Greek
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
Επιλέξτε γλώσσα ιστότοπου

Ranexa (Latixa) (ranolazine) – περιληψη των χαρακτηριστικων του προϊοντοσ - C01EB18

Updated on site: 09-Oct-2017

Όνομα φαρμάκουRanexa (Latixa)
Κωδικός ATCC01EB18
Ουσίαranolazine
ΚατασκευαστήςMenarini International Operations Luxembourg S.A. (MIOL)

Περιεχόμενα άρθρου

1.ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Ranexa 375 mg δισκία παρατεταµένης αποδέσµευσης

2.ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε δισκίο περιέχει 375 mg ρανολαζίνης.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων βλ. παράγραφο 6.1.

3.ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

∆ισκίο παρατεταµένης αποδέσµευσης Ωοειδές δισκίο, ανοικτού µπλε χρώµατος, που έχει εγχάραξη 375 στη µια πλευρά.

4.ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1Θεραπευτικές ενδείξεις

Το Ranexa ενδείκνυται σε ενήλικες ως επιπρόσθετη θεραπεία για τη συµπτωµατική αντιµετώπιση ασθενών µε σταθερή στηθάγχη οι οποίοι δεν ελέγχονται επαρκώς ή έχουν δυσανεξία σε αντιστηθαγχικές θεραπείες πρώτης γραµµής (όπως β-αποκλειστές ή/και ανταγωνιστές του ασβεστίου).

4.2∆οσολογία και τρόπος χορήγησης

Θα πρέπει να δίνεται στους ασθενείς το φύλλο οδηγιών χρήσης του Ranexa και η Κάρτα Προειδοποίησης Ασθενούς και να τους δίνεται οδηγία να παρουσιάζουν την Kάρτα Προειδοποίησης Aσθενούς που έχουν και τη λίστα φαρµακευτικής αγωγής στον επαγγελµατία υγειονοµικής περίθαλψής τους σε κάθε επίσκεψη.

∆οσολογία

Το Ranexa διατίθεται ως δισκία παρατεταµένης αποδέσµευσης των 375 mg, 500 mg, και 750 mg.

Ενήλικες: Η συνιστώµενη αρχική δόση Ranexa είναι 375 mg δύο φορές ηµερησίως. Έπειτα από

2-4 εβδοµάδες, η δόση θα πρέπει να τιτλοδοτηθεί στα 500 mg δύο φορές ηµερησίως και, σύµφωνα µε την απόκριση του ασθενούς, να τιτλοδοτηθεί περαιτέρω σε µέγιστη συνιστώµενη δόση των 750 mg δύο φορές ηµερησίως (βλέπε παράγραφο 5.1).

Εάν κάποιος ασθενής παρουσιάσει ανεπιθύµητες ενέργειες που σχετίζονται µε τη θεραπεία (π.χ. ζάλη, ναυτία, ή έµετο), ενδέχεται να απαιτείται καθοδική τιτλοδότηση του Ranexa σε 500 mg ή 375 mg δύο φορές ηµερησίως. Εάν τα συµπτώµατα δεν επιλυθούν έπειτα από την ελάττωση της δόσης, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί.

Συγχορηγούµενη θεραπεία µε αναστολείς του CYP3A4 και της P-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp): Προσεκτική τιτλοδότηση συνιστάται σε ασθενείς στους οποίους χορηγούνται µέτριοι αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. διλτιαζέµη, φλουκοναζόλη, ερυθροµυκίνη) ή αναστολείς της Ρ-gp (π.χ. βεραπαµίλη, κυκλοσπορίνη) (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5).

Η συγχορήγηση ισχυρών αναστολέων του CYP3A4 αντενδείκνυται (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.5).

Νεφρική δυσλειτουργία: Προσεκτική τιτλοδότηση συνιστάται σε ασθενείς µε ήπια έως µέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30-80 ml/min) (βλ. παραγράφους 4.4, 4.8, και 5.2). Το Ranexa αντενδείκνυται σε ασθενείς µε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης

<30 ml/min) (βλ. παραγράφους 4.3 και 5.2).

Ηπατική δυσλειτουργία: Προσεκτική τιτλοδότηση συνιστάται σε ασθενείς µε ήπια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2). Το Ranexa αντενδείκνυται σε ασθενείς µε µέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.3 και 5.2).

Ηλικιωµένοι: Η τιτλοδότηση δόσης σε ηλικιωµένους ασθενείς θα πρέπει να πραγµατοποιείται µε προσοχή (βλ. παράγραφο 4.4). Οι ηλικιωµένοι ενδέχεται να έχουν αυξηµένη έκθεση στη ρανολαζίνη λόγω µείωσης της νεφρικής λειτουργίας που σχετίζεται µε την ηλικία (βλ. παράγραφο 5.2). Η συχνότητα εµφάνισης ανεπιθύµητων ενεργειών ήταν υψηλότερη στους ηλικιωµένους (βλ. παράγραφο

4.8).

Χαµηλό σωµατικό βάρος: Η συχνότητα εµφάνισης ανεπιθύµητων ενεργειών ήταν υψηλότερη σε ασθενείς µε χαµηλό σωµατικό βάρος (60 kg). Η τιτλοδότηση δόσης σε ασθενείς µε χαµηλό σωµατικό βάρος θα πρέπει να πραγµατοποιείται µε προσοχή (βλ. παραγράφους 4.4, 4.8, και 5.2).

Συµφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (CHF): Η τιτλοδότηση δόσης σε ασθενείς µε µέτρια έως σοβαρή CHF (NYHA Τάξης III–IV) θα πρέπει να πραγµατοποιείται µε προσοχή (βλ. παραγράφους 4.4 και

5.2).

Παιδιατρικός πληθυσµός :

Η ασφάλεια και η αποτελεσµατικότητα του Ranexa σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχει τεκµηριωθεί.

∆εν υπάρχουν διαθέσιµα δεδοµένα.

Τρόπος χορήγησης:

Τα δισκία Ranexa θα πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα και να µην συνθλίβονται, σπάζονται ή µασώνται. Μπορούν να λαµβάνονται µε ή χωρίς τροφή.

4.3Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο

6.1.

Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min) (βλέπε παραγράφους 4.2 και 5.2). Μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε παραγράφους 4.2 και 5.2).

Συγχορήγηση ισχυρών αναστολέων του CYP3A4 (π.χ. ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, βορικοναζόλη, ποσακοναζόλη, αναστολείς της HIV πρωτεάσης, κλαριθροµυκίνη, τελιθροµυκίνη, νεφαζοδόνη) (βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.5).

Συγχορήγηση αντιαρρυθµικών Τάξης Ιa (π.χ. κινιδίνη) ή Τάξης ΙΙΙ (π.χ. δοφετιλίδη, σοταλόλη) εκτός της αµιωδαρόνης.

4.4Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Η χορήγηση ή η ανοδική τιτλοδότηση σε ασθενείς στους οποίους αναµένεται αυξηµένη έκθεση πρέπει να πραγµατοποιείται µε ιδιαίτερη προσοχή:

Συγχορήγηση µέτριων αναστολέων του CYP3A4 (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.5).

Συγχορήγηση αναστολέων της Ρ-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp) (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.5).

Ήπια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2).

Ήπια έως µέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30–80 ml/min) ( βλ. παραγράφους 4.2, 4.8 και 5.2).

Ηλικιωµένοι (βλ. παραγράφους 4.2, 4.8 και 5.2).

Ασθενείς µε χαµηλό σωµατικό βάρος (60 kg) (βλ. παραγράφους 4.2, 4.8 και 5.2).

Ασθενείς µε µέτρια έως σοβαρή συµφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (CHF) (NYHA Τάξης

ΙΙΙ-IV) (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2).

Σε ασθενείς µε συνδυασµό αυτών των παραγόντων, αναµένονται επιπλέον αυξήσεις έκθεσης. ∆οσοεξαρτώµενες ανεπιθύµητες ενέργειες είναι πιθανόν να παρουσιαστούν. Εάν το Ranexa χρησιµοποιείται σε ασθενείς µε συνδυασµό διαφόρων τέτοιων παραγόντων, η παρακολούθηση των

ανεπιθύµητων συµβάντων θα πρέπει να είναι συχνή, η δόση να µειώνεται, και η θεραπεία να διακόπτεται, εάν απαιτείται.

Ο κίνδυνος για αυξηµένη έκθεση που οδηγεί σε ανεπιθύµητα συµβάντα σε αυτές τις διαφορετικές υποοµάδες είναι υψηλότερος σε ασθενείς µε έλλειψη δραστηριότητας του CYP2D6 (µε περιορισµένη µεταβολική ικανότητα, PM) παρά σε άτοµα µε µεταβολική ικανότητα για το CYP2D6 (µε εκτενή µεταβολική ικανότητα, EM) (βλέπε παράγραφο 5.2). Οι παραπάνω προφυλάξεις βασίζονται στον κίνδυνο σε έναν CYP2D6 PM ασθενή, και χρειάζονται όταν δεν είναι γνωστή η κατάσταση CYP2D6. Υπάρχει µικρότερη ανάγκη για προφυλάξεις σε ασθενείς µε κατάσταση CYP2D6 EM. Εάν η κατάσταση CYP2D6 του ασθενούς έχει προσδιοριστεί (π.χ. µε προσδιορισµό γονότυπου) ή είναι προηγουµένως γνωστό ότι είναι ΕΜ, το Ranexa µπορεί να χρησιµοποιηθεί µε προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς όταν έχουν συνδυασµό διαφόρων από τους παραπάνω παράγοντες κινδύνου.

Παρατεταµένο διάστηµα QT: Μια πληθυσµιακή ανάλυση συνδυασµένων δεδοµένων από ασθενείς και υγιείς εθελοντές κατέδειξε ότι η κλίση της σχέσης συγκέντρωσης-QTc στο πλάσµα εκτιµήθηκε ότι είναι 2,4 msec ανά 1.000 ng/ml, που είναι περίπου ίσο µε αύξηση κατά 2 έως 7 msec κατά το εύρος της συγκέντρωσης στο πλάσµα για ρανολαζίνη 500 έως 1.000 mg δύο φορές ηµερησίως. Εποµένως, θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά την αντιµετώπιση ασθενών µε ιστορικό συγγενούς ή οικογενειακού συνδρόµου µακρού QT, ασθενών µε γνωστή επίκτητη παράταση στο διάστηµα QT, και ασθενών στους οποίους χορηγούνται φάρµακα που επηρεάζουν το διάστηµα QTc (βλ. επίσης παράγραφο 4.5).

Αλληλεπιδράσεις µε άλλα φάρµακα: Η συγχορήγηση µε επαγωγείς του CYP3A4 αναµένεται να οδηγήσει σε έλλειψη της αποτελεσµατικότητας. Το Ranexa δεν θα πρέπει να χρησιµοποιείται σε ασθενείς στους οποίους χορηγούνται επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. ριφαµπικίνη, φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη, καρβαµαζεπίνη, βαλσαµόχορτο) (βλέπε παράγραφο 4.5).

Νεφρική δυσλειτουργία: Η νεφρική λειτουργία µειώνεται µε την ηλικία και εποµένως είναι σηµαντικό να ελέγχεται η νεφρική λειτουργία σε τακτά διαστήµατα κατά τη θεραπεία µε ρανολαζίνη (βλ.

παραγράφους 4.2, 4.3, 4.8, και 5.2).

4.5Αλληλεπιδράσεις µε άλλα φαρµακευτικά προϊόντα και άλλες µορφές αλληλεπίδρασης

Οι επιδράσεις άλλων φαρµακευτικών προϊόντων στη ρανολαζίνη

Αναστολείς του CYP3A4 ή της P-gp: Η ρανολαζίνη είναι ένα υπόστρωµα του κυτοχρώµατος CYP3A4. Οι αναστολείς του CYP3A4 αυξάνουν τις συγκεντρώσεις της ρανολαζίνης στο πλάσµα. Το ενδεχόµενο ανεπιθύµητων συµβάντων που σχετίζονται µε τη δόση (π.χ. ναυτία, ζάλη) µπορεί επίσης να αυξηθεί µε αυξηµένες συγκεντρώσεις στο πλάσµα. Η συγχορηγούµενη θεραπεία µε κετοκοναζόλη 200 mg δύο φορές ηµερησίως αύξησε την AUC της ρανολαζίνης κατά 3,0 έως 3,9 φορές κατά τη θεραπεία µε ρανολαζίνη. Ταυτόχρονη χορήγηση ισχυρών αναστολέων του CYP3A4 (π.χ. ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, βορικοναζόλη, ποσακοναζόλη, αναστολείς της HIV πρωτεάσης, κλαριθροµυκίνη, τελιθροµυκίνη, νεφαζοδόνη) µε ρανολαζίνη αντενδείκνυται(βλέπε παράγραφο 4.3). Ο χυµός του γκρέιπφρουτ είναι επίσης ένας ισχυρός αναστολέας του CYP3A4.

Ηδιλτιαζέµη (180 έως 360 mg άπαξ ηµερησίως), ένας µετρίως ισχυρός αναστολέας του CYP3A4, προκαλεί δοσοεξαρτώµενες αυξήσεις στις µέσες συγκεντρώσεις ρανολαζίνης σε σταθερή κατάσταση κατά 1,5 έως 2,4 φορές. Προσεκτική τιτλοδότηση του Ranexa συνιστάται σε ασθενείς στους οποίους χορηγείται διλτιαζέµη και άλλοι µετρίως ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. ερυθροµυκίνη, φλουκοναζόλη). Ενδέχεται να απαιτείται καθοδική τιτλοδότηση του Ranexa (βλ. παραγράφους 4.2 και

4.4).

Ηρανολαζίνη είναι ένα υπόστρωµα για την P-γλυκοπρωτεΐνη (P-gp). Οι αναστολείς της P-gp (π.χ. κυκλοσπορίνη, βεραπαµίλη) αυξάνουν τα επίπεδα ρανολαζίνης στο πλάσµα. Η βεραπαµίλη (120 mg τρεις φορές ηµερησίως) αυξάνει τις συγκεντρώσεις ρανολαζίνης σε σταθερή κατάσταση κατά 2,2 φορές. Προσεκτική τιτλοδότηση δόσης του Ranexa συνιστάται σε ασθενείς στους οποίους

χορηγούνται αναστολείς της P-gp. Ενδέχεται να απαιτείται καθοδική τιτλοδότηση του Ranexa (βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.4).

Επαγωγείς του CYP3A4: Η ριφαµπικίνη (600 mg άπαξ ηµερησίως) µειώνει τις µέσες συγκεντρώσεις ρανολαζίνης σε σταθερή κατάσταση κατά περίπου 95%. Η έναρξη της θεραπείας µε το Ranexa θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη χορήγηση επαγωγέων του CYP3A4 (π.χ. ριφαµπικίνη, φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη, καρβαµαζεπίνη, βαλσαµόχορτο) (βλέπε παράγραφο 4.4).

Αναστολείς του CYP2D6: Η ρανολαζίνη µεταβολίζεται µερικώς από το CYP2D6, εποµένως οι αναστολείς αυτού του ενζύµου µπορεί να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της ρανολαζίνης στο πλάσµα. Η παροξετίνη, ισχυρός αναστολέας του CYP2D6, σε δόση 20 mg άπαξ ηµερησίως, αύξησε τις συγκεντρώσεις της ρανολαζίνης 1000 mg δύο φορές ηµερησίως στο πλάσµα σε σταθερή κατάσταση κατά 1,2 φορά κατά µέσο όρο. ∆εν απαιτείται ρύθµιση της δόσης. Σε επίπεδο δόσης 500 mg δύο φορές ηµερησίως, η συγχορήγηση ενός ισχυρού αναστολέα του CYP2D6 µπορεί να καταλήξει σε αύξηση στην AUC της ρανολαζίνης κατά περίπου 62%.

Οι επιδράσεις της ρανολαζίνης σε άλλα φαρµακευτικά προϊόντα

Ηρανολαζίνη είναι ένας µέτριος έως ισχυρός αναστολέας της P-gp και ένας ήπιος αναστολέας του CYP3A4, και µπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των υποστρωµάτων P-gp ή CYP3A4 στο πλάσµα.

Ηκατανοµή στους ιστούς φαρµάκων που µεταφέρονται από την P-gp µπορεί να αυξηθεί.

Προσαρµογή της δόσης των ευαίσθητων υποστρωµάτων CYP3A4 (π.χ. σιµβαστατίνη, λοβαστατίνη) και CYP3A4 υποστρωµάτων µε στενό θεραπευτικό εύρος (π.χ. κυκλοσπορίνη, τακρόλιµους, σιρόλιµους, εβερόλιµους) µπορεί να απαιτηθεί καθώς το Ranexa µπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσµα των φαρµάκων αυτών.

Τα διαθέσιµα δεδοµένα υποδηλώνουν ότι η ρανολαζίνη είναι ένας ήπιος αναστολέας του CYP2D6. Το RANEXA 750 αυξάνει τις συγκεντρώσεις του πλάσµατος της µετοπρολόλης κατά 1,8. Ως εκ τούτου, η έκθεση σε µετοπρολόλη ή άλλα υποστρώµατα CYP2D6 (π.χ. προπαφαινόνη και φλεκαϊνίδη ή, σε µικρότερο βαθµό, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά και αντιψυχωσικά) µπορεί να είναι αυξηµένη κατά τη συγχορήγηση µε Ranexa, και µικρότερες δόσεις αυτών των φαρµακευτικών προϊόντων µπορεί να απαιτείται.

Το ενδεχόµενο για αναστολή του CYP2B6 δεν έχει αξιολογηθεί. Συνιστάται προσοχή κατά τη συγχορήγηση µε υποστρώµατα CYP2B6 (π.χ. βουπροπιόνη, εφαβιρένζη, κυκλοφωσφαµίδη).

∆ιγοξίνη: Αύξηση των συγκεντρώσεων της διγοξίνης στο πλάσµα κατά µέσο όρο 1,5 φορά έχει αναφερθεί όταν το Ranexa και η διγοξίνη συγχορηγούνται. Εποµένως, τα επίπεδα διγοξίνης θα πρέπει να παρακολουθούνται έπειτα από την έναρξη και τη λήξη της θεραπείας µε το Ranexa.

Σιµβαστατίνη: Ο µεταβολισµός και η κάθαρση της σιµβαστατίνης εξαρτώνται κατά πολύ από το CYP3A4. ∆όση Ranexa 1000 mg δύο φορές ηµερησίως αύξησε τις συγκεντρώσεις στο πλάσµα της σιµβαστατίνης λακτόνης, του οξέος σιµβαστατίνης κατά περίπου 2 φορές. Η ραβδοµυόλυση έχει συσχετισθεί µε υψηλές δόσεις σιµβαστατίνης και σύµφωνα µε την εµπειρία µετά από την κυκλοφορία, περιπτώσεις ραβδοµυόλυσης έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς οι οποίοι λάµβαναν Ranexa και σιµβαστατίνη. Περιορισµός της δόσης της σιµβαστατίνης σε 20mg µία φορά την ηµέρα σε ασθενείς που λαµβάνουν οποιαδήποτε δόση Ranexa.

Ατορβαστατίνη : Το Ranexa 1000mg, 2 φορες ηµερησίως, αύξησε την Cmax και την AUC της ατορβαστατίνης 80mg, 1 φορά ηµερησίως, κατά 1.4 και 1.3 αντίστοιχα και αλλάξε την Cmax και AUC των µεταβολίτων της ατορβοστατίνης λιγότερο από 35%. Περιορισµός της δόσης της ατορβαστατίνης και κατάλληλη κλινική παρακολούθηση µπορεί να ληφθούν υπόψη κατά την χορήγηση του Ranexa.

Περιορισµός της δόσης άλλων στατινών, που µεταβολίζονται απο την CYP3A4(π.χ. Λοβαστατίνη) µπορεί να ληφθεί υπόψη κατά τη λήψη του Ranexa.

Τακρόλιµους, κυκλοσπορίνη, σιρόλιµους, εβερόλιµους : αυξηµένες συγκεντρώσεις στο πλάσµα του τακρόλιµους, ένα υπόστρωµα CYP3A4, έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς µετά από χορήγηση ρανολαζίνης. Συνιστάται τα επίπεδα του τακρόλιµους στο αίµα να παρακολουθούνται όταν συγχορηγούνται Ranexa και τακρόλιµους και ότι η δοσολογία του τακρόλιµους να προσαρµόζεται ανάλογα. Αυτό επίσης συνιστάται για άλλα CYP3A4 υποστρώµατα µε στενό θεραπευτικό εύρος (π.χ. κυκλοσπορίνη, σιρόλιµους, εβερόλιµους).

Φάρµακα που µεταφέρονται από τον οργανικό κατιονικό µεταφορέα -2 (ΟCT2) : Η έκθεση του πλάσµατος στη µετφορµίνη (1000mg 2φορές την ηµέρα) αυξήθηκε κατά 1.4 και 1.8 φορές σε άτοµα µε σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 όταν συγχορηγήθηκε µε Ranexa 500mg και 1000mg 2 φορές ηµερησίως αντίστοιχα. H έκθεση των άλλων υποστρωµάτων OCT2, περιλαµβανοµένης χωρίς όµως να περιορίζεται στην πινδολόλη και την βαρενικλίνη, µπορεί να επηρεαστεί σε παρόµοιο βαθµό.

Υπάρχει ένας θεωρητικός κίνδυνος ότι η συγχορηγούµενη θεραπεία ρανολαζίνης µε άλλα φάρµακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστηµα QTc ενδέχεται να προκαλέσει µια φαρµακοδυναµική αλληλεπίδραση και να αυξήσει τον πιθανό κίνδυνο κοιλιακών αρρυθµιών. Παραδείγµατα τέτοιων φαρµάκων περιλαµβάνουν ορισµένα αντιισταµινικά (π.χ. τερφεναδίνη, αστεµιζόλη, µιζολαστίνη), ορισµένα αντιαρρυθµικά (π.χ. κινιδίνη, δισοπυραµίδη, προκαϊναµίδη), ερυθροµυκίνη, και τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (π.χ. ιµιπραµίνη, δοξεπίνη, αµιτριπτυλίνη).

4.6Γονιµότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση: ∆εν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση της ρανολαζίνης σε έγκυες γυναίκες. Είναι ανεπαρκείς οι µελέτες σε ζώα σχετικά µε τις επιπτώσεις στην εγκυµοσύνη και στην ανάπτυξη του εµβρύου (βλέπε παράγραφο 5.3). Ο ενδεχόµενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Το Ranexa δεν πρέπει να χρησιµοποιείται κατά την εγκυµοσύνη εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο.

Θηλασµός : Είναι άγνωστο εάν η ρανολαζίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο µητρικό γάλα. Η απέκκριση της ρανολαζίνης στο γάλα δεν έχει µελετηθεί σε ζώα. Η ρανολαζίνη δεν θα πρέπει να χρησιµοποιείται κατά το θηλασµό.

Γονιµότητα : Μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα δεν δείχνουν δυσµενείς επιπτώσεις στη γονιµότητα (βλέπε παράγραφο 5.3). Η επίδραση της ρανολαζίνης στην ανθρώπινη γονιµότητα είναι άγνωστη.

4.7Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισµού µηχανών

∆εν πραγµατοποιήθηκαν µελέτες σχετικά µε τις επιδράσεις του Ranexa στην ικανότητα οδήγησης και χειρισµού µηχανών. Το Ranexa ενδέχεται να προκαλέσει ζάλη, θολή όραση, διπλωπία ,συγχυτική κατάσταση, µη φυσιολογικός συντονισµός και ψευδαισθήσεις (βλέπε παράγραφο 4.8), που µπορεί να επηρεάσει την ικανότητα οδήγησης και χειρισµού µηχανών.

4.8Ανεπιθύµητες ενέργειες

Οι ανεπιθύµητες ενέργειες σε ασθενείς που λαµβάνουν το Ranexa είναι γενικά ήπιας έως µέτριας βαρύτητας και συχνά αναπτύσσονται εντός των πρώτων 2 εβδοµάδων της θεραπείας. Αυτές αναφέρθηκαν κατά τη Φάση 3 του προγράµµατος κλινικής ανάπτυξης, η οποία περιλάµβανε συνολικά 1.030 ασθενείς µε χρόνια στηθάγχη στους οποίους χορηγήθηκε Ranexa.

