέτη αποτελεσματικότητας και ασφάλειας με το Neofordex για τη θεραπεία του πολλαπλού μυελώματος.

Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του συνδυασμού δεξαμεθαζόνης στη θεραπεία του πολλαπλού μυελώματος έχει επιβεβαιωθεί σε πολυάριθμες κλινικές μελέτες με νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς και ασθενείς με υποτροπιάζουσα ή ανθιστάμενη νόσο. Οι πληθυσμοί ασθενών που μελετήθηκαν περιλαμβάνουν ευρύ φάσμα ηλικιών, καθώς και ασθενείς που κρίθηκαν κατάλληλοι ή μη κατάλληλοι για αυτόλογη μεταμόσχευση αρχέγονων κυττάρων. Στη θεραπεία του πολλαπλού μυελώματος μελετήθηκαν υψηλές δόσεις (40 mg ή 20 mg) χορηγούμενης από το στόμα δεξαμεθαζόνης σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία στο δοσολογικό σχήμα βινκριστίνης, αδριαμυκίνης/δοξορουμπικίνης και δεξαμεθαζόνης (VAD) ή σε σχέση με καινοτόμους παράγοντες, όπου περιλαμβάνονται η θαλιδομίδη και τα ανάλογα αυτής, καθώς και αποκλειστές πρωτεοσώματος. Σε ελεγχόμενες μελέτες, η θεραπεία συνδυασμού με δεξαμεθαζόνη κατέδειξε συστηματικά καλύτερα αποτελέσματα σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία δεξαμεθαζόνης σε ό,τι αφορά την επιβίωση και την απόκριση.

Παιδιατρικός πληθυσμός Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των

αποτελεσμάτων των μελετών με το Neofordex για το πολλαπλό μυέλωμα σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

5.2Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση

Μετά από τη χορήγηση του Neofordex από το στόμα, η ανώτατη συγκέντρωση δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα επιτυγχάνεται κατά μέσο όρο σε τρεις ώρες. Η βιοδιαθεσιμότητα της δεξαμεθαζόνης είναι περίπου 80%. Η σχέση μεταξύ των χορηγούμενων και των βιοδιαθέσιμων δόσεων είναι γραμμική.

Η δεξαμεθαζόνη μεταφέρεται από την P-γλυκοπρωτεΐνη (γνωστή επίσης και ως MDR1). Ρόλο στη μεταφορά δεξαμεθαζόνης ενδέχεται να έχουν και άλλοι μεταφορείς MDR.

Κατανομή Η δεξαμεθαζόνη δεσμεύεται από πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως από την αλβουμίνη, σε ποσοστό έως

80% περίπου, ανάλογα με τη χορηγούμενη δόση. Σε πολύ υψηλές δόσεις, η πλειονότητα της δεξαμεθαζόνης κυκλοφορεί μη δεσμευμένη στο αίμα. Ο όγκος κατανομής είναι περίπου 1 l/kg. Η δεξαμεθαζόνη διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και τον πλακουντιακό φραγμό και απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.

Βιομετασχηματισμός Ένα μικρό τμήμα της χορηγούμενης δεξαμεθαζόνης απεκκρίνεται αναλλοίωτο από τους νεφρούς. Το

μεγαλύτερο τμήμα υδρογονώνεται ή υδροξυλιώνεται σε ανθρώπους, με τους μείζονες μεταβολίτες να είναι η υδροξύ-6-δεξαμεθαζόνη και η διυδρο-20-δεξαμεθαζόνη. Ποσοστό 30 έως 40% συζευγνύνεται με γλυκουρονικό οξύ ή ενθειώνεται στο ανθρώπινο ήπαρ και απεκκρίνεται με αυτήν την μορφή μέσω των ούρων. Η δεξαμεθαζόνη μεταβολίζεται μέσω του κυτοχρώματος P450 3A4 (CYP3A4). Ρόλο στον βιομετασχηματισμό της δεξαμεθαζόνης ενδέχεται να έχουν και άλλα ισοένζυμα του κυτοχρώματος P450.

Αποβολή Η ημιζωή της δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα είναι περίπου 250 λεπτά.

