Greek
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

Samsca (tolvaptan) – περιληψη των χαρακτηριστικων του προϊοντοσ - C03XA01

Updated on site: 10-Oct-2017

Όνομα φαρμάκουSamsca
Κωδικός ATCC03XA01
Ουσίαtolvaptan
ΚατασκευαστήςOtsuka Pharmaceutical Europe Ltd.

Περιεχόμενα άρθρου

1.ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Samsca 15 mg δισκία

2.ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε δισκίο περιέχει 15 mg tolvaptan.

Έκδοχο με γνωστές δράσεις:

Κάθε δισκίο περιέχει περίπου 35 mg λακτόζη (ως μονοϋδρική).

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3.ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Δισκίο

Μπλε, τριγωνικό, ελαφρά κυρτό, φέρει χαραγμένη την ένδειξη “OTSUKA” και “15” στη μία πλευρά.

4.ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1Θεραπευτικές ενδείξεις

Θεραπεία ενήλικων ασθενών με υπονατριαιμία δευτεροπαθή από σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (syndrome of inappropriate antidiuretic hormone secretion, SIADH).

4.2Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Λόγω της ανάγκης για μία φάση τιτλοποίησης της δόσης με στενή παρακολούθηση του νατρίου του ορού και της κατάστασης ογκαιμίας (βλ. παράγραφο 4.4), η θεραπεία με Samsca θα πρέπει να ξεκινά στο νοσοκομείο.

Δοσολογία

Η θεραπεία με tolvaptan θα πρέπει να ξεκινά σε μία δόση 15 mg άπαξ ημερησίως. Η δόση μπορεί να αυξηθεί σε ένα μέγιστο 60 mg άπαξ ημερησίως ανάλογα με το πώς γίνεται ανεκτή για την επίτευξη του επιθυμητού επιπέδου νατρίου του ορού. Κατά τη διάρκεια της τιτλοποίησης, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για το νάτριο ορού και την κατάσταση ογκαιμίας (βλ. παράγραφο 4.4). Σε περίπτωση μη επαρκούς βελτίωσης στα επίπεδα νατρίου του ορού, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη άλλες θεραπευτικές επιλογές, είτε σε αντικατάσταση του tolvaptan είτε επιπρόσθετα με αυτό. Η χρήση του tolvaptan σε συνδυασμό με άλλες επιλογές μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο υπερβολικά ταχείας διόρθωσης του νατρίου στον ορό (βλ. παράγραφο 4.4 και 4.5). Για ασθενείς με κατάλληλη αύξηση στο νάτριο του ορού, θα πρέπει να παρακολουθούνται σε τακτικά διαστήματα η υποκείμενη νόσος και τα επίπεδα νατρίου του ορού για την αξιολόγηση περαιτέρω ανάγκης για θεραπεία με tolvaptan. Στο πλαίσιο υπονατριαιμίας, η διάρκεια της θεραπείας καθορίζεται από την υποκείμενη νόσο και τη θεραπεία της. Η θεραπεία με tolvaptan αναμένεται να διαρκέσει έως ότου θεραπευτεί επαρκώς η υποκείμενη νόσος ή έως ότου η υπονατριαιμία δεν αποτελεί πλέον κλινικό ζήτημα.

Το Samsca δεν θα πρέπει να λαμβάνεται με χυμό γκρέιπφρουτ (βλ. παράγραφο 4.5)..

Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία

Το tolvaptan αντενδείκνυται σε ασθενείς με ανουρία (βλ. παράγραφο 4.3).

Το tolvaptan δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια. Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια σε αυτόν τον πληθυσμό δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς.

Με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα, δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία.

Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία

Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (τάξη C κατά Child-Pugh). Σε αυτούς τους ασθενείς, θα πρέπει να γίνεται προσεκτική διαχείριση της δοσολογίας και θα πρέπει να παρακολουθούνται οι ηλεκτρολύτες και η κατάσταση ογκαιμίας (βλ.

παράγραφο 4.4). Δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (τάξεις Α και Β κατά Child-Pugh)..

Ηλικιωμένος πληθυσμός

Δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του tolvaptan στα παιδιά και στους εφήβους κάτω των 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Το Samsca δεν συνιστάται για χρήση στον παιδιατρικό πληθυσμό.

Τρόπος χορήγησης

Για από του στόματος χρήση.

Χορήγηση κατά προτίμηση το πρωί, ανεξάρτητα από τα γεύματα. Τα δισκία θα πρέπει να καταπίνονται χωρίς να μασιούνται με ένα ποτήρι νερό.

4.3Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1

Ανουρία

Μείωση όγκου αίματος

Υποογκαιμική υπονατριαιμία

Υπερνατριαιμία

Ασθενείς που δεν μπορούν να αντιληφθούν την αίσθηση της δίψας

Κύηση (βλ. παράγραφο 4.6)

Θηλασμός (βλ. παράγραφο 4.6)

4.4Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Επείγουσα ανάγκη οξείας αύξησης του νατρίου ορού

Το tolvaptan δεν έχει μελετηθεί στο πλαίσιο επείγουσας ανάγκης για οξεία αύξηση του νατρίου ορού. Για τέτοιους ασθενείς, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη εναλλακτική θεραπεία.

Πρόσβαση σε νερό

Το tolvaptan μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με την απώλεια νερού, όπως δίψα, ξηροστομία και αφυδάτωση (βλ. παράγραφο 4.8). Για το λόγο αυτό, οι ασθενείς θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε νερό και να είναι σε θέση να πιουν επαρκείς ποσότητες νερού. Εάν ασθενείς που είναι σε περιορισμό υγρών υποβάλλονται σε θεραπεία με tolvaptan, απαιτείται επιπρόσθετη προσοχή για τη διασφάλιση ότι οι ασθενείς δεν αφυδατώνονται υπερβολικά.

Αφυδάτωση

Η κατάσταση του όγκου θα πρέπει να παρακολουθείται σε ασθενείς που λαμβάνουν tolvaptan επειδή η θεραπεία με tolvaptan ενδέχεται να οδηγήσει σε σοβαρή αφυδάτωση, η οποία αποτελεί παράγοντα κινδύνου για νεφρική δυσλειτουργία. Αν παρουσιαστεί εμφανής αφυδάτωση, θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα που περιλαμβάνουν την ανάγκη για διακοπή ή μείωση της δόσης του tolvaptan

και αύξηση της πρόσληψης υγρών.