Τα ανεπιθύµητα συµβάντα, που θεωρούνται ότι το λιγότερο σχετίζονται πιθανώς µε τη θεραπεία, καταγράφονται παρακάτω κατά οργανικό σύστηµα, κατηγορία οργάνου και απόλυτη συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως πολύ συχνές (1/10), συχνές (1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (1/1.000

έως < 1/100), σπάνιες (1/10.000 έως < 1/1.000), και πολύ σπάνιες (< 1/10.000).

∆ιαταραχές του µεταβολισµού και της θρέψης Όχι συχνές: ανορεξία, µειωµένη όρεξη, αφυδάτωση. Σπάνιες: υπονατριαιµία

Ψυχιατρικές διαταραχές Όχι συχνές: άγχος, αϋπνία, συγχυτική κατάσταση, ψευδαισθήσεις.

Σπάνιες: αποπροσανατολισµός.

∆ιαταραχές του νευρικού συστήµατος Συχνές: ζάλη, κεφαλαλγία.

Όχι συχνές: λήθαργος, συγκοπή, υπαισθησία, υπνηλία, τρόµος, ζάλη θέσης παραισθησία. Σπάνιες: αµνησία, επηρεασµένο επίπεδο συνείδησης, απώλεια συνείδησης, µη φυσιολογικός

συντονισµός, διαταραχή βαδίσµατος,παροσµία.

Οφθαλµικές διαταραχές Όχι συχνές: θολή όραση, οπτική διαταραχή, διπλωπία.

∆ιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου Όχι συχνές: ίλιγγος, εµβοές.

Σπάνιες: έκπτωση της ακουστικής οξύτητας.

Αγγειακές διαταραχές Όχι συχνές: εξάψεις, υπόταση.

Σπάνιες: περιφερική ψυχρότητα, ορθοστατική υπόταση.

∆ιαταραχές του αναπνευστικού συστήµατος, του θώρακα και του µεσοθωράκιου Όχι συχνές: δύσπνοια, βήχας, επίσταξη.

Σπάνιες: συσφιγκτικό αίσθηµα λαιµού.

∆ιαταραχές του γαστρεντερικού Συχνές: δυσκοιλιότητα, έµετος, ναυτία.

Όχι συχνές: κοιλιακό άλγος, ξηροστοµία, δυσπεψία, µετεωρισµός, δυσφορία του στοµάχου. Σπάνιες: παγκρεατίτιδα, διαβρωτική δωδεκαδακτυλίτιδα, στοµατική υπαισθησία.

∆ιαταραχές του δέρµατος και του υποδόριου ιστού Όχι συχνές: κνησµός, υπερίδρωση.

Σπάνιες: αγγειοοίδηµα , αλλεργική δερµατίτιδα, κνίδωση, κρύος ιδρώτας, εξάνθηµα.

∆ιαταραχές του µυοσκελετικού συστήµατος και του συνδετικού ιστού Όχι συχνές: πόνος στα άκρα, µυϊκές κράµπες, διόγκωση άρθρωσης, µυική αδυναµία.

∆ιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Όχι συχνές: δυσουρία, αιµατουρία, χρωµατουρία.

Σπάνιες : οξεία νεφρική ανεπάρκεια, κατακράτηση ούρων.

∆ιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήµατος και του µαστού Σπάνιες: στυτική δυσλειτουργία.

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Συχνές: εξασθένιση.

Όχι συχνές: κόπωση, περιφερικό οίδηµα.

Έρευνες Όχι συχνές: αυξηµένη κρεατινίνη αίµατος, αυξηµένη ουρία αίµατος, παρατεταµένο διορθωµένο

διάστηµα QT, αυξηµένος αριθµός αιµοπεταλίων ή λευκών αιµοσφαιρίων, µειωµένο σωµατικό βάρος.

Σπάνιες: αυξηµένα επίπεδα ηπατικών ενζύµων.

Το προφίλ ανεπιθύµητων συµβάντων ήταν γενικά παρόµοιο στη µελέτη MERLIN-TIMI 36. Σε αυτή της µακράς διάρκειας µελέτη, αναφέρθηκε επίσης οξεία νεφρική ανεπάρκεια µε συχνότητα εµφάνισης

λιγότερο από 1% στους ασθενείς µε placebo και µε ranolazine.Αξιολογήσεις σε ασθενείς οι οποίοι ενδεχοµένως να θεωρούνται υψηλότερου κίνδυνου για παρουσίαση ανεπιθύµητων συµβάντων όταν τους χορηγούνται άλλα αντιστηθαγχικά φαρµακευτικά προϊόντα, π.χ. ασθενείς µε διαβήτη, καρδιακή ανεπάρκεια τάξης Ι και ΙΙ, ή αποφρακτική νόσο των αεραγωγών, επιβεβαίωσαν ότι οι καταστάσεις αυτές δεν σχετίζονταν µε κλινικά σηµαντικές αυξήσεις στη συχνότητα εµφάνισης ανεπιθύµητων συµβάντων.

Αυξηµένη επίπτωση εµφάνισης ανεπιθύµητων συµβάντων παρατηρήθηκε ανάµεσα σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε ranolazine στη µελέτη RIVER-PCI (PCI: διαδερµική στεφανιαία παρέµβαση) (βλέπε παράγραφο 5.1) όπου ασθενείς µε ατελή επαναγγείωση µετά-PCI έλαβαν ranolazine έως 1000mg δύο φορές ηµερησίως ή εικονικό φάρµακο (placebo) για περίπου 70 εβδοµάδες. Σε αυτήν τη µελέτη, υπήρχε υψηλότερη συχνότητα αναφορών για συµφορητική καρδιακή ανεπάρκεια στην οµάδα µε ρανολαζίνη (2,2% έναντι 1,0% στην οµάδα εικονικού φαρµάκου). Επίσης, παροδικό ισχαιµικό εγκεφαλικό επεισόδιο συνέβη συχνότερα σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε ranolazine 1000 mg δύο φορές ηµερησίως σε σύγκριση µε το εικονικό φάρµακο (1,0% έναντι 0,2% αντίστοιχαωστόσο, η επίπτωση εγκεφαλικού ήταν παρόµοια ανάµεσα στις οµάδες θεραπείας (ranolazine 1,7% έναντι εικονικού φαρµάκου 1,5%).

Ηλικιωµένοι, νεφρική δυσλειτουργία, και χαµηλό σωµατικό βάρος: Γενικά, ανεπιθύµητα συµβάντα παρουσιάστηκαν πιο συχνά µεταξύ ηλικιωµένων ασθενών και ασθενών µε νεφρική δυσλειτουργία. Ωστόσο, αυτά τα είδη συµβάντων σε αυτές τις υποοµάδες ήταν παρόµοια µε εκείνα που παρατηρήθηκαν στο γενικό πληθυσµό. Από τα πιο συχνά αναφερόµενα, τα ακόλουθα συµβάντα παρουσιάστηκαν πιο συχνά µε το Ranexa (διορθωµένες από το εικονικό φάρµακο συχνότητες) σε ηλικιωµένους (ηλικίας ≥ 75 ετών) παρά σε νεότερους (ηλικίας < 75 ετών): δυσκοιλιότητα (8% έναντι 5%), ναυτία (6% έναντι 3%), υπόταση (5% έναντι 1%), και έµετος (4% έναντι 1%).

Σε ασθενείς µε ήπια ή µέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≥ 30-80 ml/min) σε σύγκριση µε εκείνους µε φυσιολογική νεφρική λειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης > 80 ml/min), τα πιο συχνά αναφερόµενα συµβάντα και οι διορθωµένες από το εικονικό φάρµακο συχνότητες περιλάµβαναν: δυσκοιλιότητα (8% έναντι 4%), ζάλη (7% έναντι 5%), και ναυτία (4% έναντι 2%).

Γενικά, το είδος και η συχνότητα των ανεπιθύµητων συµβάντων που αναφέρθηκαν σε ασθενείς µε χαµηλό σωµατικό βάρος (60 kg) ήταν παρόµοια µε εκείνα σε ασθενείς µε υψηλότερο σωµατικό βάρος (> 60 kg). Ωστόσο, οι διορθωµένες από το εικονικό φάρµακο συχνότητες των ακόλουθων συχνών ανεπιθύµητων συµβάντων ήταν υψηλότερες σε ασθενείς µε χαµηλό σωµατικό βάρος παρά σε βαρύτερους ασθενείς: ναυτία (14% έναντι 2%), έµετος (6% έναντι 1%), και υπόταση (4% έναντι 2%).

Εργαστηριακά ευρήµατα: Μικρές, κλινικά ασήµαντες, αναστρέψιµες αυξήσεις στα επίπεδα κρεατινίνης ορού έχουν παρατηρηθεί σε υγιή άτοµα και σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε το Ranexa. ∆εν υπήρχε νεφρική τοξικότητα που να σχετίζεται µε αυτά τα ευρήµατα. Μια µελέτη για τη νεφρική λειτουργία σε υγιείς εθελοντές κατέδειξε µείωση στην κάθαρση κρεατινίνης, χωρίς µεταβολή στο ρυθµό σπειραµατικής διήθησης συµβατό µε αναστολή της νεφρικής σωληναριακής έκκρισης κρεατινίνης.

Αναφορά πιθανολογούµενων ανεπιθύµητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούµενων ανεπιθύµητων ενεργειών µετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας

του φαρµακευτικού προϊόντος είναι σηµαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρµακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελµατίες του τοµέα της υγειονοµικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούµενες ανεπιθύµητες ενέργειες µέσω του εθνικού συστήµατος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτηµα V

4.9Υπερδοσολογία

Σε µια µελέτη ανεκτικότητας υψηλής από του στόµατος δόσης σε ασθενείς µε στηθάγχη, η συχνότητα εµφάνισης ζάλης, ναυτίας, και εµέτου αυξήθηκε µε δοσοεξαρτώµενο τρόπο. Επιπρόσθετα αυτών των ανεπιθύµητων συµβάντων, παρατηρήθηκε διπλωπία, λήθαργος, και συγκοπή σε µια µελέτη

ενδοφλέβιας υπερδοσολογίας σε υγιείς εθελοντές. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται στενά και η θεραπεία θα πρέπει να είναι συµπτωµατική και υποστηρικτική.

Περίπου το 62% της ρανολαζίνης είναι δεσµευµένο σε πρωτεΐνες πλάσµατος, και εποµένως, η πλήρης κάθαρση µέσω αιµοδιύλισης είναι απίθανη.

5.ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ Ι∆ΙΟΤΗΤΕΣ

5.1Φαρµακοδυναµικές ιδιότητες

Φαρµακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα καρδιακά σκευάσµατα, κωδικός ATC: C01EB18

Μηχανισµός δράσης: Ο µηχανισµός δράσης της ρανολαζίνης είναι γενικά άγνωστος. Η ρανολαζίνη ενδέχεται να έχει ορισµένες αντιστηθαγχικές επιδράσεις µέσω αναστολής των επαναπολωτικών ρευµάτων ιόντων νατρίου στα καρδιακά κύτταρα. Αυτό µειώνει την ενδοκυτταρική συσσώρευση νατρίου και συνεπώς µειώνει την ενδοκυτταρική υπερφόρτωση µε ασβέστιο. Η ρανολαζίνη, µέσω της δράσης της να µειώνει τα επαναπολωτικά ρεύµατα ιόντων νατρίου, θεωρείται ότι µειώνει αυτές τις ενδοκυτταρικές ιοντικές ανισορροπίες κατά την ισχαιµία. Αυτή η µείωση σε κυτταρική υπερφόρτωση µε ασβέστιο αναµένεται να βελτιώσει τη χαλάρωση του µυοκαρδίου και εποµένως να µειώσει τη διαστολική δυσκαµψία της αριστερής κοιλίας. Κλινική ένδειξη της αναστολής των επαναπολωτικών ρευµάτων ιόντων νατρίου από τη ρανολαζίνη παρέχεται από σηµαντική βράχυνση του διαστήµατος QTc και από βελτίωση στη διαστολική χαλάρωση σε µια ανοικτή µελέτη 5 ασθενών µε σύνδροµο µακρού QT (LQT3 έχοντας την SCN5A KPQ γονιδιακή µετάλλαξη).

Αυτές οι επιδράσεις δεν εξαρτώνται από τις µεταβολές στον καρδιακό ρυθµό, στην αρτηριακή πίεση ή στην αγγειοδιαστολή.

Φαρµακοδυναµικές επιδράσεις

Αιµοδυναµικές επιδράσεις: Ελάχιστες µειώσεις στο µέσο καρδιακό ρυθµό (< 2 κτύποι ανά λεπτό) και στη µέση συστολική αρτηριακή πίεση (< 3 mmHg) παρατηρήθηκαν σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε ρανολαζίνη είτε µόνη ή σε συνδυασµό µε άλλα αντιστηθαγχικά φαρµακευτικά προϊόντα σε ελεγχόµενες µελέτες.

Ηλεκροκαρδιογραφικές επιδράσεις: Αυξήσεις στο διάστηµα QT σχετιζόµενες µε τη δόση και τη συγκέντρωση πλάσµατος (περίπου 6 msec στα 1.000 mg δύο φορές ηµερησίως), µειώσεις στο εύρος κύµατος Τ και σε ορισµένες περιπτώσεις κόµβωση των κυµάτων Τ έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε το Ranexa. Αυτές οι επιδράσεις της ρανολαζίνης στο ηλεκτροκαρδιογράφηµα επιφανείας πιστεύεται ότι προκύπτουν από αναστολή των ταχέων επανορθωτικών ρευµάτων ιόντων καλίου, η οποία παρατείνει το δυναµικό δράσης της κοιλίας και από αναστολή των επαναπολωτικών ρευµάτων ιόντων νατρίου, η οποία µικραίνει το δυναµικό δράσης της κοιλίας. Μια πληθυσµιακή ανάλυση συνδυασµένων δεδοµένων από 1.308 ασθενείς και υγιείς εθελοντές κατέδειξε µέση αύξηση στο QTc από τη βασική γραµµή κατά 2,4 msec ανά 1000 ng/ml συγκέντρωσης ρανολαζίνης στο πλάσµα. Η τιµή αυτή είναι συνεπής µε τα δεδοµένα από πιλοτικές κλινικές µελέτες, όπου οι µέσες αλλαγές από τη βασική γραµµή στο QTcF (τύπος του Fridericia) έπειτα από δόσεις 500 και 750 mg δύο φορές ηµερησίως ήταν 1,9 και 4,9 msec, αντιστοίχως. Η κλίση είναι υψηλότερη σε ασθενείς µε κλινικά σηµαντική ηπατική δυσλειτουργία.

Σε µια µεγάλη µελέτη έκβασης (MERLIN-TIMI 36) σε 6.560 ασθενείς µε ACS µε ασταθή στηθάγχη/έµφραγµα τoυ µυoκαρδίoυ χωρίς ανάσπαση τoυ ST UA/NSTEMI, δεν υπήρχε διαφορά µεταξύ του Ranexa και του εικονικού φαρµάκου στον κίνδυνο θνητότητας ανεξαρτήτου αιτίας (σχετικός κίνδυνος ρανολαζίνης:εικονικού φαρµάκου 0,99), αιφνίδιου καρδιακού θανάτου (σχετικός κίνδυνος ρανολαζίνης:εικονικού φαρµάκου 0,87), ή στη συχνότητα συµπτωµατικά τεκµηριωµένων αρρυθµιών (3,0% έναντι 3,1%).

∆εν παρατηρήθηκαν προαρρυθµικές επιδράσεις σε 3.162 ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε το Ranexa βάσει µιας 7ήµερης παρακολούθησης Holter στη µελέτη MERLIN-TIMI 36. Υπήρξε σηµαντικά χαµηλότερη συχνότητα εµφάνισης αρρυθµιών σε ασθενείς στους χορηγήθηκε το Ranexa (80%) έναντι του εικονικού φαρµάκου (87%), περιλαµβανοµένης κοιλιακής ταχυκαρδίας ≥ 8 κτύπους

(5% έναντι 8%).

Κλινική αποτελεσµατικότητα και ασφάλεια: Κλινικές µελέτες κατέδειξαν την αποτελεσµατικότητα και την ασφάλεια του Ranexa στη θεραπεία ασθενών µε χρόνια στηθάγχη, χρησιµοποιούµενο είτε µόνο είτε όταν το όφελος από άλλα αντιστηθαγχικά φαρµακευτικά προϊόντα ήταν υποβέλτιστο.

Στην πιλοτική µελέτη, CARISA, το Ranexa προστέθηκε στη θεραπεία µε ατενολόλη 50 mg άπαξ ηµερησίως, αµλοδιπίνη 5 mg άπαξ ηµερησίως, ή διλτιαζέµη 180 mg άπαξ ηµερησίως. Οκτακόσιοι είκοσι τρεις ασθενείς (23% γυναίκες) τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν θεραπεία διάρκειας

12 εβδοµάδων µε χορήγηση Ranexa 750 mg δύο φορές ηµερησίως, 1.000 mg δύο φορές ηµερησίως ή εικονικό φάρµακο. Το Ranexa κατέδειξε µεγαλύτερη αποτελεσµατικότητα από το εικονικό φάρµακο σε παρατεταµένο χρόνο άσκησης σε κατάσταση ύφεσης σε 12 εβδοµάδες και για τις δύο δόσεις που µελετήθηκαν όταν χρησιµοποιήθηκε ως επιπρόσθετη θεραπεία. Ωστόσο, δεν υπήρξε διαφορά στη διάρκεια της άσκησης µεταξύ των δύο δόσεων (24 δευτερόλεπτα σε σύγκριση µε το εικονικό φάρµακο, p 0,03).

Το Ranexa είχε ως αποτέλεσµα σηµαντικές µειώσεις στον αριθµό των επεισοδίων στηθάγχης ανά εβδοµάδα και στην κατανάλωση νιτρογλυκερίνης βραχείας δράσης σε σύγκριση µε το εικονικό φάρµακο. ∆εν αναπτύχθηκε ανοχή στη ρανολαζίνη κατά τη θεραπεία και δεν παρατηρήθηκε ξανά αύξηση στα στηθαγχικά επεισόδια έπειτα από απότοµη διακοπή. Η βελτίωση της διάρκειας της άσκησης στις γυναίκες ήταν περίπου 33% της βελτίωσης στους άντρες στο επίπεδο δόσης των 1.000 mg δύο φορές ηµερησίως. Ωστόσο, άντρες και γυναίκες είχαν παρόµοιες µειώσεις στη συχνότητα επεισοδίων στηθάγχης και κατανάλωσης νιτρογλυκερίνης. ∆εδοµένων των δοσοεξαρτώµενων ανεπιθύµητων ενεργειών και της παρόµοιας αποτελεσµατικότητας στα 750 και 1000 mg δύο φορές ηµερησίως, συνιστάται µέγιστη δόση των 750 mg δύο φορές ηµερησίως.

Σε µια δεύτερη µελέτη, την ERICA, το Ranexa προστέθηκε στη θεραπεία µε αµλοδιπίνη 10 mg άπαξ ηµερησίως (η µέγιστη επισηµασµένη δόση). Πεντακόσιοι εξήντα πέντε ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν µια αρχική δόση Ranexa 500 mg δύο φορές ηµερησίως ή εικονικό φάρµακο για

1 εβδοµάδα, και ακολούθησαν 6 εβδοµάδες θεραπείας µε Ranexa 1.000 mg δύο φορές ηµερησίως ή εικονικό φάρµακο, πέραν της συγχορηγούµενης θεραπείας µε αµλοδιπίνη 10 mg άπαξ ηµερησίως. Επιπρόσθετα, το 45% του πληθυσµού της µελέτης έλαβε επίσης νιτρώδη µακράς δράσεως. Το Ranexa είχε ως αποτέλεσµα σηµαντικές µειώσεις στον αριθµό των επεισοδίων στηθάγχης ανά εβδοµάδα (p = 0,028) και στην κατανάλωση νιτρογλυκερίνης βραχείας δράσης (p = 0,014) σε σύγκριση µε το εικονικό φάρµακο. Ο µέσος αριθµός τόσο των επεισοδίων στηθάγχης όσο και των δισκίων νιτρογλυκερίνης που καταναλώθηκαν µειώθηκε κατά περίπου ένα ανά εβδοµάδα.

Στην κύρια µελέτη εύρεσης δοσολογίας, MARISA, η ρανολαζίνη χρησιµοποιήθηκε ως µονοθεραπεία. Εκατόν ενενήντα ένας ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν θεραπεία µε χορήγηση Ranexa

500 mg δύο φορές ηµερησίως, 1.000 mg δύο φορές ηµερησίως, 1.500 mg δύο φορές ηµερησίως, και εικονικό φάρµακο, καθένα για µια εβδοµάδα σε διασταυρούµενο σχεδιασµό. Το Ranexa ήταν σηµαντικά ανώτερο του εικονικού φαρµάκου στην παράταση του χρόνου άσκησης, του χρόνου στηθάγχης, και του χρόνου σε 1 mm κατάσπαση του διαστήµατος ST σε όλες τις δόσεις που µελετήθηκαν µε παρατηρούµενη σχέση δόσης-απόκρισης. Η βελτίωση στη διάρκεια της άσκησης ήταν στατιστικά σηµαντική σε σύγκριση µε το εικονικό φάρµακο και για τις τρεις δόσεις ρανολαζίνης από 24 δευτερόλεπτα στα 500 mg δύο φορές ηµερησίως έως 46 δευτερόλεπτα στα 1500 mg δύο φορές ηµερησίως, παρουσιάζοντας απόκριση που σχετίζεται µε τη δόση. Στη µελέτη αυτή, η διάρκεια της άσκησης ήταν µεγαλύτερη στην οµάδα των 1.500 mg. Ωστόσο, υπήρξε µια δυσανάλογη αύξηση στις ανεπιθύµητες ενέργειες, και η δόση των 1.500 mg δεν µελετήθηκε περαιτέρω.

Σε µια µεγάλη µελέτη έκβασης (MERLIN-TIMI 36) σε 6.560 ασθενείς µε ACS µε ασταθή στηθάγχη/έµφραγµα τoυ µυoκαρδίoυ χωρίς ανάσπαση τoυ ST (UA/NSTEMI), δεν υπήρχε διαφορά στον κίνδυνο θνητότητας ανεξαρτήτου αιτίας (σχετικός κίνδυνος ρανολαζίνης:εικονικού φαρµάκου

0,99), αιφνίδιου καρδιακού θανάτου (σχετικός κίνδυνος ρανολαζίνης:εικονικού φαρµάκου 0,87), ή στη συχνότητα συµπτωµατικά τεκµηριωµένων αρρυθµιών (3,0% έναντι 3,1%) µεταξύ του Ranexa και του εικονικού φαρµάκου όταν προστέθηκε στην τυπική ιατρική θεραπεία (όπου περιλαµβάνονταν β αποκλειστές, αποκλειστές διαύλων ασβεστίου, νιτρώδη, αντιαιµοπεταλιακοί παράγοντες, φαρµακευτικά προϊόντα που µειώνουν τα λιπίδια, και αναστολείς ΜΕΑ). Περίπου οι µισοί ασθενείς στην MERLIN-TIMI 36 είχαν ιστορικό στηθάγχης. Τα αποτελέσµατα έδειξαν ότι η διάρκεια της άσκησης ήταν 31 δευτερόλεπτα µεγαλύτερη στους ασθενείς που έπαιρναν ρανολαζίνη έναντι των ασθενών που έπαιρναν εικονικό φάρµακο (p = 0,002). Το ερωτηµατολόγιο του Σηάτλ για τη στηθάγχη έδειξε σηµαντικές επιδράσεις σε διάφορες διαστάσεις, περιλαµβανοµένης της συχνότητας της στηθάγχης (p < 0,001), σε σύγκριση µε τους ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε εικονικό φάρµακο.