Συγκεκριμένες ομάδες ασθενών Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τον βιομετασχηματισμό της δεξαμεθαζόνης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.

Το κάπνισμα δεν έχει καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική της δεξαμεθαζόνης. Δεν παρατηρήθηκε καμία διαφορά στη φαρμακοκινητική της δεξαμεθαζόνης μεταξύ υποκειμένων ευρωπαϊκής και ασιατικής (ινδονησιακής και ιαπωνικής) προέλευσης.

5.3Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Τα γλυκοκορτικοειδή επιδεικνύουν ασθενή μόνο οξεία τοξικότητα. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη χρόνια τοξικότητα και την καρκινογένεση. Τα ευρήματα γονοτοξικότητας έχει αποδειχθεί ότι είναι τεχνητά. Σε μελέτες τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα σε ποντικούς, αρουραίους,κρηκιτούς, κόνικλους και σκύλους, η δεξαμεθαζόνη προκάλεσε δυσπλασίες στο έμβρυο, όπως αύξηση της λυκοστομίας και σκελετικά ελλείμματα, μείωση στο βάρος του θύμου αδένα, του σπλήνα και των επινεφριδίων, ανωμαλίες στους πνεύμονες, στο ήπαρ και στους νεφρούς και αναστολή της ανάπτυξης. Η αξιολόγηση της μεταγεννητικής ανάπτυξης των ζώων που υποβλήθηκαν σε θεραπεία πριν από τον τοκετό έδειξε μειωμένη ανοχή στη γλυκόζη και ευαισθησία στην ινσουλίνη, μεταβολές στη συμπεριφορά και μείωση στο βάρος του εγκεφάλου και στο σωματικό βάρος. Στους άνδρες, η γονιμότητα ενδέχεται να μειωθεί μέσω της απόπτωσης των γεννητικών κυττάρων και των σπερματογεννητικών βλαβών. Τα δεδομένα για τη γυναικεία γονιμότητα είναι αντιφατικά.

6.ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1Κατάλογος εκδόχων

Μονοϋδρική λακτόζη Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Στεατικό μαγνήσιο Κολλοειδές άνυδρο πυρίτιο

6.2Aσυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3Διάρκεια ζωής

2 έτη.

6.4Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Δεν υπάρχουν ειδικές συνθήκες φύλαξης για το προϊόν αυτό.

Τα δισκία πρέπει να φυλάσσονται στη συσκευασία κυψέλης μέχρι τη χορήγηση. Τα μεμονωμένα δισκία σε άθικτη συσκευασία θα πρέπει να διαχωριστούν από την καρτέλα κυψέλης σχίζοντας στις διατρήσεις, π.χ. για χρήση σε θήκη ταξινόμησης φαρμάκων πολλαπλών θέσεων. Τα δισκία που έχουν διαχωριστεί στα δύο και τα οποία δεν καταναλώνονται αμέσως θα πρέπει να απορρίπτονται (βλ. παράγραφο 6.6).

6.5Φύση και συστατικά του περιέκτη

10 x 1 δισκία σε διάτρητες κυψέλες μονάδων δόσης από OPA/αλουμίνιο/PVC-αλουμίνιο. Συσκευασία των 10 δισκίων.

6.6Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις. Συμβουλέψτε τους ασθενείς να μην απορρίπτουν αχρησιμοποίητα δισκία στα οικιακά απορρίμματα ή λύματα.

7.ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Laboratoires CTRS 63, rue de l’Est

92100 Boulogne-Billancourt Γαλλία

E-mail: ctrs@ctrs.fr

8.ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

EU/1/15/1053/001

9.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 16 Μαρτίου 2016

10.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ TOY ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Λεπτομερή πληροφοριακά στοιχεία για το παρόν φαρμακευτικό προϊόν είναι διαθέσιμα στον δικτυακό τόπο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων http://www.ema.europa.eu.

Σχόλια

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
  • Βοήθεια
  • Get it on Google Play
  • Σχετικά
  • Info on site by:

  • Presented by RXed.eu

  • 27558

    φάρμακα με συνταγογράφηση που απαριθμούνται