Απόφραξη εξόδου ούρων

Πρέπει να είναι διασφαλισμένη η έξοδος ούρων. Οι ασθενείς με μερική απόφραξη της εξόδου ούρων, για παράδειγμα οι ασθενείς με υπερτροφία του προστάτη ή διαταραχή της ούρησης, έχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης οξείας επίσχεσης.

Ισοζύγιο υγρών και ηλεκτρολυτών

Η κατάσταση υγρών και ηλεκτρολυτών θα πρέπει να παρακολουθείται σε όλους τους ασθενείς και ιδιαιτέρως σε εκείνους με νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία. Η χορήγηση του tolvaptan μπορεί να προκαλέσει υπερβολικά ταχεία αύξηση στο νάτριο του ορού (≥ 12 mmol/l ανά 24 ώρες, δείτε παρακάτω). Συνεπώς, η παρακολούθηση του νατρίου του ορού σε όλους τους ασθενείς θα πρέπει να ξεκινά το αργότερο 4-6 ώρες μετά από την έναρξη της θεραπείας. Κατά τη διάρκεια των πρώτων 1 -2 ημερών και μέχρι να σταθεροποιηθεί η δόση του tolvaptan, το νάτριο του ορού και η κατάσταση ογκαιμίας θα πρέπει να παρακολουθούνται τουλάχιστον κάθε 6 ώρες.

Υπερβολικά ταχεία διόρθωση του νατρίου του ορού

Οι ασθενείς με πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις γραμμής αναφοράς του νατρίου του ορού διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για υπερβολικά ταχεία διόρθωση του νατρίουτου ορού.

Η υπερβολικά ταχεία διόρθωση της υπονατριαιμίας (αύξηση ≥ 12 mmol/l/24 ώρες) ενδέχεται να προκαλέσει ωσμωτική απομυελίνωση προκαλώντας δυσαρθρία, αφωνία, δυσφαγία, λήθαργο, συναισθηματικές μεταβολές, σπαστική τετραπάρεση, κρίσεις, κώμα ή θάνατο. Για το λόγο αυτό, μετά από την έναρξη της θεραπείας, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για το νάτριο του ορού και την κατάσταση ογκαιμίας (βλ. παραπάνω).

Προκειμένου για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου υπερβολικά ταχείας διόρθωσης της υπονατριαιμίας, η αύξηση του νατρίου του ορού δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα

10-12 mmol/l/24 ώρες, καθώς επίσης και τα 18 mmol/l/48 ώρες. Κατά συνέπεια, περισσότερα προληπτικά όρια τίθενται σε ισχύ κατά την πρώιμη φάση της θεραπείας.

Εάν η διόρθωση του νατρίου του ορού υπερβεί τα 6 mmol/l κατά τις πρώτες 6 ώρες της χορήγησης ή τα 8 mmol/l κατά τις πρώτες 6-12 ώρες, αντίστοιχα, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα υπερβολικά ταχείας διόρθωσης του νατρίου του ορού. Οι ασθενείς αυτοί θα πρέπει να παρακολουθούνται πιο συχνά για το νάτριο του ορού. Συνιστάται χορήγηση υποτονικού υγρού. Σε περίπτωση που το νάτριο του ορού αυξηθεί ≥ 12 mmol/l εντός 24 ωρών ή ≥ 18 mmol/l εντός 48 ωρών, η θεραπεία με tolvaptan θα διακόπτεται ή θα τερματίζεται, και θα ακολουθείται απ ό χορήγηση υποτονικού υγρού.

Σε ασθενείς με υψηλότερο κίνδυνο απομυελινωτικών συνδρόμων, όπως για παράδειγμα ασθενείς με υποξία, αλκοολισμό ή πλημμελή θρέψη, ο κατάλληλος ρυθμός διόρθωσης του νατρίου ενδέχεται να είναι χαμηλότερος απ’ ό,τι σε ασθενείς χωρίς παράγοντες κινδύνου. Οι ασθενείς αυτοί θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με μεγάλη προσοχή.

Οι ασθενείς που λαμβάνουν άλλες θεραπείες για την υπονατριαιμία ή φαρμακευτικά προϊόντα που αυξάνουν τη συγκέντρωση του νατρίου του ορού (βλ. παράγραφο 4.5) πριν από την έναρξη της θεραπείας με Samsca πρέπει να αντιμετωπίζονται με μεγάλη προσοχή. Αυτοί οι ασθενείς ενδέχεται να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να αναπτύξουν ταχεία διόρθωση του νατρίου του ορού κατά τις πρώτες 1-2 ημέρες της θεραπείας λόγω πιθανών επιπρόσθετων δράσεων.

Δεν συνιστάται η συγχορήγηση του Samsca με άλλες θεραπείες για την υπονατριαιμία και φάρμακα που αυξάνουν τη συγκέντρωση του νατρίου του ορού κατά την αρχική θεραπεία ή για άλλους ασθενείς με πολύ χαμηλές βασικές συγκεντρώσεις του νατρίου του ορού (βλ. παράγραφο 4.5).

Σακχαρώδης διαβήτης

Οι διαβητικοί ασθενείς με αυξημένη συγκέντρωση γλυκόζης (π.χ. πάνω από 300 mg/dl) μπορεί να εμφανίζουν ψευδοϋπονατριαιμία. Αυτή η πάθηση θα πρέπει να αποκλειστεί πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με tolvaptan.

To tolvaptan μπορεί να προκαλέσει υπεργλυκαιμία (βλ. παράγραφο 4.8). Για το λόγο αυτό, απαιτείται προσεκτική διαχείριση των διαβητικών ασθενών που υποβάλλονται σε θεραπεία με tolvaptan. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τους ασθενείς με ανεπαρκώς ελεγχόμενο διαβήτη τύπου ΙΙ.

Ηπατοτοξικότητα

Παρατηρήθηκε φαρμακευτικά επαγόμενη ηπατική βλάβη σε κλινικές δοκιμές εξέτασης διαφορετικής δυνητικής ένδειξης (αυτόσωμη δεσπόζουσα ασθένεια πολυκυστικών νεφρών) με μακροχρόνια χρήση του tolvaptan σε υψηλότερες δόσεις από αυτές της εγκεκριμένης ένδειξης (βλ. παράγραφο 4.8).