Μόνο µια µικρή αναλογία µη καυκάσιων περιλήφθηκε στις ελεγχόµενες κλινικές µελέτες, εποµένως δεν µπορούν να εξαχθούν συµπεράσµατα σχετικά µε την αποτελεσµατικότητα και την ασφάλεια σε µη καυκάσιους.

Σε µία φάσης 3, διπλά τυφλή, ελεγχόµενη µε εικονικό φάρµακο, καθοδηγούµενη από συµβάντα µελέτη (RIVER-PCI) σε 2604 ασθενείς ηλικίας ≥18 ετών µε ιστορικό χρόνιας στηθάγχης και ατελούς επαναγγείωσης µετά από διαδερµική στεφανιαία παρέµβαση (PCI) οι ασθενείς τιτλοποιήθηκαν έως τα 1000 mg δύο φορές ηµερησίως (δοσολογία µη εγκεκριµένη στην παρούσα ΠΧΠ). Καµία σηµαντική διαφορά δεν σηµειώθηκε στο σύνθετο πρωτογενές καταληκτικό σηµείο (ο χρόνος έως την πρώτη επαναγγείωση εξαιτίας ισχαιµίας ή νοσηλείας εξαιτίας ισχαιµίας χωρίς επαναγγείωση) στην οµάδα της ραλοναζίνης (26,2%) έναντι της οµάδας µε εικονικό φάρµακο (28,3%) αναλογία κινδύνου 0,95, 95% CI 0,82-1,10 p= 0,48. Ο κίνδυνος θνητότητας όλων των αιτιών, ο καρδιαγγειακός θάνατος ή µείζονα καρδιαγγειακά ανεπιθύµητα συµβάντα (MACE) και η νοσηλεία από καρδιακή ανεπάρκεια ήταν παρόµοια µεταξύ των οµάδων θεραπείας στον συνολικό πληθυσµό, ωστόσο, τα MACE αναφέρθηκαν πιο συχνά σε ασθενείς ≥ 75 ετών που θεραπεύονταν µε ρανολαζίνη σε σύγκριση µε το εικονικό φάρµακο (17,0% έναντι 11,3%, αντίστοιχα)· επιπλέον υπήρχε µία αριθµητική αύξηση στη θνητότητα από κάθε αιτία σε ασθενείς ≥ 75 ετών (9,2% έναντι 5,1%, p= 0,074).

5.2Φαρµακοκινητικές ιδιότητες

Μετά από του στόµατος χορήγηση Ranexa, οι µέγιστες συγκεντρώσεις πλάσµατος (Cmax) παρατηρήθηκαν συνήθως µεταξύ 2 και 6 ωρών. Σταθερή κατάσταση γενικά επιτυγχάνεται εντός 3 ηµερών µε δοσολογία δύο φορές ηµερησίως.

Απορρόφηση: Η µέση απόλυτη βιοδιαθεσιµότητα της ρανολαζίνης έπειτα από του στόµατος χορήγηση δισκίων ρανολαζίνης άµεσης αποδέσµευσης κυµαινόταν από 35%–50%, µε µεγάλη µεταβλητότητα µεταξύ των ατόµων. Η έκεθση στο Ranexa αυξάνει περισσότερο από αναλογικά µε τη δόση. Υπήρχε αύξηση κατά 2,5 έως 3 φορές της AUC σε σταθερή κατάσταση καθώς η δόση αυξήθηκε από 500 mg σε 1000 mg δύο φορές ηµερησίως. Σε µια φαρµακοκινητική µελέτη σε υγιείς εθελοντές, η Cmax σε σταθερή κατάσταση ήταν, κατά µέσο όρο, περίπου 1770 (SD 1040) ng/ml, και η AUC0-12 σε σταθερή κατάσταση ήταν, κατά µέσο όρο, 13.700 (SD 8290) ng x h/ml, έπειτα από µια δόση των 500 mg δύο φορές ηµερησίως. Η τροφή δεν επηρεάζει το ρυθµό και την έκταση της απορρόφησης της ρανολαζίνης.

Κατανοµή: Περίπου το 62% της ρανολαζίνης είναι δεσµευµένη σε πρωτεΐνες πλάσµατος, κυρίως στην α-1 όξινη γλυκοπρωτεΐνη και ασθενώς στην αλβουµίνη. Ο µέσος όγκος κατανοµής (Vss) σε σταθερή κατάσταση είναι περίπου 180 l.

Απέκκριση: Η ρανολαζίνη απεκκρίνεται κυρίως µέσω του µεταβολισµού. Λιγότερο από το 5% της δόσης απεκκρίνεται αµετάβλητη στα ούρα και στα κόπρανα. Έπειτα από εφάπαξ χορήγηση από του στόµατος δόσης 500 mg [14C]-ρανολαζίνης σε υγιή άτοµα, το 73% της ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα και το 25% στα κόπρανα.

Η κάθαρση της ρανολαζίνης είναι δοσοεξαρτώµενη, και µειώνεται µε αυξηµένη δόση. Ο χρόνος ηµίσειας ζωής για την απέκκριση είναι περίπου 2–3 ώρες έπειτα από ενδοφλέβια χορήγηση. Η τελική

ηµίσεια ζωή σε σταθερή κατάσταση έπειτα από του στόµατος χορήγηση ρανολαζίνης ήταν περίπου 7 ώρες, λόγω της περιορισµένης απέκκρισης εξαιτίας του ρυθµού απορρόφησης.

Βιοµετασχηµατισµός: Η ρανολαζίνη υποβάλλεται σε ταχύ και εκτεταµένο µεταβολισµό. Σε υγιείς νεαρούς ενήλικες, η ρανολαζίνη εξηγεί το 13% περίπου της ραδιενέργειας στο πλάσµα έπειτα από εφάπαξ από του στόµατος δόση 500 mg [14C]-ρανολαζίνης. Ένας µεγάλος αριθµός µεταβολιτών έχει αναγνωριστεί στο ανθρώπινο πλάσµα (47 µεταβολίτες), στα ούρα (>100 µεταβολίτες), και στα κόπρανα (25 µεταβολίτες). ∆εκατέσσερις κύριες οδοί έχουν αναγνωριστεί εκ των οποίων η Ο-δεµεθυλίωση και η Ν-αποαλκυλίωση είναι οι πιο σηµαντικές. In vitro µελέτες χρησιµοποιώντας ανθρώπινα µικροσώµατα ήπατος υποδεικνύουν ότι η ρανολαζίνη µεταβολίζεται κυρίως από το CYP3A4, αλλά και από το CYP2D6. Στα 500 mg δύο φορές ηµερησίως, τα άτοµα µε έλλειψη δραστηριότητας του CYP2D6 (µε περιορισµένη µεταβολική ικανότητα, PM) είχαν 62% υψηλότερη AUC από ό,τι τα άτοµα µε µεταβολική ικανότητα για το CYP2D6 (µε εκτενή µεταβολική ικανότητα, EM). Η αντίστοιχη διαφορά στη δόση των 1.000 mg δύο φορές ηµερησίως ήταν 25%.

Ειδικοί πληθυσµοί

Η επιρροή των διαφόρων παραγόντων στη φαρµακοκινητική της ρανολαζίνης αποτιµήθηκε σε µια φαρµακοκινητική αξιολόγηση πληθυσµού σε 928 στηθαγχικούς ασθενείς και σε υγιή άτοµα.

Επιδράσεις φύλου: Το φύλο δεν είχε κάποια κλινικά σηµαντική επίδραση στις φαρµακοκινητικές παραµέτρους.

Ηλικιωµένοι ασθενείς: Η ηλικία από µόνη της δεν είχε κάποια κλινικά σηµαντική επίδραση στις φαρµακοκινητικές παραµέτρους. Ωστόσο, οι ηλικιωµένοι ενδέχεται να έχουν αυξηµένη έκθεση στη ρανολαζίνη λόγω µείωσης της νεφρικής λειτουργίας που σχετίζεται µε την ηλικία.

Σωµατικό βάρος: Σε σύγκριση µε άτοµα που ζυγίζουν 70 kg, η έκθεση υπολογίστηκε ότι είναι περίπου 1,4 φορές υψηλότερη σε άτοµα που ζυγίζουν 40 kg.

Συµφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (CHF): Συµφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (CHF) NYHA Τάξης

ΙΙΙ και IV υπολογίστηκε ότι έχει περίπου 1,3 φορές υψηλότερες συγκεντρώσεις στο πλάσµα.

Νεφρική δυσλειτουργία: Σε µια µελέτη που αξιολογούσε την επίδραση της νεφρικής λειτουργίας στη φαρµακοκινητική της ρανολαζίνης, η AUC της ρανολαζίνης ήταν κατά µέσο όρο 1,7 έως 2 φορές υψηλότερη σε άτοµα µε ήπια, µέτρια, και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία σε σύγκριση µε άτοµα µε φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Υπήρχε µεγάλη µεταβλητότητα µεταξύ των ατόµων στην AUC σε άτοµα µε νεφρική δυσλειτουργία. Η AUC των µεταβολιτών αυξήθηκε µε µειωµένη νεφρική λειτουργία. Η AUC ενός φαρµακολογικά ενεργού µεταβολίτη της ρανολαζίνης ήταν 5 φορές αυξηµένη σε ασθενείς µε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.

Στην πληθυσµιακή φαρµακοκινητική ανάλυση, υπολογίστηκε αύξηση κατά 1,2 φορά στην έκθεση στη ρανολαζίνη σε άτοµα µε µέτρια δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 40 ml/min). Σε άτοµα µε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 10–30 ml/min), υπολογίστηκε αύξηση κατά 1,3 έως 1,8 φορές στην έκθεση στη ρανολαζίνη.

Η επιρροή της αιµοδιύλισης στη φαρµακοκινητική της ρανολαζίνης δεν αξιολογήθηκε.

Ηπατική δυσλειτουργία: Η φαρµακοκινητική της ρανολαζίνης έχει αξιολογηθεί σε ασθενείς µε ήπια ή µέτρια ηπατική δυσλειτουργία. ∆εν υπάρχουν δεδοµένα για ασθενείς µε σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Η περιοχή κάτω από την καµπύλη (AUC) για την ρανολαζίνη ήταν ανεπηρέαστη σε ασθενείς µε ήπια ηπατική δυσλειτουργία αλλά αυξήθηκε κατά 1,8 φορά σε ασθενείς µε µέτρια δυσλειτουργία. Η παράταση του διαστήµατος QT ήταν πιο έντονη σε αυτούς τους ασθενείς.

Παιδιατρικός πληθυσµός : Οι φαρµακοκινητικές παράµετροι της ρανολαζίνης δεν έχουν µελετηθεί στον παιδιατρικό πληθυσµό (< 18 έτη).

5.3Προκλινικά δεδοµένα για την ασφάλεια

Οι ανεπιθύµητες ενέργειες που δεν παρατηρήθηκαν στις κλινικές µελέτες, αλλά παρατηρήθηκαν σε ζώα σε επίπεδα παρόµοια µε τα κλινικά επίπεδα έκθεσης, ήταν οι ακόλουθες: Η ρανολαζίνη σχετίστηκε µε σπασµούς και αυξηµένη θνησιµότητα σε αρουραίους και σκύλους σε συγκεντρώσεις πλάσµατος περίπου 3 φορές υψηλότερες από την προτεινόµενη µέγιστη κλινική δόση.

Μελέτες χρόνιας τοξικότητας σε αρουραίους υπέδειξαν ότι η θεραπεία σχετίστηκε µε επινεφριδιακές µεταβολές σε εκθέσεις ελαφρώς υψηλότερες από εκείνες που παρουσιάστηκαν σε κλινικούς ασθενείς. Η επίδραση αυτή σχετίζεται µε αυξηµένες συγκεντρώσεις χοληστερόλης στο πλάσµα. ∆εν έχουν αναγνωριστεί παρόµοιες µεταβολές στον άνθρωπο. ∆εν σηµειώθηκε επίδραση στον φλοιοεπινεφριδιακό άξονα στον άνθρωπο.

Σε µακροπρόθεσµες µελέτες καρκινογένεσης σε δόσεις ρανολαζίνης έως 50 mg/kg/ηµέρα (150 mg/m2/ηµέρα) σε ποντικούς και 150 mg/kg/ηµέρα (900 mg/m2/ηµέρα) σε αρουραίους, δεν

παρατηρήθηκαν σχετικές αυξήσεις στη συχνότητα εµφάνισης οποιωνδήποτε τύπων όγκου. Αυτές οι δόσεις είναι ισοδύναµες µε 0,1 και 0,8 φορές, αντίστοιχα, τη µέγιστη συνιστώµενη ανθρώπινη δόση των 2 γραµµαρίων σε mg/m2 βάση, και αντιπροσωπεύουν τις µέγιστες ανεκτές δόσεις σε αυτά τα είδη.

Σηµεία εµβρυϊκής και µητρικής τοξικότητας, αλλά όχι τερατογένεση, παρατηρήθηκαν σε δόσεις ρανολαζίνης έως 400 mg/kg/ηµέρα (2400 mg/m2/ηµέρα) σε αρουραίους και 150 mg/kg/ηµέρα

(1.800 mg/m2/ηµέρα) σε κονίκλους. Οι δόσεις αυτές αντιπροσωπεύουν 2.7 και 2 φορές, αντίστοιχα, τη µέγιστη συνιστώµενη ανθρώπινη δόση.

Μελέτες σε ζώα δεν δείχνουν άµεσες ή έµµεσες επιβλαβείς επιδράσεις της ρανολαζίνης όσον αφορά την ανδρική ή την γυναικεία γονιµότητα.

6.ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1Κατάλογος εκδόχων

Έκδοχα για όλα τα δισκία ρανολαζίνης παρατεταµένης αποδέσµευσης: Κηρός καρναούβης Υπροµελλόζη Μαγνήσιο στεατικό

Συµπολυµερές µεθακρυλικού οξέος-ακρυλικού αιθυλεστέρα (1:1) Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Υδροξείδιο νατρίου ∆ιοξείδιο τιτανίου

Επιπρόσθετα έκδοχα για δισκίο των 375 mg: Macrogol

Πολυσορβικό 80 Κυανό #2/Ινδικοκαρµίνιο αργιλούχος λάκα (Ε132)

6.2Ασυµβατότητες

∆εν εφαρµόζεται

6.3∆ιάρκεια ζωής

Συσκευασία κυψέλης : 5 χρόνια Συσκευασία φιάλης : 4 χρόνια

6.4Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

∆εν υπάρχουν ειδικές οδηγίες διατήρησης για το προϊόν αυτό.

6.5Φύση και συστατικά του περιέκτη

Κυψέλες από PVC/PVDC/αλουµίνιο των 15 ή 20 δισκίων ανά καρτέλα κυψέλης. Κάθε κουτί περιέχει 2, 3 ή 5 καρτέλες κυψέλης (30, 60, ή 100 δισκία) ή µια φιάλη από πολυαιθυλένιο υψηλής πυκνότητας που περιέχει 60 δισκία.

Μπορεί να µη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Καµία ειδική υποχρέωση

7.ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ Α∆ΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Menarini International Operations Luxembourg S.A.

1, Avenue de la Gare, L-1611 Luxembourg

Λουξεµβούργο

8.ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) Α∆ΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

EU/1/08/462/001 60 δισκία σε συσκευασία κυψέλης

EU/1/08/462/002 60 δισκία σε φιάλη

EU/1/08/462/007 30 δισκία σε συσκευασία κυψέλης

EU/1/08/462/008 100 δισκία σε συσκευασία κυψέλης

9.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ Α∆ΕΙΑΣ

Ηµεροµηνία πρώτης έγκρισης: 09 Ιουλίου 2008 Ηµεροµηνία τελυεταίας ανανέωσης: 06 Μαρτίου 2013

10.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Λεπτοµερή πληροφοριακά στοιχεία για το φαρµακευτικό προϊόν είναι διαθέσιµα στην ιστοσελίδα του Ευρωπαϊκού Οργανισµού Φαρµάκων (ΕΜΑ): http://www.ema.europa.eu/.

1.ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Ranexa 500 mg δισκία παρατεταµένης αποδέσµευσης

2.ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε δισκίο περιέχει 500 mg ρανολαζίνης.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων βλ. παράγραφο 6.1.

3.ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

∆ισκίο παρατεταµένης αποδέσµευσης Ωοειδές δισκίο, ανοικτού πορτοκαλί χρώµατος, που έχει εγχάραξη 500 στη µια πλευρά.

4.ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1Θεραπευτικές ενδείξεις

Το Ranexa ενδείκνυται σε ενήλικες ως επιπρόσθετη θεραπεία για τη συµπτωµατική αντιµετώπιση ασθενών µε σταθερή στηθάγχη οι οποίοι δεν ελέγχονται επαρκώς ή έχουν δυσανεξία σε αντιστηθαγχικές θεραπείες πρώτης γραµµής (όπως β-αποκλειστές ή/και ανταγωνιστές του ασβεστίου).

4.2∆οσολογία και τρόπος χορήγησης

Θα πρέπει να δίνεται στους ασθενείς το φύλλο οδηγιών χρήσης του Ranexa και η Κάρτα Προειδοποίησης Ασθενούς και να τους δίνεται οδηγία να παρουσιάζουν την Kάρτα Προειδοποίησης Aσθενούς που έχουν και τη λίστα φαρµακευτικής αγωγής στον επαγγελµατία υγειονοµικής περίθαλψής τους σε κάθε επίσκεψη.

∆οσολογία:

Το Ranexa διατίθεται ως δισκία παρατεταµένης αποδέσµευσης των 375 mg, 500 mg, και 750 mg.

Ενήλικες: Η συνιστώµενη αρχική δόση Ranexa είναι 375 mg δύο φορές ηµερησίως. Έπειτα από

2-4 εβδοµάδες, η δόση θα πρέπει να τιτλοδοτηθεί στα 500 mg δύο φορές ηµερησίως και, σύµφωνα µε την απόκριση του ασθενούς, να τιτλοδοτηθεί περαιτέρω σε µέγιστη συνιστώµενη δόση των 750 mg δύο φορές ηµερησίως (βλέπε παράγραφο 5.1).

Εάν κάποιος ασθενής παρουσιάσει ανεπιθύµητες ενέργειες που σχετίζονται µε τη θεραπεία (π.χ. ζάλη, ναυτία, ή έµετο), ενδέχεται να απαιτείται καθοδική τιτλοδότηση του Ranexa σε 500 mg ή 375 mg δύο φορές ηµερησίως. Εάν τα συµπτώµατα δεν επιλυθούν έπειτα από την ελάττωση της δόσης, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί.

Συγχορηγούµενη θεραπεία µε αναστολείς του CYP3A4 και της P-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp): Προσεκτική τιτλοδότηση συνιστάται σε ασθενείς στους οποίους χορηγούνται µέτριοι αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. διλτιαζέµη, φλουκοναζόλη, ερυθροµυκίνη) ή αναστολείς της Ρ-gp (π.χ. βεραπαµίλη, κυκλοσπορίνη) (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5).

Η συγχορήγηση ισχυρών αναστολέων του CYP3A4 αντενδείκνυται (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.5).

Νεφρική δυσλειτουργία: Προσεκτική τιτλοδότηση συνιστάται σε ασθενείς µε ήπια έως µέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30-80 ml/min) (βλ. παραγράφους 4.4, 4.8, και 5.2). Το Ranexa αντενδείκνυται σε ασθενείς µε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης

<30 ml/min) (βλ. παραγράφους 4.3 και 5.2).

Ηπατική δυσλειτουργία: Προσεκτική τιτλοδότηση συνιστάται σε ασθενείς µε ήπια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2). Το Ranexa αντενδείκνυται σε ασθενείς µε µέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.3 και 5.2).

Ηλικιωµένοι: Η τιτλοδότηση δόσης σε ηλικιωµένους ασθενείς θα πρέπει να πραγµατοποιείται µε προσοχή (βλ. παράγραφο 4.4). Οι ηλικιωµένοι ενδέχεται να έχουν αυξηµένη έκθεση στη ρανολαζίνη λόγω µείωσης της νεφρικής λειτουργίας που σχετίζεται µε την ηλικία (βλ. παράγραφο 5.2). Η συχνότητα εµφάνισης ανεπιθύµητων ενεργειών ήταν υψηλότερη στους ηλικιωµένους (βλ. παράγραφο

4.8).

Χαµηλό σωµατικό βάρος: Η συχνότητα εµφάνισης ανεπιθύµητων ενεργειών ήταν υψηλότερη σε ασθενείς µε χαµηλό σωµατικό βάρος (60 kg). Η τιτλοδότηση δόσης σε ασθενείς µε χαµηλό σωµατικό βάρος θα πρέπει να πραγµατοποιείται µε προσοχή (βλ. παραγράφους 4.4, 4.8, και 5.2).

Συµφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (CHF): Η τιτλοδότηση δόσης σε ασθενείς µε µέτρια έως σοβαρή CHF (NYHA Τάξης III–IV) θα πρέπει να πραγµατοποιείται µε προσοχή (βλ. παραγράφους 4.4 και

5.2).

Παιδιατρικός πληθυσµός:

Η ασφάλεια και η αποτελεσµατικότητα του Ranexa σε παιδιά ηλικίας κάτων των 18 ετών δεν έχει τεκµηριωθεί.

∆εν υπάρχουν διαθέσιµα δεδοµένα.

Τρόπος χορήγησης:

Τα δισκία Ranexa θα πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα και να µην συνθλίβονται, σπάζονται ή µασώνται. Μπορούν να λαµβάνονται µε ή χωρίς τροφή.

4.3Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο

6.1.

Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min) (βλέπε παραγράφους 4.2 και 5.2). Μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε παραγράφους 4.2 και 5.2).

Συγχορήγηση ισχυρών αναστολέων του CYP3A4 (π.χ. ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, βορικοναζόλη, ποσακοναζόλη, αναστολείς της HIV πρωτεάσης, κλαριθροµυκίνη, τελιθροµυκίνη, νεφαζοδόνη) (βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.5).

Συγχορήγηση αντιαρρυθµικών Τάξης Ιa (π.χ. κινιδίνη) ή Τάξης ΙΙΙ (π.χ. δοφετιλίδη, σοταλόλη) εκτός της αµιωδαρόνης.

4.4Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Η χορήγηση ή η ανοδική τιτλοδότηση σε ασθενείς στους οποίους αναµένεται αυξηµένη έκθεση πρέπει να πραγµατοποιείται µε ιδιαίτερη προσοχή:

Συγχορήγηση µέτριων αναστολέων του CYP3A4 (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.5).

Συγχορήγηση αναστολέων της Ρ-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp) (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.5).

Ήπια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2).

Ήπια έως µέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30–80 ml/min) ( βλ. παραγράφους 4.2, 4.8 και 5.2).

Ηλικιωµένοι (βλ. παραγράφους 4.2, 4.8 και 5.2).

Ασθενείς µε χαµηλό σωµατικό βάρος (60 kg) (βλ. παραγράφους 4.2, 4.8 και 5.2).

Ασθενείς µε µέτρια έως σοβαρή συµφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (CHF) (NYHA Τάξης

ΙΙΙ-IV) (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2).

Σε ασθενείς µε συνδυασµό αυτών των παραγόντων, αναµένονται επιπλέον αυξήσεις έκθεσης. ∆οσοεξαρτώµενες ανεπιθύµητες ενέργειες είναι πιθανόν να παρουσιαστούν. Εάν το Ranexa

χρησιµοποιείται σε ασθενείς µε συνδυασµό διαφόρων τέτοιων παραγόντων, η παρακολούθηση των ανεπιθύµητων συµβάντων θα πρέπει να είναι συχνή, η δόση να µειώνεται, και η θεραπεία να διακόπτεται, εάν απαιτείται.