Σε εκείνες τις κλινικές δοκιμές, παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές αυξήσεις (άνω του 3 x Ανώτατο Φυσιολογικό Όριο) της αλανινικής αμινοτρανσφεράσης ορού (ALT), καθώς και κλινικά σημαντικές αυξήσεις (άνω του 2 x Ανώτατο Φυσιολογικό Όριο) της ολικής χολερυθρίνης ορού, σε 3 ασθενείς που

έλαβαν tolvaptan. Επιπροσθέτως, παρατηρήθηκε αυξημένη πρόσπτωση σημαντικών αυξήσεων της ALT σε ασθενείς που έλαβαν tolvaptan [4,4% (42/958)] σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο [1,0% (5/484)]. Παρατηρήθηκε αύξηση (>3xULN) της ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης ορού (AST) σε 3,1% (30/958) των ασθενών που έλαβαν tolvaptan και 0,8% (4/484) των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Οι περισσότερες ανωμαλίες ηπατικών ενζύμων παρατηρήθηκαν κατά τους πρώτους 18 μήνες της θεραπείας. Οι αυξήσεις μετριάστηκαν σταδιακά μετά από διακοπή του tolvaptan. Τα ευρήματα αυτά ίσως υποδεικνύουν ότι το tolvaptan ενέχει την πιθανότητα να προκαλεί μη αναστρέψιμη και πιθανώς θανατηφόρα ηπατική βλάβη.

Θα πρέπει να πραγματοποιούνται εγκαίρως εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας σε ασθενείς που λαμβάνουν tolvaptan και οι οποίοι αναφέρουν συμπτώματα ενδεικτικά της ηπατικής βλάβης, συμπεριλαμβανομένων των εξής: κόπωση, ανορεξία, δυσφορία της δεξιάς άνω κοιλιακής χώρας, σκουρόχρωµα ούρα ή ίκτερος. Αν υπάρχει υποψία ηπατικής βλάβης, θα πρέπει να διακόπτεται εγκαίρως η λήψη του tolvaptan, να εφαρμόζεται κατάλληλη θεραπεία και να διενεργούνται εξετάσεις για τον εντοπισμό της πιθανής αιτίας. Δεν θα πρέπει να γίνεται επανέναρξη του tolvaptan στους ασθενείς, παρά μόνο αν διαπιστωθεί με βεβαιότητα ότι η αιτία της παρατηρούμενης ηπατικής βλάβης δεν σχετίζεται με τη θεραπεία του tolvaptan.

Αναφυλαξία

Σε εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά, αναφυλαξία (συμπεριλαμβανομένου του αναφυλακτικού σοκ και γενικευμένου εξανθήματος) έχει αναφερθεί πολύ σπάνια μετά τη χορήγηση του Samsca. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Εάν εμφανιστεί μια αναφυλακτική αντίδραση ή άλλες σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις, η χορήγηση του Samsca θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως και θα πρέπει να ξεκινά κατάλληλη θεραπεία.

Δυσανεξία λακτόζης και γαλακτόζης

Το Samsca περιέχει λακτόζη ως έκδοχο. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.

4.5Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Συγχορήγηση με άλλες θεραπείες για την υπονατριαιμία και φάρμακα που αυξάνουν τη συγκέντρωση του νατρίου του ορού

Δεν υπάρχει εμπειρία από ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές σχετικά με την ταυτόχρονη χρήση του Samsca με άλλες θεραπείες για την υπονατριαιμία, περιλαμβανομένου του υπερτονικού φυσιολογικού ορού, των σκευασμάτων νατρίου που χορηγούνται από του στόματος και των φαρμάκων που αυξάνουν τη συγκέντρωση νατρίου του ορού. Τα φαρμακευτικά προϊόντα με υψηλή περιεκτικότητα σε νάτριο, όπως αναβράζοντα αναλγητικά παρασκευάσματα και ορισμένες θεραπείες για τη δυσπεψία που εμπεριέχουν νάτριο ενδέχεται επίσης να αυξήσουν τη συγκέντρωση νατρίου του ορού. Η ταυτόχρονη χρήση του Samsca με άλλες θεραπείες για την υπονατριαιμία ή άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που αυξάνουν τη συγκέντρωση νατρίου του ορού ενέχει υψηλότερο κίνδυνο να επιφέρει ταχεία διόρθωση του νατρίου του ορού (βλ. παράγραφο 4.4) και συνεπώς δεν ενδείκνυται κατά την αρχική θεραπεία ή για άλλους ασθενείς με πολύ χαμηλές βασικές συγκεντρώσεις όπου μια ταχεία διόρθωση μπορεί να αντιπροσωπεύει κίνδυνο για ωσμωτική απομυελίνωση (βλ. παράγραφο 4.4).

Αναστολείς CYP3A4

Οι συγκεντρώσεις του tolvaptan στο πλάσμα αυξήθηκαν κατά έως 5,4 φορές στην περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου (AUC) μετά τη χορήγηση ισχυρών αναστολέων CYP3A4. Απαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση αναστολέων CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη, μακρολιδικά αντιβιοτικά, διλτιαζέμη) με tolvaptan (βλ. παράγραφο 4.4).

Η συγχορήγηση χυμού γκρέιπφρουτ και tolvaptan είχε ως αποτέλεσμα 1,8 φορές αύξηση στην έκθεση στο tolvaptan. Οι ασθενείς που λαμβάνουν tolvaptan θα πρέπει να αποφεύγουν την πρόσληψη χυμού γκρέιπφρουτ.

Επαγωγείς CYP3A4

Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα του tolvaptan μειώθηκαν έως 87% (AUC) μετά τη χορήγηση επαγωγέων CYP3A4. Απαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση επαγωγέων CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη, βαρβιτουρικά) με tolvaptan.

Υποστρώματα CYP3A4

Σε υγιή άτομα, το tolvaptan, ένα υπόστρωμα CYP3A4, δεν είχε επίδραση στις συγκεντρώσεις στο πλάσμα μερικών άλλων υποστρωμάτων CYP3A4 (π.χ. βαρφαρίνη ή αμιοδαρόνη). Το tolvaptan αύξησε τα επίπεδα πλάσματος της λοβαστατίνης κατά 1,3 έως 1,5 φορές. Παρόλο που αυτή η αύξηση δεν είχε κλινική σημασία, υποδεικνύει ότι το tolvaptan μπορεί δυνητικά να αυξήσει την έκθεση σε υποστρώματα CYP3A4.

Διουρητικά

Παρόλο που δεν φαίνεται να υπάρχει συνεργικό ή αθροιστικό αποτέλεσμα με την ταυτόχρονη χρήση του tolvaptan με διουρητικά αγκύλης ή θειαζίδης, κάθε κατηγορία αυτών των παραγόντων είναι πιθανόν να οδηγήσει σε σοβαρή αφυδάτωση που αποτελεί παράγοντα κινδύνου νεφρικής δυσλειτουργίας. Αν παρουσιαστεί εμφανής αφυδάτωση ή νεφρική δυσλειτουργία, θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα που ενδέχεται να περιλαμβάνουν την ανάγκη για διακοπή ή μείωση των δόσεων του tolvaptan ή/και των διουρητικών, αύξηση της πρόσληψης υγρών, αξιολόγηση και αντιμετώπιση άλλων δυνητικών αιτιών νεφρικής δυσλειτουργίας ή αφυδάτωσης.

Διγοξίνη

Οι συγκεντρώσεις διγοξίνης σταθερής κατάστασης αυξήθηκαν (αύξηση κατά 1,3 φορές στη μέγιστη παρατηρούμενη συγκέντρωση στο πλάσμα [Cmax] και αύξηση κατά 1,2 φορές στην περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στο μεσοδιάστημα δοσολογίας [AUC ) όταν συγχορηγήθηκε με πολλαπλές άπαξ ημερησίως δόσεις tolvaptan 60 mg. Οι ασθενείς που λαμβάνουν διγοξίνη θα πρέπει επομένως να αξιολογούνται για υπερβολικές επιδράσεις διγοξίνης κατά τη θεραπεία με tolvaptan.

Συγχορήγηση με ανάλογα βαζοπρεσίνης

Επιπλέον της δράσης του στη νεφρική αποβολή του ύδατος, το tolvaptan μπορεί να αναστείλει τους αγγειακούς υποδοχείς V2 βαζοπρεσίνης που εμπλέκονται στην απελευθέρωση των παραγόντων πήξης (π.χ. παράγοντας von Willebrand) από τα ενδοθηλιακά κύτταρα. Συνεπώς, η δράση των αναλόγων βαζοπρεσίνης, όπως είναι η δεσμοπρεσσίνη, ενδέχεται να είναι μειωμένη σε ασθενείς που χρησιμοποιούν τέτοιου είδους ανάλογα για την αποτροπή και τον έλεγχο της αιμορραγίας κατά τη συγχορήγηση με tolvaptan.

4.6Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση

Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση του tolvaptan σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.

Το Samsca δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (βλ. παράγραφο 4.3).

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν επαρκή μέτρα αντισύλληψης κατά τη χρήση του tolvaptan.

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό αν το tolvaptan απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Μελέτες σε αρουραίους έδειξαν απέκκριση του tolvaptan στο μητρικό γάλα.

Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Το Samsca αντενδείκνυται κατά το θηλασμό (βλ. παράγραφο 4.3).

Γονιμότητα

Δύο μελέτες γονιμότητας σε αρουραίους επέδειξαν ενέργειες στη γονική γενεά (μειωμένη κατανάλωση τροφής και μειωμένη αύξηση βάρους σώματος, σιελόρροια), αλλά το tolvaptan δεν

επηρέασε την αναπαραγωγική απόδοση σε αρσενικά ζώα και δεν σημειώθηκαν ενέργειες στα έμβρυα. Στα θηλυκά ζώα, παρατηρήθηκαν ανώμαλοι γενετήσιοι κύκλοι και στις δυο μελέτες.

Το επίπεδο στο οποίο δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες (NOAEL) σε σχέση με ενέργειες στην αναπαραγωγή στα θηλυκά ζώα (100 mg/kg/ημέρα) ήταν περίπου δεκαεξαπλάσιο της μέγιστης συνιστώμενης δόσης στον άνθρωπο με βάση mg/m2.

4.7Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών

To Samsca δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών. Όμως, κατά την οδήγηση ή το χειρισμό μηχανών θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι περιστασιακά μπορεί να εμφανιστούν ζάλη, εξασθένιση ή συγκοπή.

4.8Ανεπιθύμητες ενέργειες

Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας

Το προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών του tolvaptan βασίζεται σε μια βάση δεδομένων κλινικών δοκιμών 3294 ασθενών σε θεραπεία με tolvaptan και είναι συνεπές με τη φαρμακολογία της δραστικής ουσίας. Οι φαρμακοδυναμικώς αναμενόμενες και πιο συχνά αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι δίψα, ξηροστομία και συχνουρία που συμβαίνουν σε περίπου 18%, 9% και 6% των ασθενών.

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

Η αντιστοιχία συχνοτήτων των ανεπιθύμητων ενεργειών είναι: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100

έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Κατηγορία

Συχνότητα

 

 

 

οργανικό

 

 

 

 

σύστημα

 

 

 

 

 

Πολύ συχνές

Συχνές

Όχι συχνές

Μη γνωστές

Διαταραχές του

 

 

 

αναφυλακτικό

ανοσοποιητικού

 

 

 

σοκ, γενικευμένο

συστήματος

 

 

 

εξάνθημα

Διαταραχές του

 

πολυδιψία,

 

 

μεταβολισμού και

 

αφυδάτωση,

 

 

της θρέψης

 

υπερκαλιαιμία,

 

 

 

 

υπεργλυκαιμία,

 

 

 

 

μειωμένη όρεξη

 

 

Διαταραχές του

 

 

δυσγευσία

 

νευρικού

 

 

 

 

συστήματος

 

 

 

 

Αγγειακές

 

ορθοστατική

 

 

διαταραχές

 

υπόταση

 

 

Διαταραχές του

ναυτία

δυσκοιλιότητα,

 

 

γαστρεντερικού

 

ξηροστομία

 

 

Διαταραχές του

 

εκχύμωση,

 

 

δέρματος και του

 

κνησμός

 

 

υποδόριου ιστού

 

 

 

 

Διαταραχές των

 

συχνουρία,

νεφρική

 

νεφρών και των

 

πολυουρία

δυσλειτουργία

 

ουροφόρων οδών

 

 

 

 

Γενικές

δίψα

εξασθένιση,

 

 

διαταραχές και

 

πυρεξία

 

 

καταστάσεις της

 

 

 

 

οδού χορήγησης

 

 

 

 

Παρακλινικές

 

αυξημένη

 

 

εξετάσεις

 

κρεατινίνη

 

 

 

 

αίματος

 

 

Χειρουργικοί και

 

ταχεία διόρθωση

 

 

άλλοι ιατρικοί

 

της

 

 

χειρισμοί

 

υπονατριαιμίας,

 

 

 

 

μερικές φορές

 

 

 

 

οδηγεί σε

 

 

 

 

νευρολογικά

 

 

 

 

συμπτώματα

 

 

Σε κλινικές μελέτες διερεύνησης άλλων ενδείξεων έχουν παρατηρηθεί οι εξής ανεπιθύμητες ενέργειες: Συχνές: αύξηση αλανινικής αμινοτρανσφεράσης (βλ. παράγραφο 4.4), αύξηση ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης (βλ. παράγραφο 4.4), υπερνατριαιμία, υπογλυκαιμία, υπερουριχαιμία, συγκοπή, ζάλη, κεφαλαλγία, κακουχία, διάρροια, παρουσία αίματος στα ούρα.