Ο κίνδυνος για αυξηµένη έκθεση που οδηγεί σε ανεπιθύµητα συµβάντα σε αυτές τις διαφορετικές υποοµάδες είναι υψηλότερος σε ασθενείς µε έλλειψη δραστηριότητας του CYP2D6 (µε περιορισµένη µεταβολική ικανότητα, PM) παρά σε άτοµα µε µεταβολική ικανότητα για το CYP2D6 (µε εκτενή µεταβολική ικανότητα, EM) (βλέπε παράγραφο 5.2). Οι παραπάνω προφυλάξεις βασίζονται στον κίνδυνο σε έναν CYP2D6 PM ασθενή, και χρειάζονται όταν δεν είναι γνωστή η κατάσταση CYP2D6. Υπάρχει µικρότερη ανάγκη για προφυλάξεις σε ασθενείς µε κατάσταση CYP2D6 EM. Εάν η κατάσταση CYP2D6 του ασθενούς έχει προσδιοριστεί (π.χ. µε προσδιορισµό γονότυπου) ή είναι προηγουµένως γνωστό ότι είναι ΕΜ, το Ranexa µπορεί να χρησιµοποιηθεί µε προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς όταν έχουν συνδυασµό διαφόρων από τους παραπάνω παράγοντες κινδύνου.

Παρατεταµένο διάστηµα QT: Μια πληθυσµιακή ανάλυση συνδυασµένων δεδοµένων από ασθενείς και υγιείς εθελοντές κατέδειξε ότι η κλίση της σχέσης συγκέντρωσης-QTc στο πλάσµα εκτιµήθηκε ότι είναι 2,4 msec ανά 1.000 ng/ml, που είναι περίπου ίσο µε αύξηση κατά 2 έως 7 msec κατά το εύρος της συγκέντρωσης στο πλάσµα για ρανολαζίνη 500 έως 1.000 mg δύο φορές ηµερησίως. Εποµένως, θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά την αντιµετώπιση ασθενών µε ιστορικό συγγενούς ή οικογενειακού συνδρόµου µακρού QT, ασθενών µε γνωστή επίκτητη παράταση στο διάστηµα QT, και ασθενών στους οποίους χορηγούνται φάρµακα που επηρεάζουν το διάστηµα QTc (βλ. επίσης παράγραφο 4.5).

Αλληλεπιδράσεις µε άλλα φάρµακα: Η συγχορήγηση µε επαγωγείς του CYP3A4 αναµένεται να οδηγήσει σε έλλειψη της αποτελεσµατικότητας. Το Ranexa δεν θα πρέπει να χρησιµοποιείται σε ασθενείς στους οποίους χορηγούνται επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. ριφαµπικίνη, φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη, καρβαµαζεπίνη, βαλσαµόχορτο) (βλέπε παράγραφο 4.5).

Νεφρική δυσλειτουργία: Η νεφρική λειτουργία µειώνεται µε την ηλικία και εποµένως είναι σηµαντικό να ελέγχεται η νεφρική λειτουργία σε τακτά διαστήµατα κατά τη θεραπεία µε ρανολαζίνη (βλ.

παραγράφους 4.2, 4.3, 4.8, και 5.2).

4.5Αλληλεπιδράσεις µε άλλα φαρµακευτικά προϊόντα και άλλες µορφές αλληλεπίδρασης

Οι επιδράσεις άλλων φαρµακευτικών προϊόντων στη ρανολαζίνη

Αναστολείς του CYP3A4 ή της P-gp: Η ρανολαζίνη είναι ένα υπόστρωµα του κυτοχρώµατος CYP3A4. Οι αναστολείς του CYP3A4 αυξάνουν τις συγκεντρώσεις της ρανολαζίνης στο πλάσµα. Το ενδεχόµενο ανεπιθύµητων συµβάντων που σχετίζονται µε τη δόση (π.χ. ναυτία, ζάλη) µπορεί επίσης να αυξηθεί µε αυξηµένες συγκεντρώσεις στο πλάσµα. Η συγχορηγούµενη θεραπεία µε κετοκοναζόλη 200 mg δύο φορές ηµερησίως αύξησε την AUC της ρανολαζίνης κατά 3,0 έως 3,9 φορές κατά τη θεραπεία µε ρανολαζίνη. Ταυτόχρονη χορήγηση ισχυρών αναστολέων του CYP3A4 (π.χ. ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, βορικοναζόλη, ποσακοναζόλη, αναστολείς της HIV πρωτεάσης, κλαριθροµυκίνη, τελιθροµυκίνη, νεφαζοδόνη) µε ρανολαζίνη αντενδείκνυται(βλέπε παράγραφο 4.3). Ο χυµός του γκρέιπφρουτ είναι επίσης ένας ισχυρός αναστολέας του CYP3A4.

Ηδιλτιαζέµη (180 έως 360 mg άπαξ ηµερησίως), ένας µετρίως ισχυρός αναστολέας του CYP3A4, προκαλεί δοσοεξαρτώµενες αυξήσεις στις µέσες συγκεντρώσεις ρανολαζίνης σε σταθερή κατάσταση κατά 1,5 έως 2,4 φορές. Προσεκτική τιτλοδότηση του Ranexa συνιστάται σε ασθενείς στους οποίους χορηγείται διλτιαζέµη και άλλοι µετρίως ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. ερυθροµυκίνη, φλουκοναζόλη). Ενδέχεται να απαιτείται καθοδική τιτλοδότηση του Ranexa (βλ. παραγράφους 4.2 και

4.4).

Ηρανολαζίνη είναι ένα υπόστρωµα για την P-γλυκοπρωτεΐνη (P-gp). Οι αναστολείς της P-gp (π.χ. κυκλοσπορίνη, βεραπαµίλη) αυξάνουν τα επίπεδα ρανολαζίνης στο πλάσµα. Η βεραπαµίλη (120 mg τρεις φορές ηµερησίως) αυξάνει τις συγκεντρώσεις ρανολαζίνης σε σταθερή κατάσταση κατά 2,2 φορές. Προσεκτική τιτλοδότηση δόσης του Ranexa συνιστάται σε ασθενείς στους οποίους

χορηγούνται αναστολείς της P-gp. Ενδέχεται να απαιτείται καθοδική τιτλοδότηση του Ranexa (βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.4).

Επαγωγείς του CYP3A4: Η ριφαµπικίνη (600 mg άπαξ ηµερησίως) µειώνει τις µέσες συγκεντρώσεις ρανολαζίνης σε σταθερή κατάσταση κατά περίπου 95%. Η έναρξη της θεραπείας µε το Ranexa θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη χορήγηση επαγωγέων του CYP3A4 (π.χ. ριφαµπικίνη, φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη, καρβαµαζεπίνη, βαλσαµόχορτο) (βλέπε παράγραφο 4.4).

Αναστολείς του CYP2D6: Η ρανολαζίνη µεταβολίζεται µερικώς από το CYP2D6, εποµένως οι αναστολείς αυτού του ενζύµου µπορεί να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της ρανολαζίνης στο πλάσµα. Η παροξετίνη, ισχυρός αναστολέας του CYP2D6, σε δόση 20 mg άπαξ ηµερησίως, αύξησε τις συγκεντρώσεις της ρανολαζίνης 1000 mg δύο φορές ηµερησίως στο πλάσµα σε σταθερή κατάσταση κατά 1,2 φορά κατά µέσο όρο. ∆εν απαιτείται ρύθµιση της δόσης. Σε επίπεδο δόσης 500 mg δύο φορές ηµερησίως, η συγχορήγηση ενός ισχυρού αναστολέα του CYP2D6 µπορεί να καταλήξει σε αύξηση στην AUC της ρανολαζίνης κατά περίπου 62%.

Οι επιδράσεις της ρανολαζίνης σε άλλα φαρµακευτικά προϊόντα

Ηρανολαζίνη είναι ένας µέτριος έως ισχυρός αναστολέας της P-gp και ένας ήπιος αναστολέας του CYP3A4, και µπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των υποστρωµάτων P-gp ή CYP3A4 στο πλάσµα.

Ηκατανοµή στους ιστούς φαρµάκων που µεταφέρονται από την P-gp µπορεί να αυξηθεί.

Προσαρµογή της δόσης των ευαίσθητων υποστρωµάτων CYP3A4 (π.χ. σιµβαστατίνη, λοβαστατίνη) και CYP3A4 υποστρωµάτων µε στενο θεραπευτικό εύρος (π.χ. κυκλοσπορίνη, τακρόλιµους, σιρόλιµους, εβερόλιµους) µπορεί να απαιτηθεί καθώς το Ranexa µπορει να αυξήσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσµα των φαρµάκων αυτών.

Τα διαθέσιµα δεδοµένα υποδηλώνουν ότι η ρανολαζίνη είναι ένας ήπιος αναστολέας του CYP2D6. Το RANEXA 750 αυξάνει τις συγκεντρώσεις του πλάσµατος της µετοπρολόλης κατά 1,8. Ως εκ τούτου, η έκθεση σε µετοπρολόλη ή άλλα υποστρώµατα CYP2D6 (π.χ. προπαφαίνη και φλεκαϊνίδη ή, σε µικρότερο βαθµό, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά και αντιψυχωσικά) µπορεί να είναι αυξηµένη κατά τη συγχορήγηση µε Ranexa, και µικρότερες δόσεις αυτών των φαρµακευτικών προϊόντων µπορεί να απαιτείται.

Το ενδεχόµενο για αναστολή του CYP2B6 δεν έχει αξιολογηθεί. Συνιστάται προσοχή κατά τη συγχορήγηση µε υποστρώµατα CYP2B6 (π.χ. βουπροπιόνη, εφαβιρένζη, κυκλοφωσφαµίδη).

∆ιγοξίνη: Αύξηση των συγκεντρώσεων της διγοξίνης στο πλάσµα κατά µέσο όρο 1,5 φορά έχει αναφερθεί όταν το Ranexa και η διγοξίνη συγχορηγούνται. Εποµένως, τα επίπεδα διγοξίνης θα πρέπει να παρακολουθούνται έπειτα από την έναρξη και τη λήξη της θεραπείας µε το Ranexa.

Σιµβαστατίνη: Ο µεταβολισµός και η κάθαρση της σιµβαστατίνης εξαρτώνται κατά πολύ από το CYP3A4. ∆όση Ranexa 1000 mg δύο φορές ηµερησίως αύξησε τις συγκεντρώσεις στο πλάσµα της σιµβαστατίνης λακτόνης, του οξέος σιµβαστατίνης κατά περίπου 2 φορές. Η ραβδοµυόλυση έχει συσχετισθεί µε υψηλές δόσεις σιµβαστατίνης και σύµφωνα µε την εµπειρία µετά από την κυκλοφορία, περιπτώσεις ραβδοµυόλυσης έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς οι οποίοι λάµβαναν Ranexa και σιµβαστατίνη. Περιορισµός της δόσης της σιµβαστατίνης σε 20mg µία φορά την ηµέρα σε ασθενείς που λαµβάνουν οποιαδήποτε δόση Ranexa.

Ατορβαστατίνη : Το Ranexa 1000mg, 2 φορες ηµερησίως, αύξησε την Cmax και την AUC της ατορβαστατίνης 80mg, 1 φορά ηµερησίως, κατα 1.4 και 1.3 αντίστοιχα και αλλάξε την Cmax και AUC των µεταβολίτων της ατορβοστατίνης λιγότερο από 35%. Περιορισµός της δόσης της ατορβαστατίνης και κατάλληλη κλινική παρακολούθηση µπορεί να ληφθούν υπόψη κατά την χορήγηση του Ranexa.

Περιορισµός της δόσης άλλων στατινών, που µεταβολίζονται απο την CYP3A4(π.χ. Λοβαστατίνη) µπορεί να ληφθεί υπόψη κατά τη λήψη του Ranexa.

Τακρόλιµους, κυκλοσπορίνη, σιρόλιµους, εβερόλιµους : αυξηµένες συγκεντρώσεις στο πλάσµα του τακρόλιµους, ένα υπόστρωµα CYP3A4, έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς µετά από χορήγηση ρανολαζίνης. Συνιστάται τα επίπεδα του τακρόλιµους στο αίµα να παρακολουθούνται όταν συγχορηγούνται Ranexa και τακρόλιµους και ότι η δοσολογία του τακρόλιµους να προσαρµόζεται ανάλογα. Αυτό επίσης συνιστάται για άλλα CYP3A4 υποστρώµατα µε στενό θεραπευτικό εύρος (π.χ. κυκλοσπορίνη, σιρόλιµους, εβερόλιµους).

Φάρµακα που µεταφέρονται από τον οργανικό κατιονικό µεταφορέα -2 (ΟCT2) : Η έκθεση του πλάσµατος στη µετφορµίνη (1000mg 2φορές την ηµέρα) αυξήθηκε κατά 1.4 και 1.8 φορές σε άτοµα µε σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 όταν συγχορηγήθηκε µε Ranexa 500mg και 1000mg 2φορές ηµερησίως αντίστοιχα. H έκθεση των άλλων υποστρωµάτων OCT2, περιλαµβανοµένης χωρίς όµως να περιορίζεται στην πινδολόλη και την βαρενικλίνη, µπορεί να επηρεαστεί σε παρόµοιο βαθµό.

Υπάρχει ένας θεωρητικός κίνδυνος ότι η συγχορηγούµενη θεραπεία ρανολαζίνης µε άλλα φάρµακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστηµα QTc ενδέχεται να προκαλέσει µια φαρµακοδυναµική αλληλεπίδραση και να αυξήσει τον πιθανό κίνδυνο κοιλιακών αρρυθµιών. Παραδείγµατα τέτοιων φαρµάκων περιλαµβάνουν ορισµένα αντιισταµινικά (π.χ. τερφεναδίνη, αστεµιζόλη, µιζολαστίνη), ορισµένα αντιαρρυθµικά (π.χ. κινιδίνη, δισοπυραµίδη, προκαϊναµίδη), ερυθροµυκίνη, και τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (π.χ. ιµιπραµίνη, δοξεπίνη, αµιτριπτυλίνη).

4.6Γονιµότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση: ∆εν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση της ρανολαζίνης σε έγκυες γυναίκες. Είναι ανεπαρκείς οι µελέτες σε ζώα σχετικά µε τις επιπτώσεις στην εγκυµοσύνη και στην ανάπτυξη του εµβρύου (βλέπε παράγραφο 5.3). Ο ενδεχόµενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Το Ranexa δεν πρέπει να χρησιµοποιείται κατά την εγκυµοσύνη εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο.

Θηλασµός: Είναι άγνωστο εάν η ρανολαζίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο µητρικό γάλα. Η απέκκριση της ρανολαζίνης στο γάλα δεν έχει µελετηθεί σε ζώα. Η ρανολαζίνη δεν θα πρέπει να χρησιµοποιείται κατά το θηλασµό.

Γονιµότητα : Μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα δεν δείχνουν δυσµενείς επιπτώσεις στη γονιµότητα (βλέπε παράγραφο 5.3.). Η επίδραση της ρανολαζίνης στην ανθρώπινη γονιµότητα είναι άγνωστη.

4.7Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισµού µηχανών

∆εν πραγµατοποιήθηκαν µελέτες σχετικά µε τις επιδράσεις του Ranexa στην ικανότητα οδήγησης και χειρισµού µηχανών. Το Ranexa ενδέχεται να προκαλέσει ζάλη, θολή όραση, διπλωπία, συγχυτική κατάσταση, µη φυσιολογικός συντονισµός και ψευδαισθήσεις (βλέπε παράγραφο 4.8), που µπορεί να επηρεάσει την ικανότητα οδήγησης και χειρισµού µηχανών.

4.8Ανεπιθύµητες ενέργειες

Οι ανεπιθύµητες ενέργειες σε ασθενείς που λαµβάνουν το Ranexa είναι γενικά ήπιας έως µέτριας βαρύτητας και συχνά αναπτύσσονται εντός των πρώτων 2 εβδοµάδων της θεραπείας. Αυτές αναφέρθηκαν κατά τη Φάση 3 του προγράµµατος κλινικής ανάπτυξης, η οποία περιλάµβανε συνολικά 1.030 ασθενείς µε χρόνια στηθάγχη στους οποίους χορηγήθηκε Ranexa.

Τα ανεπιθύµητα συµβάντα, που θεωρούνται ότι το λιγότερο σχετίζονται πιθανώς µε τη θεραπεία, καταγράφονται παρακάτω κατά οργανικό σύστηµα, κατηγορία οργάνου και απόλυτη συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως πολύ συχνές (1/10), συχνές (1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (1/1.000

έως < 1/100), σπάνιες (1/10.000 έως < 1/1.000), και πολύ σπάνιες (< 1/10.000).

∆ιαταραχές του µεταβολισµού και της θρέψης Όχι συχνές: ανορεξία, µειωµένη όρεξη, αφυδάτωση.

Σπάνιες: Υπονατριαιµία

Ψυχιατρικές διαταραχές Όχι συχνές: άγχος, αϋπνία, συγχυτική κατάσταση, ψευδαισθήσεις.

Σπάνιες: αποπροσανατολισµός.

∆ιαταραχές του νευρικού συστήµατος Συχνές: ζάλη, κεφαλαλγία.

Όχι συχνές: λήθαργος, συγκοπή, υπαισθησία, υπνηλία, τρόµος, ζάλη θέσης, παραισθησία. Σπάνιες: αµνησία, επηρεασµένο επίπεδο συνείδησης, απώλεια συνείδησης, µη φυσιολογικός

συντονισµός, διαταραχή βαδίσµατος παροσµία.

Οφθαλµικές διαταραχές Όχι συχνές: θολή όραση, οπτική διαταραχή, διπλωπία.

∆ιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου Όχι συχνές: ίλιγγος, εµβοές.

Σπάνιες: έκπτωση της ακουστικής οξύτητας.

Αγγειακές διαταραχές Όχι συχνές: εξάψεις, υπόταση.

Σπάνιες: περιφερική ψυχρότητα, ορθοστατική υπόταση.

∆ιαταραχές του αναπνευστικού συστήµατος, του θώρακα και του µεσοθωράκιου Όχι συχνές: δύσπνοια, βήχας, επίσταξη.

Σπάνιες: συσφιγκτικό αίσθηµα λαιµού.

∆ιαταραχές του γαστρεντερικού Συχνές: δυσκοιλιότητα, έµετος, ναυτία.

Όχι συχνές: κοιλιακό άλγος, ξηροστοµία, δυσπεψία, µετεωρισµός, δυσφορία του στοµάχου. Σπάνιες: παγκρεατίτιδα, διαβρωτική δωδεκαδακτυλίτιδα, στοµατική υπαισθησία.

∆ιαταραχές του δέρµατος και του υποδόριου ιστού Όχι συχνές: κνησµός, υπερίδρωση.

Σπάνιες: αγγειοοίδηµα , αλλεργική δερµατίτιδα, κνίδωση, κρύος ιδρώτας, εξάνθηµα.

∆ιαταραχές του µυοσκελετικού συστήµατος και του συνδετικού ιστού Όχι συχνές: πόνος στα άκρα, µυϊκές κράµπες, διόγκωση άρθρωσης, µυική αδυναµία.

∆ιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Όχι συχνές: δυσουρία, αιµατουρία, χρωµατουρία.

Σπάνιες : οξεία νεφρική ανεπάρκεια, κατακράτηση ούρων

∆ιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήµατος και του µαστού Σπάνιες: στυτική δυσλειτουργία.

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Συχνές: εξασθένιση.

Όχι συχνές: κόπωση, περιφερικό οίδηµα.

Έρευνες Όχι συχνές: αυξηµένη κρεατινίνη αίµατος, αυξηµένη ουρία αίµατος, παρατεταµένο διορθωµένο

διάστηµα QT, αυξηµένος αριθµός αιµοπεταλίων ή λευκών αιµοσφαιρίων, µειωµένο σωµατικό βάρος.

Σπάνιες: αυξηµένα επίπεδα ηπατικών ενζύµων.

Το προφίλ ανεπιθύµητων συµβάντων ήταν γενικά παρόµοιο στη µελέτη MERLIN-TIMI 36. Σε αυτή της µακράς διάρκειας µελέτη, αναφέρθηκε επίσης οξεία νεφρική ανεπάρκεια µε συχνότητα εµφάνισης λιγότερο από 1% στους ασθενείς µε placebo και µε ranolazine. Αξιολογήσεις σεασθενείς οι οποίοι ενδεχοµένως να θεωρούνται υψηλότερου κίνδυνου για παρουσίαση ανεπιθύµητων συµβάντων όταν τους χορηγούνται άλλα αντιστηθαγχικά φαρµακευτικά προϊόντα, π.χ. ασθενείς µε διαβήτη, καρδιακή ανεπάρκεια τάξης Ι και ΙΙ, ή αποφρακτική νόσο των αεραγωγών, επιβεβαίωσαν ότι οι καταστάσεις αυτές δεν σχετίζονταν µε κλινικά σηµαντικές αυξήσεις στη συχνότητα εµφάνισης ανεπιθύµητων συµβάντων.

Αυξηµένη επίπτωση εµφάνισης ανεπιθύµητων συµβάντων παρατηρήθηκε ανάµεσα σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε ranolazine στη µελέτη RIVER-PCI (PCI: διαδερµική στεφανιαία παρέµβαση) (βλέπε παράγραφο 5.1) όπου ασθενείς µε ατελή επαναγγείωση µετά-PCI έλαβαν ranolazine έως 1000mg δύο φορές ηµερησίως ή εικονικό φάρµακο (placebo) για περίπου 70 εβδοµάδες. Σε αυτήν τη µελέτη, υπήρχε υψηλότερη συχνότητα αναφορών για συµφορητική καρδιακή ανεπάρκεια στην οµάδα µε ρανολαζίνη (2,2% έναντι 1,0% στην οµάδα εικονικού φαρµάκου). Επίσης, παροδικό ισχαιµικό εγκεφαλικό επεισόδιο συνέβη συχνότερα σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε ranolazine 1000 mg δύο φορές ηµερησίως σε σύγκριση µε το εικονικό φάρµακο (1,0% έναντι 0,2% αντίστοιχα)· ωστόσο, η επίπτωση εγκεφαλικού ήταν παρόµοια ανάµεσα στις οµάδες θεραπείας (ranolazine 1,7% έναντι εικονικού φαρµάκου 1,5%).

Ηλικιωµένοι, νεφρική δυσλειτουργία, και χαµηλό σωµατικό βάρος: Γενικά, ανεπιθύµητα συµβάντα παρουσιάστηκαν πιο συχνά µεταξύ ηλικιωµένων ασθενών και ασθενών µε νεφρική δυσλειτουργία. Ωστόσο, αυτά τα είδη συµβάντων σε αυτές τις υποοµάδες ήταν παρόµοια µε εκείνα που παρατηρήθηκαν στο γενικό πληθυσµό. Από τα πιο συχνά αναφερόµενα, τα ακόλουθα συµβάντα παρουσιάστηκαν πιο συχνά µε το Ranexa (διορθωµένες από το εικονικό φάρµακο συχνότητες) σε ηλικιωµένους (ηλικίας ≥ 75 ετών) παρά σε νεότερους (ηλικίας < 75 ετών): δυσκοιλιότητα (8% έναντι 5%), ναυτία (6% έναντι 3%), υπόταση (5% έναντι 1%), και έµετος (4% έναντι 1%).

Σε ασθενείς µε ήπια ή µέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≥ 30-80 ml/min) σε σύγκριση µε εκείνους µε φυσιολογική νεφρική λειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης > 80 ml/min), τα πιο συχνά αναφερόµενα συµβάντα και οι διορθωµένες από το εικονικό φάρµακο συχνότητες περιλάµβαναν: δυσκοιλιότητα (8% έναντι 4%), ζάλη (7% έναντι 5%), και ναυτία (4% έναντι 2%).

Γενικά, το είδος και η συχνότητα των ανεπιθύµητων συµβάντων που αναφέρθηκαν σε ασθενείς µε χαµηλό σωµατικό βάρος (60 kg) ήταν παρόµοια µε εκείνα σε ασθενείς µε υψηλότερο σωµατικό βάρος (> 60 kg). Ωστόσο, οι διορθωµένες από το εικονικό φάρµακο συχνότητες των ακόλουθων συχνών ανεπιθύµητων συµβάντων ήταν υψηλότερες σε ασθενείς µε χαµηλό σωµατικό βάρος παρά σε βαρύτερους ασθενείς: ναυτία (14% έναντι 2%), έµετος (6% έναντι 1%), και υπόταση (4% έναντι 2%).

Εργαστηριακά ευρήµατα: Μικρές, κλινικά ασήµαντες, αναστρέψιµες αυξήσεις στα επίπεδα κρεατινίνης ορού έχουν παρατηρηθεί σε υγιή άτοµα και σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε το Ranexa. ∆εν υπήρχε νεφρική τοξικότητα που να σχετίζεται µε αυτά τα ευρήµατα. Μια µελέτη για τη νεφρική λειτουργία σε υγιείς εθελοντές κατέδειξε µείωση στην κάθαρση κρεατινίνης, χωρίς µεταβολή στο ρυθµό σπειραµατικής διήθησης συµβατό µε αναστολή της νεφρικής σωληναριακής έκκρισης κρεατινίνης.

Αναφορά πιθανολογούµενων ανεπιθύµητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούµενων ανεπιθύµητων ενεργειών µετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας

του φαρµακευτικού προϊόντος είναι σηµαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρµακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελµατίες του τοµέα της υγειονοµικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούµενες ανεπιθύµητες ενέργειες µέσω του εθνικού συστήµατος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτηµα V

4.9Υπερδοσολογία

Σε µια µελέτη ανεκτικότητας υψηλής από του στόµατος δόσης σε ασθενείς µε στηθάγχη, η συχνότητα εµφάνισης ζάλης, ναυτίας, και εµέτου αυξήθηκε µε δοσοεξαρτώµενο τρόπο. Επιπρόσθετα αυτών των

ανεπιθύµητων συµβάντων, παρατηρήθηκε διπλωπία, λήθαργος, και συγκοπή σε µια µελέτη ενδοφλέβιας υπερδοσολογίας σε υγιείς εθελοντές. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται στενά και η θεραπεία θα πρέπει να είναι συµπτωµατική και υποστηρικτική.

Περίπου το 62% της ρανολαζίνης είναι δεσµευµένο σε πρωτεΐνες πλάσµατος, και εποµένως, η πλήρης κάθαρση µέσω αιµοδιύλισης είναι απίθανη.

5.ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ Ι∆ΙΟΤΗΤΕΣ

5.1Φαρµακοδυναµικές ιδιότητες

Φαρµακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα καρδιακά σκευάσµατα, κωδικός ATC: C01EB18

Μηχανισµός δράσης: Ο µηχανισµός δράσης της ρανολαζίνης είναι γενικά άγνωστος. Η ρανολαζίνη ενδέχεται να έχει ορισµένες αντιστηθαγχικές επιδράσεις µέσω αναστολής των επαναπολωτικών ρευµάτων ιόντων νατρίου στα καρδιακά κύτταρα. Αυτό µειώνει την ενδοκυτταρική συσσώρευση νατρίου και συνεπώς µειώνει την ενδοκυτταρική υπερφόρτωση µε ασβέστιο. Η ρανολαζίνη, µέσω της δράσης της να µειώνει τα επαναπολωτικά ρεύµατα ιόντων νατρίου, θεωρείται ότι µειώνει αυτές τις ενδοκυτταρικές ιοντικές ανισορροπίες κατά την ισχαιµία. Αυτή η µείωση σε κυτταρική υπερφόρτωση µε ασβέστιο αναµένεται να βελτιώσει τη χαλάρωση του µυοκαρδίου και εποµένως να µειώσει τη διαστολική δυσκαµψία της αριστερής κοιλίας. Κλινική ένδειξη της αναστολής των επαναπολωτικών ρευµάτων ιόντων νατρίου από τη ρανολαζίνη παρέχεται από σηµαντική βράχυνση του διαστήµατος QTc και από βελτίωση στη διαστολική χαλάρωση σε µια ανοικτή µελέτη 5 ασθενών µε σύνδροµο µακρού QT (LQT3 έχοντας την SCN5A KPQ γονιδιακή µετάλλαξη).

Αυτές οι επιδράσεις δεν εξαρτώνται από τις µεταβολές στον καρδιακό ρυθµό, στην αρτηριακή πίεση ή στην αγγειοδιαστολή.

Φαρµακοδυναµικές επιδράσεις

Αιµοδυναµικές επιδράσεις: Ελάχιστες µειώσεις στο µέσο καρδιακό ρυθµό (< 2 κτύποι ανά λεπτό) και στη µέση συστολική αρτηριακή πίεση (< 3 mmHg) παρατηρήθηκαν σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε ρανολαζίνη είτε µόνη ή σε συνδυασµό µε άλλα αντιστηθαγχικά φαρµακευτικά προϊόντα σε ελεγχόµενες µελέτες.

Ηλεκτροκαρδιογραφικές επιδράσεις: Αυξήσεις στο διάστηµα QT σχετιζόµενες µε τη δόση και τη συγκέντρωση πλάσµατος (περίπου 6 msec στα 1.000 mg δύο φορές ηµερησίως), µειώσεις στο εύρος κύµατος Τ και σε ορισµένες περιπτώσεις κόµβωση των κυµάτων Τ έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε το Ranexa. Αυτές οι επιδράσεις της ρανολαζίνης στο ηλεκτροκαρδιογράφηµα επιφανείας πιστεύεται ότι προκύπτουν από αναστολή των ταχέων επανορθωτικών ρευµάτων ιόντων καλίου, η οποία παρατείνει το δυναµικό δράσης της κοιλίας και από αναστολή των επαναπολωτικών ρευµάτων ιόντων νατρίου, η οποία µικραίνει το δυναµικό δράσης της κοιλίας. Μια πληθυσµιακή ανάλυση συνδυασµένων δεδοµένων από 1.308 ασθενείς και υγιείς εθελοντές κατέδειξε µέση αύξηση στο QTc από τη βασική γραµµή κατά 2,4 msec ανά 1000 ng/ml συγκέντρωσης ρανολαζίνης στο πλάσµα. Η τιµή αυτή είναι συνεπής µε τα δεδοµένα από πιλοτικές κλινικές µελέτες, όπου οι µέσες αλλαγές από τη βασική γραµµή στο QTcF (τύπος του Fridericia) έπειτα από δόσεις 500 και 750 mg δύο φορές ηµερησίως ήταν 1,9 και 4,9 msec, αντιστοίχως. Η κλίση είναι υψηλότερη σε ασθενείς µε κλινικά σηµαντική ηπατική δυσλειτουργία.

Σε µια µεγάλη µελέτη έκβασης (MERLIN-TIMI 36) σε 6.560 ασθενείς µε ACS µε ασταθή στηθάγχη/έµφραγµα τoυ µυoκαρδίoυ χωρίς ανάσπαση τoυ ST UA/NSTEMI, δεν υπήρχε διαφορά µεταξύ του Ranexa και του εικονικού φαρµάκου στον κίνδυνο θνητότητας ανεξαρτήτου αιτίας (σχετικός κίνδυνος ρανολαζίνης:εικονικού φαρµάκου 0,99), αιφνίδιου καρδιακού θανάτου (σχετικός κίνδυνος ρανολαζίνης:εικονικού φαρµάκου 0,87), ή στη συχνότητα συµπτωµατικά τεκµηριωµένων αρρυθµιών (3,0% έναντι 3,1%).

∆εν παρατηρήθηκαν προαρρυθµικές επιδράσεις σε 3.162 ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε το Ranexa βάσει µιας 7ήµερης παρακολούθησης Holter στη µελέτη MERLIN-TIMI 36. Υπήρξε σηµαντικά χαµηλότερη συχνότητα εµφάνισης αρρυθµιών σε ασθενείς στους χορηγήθηκε το Ranexa (80%) έναντι του εικονικού φαρµάκου (87%), περιλαµβανοµένης κοιλιακής ταχυκαρδίας ≥ 8 κτύπους

(5% έναντι 8%).

Κλινική αποτελεσµατικότητα και ασφάλεια: Κλινικές µελέτες κατέδειξαν την αποτελεσµατικότητα και την ασφάλεια του Ranexa στη θεραπεία ασθενών µε χρόνια στηθάγχη, χρησιµοποιούµενο είτε µόνο είτε όταν το όφελος από άλλα αντιστηθαγχικά φαρµακευτικά προϊόντα ήταν υποβέλτιστο.

Στην πιλοτική µελέτη, CARISA, το Ranexa προστέθηκε στη θεραπεία µε ατενολόλη 50 mg άπαξ ηµερησίως, αµλοδιπίνη 5 mg άπαξ ηµερησίως, ή διλτιαζέµη 180 mg άπαξ ηµερησίως. Οκτακόσιοι είκοσι τρεις ασθενείς (23% γυναίκες) τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν θεραπεία διάρκειας

12 εβδοµάδων µε χορήγηση Ranexa 750 mg δύο φορές ηµερησίως, 1.000 mg δύο φορές ηµερησίως ή εικονικό φάρµακο. Το Ranexa κατέδειξε µεγαλύτερη αποτελεσµατικότητα από το εικονικό φάρµακο σε παρατεταµένο χρόνο άσκησης σε κατάσταση ύφεσης σε 12 εβδοµάδες και για τις δύο δόσεις που µελετήθηκαν όταν χρησιµοποιήθηκε ως επιπρόσθετη θεραπεία. Ωστόσο, δεν υπήρξε διαφορά στη διάρκεια της άσκησης µεταξύ των δύο δόσεων (24 δευτερόλεπτα σε σύγκριση µε το εικονικό φάρµακο, p 0,03).

Το Ranexa είχε ως αποτέλεσµα σηµαντικές µειώσεις στον αριθµό των επεισοδίων στηθάγχης ανά εβδοµάδα και στην κατανάλωση νιτρογλυκερίνης βραχείας δράσης σε σύγκριση µε το εικονικό φάρµακο. ∆εν αναπτύχθηκε ανοχή στη ρανολαζίνη κατά τη θεραπεία και δεν παρατηρήθηκε ξανά αύξηση στα στηθαγχικά επεισόδια έπειτα από απότοµη διακοπή. Η βελτίωση της διάρκειας της άσκησης στις γυναίκες ήταν περίπου 33% της βελτίωσης στους άντρες στο επίπεδο δόσης των 1.000 mg δύο φορές ηµερησίως. Ωστόσο, άντρες και γυναίκες είχαν παρόµοιες µειώσεις στη συχνότητα επεισοδίων στηθάγχης και κατανάλωσης νιτρογλυκερίνης. ∆εδοµένων των δοσοεξαρτώµενων ανεπιθύµητων ενεργειών και της παρόµοιας αποτελεσµατικότητας στα 750 και 1000 mg δύο φορές ηµερησίως, συνιστάται µέγιστη δόση των 750 mg δύο φορές ηµερησίως.

Σε µια δεύτερη µελέτη, την ERICA, το Ranexa προστέθηκε στη θεραπεία µε αµλοδιπίνη 10 mg άπαξ ηµερησίως (η µέγιστη επισηµασµένη δόση). Πεντακόσιοι εξήντα πέντε ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν µια αρχική δόση Ranexa 500 mg δύο φορές ηµερησίως ή εικονικό φάρµακο για

1 εβδοµάδα, και ακολούθησαν 6 εβδοµάδες θεραπείας µε Ranexa 1.000 mg δύο φορές ηµερησίως ή εικονικό φάρµακο, πέραν της συγχορηγούµενης θεραπείας µε αµλοδιπίνη 10 mg άπαξ ηµερησίως. Επιπρόσθετα, το 45% του πληθυσµού της µελέτης έλαβε επίσης νιτρώδη µακράς δράσεως. Το Ranexa είχε ως αποτέλεσµα σηµαντικές µειώσεις στον αριθµό των επεισοδίων στηθάγχης ανά εβδοµάδα (p = 0,028) και στην κατανάλωση νιτρογλυκερίνης βραχείας δράσης (p = 0,014) σε σύγκριση µε το εικονικό φάρµακο. Ο µέσος αριθµός τόσο των επεισοδίων στηθάγχης όσο και των δισκίων νιτρογλυκερίνης που καταναλώθηκαν µειώθηκε κατά περίπου ένα ανά εβδοµάδα.

Στην κύρια µελέτη εύρεσης δοσολογίας, MARISA, η ρανολαζίνη χρησιµοποιήθηκε ως µονοθεραπεία. Εκατόν ενενήντα ένας ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν θεραπεία µε χορήγηση Ranexa

500 mg δύο φορές ηµερησίως, 1.000 mg δύο φορές ηµερησίως, 1.500 mg δύο φορές ηµερησίως, και εικονικό φάρµακο, καθένα για µια εβδοµάδα σε διασταυρούµενο σχεδιασµό. Το Ranexa ήταν σηµαντικά ανώτερο του εικονικού φαρµάκου στην παράταση του χρόνου άσκησης, του χρόνου στηθάγχης, και του χρόνου σε 1 mm κατάσπαση του διαστήµατος ST σε όλες τις δόσεις που µελετήθηκαν µε παρατηρούµενη σχέση δόσης-απόκρισης. Η βελτίωση στη διάρκεια της άσκησης ήταν στατιστικά σηµαντική σε σύγκριση µε το εικονικό φάρµακο και για τις τρεις δόσεις ρανολαζίνης από 24 δευτερόλεπτα στα 500 mg δύο φορές ηµερησίως έως 46 δευτερόλεπτα στα 1500 mg δύο φορές ηµερησίως, παρουσιάζοντας απόκριση που σχετίζεται µε τη δόση. Στη µελέτη αυτή, η διάρκεια της άσκησης ήταν µεγαλύτερη στην οµάδα των 1.500 mg. Ωστόσο, υπήρξε µια δυσανάλογη αύξηση στις ανεπιθύµητες ενέργειες, και η δόση των 1.500 mg δεν µελετήθηκε περαιτέρω.

Σε µια µεγάλη µελέτη έκβασης (MERLIN-TIMI 36) σε 6.560 ασθενείς µε ACS µε ασταθή στηθάγχη/έµφραγµα τoυ µυoκαρδίoυ χωρίς ανάσπαση τoυ ST (UA/NSTEMI), δεν υπήρχε διαφορά

στον κίνδυνο θνητότητας ανεξαρτήτου αιτίας (σχετικός κίνδυνος ρανολαζίνης:εικονικού φαρµάκου 0,99), αιφνίδιου καρδιακού θανάτου (σχετικός κίνδυνος ρανολαζίνης:εικονικού φαρµάκου 0,87), ή στη συχνότητα συµπτωµατικά τεκµηριωµένων αρρυθµιών (3,0% έναντι 3,1%) µεταξύ του Ranexa και του εικονικού φαρµάκου όταν προστέθηκε στην τυπική ιατρική θεραπεία (όπου περιλαµβάνονταν β αποκλειστές, αποκλειστές διαύλων ασβεστίου, νιτρώδη, αντιαιµοπεταλιακοί παράγοντες, φαρµακευτικά προϊόντα που µειώνουν τα λιπίδια, και αναστολείς ΜΕΑ). Περίπου οι µισοί ασθενείς στην MERLIN-TIMI 36 είχαν ιστορικό στηθάγχης. Τα αποτελέσµατα έδειξαν ότι η διάρκεια της άσκησης ήταν 31 δευτερόλεπτα µεγαλύτερη στους ασθενείς που έπαιρναν ρανολαζίνη έναντι των ασθενών που έπαιρναν εικονικό φάρµακο (p = 0,002). Το ερωτηµατολόγιο του Σηάτλ για τη στηθάγχη έδειξε σηµαντικές επιδράσεις σε διάφορες διαστάσεις, περιλαµβανοµένης της συχνότητας της στηθάγχης (p < 0,001), σε σύγκριση µε τους ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε εικονικό φάρµακο.

Μόνο µια µικρή αναλογία µη καυκάσιων περιλήφθηκε στις ελεγχόµενες κλινικές µελέτες, εποµένως δεν µπορούν να εξαχθούν συµπεράσµατα σχετικά µε την αποτελεσµατικότητα και την ασφάλεια σε µη καυκάσιους.

Σε µία φάσης 3, διπλά τυφλή, ελεγχόµενη µε εικονικό φάρµακο, καθοδηγούµενη από συµβάντα µελέτη (RIVER-PCI) σε 2604 ασθενείς ηλικίας ≥18 ετών µε ιστορικό χρόνιας στηθάγχης και ατελούς επαναγγείωσης µετά από διαδερµική στεφανιαία παρέµβαση (PCI) οι ασθενείς τιτλοποιήθηκαν έως τα 1000 mg δύο φορές ηµερησίως (δοσολογία µη εγκεκριµένη στην παρούσα ΠΧΠ). Καµία σηµαντική διαφορά δεν σηµειώθηκε στο σύνθετο πρωτογενές καταληκτικό σηµείο (ο χρόνος έως την πρώτη επαναγγείωση εξαιτίας ισχαιµίας ή νοσηλείας εξαιτίας ισχαιµίας χωρίς επαναγγείωση) στην οµάδα της ραλοναζίνης (26,2%) έναντι της οµάδας µε εικονικό φάρµακο (28,3%) αναλογία κινδύνου 0,95, 95% CI 0,82-1,10 p= 0,48. Ο κίνδυνος θνητότητας όλων των αιτιών, ο καρδιαγγειακός θάνατος ή µείζονα καρδιαγγειακά ανεπιθύµητα συµβάντα (MACE) και η νοσηλεία από καρδιακή ανεπάρκεια ήταν παρόµοια µεταξύ των οµάδων θεραπείας στον συνολικό πληθυσµό, ωστόσο, τα MACE αναφέρθηκαν πιο συχνά σε ασθενείς ≥ 75 ετών που θεραπεύονταν µε ρανολαζίνη σε σύγκριση µε το εικονικό φάρµακο (17,0% έναντι 11,3%, αντίστοιχα)· επιπλέον υπήρχε µία αριθµητική αύξηση στη θνητότητα από κάθε αιτία σε ασθενείς ≥ 75 ετών (9,2% έναντι 5,1%, p= 0,074).

5.2Φαρµακοκινητικές ιδιότητες

Μετά από του στόµατος χορήγηση Ranexa, οι µέγιστες συγκεντρώσεις πλάσµατος (Cmax) παρατηρήθηκαν συνήθως µεταξύ 2 και 6 ωρών. Σταθερή κατάσταση γενικά επιτυγχάνεται εντός 3 ηµερών µε δοσολογία δύο φορές ηµερησίως.

Απορρόφηση: Η µέση απόλυτη βιοδιαθεσιµότητα της ρανολαζίνης έπειτα από του στόµατος χορήγηση δισκίων ρανολαζίνης άµεσης αποδέσµευσης κυµαινόταν από 35%–50%, µε µεγάλη µεταβλητότητα µεταξύ των ατόµων. Η έκεθση στο Ranexa αυξάνει περισσότερο από αναλογικά µε τη δόση. Υπήρχε αύξηση κατά 2,5 έως 3 φορές της AUC σε σταθερή κατάσταση καθώς η δόση αυξήθηκε από 500 mg σε 1000 mg δύο φορές ηµερησίως. Σε µια φαρµακοκινητική µελέτη σε υγιείς εθελοντές, η Cmax σε σταθερή κατάσταση ήταν, κατά µέσο όρο, περίπου 1770 (SD 1040) ng/ml, και η AUC0-12 σε σταθερή κατάσταση ήταν, κατά µέσο όρο, 13.700 (SD 8290) ng x h/ml, έπειτα από µια δόση των 500 mg δύο φορές ηµερησίως. Η τροφή δεν επηρεάζει το ρυθµό και την έκταση της απορρόφησης της ρανολαζίνης.

Κατανοµή: Περίπου το 62% της ρανολαζίνης είναι δεσµευµένη σε πρωτεΐνες πλάσµατος, κυρίως στην α-1 όξινη γλυκοπρωτεΐνη και ασθενώς στην αλβουµίνη. Ο µέσος όγκος κατανοµής (Vss) σε σταθερή κατάσταση είναι περίπου 180 l.

Απέκκριση: Η ρανολαζίνη απεκκρίνεται κυρίως µέσω του µεταβολισµού. Λιγότερο από το 5% της δόσης απεκκρίνεται αµετάβλητη στα ούρα και στα κόπρανα. Έπειτα από εφάπαξ χορήγηση από του στόµατος δόσης 500 mg [14C]-ρανολαζίνης σε υγιή άτοµα, το 73% της ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα και το 25% στα κόπρανα.

Η κάθαρση της ρανολαζίνης είναι δοσοεξαρτώµενη, και µειώνεται µε αυξηµένη δόση. Ο χρόνος ηµίσειας ζωής για την απέκκριση είναι περίπου 2–3 ώρες έπειτα από ενδοφλέβια χορήγηση. Η τελική

ηµίσεια ζωή σε σταθερή κατάσταση έπειτα από του στόµατος χορήγηση ρανολαζίνης ήταν περίπου 7 ώρες, λόγω της περιορισµένης απέκκρισης εξαιτίας του ρυθµού απορρόφησης.

Βιοµετασχηµατισµός: Η ρανολαζίνη υποβάλλεται σε ταχύ και εκτεταµένο µεταβολισµό. Σε υγιείς νεαρούς ενήλικες, η ρανολαζίνη εξηγεί το 13% περίπου της ραδιενέργειας στο πλάσµα έπειτα από εφάπαξ από του στόµατος δόση 500 mg [14C]-ρανολαζίνης. Ένας µεγάλος αριθµός µεταβολιτών έχει αναγνωριστεί στο ανθρώπινο πλάσµα (47 µεταβολίτες), στα ούρα (>100 µεταβολίτες), και στα κόπρανα (25 µεταβολίτες). ∆εκατέσσερις κύριες οδοί έχουν αναγνωριστεί εκ των οποίων η Ο-δεµεθυλίωση και η Ν-αποαλκυλίωση είναι οι πιο σηµαντικές. In vitro µελέτες χρησιµοποιώντας ανθρώπινα µικροσώµατα ήπατος υποδεικνύουν ότι η ρανολαζίνη µεταβολίζεται κυρίως από το CYP3A4, αλλά και από το CYP2D6. Στα 500 mg δύο φορές ηµερησίως, τα άτοµα µε έλλειψη δραστηριότητας του CYP2D6 (µε περιορισµένη µεταβολική ικανότητα, PM) είχαν 62% υψηλότερη AUC από ό,τι τα άτοµα µε µεταβολική ικανότητα για το CYP2D6 (µε εκτενή µεταβολική ικανότητα, EM). Η αντίστοιχη διαφορά στη δόση των 1.000 mg δύο φορές ηµερησίως ήταν 25%.

Ειδικοί πληθυσµοί Η επιρροή των διαφόρων παραγόντων στη φαρµακοκινητική της ρανολαζίνης αποτιµήθηκε σε µια

φαρµακοκινητική αξιολόγηση πληθυσµού σε 928 στηθαγχικούς ασθενείς και σε υγιή άτοµα.

Επιδράσεις φύλου: Το φύλο δεν είχε κάποια κλινικά σηµαντική επίδραση στις φαρµακοκινητικές παραµέτρους.

Ηλικιωµένοι ασθενείς: Η ηλικία από µόνη της δεν είχε κάποια κλινικά σηµαντική επίδραση στις φαρµακοκινητικές παραµέτρους. Ωστόσο, οι ηλικιωµένοι ενδέχεται να έχουν αυξηµένη έκθεση στη ρανολαζίνη λόγω µείωσης της νεφρικής λειτουργίας που σχετίζεται µε την ηλικία.

Σωµατικό βάρος: Σε σύγκριση µε άτοµα που ζυγίζουν 70 kg, η έκθεση υπολογίστηκε ότι είναι περίπου 1,4 φορές υψηλότερη σε άτοµα που ζυγίζουν 40 kg.

Συµφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (CHF): Συµφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (CHF) NYHA Τάξης

ΙΙΙ και IV υπολογίστηκε ότι έχει περίπου 1,3 φορές υψηλότερες συγκεντρώσεις στο πλάσµα.