Όχι συχνές: αύξηση χολερυθρίνης (βλ. παράγραφο 4.4), κνησμώδες εξάνθημα.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας

του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

4.9Υπερδοσολογία

Εφάπαξ δόσεις έως 480 mg και πολλαπλές δόσεις έως 300 mg την ημέρα για 5 ημέρες έγιναν καλά ανεκτές σε κλινικές δοκιμές σε υγιείς εθελοντές.

Η από του στόματος μέση θανατηφόρος δόση (LD50) του tolvaptan σε επίμυες και σκύλους ήταν >2000 mg/kg. Δεν παρατηρήθηκε θνησιμότητα σε επίμυες ή σκύλους μετά από εφάπαξ από του στόματος δόσεις 2000 mg/kg (μέγιστη εφικτή δόση). Μία εφάπαξ από του στόματος δόση 2000 mg/kg ήταν θανατηφόρος σε ποντικούς και τα συμπτώματα τοξικότητας σε ποντικούς που επηρεάστηκαν περιελάμβαναν μειωμένη δραστηριότητα του μυοσκελετικού συστήματος, παραπαίον βάδισμα, τρόμο και υποθερμία.

Αναμένεται έντονη και παρατεταμένη αποβολή ύδατος (κάθαρση ελεύθερου ύδατος). Πρέπει να διατηρείται επαρκής πρόσληψη υγρών.

5.ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

    φάρμακα με συνταγογράφηση που απαριθμούνται. Ουσία: "Tolvaptan"

  • Jinarc - tolvaptan

5.1Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Διουρητικά, ανταγωνιστές βαζοπρεσίνης, κωδικός ATC: C03XA01

Το tolvaptan είναι ένας επιλεκτικός ανταγωνιστής υποδοχέων V2 βαζοπρεσίνης με συγγένεια για τον υποδοχέα V2 μεγαλύτερη από ό,τι για τη φυσική αργινίνη βαζοπρεσίνη. Όταν λαμβάνονται από το στόμα, δόσεις 15 έως 60 mg tolvaptan προκαλούν μια αύξηση στην απέκκριση ούρων με αποτέλεσμα την αύξηση της αποβολής ύδατος, τη μείωση της ωσμωτικότητας των ούρων και την αύξηση της συγκέντρωσης νατρίου στον ορό. Η απέκκριση νατρίου και καλίου στα ούρα δεν επηρεάζεται σημαντικά. Οι μεταβολίτες του tolvaptan δεν φαίνεται να έχουν σημαντική φαρμακολογική δράση σε κλινικές συγκεντρώσεις στον άνθρωπο.

Η από του στόματος χορήγηση δόσεων 15 έως 120 mg tolvaptan προκάλεσε σημαντική αύξηση στο ρυθμό απέκκρισης ούρων εντός 2 ωρών από τη χορήγηση της δόσης. Η αύξηση στον όγκο ούρων

24 ώρου ήταν δοσοεξαρτώμενη. Μετά από εφάπαξ από του στόματος δόσεις 15 έως 60 mg, οι ρυθμοί απέκκρισης ούρων επέστρεψαν στα επίπεδα γραμμής αναφοράς μετά από 24 ώρες. Μια μέση τιμή περίπου 7 λίτρων απεκκρίθηκε σε διάστημα 0 έως 12 ωρών, ανεξάρτητα από τη δόση. Σημαντικά υψηλότερες δόσεις tolvaptan παράγουν πιο παρατεταμένες αποκρίσεις, χωρίς να επηρεάζεται το μέγεθος της απέκκρισης, καθώς ενεργές συγκεντρώσεις του tolvaptan είναι παρούσες για μεγαλύτερες χρονικές περιόδους.

Υπονατριαιμία

Σε 2 πιλοτικές, διπλές τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές δοκιμές, ένα σύνολο 424 ασθενών με ευογκαιμική ή υπερογκαιμική υπονατριαιμία (νάτριο ορού <135 mEq/l) λόγω μιας ποικιλίας υποκείμενων αιτιών (καρδιακή ανεπάρκεια [HF], κίρρωση του ήπατος, SIADH και άλλες) υποβλήθηκαν σε θεραπεία για 30 ημέρες με tolvaptan (n=216) ή εικονικό φάρμακο (n=208) σε μια αρχική δόση 15 mg/ημέρα. Η δόση μπορούσε να αυξηθεί σε 30 και 60 mg/ημέρα ανάλογα με την απόκριση χρησιμοποιώντας ένα σχήμα τιτλοποίησης 3 ημερών. Η μέση συγκέντρωση νατρίου ορού στην ένταξη στη δοκιμή ήταν 129 mEq/l (εύρος 114 - 136).

Το πρωτεύον τελικό σημείο για αυτές τις δοκιμές ήταν η μέση ημερήσια AUC για μεταβολή στο νάτριο ορού από τη γραμμή αναφοράς έως την Ημέρα 4 και από τη γραμμή αναφοράς έως την Ημέρα 30. Το tolvaptan ήταν ανώτερο του εικονικού φαρμάκου (p<0,0001) για αμφότερες τις

περιόδους σε αμφότερες τις μελέτες. Αυτή η δράση παρατηρήθηκε σε όλους τους ασθενείς, τη σοβαρή (νάτριο ορού: <130 mEq/l) και την ήπια (νάτριο ορού: 130 - < 135 mEq/l) υποομάδα και για όλες τις υποομάδες αιτιολογίας νόσου (π.χ. καρδιακή ανεπάρκεια, κίρρωση, SIADH/άλλη). Στις 7 ημέρες μετά τον τερματισμό της θεραπείας, οι τιμές νατρίου μειώθηκαν στα επίπεδα των ασθενών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με εικονικό φάρμακο.

Μετά από 3 ημέρες θεραπείας, η συγκεντρωτική ανάλυση των δύο δοκιμών έδειξε ότι πέντε φορές περισσότεροι ασθενείς σε tolvaptan σε σχέση με ασθενείς σε εικονικό φάρμακο πέτυχαν ομαλοποίηση των συγκεντρώσεων νατρίου στον ορό (49% έναντι 11%). Αυτή η δράση συνεχίστηκε και στην Ημέρα 30, κατά την οποία περισσότεροι ασθενείς σε tolvaptan από ό,τι ασθενείς σε εικονικό φάρμακο είχαν ακόμα φυσιολογικές συγκεντρώσεις (60% έναντι 27%). Αυτές οι αποκρίσεις παρατηρήθηκαν σε ασθενείς ανεξάρτητα από την υποκείμενη νόσο. Τα αποτελέσματα της αυτοαξιολογούμενης κατάστασης υγείας με χρήση του Ερωτηματολογίου SF-12 Health Survey για τις ψυχικές βαθμολογίες έδειξαν στατιστικά σημαντικές και κλινικής σημασίας βελτιώσεις για τη θεραπεία με tolvaptan σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.