Νεφρική δυσλειτουργία: Σε µια µελέτη που αξιολογούσε την επίδραση της νεφρικής λειτουργίας στη φαρµακοκινητική της ρανολαζίνης, η AUC της ρανολαζίνης ήταν κατά µέσο όρο 1,7 έως 2 φορές υψηλότερη σε άτοµα µε ήπια, µέτρια, και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία σε σύγκριση µε άτοµα µε φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Υπήρχε µεγάλη µεταβλητότητα µεταξύ των ατόµων στην AUC σε άτοµα µε νεφρική δυσλειτουργία. Η AUC των µεταβολιτών αυξήθηκε µε µειωµένη νεφρική λειτουργία. Η AUC ενός φαρµακολογικά ενεργού µεταβολίτη της ρανολαζίνης ήταν 5 φορές αυξηµένη σε ασθενείς µε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.

Στην πληθυσµιακή φαρµακοκινητική ανάλυση, υπολογίστηκε αύξηση κατά 1,2 φορά στην έκθεση στη ρανολαζίνη σε άτοµα µε µέτρια δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 40 ml/min). Σε άτοµα µε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 10–30 ml/min), υπολογίστηκε αύξηση κατά 1,3 έως 1,8 φορές στην έκθεση στη ρανολαζίνη.

Η επιρροή της αιµοδιύλισης στη φαρµακοκινητική της ρανολαζίνης δεν αξιολογήθηκε.

Ηπατική δυσλειτουργία: Η φαρµακοκινητική της ρανολαζίνης έχει αξιολογηθεί σε ασθενείς µε ήπια ή µέτρια ηπατική δυσλειτουργία. ∆εν υπάρχουν δεδοµένα για ασθενείς µε σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Η περιοχή κάτω από την καµπύλη (AUC) για την ρανολαζίνη ήταν ανεπηρέαστη σε ασθενείς µε ήπια ηπατική δυσλειτουργία αλλά αυξήθηκε κατά 1,8 φορά σε ασθενείς µε µέτρια δυσλειτουργία. Η παράταση του διαστήµατος QT ήταν πιο έντονη σε αυτούς τους ασθενείς.

Παιδιατρικός πληθυσµός: Οι φαρµακοκινητικές παράµετροι της ρανολαζίνης δεν έχουν µελετηθεί στον παιδιατρικό πληθυσµό (< 18 έτη).

5.3Προκλινικά δεδοµένα για την ασφάλεια

Οι ανεπιθύµητες ενέργειες που δεν παρατηρήθηκαν στις κλινικές µελέτες, αλλά παρατηρήθηκαν σε ζώα σε επίπεδα παρόµοια µε τα κλινικά επίπεδα έκθεσης, ήταν οι ακόλουθες: Η ρανολαζίνη σχετίστηκε µε σπασµούς και αυξηµένη θνησιµότητα σε αρουραίους και σκύλους σε συγκεντρώσεις πλάσµατος περίπου 3 φορές υψηλότερες από την προτεινόµενη µέγιστη κλινική δόση.

Μελέτες χρόνιας τοξικότητας σε αρουραίους υπέδειξαν ότι η θεραπεία σχετίστηκε µε επινεφριδιακές µεταβολές σε εκθέσεις ελαφρώς υψηλότερες από εκείνες που παρουσιάστηκαν σε κλινικούς ασθενείς. Η επίδραση αυτή σχετίζεται µε αυξηµένες συγκεντρώσεις χοληστερόλης στο πλάσµα. ∆εν έχουν αναγνωριστεί παρόµοιες µεταβολές στον άνθρωπο. ∆εν σηµειώθηκε επίδραση στον φλοιοεπινεφριδιακό άξονα στον άνθρωπο.

Σε µακροπρόθεσµες µελέτες καρκινογένεσης σε δόσεις ρανολαζίνης έως 50 mg/kg/ηµέρα (150 mg/m2/ηµέρα) σε ποντικούς και 150 mg/kg/ηµέρα (900 mg/m2/ηµέρα) σε αρουραίους, δεν

παρατηρήθηκαν σχετικές αυξήσεις στη συχνότητα εµφάνισης οποιωνδήποτε τύπων όγκου. Αυτές οι δόσεις είναι ισοδύναµες µε 0,1 και 0,8 φορές, αντίστοιχα, τη µέγιστη συνιστώµενη ανθρώπινη δόση των 2 γραµµαρίων σε mg/m2 βάση, και αντιπροσωπεύουν τις µέγιστες ανεκτές δόσεις σε αυτά τα είδη.

Σηµεία εµβρυϊκής και µητρική τοξικότητας, αλλά όχι τερατογένεση, παρατηρήθηκαν σε δόσεις ρανολαζίνης έως 400 mg/kg/ηµέρα (2400 mg/m2/ηµέρα) σε αρουραίους και 150 mg/kg/ηµέρα

(1.800 mg/m2/ηµέρα) σε κονίκλους. Οι δόσεις αυτές αντιπροσωπεύουν 2.7 και 2 φορές, αντίστοιχα, τη µέγιστη συνιστώµενη ανθρώπινη δόση.

Μελέτες σε ζώα δεν δείχνουν άµεσες ή έµµεσες επιβλαβείς επιδράσεις της ρανολαζίνης όσον αφορά την ανδρική ή την γυναικεία γονιµότητα.

6.ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1Κατάλογος εκδόχων

Έκδοχα για όλα τα δισκία ρανολαζίνης παρατεταµένης αποδέσµευσης: Κηρός καρναούβης Υπροµελλόζη Μαγνήσιο στεατικό

Συµπολυµερές µεθακρυλικού οξέος-ακρυλικού αιθυλεστέρα (1:1) Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Υδροξείδιο νατρίου ∆ιοξείδιο τιτανίου

Επιπρόσθετα έκδοχα για δισκίο των 500 mg: MacrogolΠολυβινολαλκοόλη εν µέρει υδροδιαλυτή Οξείδιο σιδήρου κίτρινο (E172)

Οξείδιο σιδήρου κόκκινο (E172) Ταλκ

6.2Ασυµβατότητες

∆εν εφαρµόζεται

6.3∆ιάρκεια ζωής

Συσκευασία κυψέλης : 5 χρόνια Συσκευασία φιάλης : 4 χρόνια

6.4Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

∆εν υπάρχουν ειδικές οδηγίες διατήρησης για το προϊόν αυτό.

6.5Φύση και συστατικά του περιέκτη

Κυψέλες από PVC/PVDC/αλουµίνιο των 15 ή 20 δισκίων ανά καρτέλα κυψέλης. Κάθε κουτί περιέχει 2, 3 ή 5 καρτέλες κυψέλης (30, 60, ή 100 δισκία) ή µια φιάλη από πολυαιθυλένιο υψηλής πυκνότητας που περιέχει 60 δισκία.

Μπορεί να µη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Καµία ειδική υποχρέωση

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ Α∆ΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Menarini International Operations Luxembourg S.A.

1, Avenue de la Gare, L-1611 Luxembourg

Λουξεµβούργο

8.ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) Α∆ΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

EU/1/08/462/003 60 δισκία σε συσκευασία κυψέλης

EU/1/08/462/004 60 δισκία σε φιάλη

EU/1/08/462/009 30 δισκία σε συσκευασία κυψέλης

EU/1/08/462/010 100 δισκία σε συσκευασία κυψέλης

9.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ Α∆ΕΙΑΣ

Ηµεροµηνία πρώτης έγκρισης: 09 Ιουλίου 2008 Ηµεροµηνία τελυεταίας ανανέωσης: 06 Μαρτίου 2013

10.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Λεπτοµερή πληροφοριακά στοιχεία για το φαρµακευτικό προϊόν είναι διαθέσιµα στην ιστοσελίδα του Ευρωπαϊκού Οργανισµού Φαρµάκων (ΕΜΑ): http://www.ema.europa.eu/.

1.ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Ranexa 750 mg δισκία παρατεταµένης αποδέσµευσης

2.ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε δισκίο περιέχει 750 mg ρανολαζίνης.

Έκδοχα: Κάθε δισκίο περιέχει 0,04 mg αζωχρώµατος Ε101 και 12,0 mg λακτόζης µονοϋδρικής. Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων βλ. παράγραφο 6.1.

3.ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

∆ισκίο παρατεταµένης αποδέσµευσης Ωοειδές δισκίο, ανοικτού πράσινου χρώµατος, που έχει εγχάραξη 750 στη µια πλευρά.

4.ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1Θεραπευτικές ενδείξεις

Το Ranexa ενδείκνυται σε ενήλικες ως επιπρόσθετη θεραπεία για τη συµπτωµατική αντιµετώπιση ασθενών µε σταθερή στηθάγχη οι οποίοι δεν ελέγχονται επαρκώς ή έχουν δυσανεξία σε αντιστηθαγχικές θεραπείες πρώτης γραµµής (όπως β-αποκλειστές ή/και ανταγωνιστές του ασβεστίου).

4.2∆οσολογία και τρόπος χορήγησης

Θα πρέπει να δίνεται στους ασθενείς το φύλλο οδηγιών χρήσης του Ranexa και η Κάρτα Προειδοποίησης Ασθενούς και να τους δίνεται οδηγία να παρουσιάζουν την Kάρτα Προειδοποίησης Aσθενούς που έχουν και τη λίστα φαρµακευτικής αγωγής στον επαγγελµατία υγειονοµικής περίθαλψής τους σε κάθε επίσκεψη.

∆οσολογία :

Το Ranexa διατίθεται ως δισκία παρατεταµένης αποδέσµευσης των 375 mg, 500 mg, και 750 mg.

Ενήλικες: Η συνιστώµενη αρχική δόση Ranexa είναι 375 mg δύο φορές ηµερησίως. Έπειτα από

2-4 εβδοµάδες, η δόση θα πρέπει να τιτλοδοτηθεί στα 500 mg δύο φορές ηµερησίως και, σύµφωνα µε την απόκριση του ασθενούς, να τιτλοδοτηθεί περαιτέρω σε µέγιστη συνιστώµενη δόση των 750 mg δύο φορές ηµερησίως (βλέπε παράγραφο 5.1).

Εάν κάποιος ασθενής παρουσιάσει ανεπιθύµητες ενέργειες που σχετίζονται µε τη θεραπεία (π.χ. ζάλη, ναυτία, ή έµετο), ενδέχεται να απαιτείται καθοδική τιτλοδότηση του Ranexa σε 500 mg ή 375 mg δύο φορές ηµερησίως. Εάν τα συµπτώµατα δεν επιλυθούν έπειτα από την ελάττωση της δόσης, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί.

Συγχορηγούµενη θεραπεία µε αναστολείς του CYP3A4 και της P-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp): Προσεκτική τιτλοδότηση συνιστάται σε ασθενείς στους οποίους χορηγούνται µέτριοι αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. διλτιαζέµη, φλουκοναζόλη, ερυθροµυκίνη) ή αναστολείς της Ρ-gp (π.χ. βεραπαµίλη, κυκλοσπορίνη) (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5).

Η συγχορήγηση ισχυρών αναστολέων του CYP3A4 αντενδείκνυται (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.5).

Νεφρική δυσλειτουργία: Προσεκτική τιτλοδότηση συνιστάται σε ασθενείς µε ήπια έως µέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30-80 ml/min) (βλ. παραγράφους 4.4, 4.8, και 5.2). Το Ranexa αντενδείκνυται σε ασθενείς µε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης

<30 ml/min) (βλ. παραγράφους 4.3 και 5.2).

Ηπατική δυσλειτουργία: Προσεκτική τιτλοδότηση συνιστάται σε ασθενείς µε ήπια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2). Το Ranexa αντενδείκνυται σε ασθενείς µε µέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.3 και 5.2).

Ηλικιωµένοι: Η τιτλοδότηση δόσης σε ηλικιωµένους ασθενείς θα πρέπει να πραγµατοποιείται µε προσοχή (βλ. παράγραφο 4.4). Οι ηλικιωµένοι ενδέχεται να έχουν αυξηµένη έκθεση στη ρανολαζίνη λόγω µείωσης της νεφρικής λειτουργίας που σχετίζεται µε την ηλικία (βλ. παράγραφο 5.2). Η συχνότητα εµφάνισης ανεπιθύµητων ενεργειών ήταν υψηλότερη στους ηλικιωµένους (βλ. παράγραφο

4.8).

Χαµηλό σωµατικό βάρος: Η συχνότητα εµφάνισης ανεπιθύµητων ενεργειών ήταν υψηλότερη σε ασθενείς µε χαµηλό σωµατικό βάρος (60 kg). Η τιτλοδότηση δόσης σε ασθενείς µε χαµηλό σωµατικό βάρος θα πρέπει να πραγµατοποιείται µε προσοχή (βλ. παραγράφους 4.4, 4.8, και 5.2).

Συµφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (CHF): Η τιτλοδότηση δόσης σε ασθενείς µε µέτρια έως σοβαρή CHF (NYHA Τάξης III–IV) θα πρέπει να πραγµατοποιείται µε προσοχή (βλ. παραγράφους 4.4 και

5.2).

Παιδιατρικός πληθυσµός:

Η ασφάλεια και η αποτελεσµατικότητα του Ranexa σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχει τεκµηριωθεί.

∆εν υπάρχουν διαθέσιµα δεδοµένα.

Τρόπος χορήγησης:

Τα δισκία Ranexa θα πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα και να µην συνθλίβονται, σπάζονται ή µασώνται. Μπορούν να λαµβάνονται µε ή χωρίς τροφή.

4.3Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο

6.1.

Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min) (βλέπε παραγράφους 4.2 και 5.2). Μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε παραγράφους 4.2 και 5.2).

Συγχορήγηση ισχυρών αναστολέων του CYP3A4 (π.χ. ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, βορικοναζόλη, ποσακοναζόλη, αναστολείς της HIV πρωτεάσης, κλαριθροµυκίνη, τελιθροµυκίνη, νεφαζοδόνη) (βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.5).

Συγχορήγηση αντιαρρυθµικών Τάξης Ιa (π.χ. κινιδίνη) ή Τάξης ΙΙΙ (π.χ. δοφετιλίδη, σοταλόλη) εκτός της αµιωδαρόνης.

4.4Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Η χορήγηση ή η ανοδική τιτλοδότηση σε ασθενείς στους οποίους αναµένεται αυξηµένη έκθεση πρέπει να πραγµατοποιείται µε ιδιαίτερη προσοχή:

Συγχορήγηση µέτριων αναστολέων του CYP3A4 (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.5).

Συγχορήγηση αναστολέων της Ρ-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp) (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.5).

Ήπια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2).

Ήπια έως µέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30–80 ml/min) ( βλ. παραγράφους 4.2, 4.8 και 5.2).

Ηλικιωµένοι (βλ. παραγράφους 4.2, 4.8 και 5.2).

Ασθενείς µε χαµηλό σωµατικό βάρος (60 kg) (βλ. παραγράφους 4.2, 4.8 και 5.2).

Ασθενείς µε µέτρια έως σοβαρή συµφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (CHF) (NYHA Τάξης

ΙΙΙ-IV) (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2).

Σε ασθενείς µε συνδυασµό αυτών των παραγόντων, αναµένονται επιπλέον αυξήσεις έκθεσης. ∆οσοεξαρτώµενες ανεπιθύµητες ενέργειες είναι πιθανόν να παρουσιαστούν. Εάν το Ranexa

χρησιµοποιείται σε ασθενείς µε συνδυασµό διαφόρων τέτοιων παραγόντων, η παρακολούθηση των ανεπιθύµητων συµβάντων θα πρέπει να είναι συχνή, η δόση να µειώνεται, και η θεραπεία να διακόπτεται, εάν απαιτείται.

Ο κίνδυνος για αυξηµένη έκθεση που οδηγεί σε ανεπιθύµητα συµβάντα σε αυτές τις διαφορετικές υποοµάδες είναι υψηλότερος σε ασθενείς µε έλλειψη δραστηριότητας του CYP2D6 (µε περιορισµένη µεταβολική ικανότητα, PM) παρά σε άτοµα µε µεταβολική ικανότητα για το CYP2D6 (µε εκτενή µεταβολική ικανότητα, EM) (βλέπε παράγραφο 5.2). Οι παραπάνω προφυλάξεις βασίζονται στον κίνδυνο σε έναν CYP2D6 PM ασθενή, και χρειάζονται όταν δεν είναι γνωστή η κατάσταση CYP2D6. Υπάρχει µικρότερη ανάγκη για προφυλάξεις σε ασθενείς µε κατάσταση CYP2D6 EM. Εάν η κατάσταση CYP2D6 του ασθενούς έχει προσδιοριστεί (π.χ. µε προσδιορισµό γονότυπου) ή είναι προηγουµένως γνωστό ότι είναι ΕΜ, το Ranexa µπορεί να χρησιµοποιηθεί µε προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς όταν έχουν συνδυασµό διαφόρων από τους παραπάνω παράγοντες κινδύνου.

Παρατεταµένο διάστηµα QT: Μια πληθυσµιακή ανάλυση συνδυασµένων δεδοµένων από ασθενείς και υγιείς εθελοντές κατέδειξε ότι η κλίση της σχέσης συγκέντρωσης-QTc στο πλάσµα εκτιµήθηκε ότι είναι 2,4 msec ανά 1.000 ng/ml, που είναι περίπου ίσο µε αύξηση κατά 2 έως 7 msec κατά το εύρος της συγκέντρωσης στο πλάσµα για ρανολαζίνη 500 έως 1.000 mg δύο φορές ηµερησίως. Εποµένως, θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά την αντιµετώπιση ασθενών µε ιστορικό συγγενούς ή οικογενειακού συνδρόµου µακρού QT, ασθενών µε γνωστή επίκτητη παράταση στο διάστηµα QT, και ασθενών στους οποίους χορηγούνται φάρµακα που επηρεάζουν το διάστηµα QTc (βλ. επίσης παράγραφο 4.5).

Αλληλεπιδράσεις µε άλλα φάρµακα: Η συγχορήγηση µε επαγωγείς του CYP3A4 αναµένεται να οδηγήσει σε έλλειψη της αποτελεσµατικότητας. Το Ranexa δεν θα πρέπει να χρησιµοποιείται σε ασθενείς στους οποίους χορηγούνται επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. ριφαµπικίνη, φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη, καρβαµαζεπίνη, βαλσαµόχορτο) (βλέπε παράγραφο 4.5).

Νεφρική δυσλειτουργία: Η νεφρική λειτουργία µειώνεται µε την ηλικία και εποµένως είναι σηµαντικό να ελέγχεται η νεφρική λειτουργία σε τακτά διαστήµατα κατά τη θεραπεία µε ρανολαζίνη (βλ.

παραγράφους 4.2, 4.3, 4.8, και 5.2).

Λακτόζη: Το παρόν φαρµακευτικό προϊόν περιέχει λακτόζη. Ασθενείς µε σπάνια κληρονοµικά προβλήµατα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης- γαλακτόζης, δεν πρέπει να παίρνουν αυτό το φαρµακευτικό προϊόν.

Αζώχρωµα Ε102: Το παρόν φαρµακευτικό προϊόν περιέχει το αζώχρωµα Ε102 το οποίο µπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.

4.5Αλληλεπιδράσεις µε άλλα φαρµακευτικά προϊόντα και άλλες µορφές αλληλεπίδρασης

Οι επιδράσεις άλλων φαρµακευτικών προϊόντων στη ρανολαζίνη

Αναστολείς του CYP3A4 ή της P-gp: Η ρανολαζίνη είναι ένα υπόστρωµα του κυτοχρώµατος CYP3A4. Οι αναστολείς του CYP3A4 αυξάνουν τις συγκεντρώσεις της ρανολαζίνης στο πλάσµα. Το ενδεχόµενο ανεπιθύµητων συµβάντων που σχετίζονται µε τη δόση (π.χ. ναυτία, ζάλη) µπορεί επίσης να αυξηθεί µε αυξηµένες συγκεντρώσεις στο πλάσµα. Η συγχορηγούµενη θεραπεία µε κετοκοναζόλη 200 mg δύο φορές ηµερησίως αύξησε την AUC της ρανολαζίνης κατά 3,0 έως 3,9 φορές κατά τη θεραπεία µε ρανολαζίνη. Ταυτόχρονη χορήγηση ισχυρών αναστολέων του CYP3A4 (π.χ. ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, βορικοναζόλη, ποσακοναζόλη, αναστολείς της HIV πρωτεάσης, κλαριθροµυκίνη, τελιθροµυκίνη, νεφαζοδόνη) µε ρανολαζίνη αντενδείκνυται(βλέπε παράγραφο 4.3). Ο χυµός του γκρέιπφρουτ είναι επίσης ένας ισχυρός αναστολέας του CYP3A4.

Η διλτιαζέµη (180 έως 360 mg άπαξ ηµερησίως), ένας µετρίως ισχυρός αναστολέας του CYP3A4, προκαλεί δοσοεξαρτώµενες αυξήσεις στις µέσες συγκεντρώσεις ρανολαζίνης σε σταθερή κατάσταση κατά 1,5 έως 2,4 φορές. Προσεκτική τιτλοδότηση του Ranexa συνιστάται σε ασθενείς στους οποίους χορηγείται διλτιαζέµη και άλλοι µετρίως ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. ερυθροµυκίνη,

φλουκοναζόλη). Ενδέχεται να απαιτείται καθοδική τιτλοδότηση του Ranexa (βλ. παραγράφους 4.2 και

4.4).

Η ρανολαζίνη είναι ένα υπόστρωµα για την P-γλυκοπρωτεΐνη (P-gp). Οι αναστολείς της P-gp (π.χ. κυκλοσπορίνη, βεραπαµίλη) αυξάνουν τα επίπεδα ρανολαζίνης στο πλάσµα. Η βεραπαµίλη (120 mg τρεις φορές ηµερησίως) αυξάνει τις συγκεντρώσεις ρανολαζίνης σε σταθερή κατάσταση κατά 2,2 φορές. Προσεκτική τιτλοδότηση δόσης του Ranexa συνιστάται σε ασθενείς στους οποίους χορηγούνται αναστολείς της P-gp. Ενδέχεται να απαιτείται καθοδική τιτλοδότηση του Ranexa (βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.4).

Επαγωγείς του CYP3A4: Η ριφαµπικίνη (600 mg άπαξ ηµερησίως) µειώνει τις µέσες συγκεντρώσεις ρανολαζίνης σε σταθερή κατάσταση κατά περίπου 95%. Η έναρξη της θεραπείας µε το Ranexa θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη χορήγηση επαγωγέων του CYP3A4 (π.χ. ριφαµπικίνη, φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη, καρβαµαζεπίνη, βαλσαµόχορτο) (βλέπε παράγραφο 4.4).

Αναστολείς του CYP2D6: Η ρανολαζίνη µεταβολίζεται µερικώς από το CYP2D6, εποµένως οι αναστολείς αυτού του ενζύµου µπορεί να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της ρανολαζίνης στο πλάσµα. Η παροξετίνη, ισχυρός αναστολέας του CYP2D6, σε δόση 20 mg άπαξ ηµερησίως, αύξησε τις συγκεντρώσεις της ρανολαζίνης 1000 mg δύο φορές ηµερησίως στο πλάσµα σε σταθερή κατάσταση κατά 1,2 φορά κατά µέσο όρο. ∆εν απαιτείται ρύθµιση της δόσης. Σε επίπεδο δόσης 500 mg δύο φορές ηµερησίως, η συγχορήγηση ενός ισχυρού αναστολέα του CYP2D6 µπορεί να καταλήξει σε αύξηση στην AUC της ρανολαζίνης κατά περίπου 62%.

Οι επιδράσεις της ρανολαζίνης σε άλλα φαρµακευτικά προϊόντα

Ηρανολαζίνη είναι ένας µέτριος έως ισχυρός αναστολέας της P-gp και ένας ήπιος αναστολέας του CYP3A4, και µπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των υποστρωµάτων P-gp ή CYP3A4 στο πλάσµα.

Ηκατανοµή στους ιστούς φαρµάκων που µεταφέρονται από την P-gp µπορεί να αυξηθεί.

Προσαρµογή της δόσης των ευαίσθητων υποστρωµάτων CYP3A4 (π.χ. σιµβαστατίνη, λοβαστατίνη) και CYP3A4 υποστρωµάτων µε στενό θεραπευτικό εύρος (π.χ. κυκλοσπορίνη, τακρόλιµους, σιρόλιµους, εβερόλιµους) µπορεί να απαιτηθεί καθώς το Ranexa µπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσµα των φαρµάκων αυτών.

Τα διαθέσιµα δεδοµένα υποδηλώνουν ότι η ρανολαζίνη είναι ένας ήπιος αναστολέας του CYP2D6. Το RANEXA 750 αυξάνει τις συγκεντρώσεις του πλάσµατος της µετοπρολόλης κατά 1.8. Ως εκ τούτου, η έκθεση σε µετοπρολόλη ή άλλα υποστρώµατα CYP2D6 (π.χ. προπαφαινόνη και φλεκαϊνίδη ή, σε µικρότερο βαθµό, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά και αντιψυχωσικά) µπορεί να είναι αυξηµένη κατά τη συγχορήγηση µε Ranexa, και µικρότερες δόσεις αυτών των φαρµακευτικών προϊόντων µπορεί να απαιτείται.

Το ενδεχόµενο για αναστολή του CYP2B6 δεν έχει αξιολογηθεί. Συνιστάται προσοχή κατά τη συγχορήγηση µε υποστρώµατα CYP2B6 (π.χ. βουπροπιόνη, εφαβιρένζη, κυκλοφωσφαµίδη).

∆ιγοξίνη: Αύξηση των συγκεντρώσεων της διγοξίνης στο πλάσµα κατά µέσο όρο 1,5 φορά έχει αναφερθεί όταν το Ranexa και η διγοξίνη συγχορηγούνται. Εποµένως, τα επίπεδα διγοξίνης θα πρέπει να παρακολουθούνται έπειτα από την έναρξη και τη λήξη της θεραπείας µε το Ranexa.

Σιµβαστατίνη: Ο µεταβολισµός και η κάθαρση της σιµβαστατίνης εξαρτώνται κατά πολύ από το CYP3A4. ∆όση Ranexa 1000 mg δύο φορές ηµερησίως αύξησε τις συγκεντρώσεις στο πλάσµα της σιµβαστατίνης λακτόνης, του οξέος σιµβαστατίνης κατά περίπου 2 φορές. Η ραβδοµυόλυση έχει συσχετισθεί µε υψηλές δόσεις σιµβαστατίνης και σύµφωνα µε την εµπειρία µετά από την κυκλοφορία, περιπτώσεις ραβδοµυόλυσης έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς που λάµβαναν Ranexa και σιµβαστατίνη. Περιορισµός της δόσης της σιµβαστατίνης σε 20mg µία φορά την ηµέρα σε ασθενείς που λαµβάνουν οποιαδήποτε δόση Ranexa.

Ατορβαστατίνη : Το Ranexa 1000mg, 2 φορες ηµερησίως, αύξησε την Cmax και την AUC της ατορβαστατίνης 80mg, 1 φορά ηµερησίως, κατα 1.4 και 1.3 αντίστοιχα και αλλάξε την Cmax και AUC των µεταβολίτων της ατορβοστατίνης λιγότερο από 35%. Περιορισµός της δόσης της ατορβαστατίνης και κατάλληλη κλινική παρακολούθηση πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την χορήγηση του Ranexa.

Περιορισµός της δόσης άλλων στατινών, που µεταβολίζονται απο την CYP3A4(π.χ. Λοβαστατίνη) µπορεί να ληφθεί υπόψη κατά τη λήψη του Ranexa.

Τακρόλιµους, κυκλοσπορίνη, σιρόλιµους, εβερόλιµους : αυξηµένες συγκεντρώσεις στο πλάσµα του τακρόλιµους, ένα υπόστρωµα CYP3A4 έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς µετά από χορήγηση ρανολαζίνης. Συνιστάται τα επίπεδα του τακρόλιµους στο αίµα να παρακολουθούνται όταν συγχορηγούνται Ranexa και τακρόλιµους και ότι η δοσολογία του τακρόλιµους να προσαρµόζεται ανάλογα. Αυτό επίσης συνιστάται για άλλα CYP3A4 υποστρώµατα µε στενό θεραπευτικό εύρος (π.χ. κυκλοσπορίνη, σιρόλιµους, εβερόλιµους).

Φάρµακα που µεταφέρονται από τον οργανικό κατιονικό µεταφορέα -2 (ΟCT2) : Η έκθεση του πλάσµατος στη µετφορµίνη (1000mg 2φορές την ηµέρα) αυξήθηκε κατά 1.4 και 1.8 φορές σε άτοµα µε σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 όταν συγχορηγήθηκε µε Ranexa 500mg και 1000mg 2φορές ηµερησίως αντίστοιχα. H έκθεση των άλλων υποστρωµάτων OCT2, περιλαµβανοµένης χωρίς όµως να περιορίζεται στην πινδολόλη και την βαρενικλίνη, µπορεί να επηρεαστεί σε παρόµοιο βαθµό.

Υπάρχει ένας θεωρητικός κίνδυνος ότι η συγχορηγούµενη θεραπεία ρανολαζίνης µε άλλα φάρµακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστηµα QTc ενδέχεται να προκαλέσει µια φαρµακοδυναµική αλληλεπίδραση και να αυξήσει τον πιθανό κίνδυνο κοιλιακών αρρυθµιών. Παραδείγµατα τέτοιων φαρµάκων περιλαµβάνουν ορισµένα αντιισταµινικά (π.χ. τερφεναδίνη, αστεµιζόλη, µιζολαστίνη), ορισµένα αντιαρρυθµικά (π.χ. κινιδίνη, δισοπυραµίδη, προκαϊναµίδη), ερυθροµυκίνη, και τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (π.χ. ιµιπραµίνη, δοξεπίνη, αµιτριπτυλίνη).

4.6Γονιµότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση: ∆εν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση της ρανολαζίνης σε έγκυες γυναίκες. Είναι ανεπαρκείς οι µελέτες σε ζώα σχετικά µε τις επιπτώσεις στην εγκυµοσύνη και στην ανάπτυξη του εµβρύου (βλέπε παράγραφο 5.3). Ο ενδεχόµενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Το Ranexa δεν πρέπει να χρησιµοποιείται κατά την εγκυµοσύνη εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο.

Θηλασµός: Είναι άγνωστο εάν η ρανολαζίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο µητρικό γάλα. Η απέκκριση της ρανολαζίνης στο γάλα δεν έχει µελετηθεί σε ζώα. Η ρανολαζίνη δεν θα πρέπει να χρησιµοποιείται κατά το θηλασµό.

Γονιµότητα: Μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα δεν δείχνουν δυσµενείς επιπτώσεις στη γονιµότητα (βλέπε παράγραφο 5.3). Η επίδραση της ρανολαζίνης στην ανθρώπινη γονιµότητα είναι άγνωστη.

4.7Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισµού µηχανών

∆εν πραγµατοποιήθηκαν µελέτες σχετικά µε τις επιδράσεις του Ranexa στην ικανότητα οδήγησης και χειρισµού µηχανών. Το Ranexa ενδέχεται να προκαλέσει ζάλη, θολή όραση, διπλωπία, συγχυτική κατάσταση, µη φυσιολογικός συντονισµός και ψευδαισθήσεις (βλέπε παράγραφο 4.8), που µπορεί να επηρεάσει την ικανότητα οδήγησης και χειρισµού µηχανών.

4.8Ανεπιθύµητες ενέργειες

Οι ανεπιθύµητες ενέργειες σε ασθενείς που λαµβάνουν το Ranexa είναι γενικά ήπιας έως µέτριας βαρύτητας και συχνά αναπτύσσονται εντός των πρώτων 2 εβδοµάδων της θεραπείας. Αυτές αναφέρθηκαν κατά τη Φάση 3 του προγράµµατος κλινικής ανάπτυξης, η οποία περιλάµβανε συνολικά 1.030 ασθενείς µε χρόνια στηθάγχη στους οποίους χορηγήθηκε Ranexa.

Τα ανεπιθύµητα συµβάντα, που θεωρούνται ότι το λιγότερο σχετίζονται πιθανώς µε τη θεραπεία, καταγράφονται παρακάτω κατά οργανικό σύστηµα, κατηγορία οργάνου και απόλυτη συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως πολύ συχνές (1/10), συχνές (1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (1/1.000

έως < 1/100), σπάνιες (1/10.000 έως < 1/1.000), και πολύ σπάνιες (< 1/10.000).

∆ιαταραχές του µεταβολισµού και της θρέψης Όχι συχνές: ανορεξία, µειωµένη όρεξη, αφυδάτωση. Σπάνιες: Υπονατριαιµία

Ψυχιατρικές διαταραχές Όχι συχνές: άγχος, αϋπνία, συγχυτική κατάσταση, ψευδαισθήσεις.

Σπάνιες: αποπροσανατολισµός.

∆ιαταραχές του νευρικού συστήµατος Συχνές: ζάλη, κεφαλαλγία.

Όχι συχνές: λήθαργος, συγκοπή, υπαισθησία, υπνηλία, τρόµος, ζάλη θέσης, παραισθησία. Σπάνιες: αµνησία, επηρεασµένο επίπεδο συνείδησης, απώλεια συνείδησης, µη φυσιολογικός

συντονισµός, διαταραχή βαδίσµατος παροσµία.

Οφθαλµικές διαταραχές Όχι συχνές: θολή όραση, οπτική διαταραχή, διπλωπία.

∆ιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου Όχι συχνές: ίλιγγος, εµβοές.

Σπάνιες: έκπτωση της ακουστικής οξύτητας.

Αγγειακές διαταραχές Όχι συχνές: εξάψεις, υπόταση.

Σπάνιες: περιφερική ψυχρότητα, ορθοστατική υπόταση.

∆ιαταραχές του αναπνευστικού συστήµατος, του θώρακα και του µεσοθωράκιου Όχι συχνές: δύσπνοια, βήχας, επίσταξη.

Σπάνιες: συσφιγκτικό αίσθηµα λαιµού.

∆ιαταραχές του γαστρεντερικού Συχνές: δυσκοιλιότητα, έµετος, ναυτία.

Όχι συχνές: κοιλιακό άλγος, ξηροστοµία, δυσπεψία, µετεωρισµός, δυσφορία του στοµάχου. Σπάνιες: παγκρεατίτιδα, διαβρωτική δωδεκαδακτυλίτιδα, στοµατική υπαισθησία.

∆ιαταραχές του δέρµατος και του υποδόριου ιστού Όχι συχνές: κνησµός, υπερίδρωση.

Σπάνιες: αγγειοοίδηµα , αλλεργική δερµατίτιδα, κνίδωση, κρύος ιδρώτας, εξάνθηµα.

∆ιαταραχές του µυοσκελετικού συστήµατος και του συνδετικού ιστού Όχι συχνές: πόνος στα άκρα, µυϊκές κράµπες, διόγκωση άρθρωσης, µυική αδυναµία.

∆ιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Όχι συχνές: δυσουρία, αιµατουρία, χρωµατουρία.

Σπάνιες : οξεία νεφρική ανεπάρκεια, κατακράτηση ούρων

∆ιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήµατος και του µαστού Σπάνιες: στυτική δυσλειτουργία.

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Συχνές: εξασθένιση.

Όχι συχνές: κόπωση, περιφερικό οίδηµα.

Έρευνες Όχι συχνές: αυξηµένη κρεατινίνη αίµατος, αυξηµένη ουρία αίµατος, παρατεταµένο διορθωµένο

διάστηµα QT, αυξηµένος αριθµός αιµοπεταλίων ή λευκών αιµοσφαιρίων, µειωµένο σωµατικό βάρος.

Σπάνιες: αυξηµένα επίπεδα ηπατικών ενζύµων.

Το προφίλ ανεπιθύµητων συµβάντων ήταν γενικά παρόµοιο στη µελέτη MERLIN-TIMI 36. . Σε αυτή της µακράς διάρκειας µελέτη, αναφέρθηκε επίσης οξεία νεφρική ανεπάρκεια µε συχνότητα εµφάνισης λιγότερο από 1% στους ασθενείς µε placebo και µε ranolazine. Αξιολογήσεις σε ασθενείς οι οποίοι ενδεχοµένως να θεωρούνται υψηλότερου κίνδυνου για παρουσίαση ανεπιθύµητων συµβάντων όταν τους χορηγούνται άλλα αντιστηθαγχικά φαρµακευτικά προϊόντα, π.χ. ασθενείς µε διαβήτη, καρδιακή ανεπάρκεια τάξης Ι και ΙΙ, ή αποφρακτική νόσο των αεραγωγών, επιβεβαίωσαν ότι οι καταστάσεις αυτές δεν σχετίζονταν µε κλινικά σηµαντικές αυξήσεις στη συχνότητα εµφάνισης ανεπιθύµητων συµβάντων.

Αυξηµένη επίπτωση εµφάνισης ανεπιθύµητων συµβάντων παρατηρήθηκε ανάµεσα σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε ranolazine στη µελέτη RIVER-PCI (PCI: διαδερµική στεφανιαία παρέµβαση) (βλέπε παράγραφο 5.1) όπου ασθενείς µε ατελή επαναγγείωση µετά-PCI έλαβαν ranolazine έως 1000mg δύο φορές ηµερησίως ή εικονικό φάρµακο (placebo) για περίπου 70 εβδοµάδες. Σε αυτήν τη µελέτη, υπήρχε υψηλότερη συχνότητα αναφορών για συµφορητική καρδιακή ανεπάρκεια στην οµάδα µε ρανολαζίνη (2,2% έναντι 1,0% στην οµάδα εικονικού φαρµάκου). Επίσης, παροδικό ισχαιµικό εγκεφαλικό επεισόδιο συνέβη συχνότερα σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε ranolazine 1000 mg δύο φορές ηµερησίως σε σύγκριση µε το εικονικό φάρµακο (1,0% έναντι 0,2% αντίστοιχα)· ωστόσο, η επίπτωση εγκεφαλικού ήταν παρόµοια ανάµεσα στις οµάδες θεραπείας (ranolazine 1,7% έναντι εικονικού φαρµάκου 1,5%).

Ηλικιωµένοι, νεφρική δυσλειτουργία, και χαµηλό σωµατικό βάρος: Γενικά, ανεπιθύµητα συµβάντα παρουσιάστηκαν πιο συχνά µεταξύ ηλικιωµένων ασθενών και ασθενών µε νεφρική δυσλειτουργία. Ωστόσο, αυτά τα είδη συµβάντων σε αυτές τις υποοµάδες ήταν παρόµοια µε εκείνα που παρατηρήθηκαν στο γενικό πληθυσµό. Από τα πιο συχνά αναφερόµενα, τα ακόλουθα συµβάντα παρουσιάστηκαν πιο συχνά µε το Ranexa (διορθωµένες από το εικονικό φάρµακο συχνότητες) σε ηλικιωµένους (ηλικίας ≥ 75 ετών) παρά σε νεότερους (ηλικίας < 75 ετών): δυσκοιλιότητα (8% έναντι 5%), ναυτία (6% έναντι 3%), υπόταση (5% έναντι 1%), και έµετος (4% έναντι 1%).

Σε ασθενείς µε ήπια ή µέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≥ 30-80 ml/min) σε σύγκριση µε εκείνους µε φυσιολογική νεφρική λειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης > 80 ml/min), τα πιο συχνά αναφερόµενα συµβάντα και οι διορθωµένες από το εικονικό φάρµακο συχνότητες περιλάµβαναν: δυσκοιλιότητα (8% έναντι 4%), ζάλη (7% έναντι 5%), και ναυτία (4% έναντι 2%).

Γενικά, το είδος και η συχνότητα των ανεπιθύµητων συµβάντων που αναφέρθηκαν σε ασθενείς µε χαµηλό σωµατικό βάρος (60 kg) ήταν παρόµοια µε εκείνα σε ασθενείς µε υψηλότερο σωµατικό βάρος (> 60 kg). Ωστόσο, οι διορθωµένες από το εικονικό φάρµακο συχνότητες των ακόλουθων συχνών ανεπιθύµητων συµβάντων ήταν υψηλότερες σε ασθενείς µε χαµηλό σωµατικό βάρος παρά σε βαρύτερους ασθενείς: ναυτία (14% έναντι 2%), έµετος (6% έναντι 1%), και υπόταση (4% έναντι 2%).

Εργαστηριακά ευρήµατα: Μικρές, κλινικά ασήµαντες, αναστρέψιµες αυξήσεις στα επίπεδα κρεατινίνης ορού έχουν παρατηρηθεί σε υγιή άτοµα και σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε το Ranexa. ∆εν υπήρχε νεφρική τοξικότητα που να σχετίζεται µε αυτά τα ευρήµατα. Μια µελέτη για τη νεφρική λειτουργία σε υγιείς εθελοντές κατέδειξε µείωση στην κάθαρση κρεατινίνης, χωρίς µεταβολή στο ρυθµό σπειραµατικής διήθησης συµβατό µε αναστολή της νεφρικής σωληναριακής έκκρισης κρεατινίνης.

Αναφορά πιθανολογούµενων ανεπιθύµητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούµενων ανεπιθύµητων ενεργειών µετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας

του φαρµακευτικού προϊόντος είναι σηµαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρµακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελµατίες του τοµέα της

υγειονοµικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούµενες ανεπιθύµητες ενέργειες µέσω του εθνικού συστήµατος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτηµα V

4.9Υπερδοσολογία

Σε µια µελέτη ανεκτικότητας υψηλής από του στόµατος δόσης σε ασθενείς µε στηθάγχη, η συχνότητα εµφάνισης ζάλης, ναυτίας, και εµέτου αυξήθηκε µε δοσοεξαρτώµενο τρόπο. Επιπρόσθετα αυτών των ανεπιθύµητων συµβάντων, παρατηρήθηκε διπλωπία, λήθαργος, και συγκοπή σε µια µελέτη ενδοφλέβιας υπερδοσολογίας σε υγιείς εθελοντές. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται στενά και η θεραπεία θα πρέπει να είναι συµπτωµατική και υποστηρικτική.

Περίπου το 62% της ρανολαζίνης είναι δεσµευµένο σε πρωτεΐνες πλάσµατος, και εποµένως, η πλήρης κάθαρση µέσω αιµοδιύλισης είναι απίθανη.

5.ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ Ι∆ΙΟΤΗΤΕΣ

5.1Φαρµακοδυναµικές ιδιότητες

Φαρµακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα καρδιακά σκευάσµατα, κωδικός ATC: C01EB18

Μηχανισµός δράσης: Ο µηχανισµός δράσης της ρανολαζίνης είναι γενικά άγνωστος. Η ρανολαζίνη ενδέχεται να έχει ορισµένες αντιστηθαγχικές επιδράσεις µέσω αναστολής των επαναπολωτικών ρευµάτων ιόντων νατρίου στα καρδιακά κύτταρα. Αυτό µειώνει την ενδοκυτταρική συσσώρευση νατρίου και συνεπώς µειώνει την ενδοκυτταρική υπερφόρτωση µε ασβέστιο. Η ρανολαζίνη, µέσω της δράσης της να µειώνει τα επαναπολωτικά ρεύµατα ιόντων νατρίου, θεωρείται ότι µειώνει αυτές τις ενδοκυτταρικές ιοντικές ανισορροπίες κατά την ισχαιµία. Αυτή η µείωση σε κυτταρική υπερφόρτωση µε ασβέστιο αναµένεται να βελτιώσει τη χαλάρωση του µυοκαρδίου και εποµένως να µειώσει τη διαστολική δυσκαµψία της αριστερής κοιλίας. Κλινική ένδειξη της αναστολής των επαναπολωτικών ρευµάτων ιόντων νατρίου από τη ρανολαζίνη παρέχεται από σηµαντική βράχυνση του διαστήµατος QTc και από βελτίωση στη διαστολική χαλάρωση σε µια ανοικτή µελέτη 5 ασθενών µε σύνδροµο µακρού QT (LQT3 έχοντας την SCN5A KPQ γονιδιακή µετάλλαξη).

Αυτές οι επιδράσεις δεν εξαρτώνται από τις µεταβολές στον καρδιακό ρυθµό, στην αρτηριακή πίεση ή στην αγγειοδιαστολή.

Φαρµακοδυναµικές επιδράσεις

Αιµοδυναµικές επιδράσεις: Ελάχιστες µειώσεις στο µέσο καρδιακό ρυθµό (< 2 κτύποι ανά λεπτό) και στη µέση συστολική αρτηριακή πίεση (< 3 mmHg) παρατηρήθηκαν σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε ρανολαζίνη είτε µόνη ή σε συνδυασµό µε άλλα αντιστηθαγχικά φαρµακευτικά προϊόντα σε ελεγχόµενες µελέτες.

Ηλεκροκαρδιογραφικές επιδράσεις: Αυξήσεις στο διάστηµα QT σχετιζόµενες µε τη δόση και τη συγκέντρωση πλάσµατος (περίπου 6 msec στα 1.000 mg δύο φορές ηµερησίως), µειώσεις στο εύρος κύµατος Τ και σε ορισµένες περιπτώσεις κόµβωση των κυµάτων Τ έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε το Ranexa. Αυτές οι επιδράσεις της ρανολαζίνης στο ηλεκτροκαρδιογράφηµα επιφανείας πιστεύεται ότι προκύπτουν από αναστολή των ταχέων επανορθωτικών ρευµάτων ιόντων καλίου, η οποία παρατείνει το δυναµικό δράσης της κοιλίας και από αναστολή των επαναπολωτικών ρευµάτων ιόντων νατρίου, η οποία µικραίνει το δυναµικό δράσης της κοιλίας. Μια πληθυσµιακή ανάλυση συνδυασµένων δεδοµένων από 1.308 ασθενείς και υγιείς εθελοντές κατέδειξε µέση αύξηση στο QTc από τη βασική γραµµή κατά 2,4 msec ανά 1000 ng/ml συγκέντρωσης ρανολαζίνης στο πλάσµα. Η τιµή αυτή είναι συνεπής µε τα δεδοµένα από πιλοτικές κλινικές µελέτες, όπου οι µέσες αλλαγές από τη βασική γραµµή στο QTcF (τύπος του Fridericia) έπειτα από δόσεις 500 και 750 mg δύο φορές ηµερησίως ήταν 1,9 και 4,9 msec, αντιστοίχως. Η κλίση είναι υψηλότερη σε ασθενείς µε κλινικά σηµαντική ηπατική δυσλειτουργία.

Σε µια µεγάλη µελέτη έκβασης (MERLIN-TIMI 36) σε 6.560 ασθενείς µε ACS µε ασταθή στηθάγχη/έµφραγµα τoυ µυoκαρδίoυ χωρίς ανάσπαση τoυ ST UA/NSTEMI, δεν υπήρχε διαφορά µεταξύ του Ranexa και του εικονικού φαρµάκου στον κίνδυνο θνητότητας ανεξαρτήτου αιτίας (σχετικός κίνδυνος ρανολαζίνης:εικονικού φαρµάκου 0,99), αιφνίδιου καρδιακού θανάτου (σχετικός κίνδυνος ρανολαζίνης:εικονικού φαρµάκου 0,87), ή στη συχνότητα συµπτωµατικά τεκµηριωµένων αρρυθµιών (3,0% έναντι 3,1%).

∆εν παρατηρήθηκαν προαρρυθµικές επιδράσεις σε 3.162 ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε το Ranexa βάσει µιας 7ήµερης παρακολούθησης Holter στη µελέτη MERLIN-TIMI 36. Υπήρξε σηµαντικά χαµηλότερη συχνότητα εµφάνισης αρρυθµιών σε ασθενείς στους χορηγήθηκε το Ranexa (80%) έναντι του εικονικού φαρµάκου (87%), περιλαµβανοµένης κοιλιακής ταχυκαρδίας ≥ 8 κτύπους

(5% έναντι 8%).