Δεδομένα για τη μακροχρόνια ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του tolvaptan αξιολογήθηκαν για έως 106 εβδομάδες σε μια κλινική δοκιμή σε ασθενείς (οποιασδήποτε αιτιολογίας) που είχαν προηγουμένως ολοκληρώσει μία από τις πιλοτικές δοκιμές υπονατριαιμίας. Ένα σύνολο 111 ασθενών ξεκίνησε θεραπεία με tolvaptan σε μια ανοιχτή δοκιμή επέκτασης, ανεξάρτητα από την προηγούμενη τυχαιοποίησή τους. Βελτιώσεις στα επίπεδα νατρίου του ορού παρατηρήθηκαν από την πρώτη κιόλας ημέρα μετά τη χορήγηση της δόσης και συνεχίστηκαν για τις αξιολογήσεις σε θεραπεία έως την Εβδομάδα 106. Όταν η θεραπεία τερματίστηκε, οι συγκεντρώσεις νατρίου του ορού μειώθηκαν περίπου στις τιμές της γραμμής αναφοράς, παρά την επανένταξη σε θεραπεία τυπικής φροντίδας.

Κλινικά δεδομένα από δοκιμές σε άλλους πληθυσμούς ασθενών

H EVEREST (Efficacy of Vasopressin Antagonism in Heart Failure Outcome Study with Tolvaptan,

Μελέτη Αποτελεσματικότητας του Ανταγωνισμού Βαζοπρεσίνης στην Έκβαση της Καρδιακής Ανεπάρκειας με tolvaptan) ήταν μια μακροπρόθεσμης έκβασης, διπλή τυφλή, ελεγχόμενη κλινική δοκιμή σε νοσηλευόμενους ασθενείς με επιδεινούμενη καρδιακή ανεπάρκεια και σημεία και συμπτώματα υπερφόρτωσης όγκου. Στη μακροπρόθεσμης έκβασης δοκιμή, ένα σύνολο 2072 ασθενών έλαβε 30 mg tolvaptan με πρότυπα φροντίδας (SC) και 2061 ασθενείς έλαβαν εικονικό φάρμακο με SC. Το κύριο αντικείμενο της μελέτης ήταν η σύγκριση των επιδράσεων του tolvaptan + SC με εικονικό φάρμακο + SC στον χρόνο έως την θνητότητα από όλες τις αιτίες και στον χρόνο έως την πρώτη εμφάνιση καρδιαγγειακής (CV) θνητότητας ή νοσηλείας για HF. Η θεραπεία με tolvaptan δεν είχε στατιστικά σημαντικές ευνοϊκές ή δυσμενείς επιδράσεις στην συνολική επιβίωση ή στο

συνδυασμένο τελικό σημείο CV θνητότητας ή νοσηλείας λόγω HF και δεν παρείχε πειστική ένδειξη για κλινικά σημαντικό όφελος.

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Samsca σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού σε θεραπεία της υπονατριαιμίας υπό αραίωση (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

5.2Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση και κατανομή

Μετά από χορήγηση από του στόματος, το tolvaptan απορροφάται ταχέως και η κορύφωση των συγκεντρώσεων πλάσματος εμφανίζεται σε 2 ώρες περίπου μετά τη χορήγηση της δόσης. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του tolvaptan είναι περίπου 56%. Η συγχορήγηση με τροφή δεν έχει επίδραση στις συγκεντρώσεις πλάσματος. Μετά από εφάπαξ από του στόματος δόσεις ≥300 mg, η κορύφωση των συγκεντρώσεων πλάσματος φαίνεται να φτάνει σε πλατό, πιθανόν λόγω κορεσμού της απορρόφησης. Ο τελικός χρόνος ημιζωής αποβολής είναι περίπου 8 ώρες και σταθερής κατάστασης συγκεντρώσεις tolvaptan επιτυγχάνονται μετά την πρώτη δόση. Το tolvaptan δεσμεύεται αναστρέψιμα (98%) σε πρωτεΐνες πλάσματος.

Βιομετασχηματισμός και αποβολή

Το tolvaptan μεταβολίζεται εκτενώς από το ήπαρ. Λιγότερο από το 1% της ακέραιας δραστικής ουσίας απεκκρίνεται αναλλοίωτη στα ούρα. Πειράματα με ραδιοσημασμένο tolvaptan έδειξαν ότι το 40% της ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα και το 59% ανακτήθηκε στα κόπρανα όπου το αναλλοίωτο tolvaptan ευθυνόταν για το 32% της ραδιενέργειας. Το tolvaptan είναι μόνο ένα ελάχιστο μέρος στο πλάσμα (3%).

Γραμμικότητα

Το Tolvaptan έχει γραμμική φαρμακοκινητική για δόσεις 15 έως 60 mg.

Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς

Ηκάθαρση του tolvaptan δεν επηρεάζεται σημαντικά από την ηλικία.

Ηεπίδραση της ήπιας έως μέτριας βλάβης της ηπατικής λειτουργίας (τάξεις Α και Β κατά Child-Pugh) στη φαρμακοκινητική του tolvaptan ερευνήθηκε σε 87 ασθενείς με ηπατική νόσο διαφόρων αιτιών. Δεν βρέθηκαν κλινικά σημαντικές μεταβολές στην κάθαρση για δόσεις που κυμαίνονται από 5 έως 60 mg. Είναι διαθέσιμες πολύ περιορισμένες πληροφορίες σε ασθενείς με

σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (τάξη C κατά Child-Pugh).

Σε μια πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση σε ασθενείς με ηπατικό οίδημα, η AUC του tolvaptan σε ασθενείς με σοβαρή (τάξη C κατά Child-Pugh) και ήπια ή μέτρια (τάξεις Α και Β κατά Child-Pugh) ηπατική δυσλειτουργία ήταν 3,1 και 2,3 φορές υψηλότερη από εκείνην των υγιών ατόμων.