Κλινική αποτελεσµατικότητα και ασφάλεια: Κλινικές µελέτες κατέδειξαν την αποτελεσµατικότητα και την ασφάλεια του Ranexa στη θεραπεία ασθενών µε χρόνια στηθάγχη, χρησιµοποιούµενο είτε µόνο είτε όταν το όφελος από άλλα αντιστηθαγχικά φαρµακευτικά προϊόντα ήταν υποβέλτιστο.

Στην πιλοτική µελέτη, CARISA, το Ranexa προστέθηκε στη θεραπεία µε ατενολόλη 50 mg άπαξ ηµερησίως, αµλοδιπίνη 5 mg άπαξ ηµερησίως, ή διλτιαζέµη 180 mg άπαξ ηµερησίως. Οκτακόσιοι είκοσι τρεις ασθενείς (23% γυναίκες) τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν θεραπεία διάρκειας

12 εβδοµάδων µε χορήγηση Ranexa 750 mg δύο φορές ηµερησίως, 1.000 mg δύο φορές ηµερησίως ή εικονικό φάρµακο. Το Ranexa κατέδειξε µεγαλύτερη αποτελεσµατικότητα από το εικονικό φάρµακο σε παρατεταµένο χρόνο άσκησης σε κατάσταση ύφεσης σε 12 εβδοµάδες και για τις δύο δόσεις που µελετήθηκαν όταν χρησιµοποιήθηκε ως επιπρόσθετη θεραπεία. Ωστόσο, δεν υπήρξε διαφορά στη διάρκεια της άσκησης µεταξύ των δύο δόσεων (24 δευτερόλεπτα σε σύγκριση µε το εικονικό φάρµακο, p 0,03).

Το Ranexa είχε ως αποτέλεσµα σηµαντικές µειώσεις στον αριθµό των επεισοδίων στηθάγχης ανά εβδοµάδα και στην κατανάλωση νιτρογλυκερίνης βραχείας δράσης σε σύγκριση µε το εικονικό φάρµακο. ∆εν αναπτύχθηκε ανοχή στη ρανολαζίνη κατά τη θεραπεία και δεν παρατηρήθηκε ξανά αύξηση στα στηθαγχικά επεισόδια έπειτα από απότοµη διακοπή. Η βελτίωση της διάρκειας της άσκησης στις γυναίκες ήταν περίπου 33% της βελτίωσης στους άντρες στο επίπεδο δόσης των 1.000 mg δύο φορές ηµερησίως. Ωστόσο, άντρες και γυναίκες είχαν παρόµοιες µειώσεις στη συχνότητα επεισοδίων στηθάγχης και κατανάλωσης νιτρογλυκερίνης. ∆εδοµένων των δοσοεξαρτώµενων ανεπιθύµητων ενεργειών και της παρόµοιας αποτελεσµατικότητας στα 750 και 1000 mg δύο φορές ηµερησίως, συνιστάται µέγιστη δόση των 750 mg δύο φορές ηµερησίως.

Σε µια δεύτερη µελέτη, την ERICA, το Ranexa προστέθηκε στη θεραπεία µε αµλοδιπίνη 10 mg άπαξ ηµερησίως (η µέγιστη επισηµασµένη δόση). Πεντακόσιοι εξήντα πέντε ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν µια αρχική δόση Ranexa 500 mg δύο φορές ηµερησίως ή εικονικό φάρµακο για

1 εβδοµάδα, και ακολούθησαν 6 εβδοµάδες θεραπείας µε Ranexa 1.000 mg δύο φορές ηµερησίως ή εικονικό φάρµακο, πέραν της συγχορηγούµενης θεραπείας µε αµλοδιπίνη 10 mg άπαξ ηµερησίως. Επιπρόσθετα, το 45% του πληθυσµού της µελέτης έλαβε επίσης νιτρώδη µακράς δράσεως. Το Ranexa είχε ως αποτέλεσµα σηµαντικές µειώσεις στον αριθµό των επεισοδίων στηθάγχης ανά εβδοµάδα (p = 0,028) και στην κατανάλωση νιτρογλυκερίνης βραχείας δράσης (p = 0,014) σε σύγκριση µε το εικονικό φάρµακο. Ο µέσος αριθµός τόσο των επεισοδίων στηθάγχης όσο και των δισκίων νιτρογλυκερίνης που καταναλώθηκαν µειώθηκε κατά περίπου ένα ανά εβδοµάδα.

Στην κύρια µελέτη εύρεσης δοσολογίας, MARISA, η ρανολαζίνη χρησιµοποιήθηκε ως µονοθεραπεία. Εκατόν ενενήντα ένας ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν θεραπεία µε χορήγηση Ranexa

500 mg δύο φορές ηµερησίως, 1.000 mg δύο φορές ηµερησίως, 1.500 mg δύο φορές ηµερησίως, και εικονικό φάρµακο, καθένα για µια εβδοµάδα σε διασταυρούµενο σχεδιασµό. Το Ranexa ήταν σηµαντικά ανώτερο του εικονικού φαρµάκου στην παράταση του χρόνου άσκησης, του χρόνου στηθάγχης, και του χρόνου σε 1 mm κατάσπαση του διαστήµατος ST σε όλες τις δόσεις που µελετήθηκαν µε παρατηρούµενη σχέση δόσης-απόκρισης. Η βελτίωση στη διάρκεια της άσκησης ήταν στατιστικά σηµαντική σε σύγκριση µε το εικονικό φάρµακο και για τις τρεις δόσεις ρανολαζίνης

από 24 δευτερόλεπτα στα 500 mg δύο φορές ηµερησίως έως 46 δευτερόλεπτα στα 1500 mg δύο φορές ηµερησίως, παρουσιάζοντας απόκριση που σχετίζεται µε τη δόση. Στη µελέτη αυτή, η διάρκεια της άσκησης ήταν µεγαλύτερη στην οµάδα των 1.500 mg. Ωστόσο, υπήρξε µια δυσανάλογη αύξηση στις ανεπιθύµητες ενέργειες, και η δόση των 1.500 mg δεν µελετήθηκε περαιτέρω.

Σε µια µεγάλη µελέτη έκβασης (MERLIN-TIMI 36) σε 6.560 ασθενείς µε ACS µε ασταθή στηθάγχη/έµφραγµα τoυ µυoκαρδίoυ χωρίς ανάσπαση τoυ ST (UA/NSTEMI), δεν υπήρχε διαφορά στον κίνδυνο θνητότητας ανεξαρτήτου αιτίας (σχετικός κίνδυνος ρανολαζίνης:εικονικού φαρµάκου 0,99), αιφνίδιου καρδιακού θανάτου (σχετικός κίνδυνος ρανολαζίνης:εικονικού φαρµάκου 0,87), ή στη συχνότητα συµπτωµατικά τεκµηριωµένων αρρυθµιών (3,0% έναντι 3,1%) µεταξύ του Ranexa και του εικονικού φαρµάκου όταν προστέθηκε στην τυπική ιατρική θεραπεία (όπου περιλαµβάνονταν β αποκλειστές, αποκλειστές διαύλων ασβεστίου, νιτρώδη, αντιαιµοπεταλιακοί παράγοντες, φαρµακευτικά προϊόντα που µειώνουν τα λιπίδια, και αναστολείς ΜΕΑ). Περίπου οι µισοί ασθενείς στην MERLIN-TIMI 36 είχαν ιστορικό στηθάγχης. Τα αποτελέσµατα έδειξαν ότι η διάρκεια της άσκησης ήταν 31 δευτερόλεπτα µεγαλύτερη στους ασθενείς που έπαιρναν ρανολαζίνη έναντι των ασθενών που έπαιρναν εικονικό φάρµακο (p = 0,002). Το ερωτηµατολόγιο του Σηάτλ για τη στηθάγχη έδειξε σηµαντικές επιδράσεις σε διάφορες διαστάσεις, περιλαµβανοµένης της συχνότητας της στηθάγχης (p < 0,001), σε σύγκριση µε τους ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε εικονικό φάρµακο.

Μόνο µια µικρή αναλογία µη καυκάσιων περιλήφθηκε στις ελεγχόµενες κλινικές µελέτες, εποµένως δεν µπορούν να εξαχθούν συµπεράσµατα σχετικά µε την αποτελεσµατικότητα και την ασφάλεια σε µη καυκάσιους.

Σε µία φάσης 3, διπλά τυφλή, ελεγχόµενη µε εικονικό φάρµακο, καθοδηγούµενη από συµβάντα µελέτη (RIVER-PCI) σε 2604 ασθενείς ηλικίας ≥18 ετών µε ιστορικό χρόνιας στηθάγχης και ατελούς επαναγγείωσης µετά από διαδερµική στεφανιαία παρέµβαση (PCI) οι ασθενείς τιτλοποιήθηκαν έως τα 1000 mg δύο φορές ηµερησίως (δοσολογία µη εγκεκριµένη στην παρούσα ΠΧΠ). Καµία σηµαντική διαφορά δεν σηµειώθηκε στο σύνθετο πρωτογενές καταληκτικό σηµείο (ο χρόνος έως την πρώτη επαναγγείωση εξαιτίας ισχαιµίας ή νοσηλείας εξαιτίας ισχαιµίας χωρίς επαναγγείωση) στην οµάδα της ραλοναζίνης (26,2%) έναντι της οµάδας µε εικονικό φάρµακο (28,3%) αναλογία κινδύνου 0,95, 95% CI 0,82-1,10 p= 0,48. Ο κίνδυνος θνητότητας όλων των αιτιών, ο καρδιαγγειακός θάνατος ή µείζονα καρδιαγγειακά ανεπιθύµητα συµβάντα (MACE) και η νοσηλεία από καρδιακή ανεπάρκεια ήταν παρόµοια µεταξύ των οµάδων θεραπείας στον συνολικό πληθυσµό, ωστόσο, τα MACE αναφέρθηκαν πιο συχνά σε ασθενείς ≥ 75 ετών που θεραπεύονταν µε ρανολαζίνη σε σύγκριση µε το εικονικό φάρµακο (17,0% έναντι 11,3%, αντίστοιχα)· επιπλέον υπήρχε µία αριθµητική αύξηση στη θνητότητα από κάθε αιτία σε ασθενείς ≥ 75 ετών (9,2% έναντι 5,1%, p= 0,074).

5.2Φαρµακοκινητικές ιδιότητες

Μετά από του στόµατος χορήγηση Ranexa, οι µέγιστες συγκεντρώσεις πλάσµατος (Cmax) παρατηρήθηκαν συνήθως µεταξύ 2 και 6 ωρών. Σταθερή κατάσταση γενικά επιτυγχάνεται εντός 3 ηµερών µε δοσολογία δύο φορές ηµερησίως.

Απορρόφηση: Η µέση απόλυτη βιοδιαθεσιµότητα της ρανολαζίνης έπειτα από του στόµατος χορήγηση δισκίων ρανολαζίνης άµεσης αποδέσµευσης κυµαινόταν από 35%–50%, µε µεγάλη µεταβλητότητα µεταξύ των ατόµων. Η έκεθση στο Ranexa αυξάνει περισσότερο από αναλογικά µε τη δόση. Υπήρχε αύξηση κατά 2,5 έως 3 φορές της AUC σε σταθερή κατάσταση καθώς η δόση αυξήθηκε από 500 mg σε 1000 mg δύο φορές ηµερησίως. Σε µια φαρµακοκινητική µελέτη σε υγιείς εθελοντές, η Cmax σε σταθερή κατάσταση ήταν, κατά µέσο όρο, περίπου 1770 (SD 1040) ng/ml, και η AUC0-12 σε σταθερή κατάσταση ήταν, κατά µέσο όρο, 13.700 (SD 8290) ng x h/ml, έπειτα από µια δόση των 500 mg δύο φορές ηµερησίως. Η τροφή δεν επηρεάζει το ρυθµό και την έκταση της απορρόφησης της ρανολαζίνης.

Κατανοµή: Περίπου το 62% της ρανολαζίνης είναι δεσµευµένη σε πρωτεΐνες πλάσµατος, κυρίως στην α-1 όξινη γλυκοπρωτεΐνη και ασθενώς στην αλβουµίνη. Ο µέσος όγκος κατανοµής (Vss) σε σταθερή κατάσταση είναι περίπου 180 l.

Απέκκριση: Η ρανολαζίνη απεκκρίνεται κυρίως µέσω του µεταβολισµού. Λιγότερο από το 5% της δόσης απεκκρίνεται αµετάβλητη στα ούρα και στα κόπρανα. Έπειτα από εφάπαξ χορήγηση από του στόµατος δόσης 500 mg [14C]-ρανολαζίνης σε υγιή άτοµα, το 73% της ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα και το 25% στα κόπρανα.

Η κάθαρση της ρανολαζίνης είναι δοσοεξαρτώµενη, και µειώνεται µε αυξηµένη δόση. Ο χρόνος ηµίσειας ζωής για την απέκκριση είναι περίπου 2–3 ώρες έπειτα από ενδοφλέβια χορήγηση. Η τελική ηµίσεια ζωή σε σταθερή κατάσταση έπειτα από του στόµατος χορήγηση ρανολαζίνης ήταν περίπου 7 ώρες, λόγω της περιορισµένης απέκκρισης εξαιτίας του ρυθµού απορρόφησης.

Βιοµετασχηµατισµός: Η ρανολαζίνη υποβάλλεται σε ταχύ και εκτεταµένο µεταβολισµό. Σε υγιείς νεαρούς ενήλικες, η ρανολαζίνη εξηγεί το 13% περίπου της ραδιενέργειας στο πλάσµα έπειτα από εφάπαξ από του στόµατος δόση 500 mg [14C]-ρανολαζίνης. Ένας µεγάλος αριθµός µεταβολιτών έχει αναγνωριστεί στο ανθρώπινο πλάσµα (47 µεταβολίτες), στα ούρα (>100 µεταβολίτες), και στα κόπρανα (25 µεταβολίτες). ∆εκατέσσερις κύριες οδοί έχουν αναγνωριστεί εκ των οποίων η Ο-δεµεθυλίωση και η Ν-αποαλκυλίωση είναι οι πιο σηµαντικές. In vitro µελέτες χρησιµοποιώντας ανθρώπινα µικροσώµατα ήπατος υποδεικνύουν ότι η ρανολαζίνη µεταβολίζεται κυρίως από το CYP3A4, αλλά και από το CYP2D6. Στα 500 mg δύο φορές ηµερησίως, τα άτοµα µε έλλειψη δραστηριότητας του CYP2D6 (µε περιορισµένη µεταβολική ικανότητα, PM) είχαν 62% υψηλότερη AUC από ό,τι τα άτοµα µε µεταβολική ικανότητα για το CYP2D6 (µε εκτενή µεταβολική ικανότητα, EM). Η αντίστοιχη διαφορά στη δόση των 1.000 mg δύο φορές ηµερησίως ήταν 25%.

Ειδικοί πληθυσµοί

Η επιρροή των διαφόρων παραγόντων στη φαρµακοκινητική της ρανολαζίνης αποτιµήθηκε σε µια φαρµακοκινητική αξιολόγηση πληθυσµού σε 928 στηθαγχικούς ασθενείς και σε υγιή άτοµα.

Επιδράσεις φύλου: Το φύλο δεν είχε κάποια κλινικά σηµαντική επίδραση στις φαρµακοκινητικές παραµέτρους.

Ηλικιωµένοι ασθενείς: Η ηλικία από µόνη της δεν είχε κάποια κλινικά σηµαντική επίδραση στις φαρµακοκινητικές παραµέτρους. Ωστόσο, οι ηλικιωµένοι ενδέχεται να έχουν αυξηµένη έκθεση στη ρανολαζίνη λόγω µείωσης της νεφρικής λειτουργίας που σχετίζεται µε την ηλικία.

Σωµατικό βάρος: Σε σύγκριση µε άτοµα που ζυγίζουν 70 kg, η έκθεση υπολογίστηκε ότι είναι περίπου 1,4 φορές υψηλότερη σε άτοµα που ζυγίζουν 40 kg.

Συµφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (CHF): Συµφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (CHF) NYHA Τάξης

ΙΙΙ και IV υπολογίστηκε ότι έχει περίπου 1,3 φορές υψηλότερες συγκεντρώσεις στο πλάσµα.

Νεφρική δυσλειτουργία: Σε µια µελέτη που αξιολογούσε την επίδραση της νεφρικής λειτουργίας στη φαρµακοκινητική της ρανολαζίνης, η AUC της ρανολαζίνης ήταν κατά µέσο όρο 1,7 έως 2 φορές υψηλότερη σε άτοµα µε ήπια, µέτρια, και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία σε σύγκριση µε άτοµα µε φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Υπήρχε µεγάλη µεταβλητότητα µεταξύ των ατόµων στην AUC σε άτοµα µε νεφρική δυσλειτουργία. Η AUC των µεταβολιτών αυξήθηκε µε µειωµένη νεφρική λειτουργία. Η AUC ενός φαρµακολογικά ενεργού µεταβολίτη της ρανολαζίνης ήταν 5 φορές αυξηµένη σε ασθενείς µε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.

Στην πληθυσµιακή φαρµακοκινητική ανάλυση, υπολογίστηκε αύξηση κατά 1,2 φορά στην έκθεση στη ρανολαζίνη σε άτοµα µε µέτρια δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 40 ml/min). Σε άτοµα µε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 10–30 ml/min), υπολογίστηκε αύξηση κατά 1,3 έως 1,8 φορές στην έκθεση στη ρανολαζίνη.

Η επιρροή της αιµοδιύλισης στη φαρµακοκινητική της ρανολαζίνης δεν αξιολογήθηκε.

Ηπατική δυσλειτουργία: Η φαρµακοκινητική της ρανολαζίνης έχει αξιολογηθεί σε ασθενείς µε ήπια ή µέτρια ηπατική δυσλειτουργία. ∆εν υπάρχουν δεδοµένα για ασθενείς µε σοβαρή ηπατική

δυσλειτουργία. Η περιοχή κάτω από την καµπύλη (AUC) για την ρανολαζίνη ήταν ανεπηρέαστη σε ασθενείς µε ήπια ηπατική δυσλειτουργία αλλά αυξήθηκε κατά 1,8 φορά σε ασθενείς µε µέτρια δυσλειτουργία. Η παράταση του διαστήµατος QT ήταν πιο έντονη σε αυτούς τους ασθενείς.

Παιδιατρικός πληθυσµός: Οι φαρµακοκινητικές παράµετροι της ρανολαζίνης δεν έχουν µελετηθεί στον παιδιατρικό πληθυσµό (< 18 έτη).

5.3Προκλινικά δεδοµένα για την ασφάλεια

Οι ανεπιθύµητες ενέργειες που δεν παρατηρήθηκαν στις κλινικές µελέτες, αλλά παρατηρήθηκαν σε ζώα σε επίπεδα παρόµοια µε τα κλινικά επίπεδα έκθεσης, ήταν οι ακόλουθες: Η ρανολαζίνη σχετίστηκε µε σπασµούς και αυξηµένη θνησιµότητα σε αρουραίους και σκύλους σε συγκεντρώσεις πλάσµατος περίπου 3 φορές υψηλότερες από την προτεινόµενη µέγιστη κλινική δόση.

Μελέτες χρόνιας τοξικότητας σε αρουραίους υπέδειξαν ότι η θεραπεία σχετίστηκε µε επινεφριδιακές µεταβολές σε εκθέσεις ελαφρώς υψηλότερες από εκείνες που παρουσιάστηκαν σε κλινικούς ασθενείς. Η επίδραση αυτή σχετίζεται µε αυξηµένες συγκεντρώσεις χοληστερόλης στο πλάσµα. ∆εν έχουν αναγνωριστεί παρόµοιες µεταβολές στον άνθρωπο. ∆εν σηµειώθηκε επίδραση στον φλοιοεπινεφριδιακό άξονα στον άνθρωπο.

Σε µακροπρόθεσµες µελέτες καρκινογένεσης σε δόσεις ρανολαζίνης έως 50 mg/kg/ηµέρα (150 mg/m2/ηµέρα) σε ποντικούς και 150 mg/kg/ηµέρα (900 mg/m2/ηµέρα) σε αρουραίους, δεν

παρατηρήθηκαν σχετικές αυξήσεις στη συχνότητα εµφάνισης οποιωνδήποτε τύπων όγκου. Αυτές οι δόσεις είναι ισοδύναµες µε 0,1 και 0,8 φορές, αντίστοιχα, τη µέγιστη συνιστώµενη ανθρώπινη δόση των 2 γραµµαρίων σε mg/m2 βάση, και αντιπροσωπεύουν τις µέγιστες ανεκτές δόσεις σε αυτά τα είδη.

Σηµεία εµβρυϊκής και µητρική τοξικότητας, αλλά όχι τερατογένεση, παρατηρήθηκαν σε δόσεις ρανολαζίνης έως 400 mg/kg/ηµέρα (2400 mg/m2/ηµέρα) σε αρουραίους και 150 mg/kg/ηµέρα

(1.800 mg/m2/ηµέρα) σε κονίκλους. Οι δόσεις αυτές αντιπροσωπεύουν 2,7 και 2 φορές, αντίστοιχα, τη µέγιστη συνιστώµενη ανθρώπινη δόση.

Μελέτες σε ζώα δεν δείχνουν άµεσες ή έµµεσες επιβλαβείς επιδράσεις της ρανολαζίνης όσον αφορά την ανδρική ή την γυναικεία γονιµότητα.

6.ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1Κατάλογος εκδόχων

Έκδοχα για όλα τα δισκία ρανολαζίνης παρατεταµένης αποδέσµευσης: Κηρός καρναούβης Υπροµελλόζη Μαγνήσιο στεατικό

Συµπολυµερές µεθακρυλικού οξέος-ακρυλικού αιθυλεστέρα (1:1) Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Υδροξείδιο νατρίου ∆ιοξείδιο τιτανίου

Επιπρόσθετα έκδοχα για δισκίο των 750 mg: Τριοξική γλυκερόλη Λακτόζη µονοϋδρική

Κυανό #1/Λαµπρό κυανό FCF αργιλούχος λάκα (Ε133) και κίτρινο #5/Ταρτραζίνη αργιλούχος λάκα

(Ε102)

6.2Ασυµβατότητες

∆εν εφαρµόζεται

6.3∆ιάρκεια ζωής

Συσκευασία κυψέλης : 5 χρόνια Συσκευασία φιάλης : 4 χρόνια

6.4Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

∆εν υπάρχουν ειδικές οδηγίες διατήρησης για το προϊόν αυτό.

6.5Φύση και συστατικά του περιέκτη

Κυψέλες από PVC/PVDC/αλουµίνιο των 15 ή 20 δισκίων ανά καρτέλα κυψέλης. Κάθε κουτί περιέχει 2, 3 ή 5 καρτέλες κυψέλης (30, 60, ή 100 δισκία) ή µια φιάλη από πολυαιθυλένιο υψηλής πυκνότητας που περιέχει 60 δισκία.

Μπορεί να µη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Καµία ειδική υποχρέωση

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ Α∆ΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Menarini International Operations Luxembourg S.A.

1, Avenue de la Gare, L-1611 Luxembourg

Λουξεµβούργο

8.ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) Α∆ΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

EU/1/08/462/005 60 δισκία σε συσκευασία κυψέλης

EU/1/08/462/006 60 δισκία σε φιάλη

EU/1/08/462/011 30 δισκία σε συσκευασία κυψέλης

EU/1/08/462/012 100 δισκία σε συσκευασία κυψέλης

9.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ Α∆ΕΙΑΣ

Ηµεροµηνία πρώτης έγκρισης: 09 Ιουλίου 2008 Ηµεροµηνία τελυεταίας ανανέωσης: 06 Μαρτίου 2013

10.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Λεπτοµερή πληροφοριακά στοιχεία για το φαρµακευτικό προϊόν είναι διαθέσιµα στην ιστοσελίδα του Ευρωπαϊκού Οργανισµού Φαρµάκων (ΕΜΑ): http://www.ema.europa.eu.

Σχόλια

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
  • Βοήθεια
  • Get it on Google Play
  • Σχετικά
  • Info on site by:

  • Presented by RXed.eu

  • 27558

    φάρμακα με συνταγογράφηση που απαριθμούνται