Σε μια ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού για ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, οι συγκεντρώσεις tolvaptan σε ασθενείς με ήπια (κάθαρση κρεατινίνης [Ccr] 50 έως 80 ml/min) ή μέτρια (Ccr 20 έως 50 ml/min) βλάβη της νεφρικής λειτουργίας δεν παρουσίασαν σημαντική διαφορά σε σχέση με τις συγκεντρώσεις του tolvaptan σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (Ccr 80 έως 150 ml/min). Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του tolvaptan σε εκείνους τους ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης <10 ml/min δεν έχει αξιολογηθεί και επομένως δεν είναι γνωστή.

5.3Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Τα μη κλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις συμβατικές μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων, γονοτοξικότητας ή ενδεχόμενης καρκινογόνου δράσης.

Ικανότητα πρόκλησης τερατογένεσης παρατηρήθηκε σε κουνέλια στα οποία δόθηκαν

1000 mg/kg/ημέρα (15 φορές η έκθεση από τη συνιστώμενη ανθρώπινη δόση, με βάση την AUC).

Δεν παρατηρήθηκαν τερατογονικές επιδράσεις σε κουνέλια σε 300 mg/kg/ημέρα (περίπου 2,5 έως 5,3 φορές την έκθεση σε ανθρώπους στη συνιστώμενη δόση, με βάση την AUC).

Σε μία περιγεννητική και μεταγεννητική μελέτη σε αρουραίους, παρατηρήθηκε καθυστέρηση της οστεοποίησης και μείωση του σωματικού βάρους των νεογνών στην υψηλή δόση των

1000 mg/kg/ημέρα.

6.ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1Κατάλογος εκδόχων

Άμυλο αραβοσίτου Υδροξυπροπυλοκυτταρίνη Μονοϋδρική λακτόζη Στεατικό μαγνήσιο Μικροκυτταρική κυτταρίνη

Λάκα αργιλίου ινδικοκαρμίνης (E 132)

6.2Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3Διάρκεια ζωής

4 χρόνια

6.4Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως και την υγρασία.

6.5Φύση και συστατικά του περιέκτη

10 x 1 δισκία σε διάτρητη κυψέλη μονάδων δόσης από PVC/αλουμίνιο. 30 x 1 δισκία σε διάτρητη κυψέλη μονάδων δόσης από PVC/αλουμίνιο.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Καμία ειδική υποχρέωση.

7.ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Otsuka Pharmaceutical Europe Ltd Gallions, Wexham Springs

Framewood Road

Wexham, SL3 6PJ Ηνωμένο Βασίλειο

8.ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

EU/1/09/539/001-002

9.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 03/08/2009 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης:

10.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Λεπτομερή πληροφοριακά στοιχεία για το παρόν φαρμακευτικό προϊόν είναι διαθέσιμα στον δικτυακό τόπο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων http://www.ema.europa.eu/.

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Samsca 30 mg δισκία

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε δισκίο περιέχει 30 mg tolvaptan.

Έκδοχο με γνωστές δράσεις:

Κάθε δισκίο περιέχει περίπου 70 mg λακτόζη (ως μονοϋδρική).

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Δισκίο

Μπλε, στρογγυλό, ελαφρά κυρτό, φέρει χαραγμένη την ένδειξη “OTSUKA” και “30” στη μία πλευρά.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Θεραπεία ενήλικων ασθενών με υπονατριαιμία δευτεροπαθή από σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (syndrome of inappropriate antidiuretic hormone secretion, SIADH).

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Λόγω της ανάγκης για μία φάση τιτλοποίησης της δόσης με στενή παρακολούθηση του νατρίου του ορού και της κατάστασης ογκαιμίας (βλ. παράγραφο 4.4), η θεραπεία με Samsca θα πρέπει να ξεκινά στο νοσοκομείο.

Δοσολογία

Η θεραπεία με tolvaptan θα πρέπει να ξεκινά σε μία δόση 15 mg άπαξ ημερησίως. Η δόση μπορεί να αυξηθεί σε ένα μέγιστο 60 mg άπαξ ημερησίως ανάλογα με το πώς γίνεται ανεκτή για την επίτευξη του επιθυμητού επιπέδου νατρίου του ορού. Κατά τη διάρκεια της τιτλοποίησης, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για το νάτριο ορού και την κατάσταση ογκαιμίας (βλ. παράγραφο 4.4). Σε περίπτωση μη επαρκούς βελτίωσης στα επίπεδα νατρίου του ορού, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη άλλες θεραπευτικές επιλογές, είτε σε αντικατάσταση του tolvaptan είτε επιπρόσθετα με αυτό. Η χρήση του tolvaptan σε συνδυασμό με άλλες επιλογές μπορεί να αυξ ήσει τον κίνδυνο υπερβολικά ταχείας διόρθωσης του νατρίου στον ορό (βλ. παράγραφο 4.4 και 4.5). Για ασθενείς με κατάλληλη αύξηση στο νάτριο του ορού, θα πρέπει να παρακολουθούνται σε τακτικά διαστήματα η υποκείμενη νόσος και τα επίπεδα νατρίου του ορού για την αξιολόγηση περαιτέρω ανάγκης για θεραπεία με tolvaptan. Στο πλαίσιο υπονατριαιμίας, η διάρκεια της θεραπείας καθορίζεται από την υποκείμενη νόσο και τη θεραπεία της. Η θεραπεία με tolvaptan αναμένεται να διαρκέσει έως ότου θεραπευτεί επαρκώς η υποκείμενη νόσος ή έως ότου η υπονατριαιμία δεν αποτελεί πλέον κλινικό ζήτημα.

Το Samsca δεν θα πρέπει να λαμβάνεται με χυμό γκρέιπφρουτ (βλ. παράγραφο 4.5).

Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία

Το tolvaptan αντενδείκνυται σε ασθενείς με ανουρία (βλ. παράγραφο 4.3).

Το tolvaptan δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια. Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια σε αυτόν τον πληθυσμό δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς.

Με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα, δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης σε ασθενείς με ήπια έως μέτ ρια νεφρική δυσλειτουργία.

Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία

Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (τάξη C κατά Child-Pugh). Σε αυτούς τους ασθενείς, θα πρέπει να γίνεται προσεκτική διαχείριση της δοσολογίας και θα πρέπει να παρακολουθούνται οι ηλεκτρολύτες και η κατάσταση ογκαιμίας (βλ.

παράγραφο 4.4). Δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (τάξεις Α και Β κατά Child-Pugh).

Ηλικιωμένος πληθυσμός

Δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του tolvaptan στα παιδιά και στους εφήβους κάτω των 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Το Samsca δεν συνιστάται για χρήση στον παιδιατρικό πληθυσμό.

Τρόπος χορήγησης

Για από του στόματος χρήση.

Χορήγηση κατά προτίμηση το πρωί, ανεξάρτητα από τα γεύματα. Τα δισκία θα πρέπει να καταπίνονται χωρίς να μασιούνται με ένα ποτήρι νερό.

4.3 Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1

Ανουρία

Μείωση όγκου αίματος

Υποογκαιμική υπονατριαιμία

Υπερνατριαιμία

Ασθενείς που δεν μπορούν να αντιληφθούν την αίσθηση της δίψας

Κύηση (βλ. παράγραφο 4.6)

Θηλασμός (βλ. παράγραφο 4.6)

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Επείγουσα ανάγκη οξείας αύξησης του νατρίου ορού

Το tolvaptan δεν έχει μελετηθεί στο πλαίσιο επείγουσας ανάγκης για οξεία αύξηση του νατρίου ορού. Για τέτοιους ασθενείς, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη εναλλακτική θεραπεία.

Πρόσβαση σε νερό

Το tolvaptan μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με την απώλεια νερού, όπως δίψα, ξηροστομία και αφυδάτωση (βλ. παράγραφο 4.8). Για το λόγο αυτό, οι ασθενείς θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε νερό και να είναι σε θέση να πιουν επαρκείς ποσότητες νερού. Εάν ασθενείς που είναι σε περιορισμό υγρών υποβάλλονται σε θεραπεία με tolvaptan, απαιτείται επιπρόσθετη προσοχή για τη διασφάλιση ότι οι ασθενείς δεν αφυδατώνονται υπερβολικά.

Αφυδάτωση

Η κατάσταση του όγκου θα πρέπει να παρακολουθείται σε ασθενείς που λαμβάνουν tolvaptan επειδή η θεραπεία με tolvaptan ενδέχεται να οδηγήσει σε σοβαρή αφυδάτωση, η οποία αποτελεί παράγοντα κινδύνου για νεφρική δυσλειτουργία. Αν παρουσιαστεί εμφανής αφυδάτωση, θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα που περιλαμβάνουν την ανάγκη για διακοπή ή μείωση της δόσης του tolvaptan και αύξηση της πρόσληψης υγρών.

Απόφραξη εξόδου ούρων

Πρέπει να είναι διασφαλισμένη η έξοδος ούρων. Οι ασθενείς με μερική απόφραξη της εξόδου ούρων, για παράδειγμα οι ασθενείς με υπερτροφία του προστάτη ή διαταραχή της ούρησης, έχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης οξείας επίσχεσης.

Ισοζύγιο υγρών και ηλεκτρολυτών

Η κατάσταση υγρών και ηλεκτρολυτών θα πρέπει να παρακολουθείται σε όλους τους ασθενείς και ιδιαιτέρως σε εκείνους με νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία. Η χορήγηση του tolvaptan μπορεί να προκαλέσει υπερβολικά ταχεία αύξηση στο νάτριο του ορού (≥ 12 mmol/l ανά 24 ώρες, δείτε παρακάτω). Συνεπώς, η παρακολούθηση του νατρίου του ορού σε όλους τους ασθενείς θα πρέπει να ξεκινά το αργότερο 4-6 ώρες μετά από την έναρξη της θεραπείας. Κατά τη διάρκεια των πρώτων 1 -2 ημερών και μέχρι να σταθεροποιηθεί η δόση του tolvaptan, το νάτριο του ορού και η κατάσταση ογκαιμίας θα πρέπει να παρακολουθούνται τουλάχιστον κάθε 6 ώρες.

Υπερβολικά ταχεία διόρθωση του νατρίου του ορού

Οι ασθενείς με πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις γραμμής αναφοράς του νατρίου του ορού διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για υπερβολικά ταχεία διόρθωση του νατρίου του ορού.

Η υπερβολικά ταχεία διόρθωση της υπονατριαιμίας (αύξηση ≥ 12 mmol/l/24 ώρες) ενδέχεται να προκαλέσει ωσμωτική απομυελίνωση προκαλώντας δυσαρθρία, αφωνία, δυσφαγία, λήθαργο, συναισθηματικές μεταβολές, σπαστική τετραπάρεση, κρίσεις, κώμα ή θάνατο. Για το λόγο αυτό, μετά από την έναρξη της θεραπείας, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για το νάτριο του ορού και την κατάσταση ογκαιμίας (βλ. παραπάνω).

Προκειμένου για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου υπερβολικά ταχείας διόρθωσης της υπονατριαιμίας, η αύξηση του νατρίου του ορού δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα

10-12 mmol/l/24 ώρες, καθώς επίσης και τα 18 mmol/l/48 ώρες. Κατά συνέπεια, περισσότερα προληπτικά όρια τίθενται σε ισχύ κατά την πρώιμη φάση της θεραπείας.

Εάν η διόρθωση του νατρίου του ορού υπερβεί τα 6 mmol/l κατά τις πρώτες 6 ώρες της χορήγησης ή τα 8 mmol/l κατά τις πρώτες 6-12 ώρες, αντίστοιχα, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα υπερβολικά ταχείας διόρθωσης του νατρίου του ορού. Οι ασθενείς αυτοί θα πρέπει να παρακολουθούνται πιο συχνά για το νάτριο του ορού. Συνιστάται χορήγηση υποτονικού υγρού. Σε περίπτωση που το νάτριο του ορού αυξηθεί ≥ 12 mmol/l εντός 24 ωρών ή ≥ 18 mmol/l εντός 48 ωρών, η θεραπεία με tolvaptan θα διακόπτεται ή θα τερματίζεται, και θα ακολουθείται από χορήγηση υποτονικού υγρού.

Σε ασθενείς με υψηλότερο κίνδυνο απομυελινωτικών συνδρόμων, όπως για παράδειγμα ασθενείς με υποξία, αλκοολισμό ή πλημμελή θρέψη, ο κατάλληλος ρυθμός διόρθωσης του νατρίου ενδέχεται να είναι χαμηλότερος απ’ ό,τι σε ασθενείς χωρίς παράγοντες κινδύνου. Οι ασθενείς αυτοί θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με μεγάλη προσοχή.

    φάρμακα με συνταγογράφηση που απαριθμούνται. Κωδικός ATC: "C03XA01"

  • Jinarc - C03XA01

Οι ασθενείς που λαμβάνουν άλλες θεραπείες για την υπονατριαιμία ή φαρμακευτικά προϊόντα που αυξάνουν τη συγκέντρωση του νατρίου του ορού (βλ. παράγραφο 4.5) πριν από την έναρξη της θεραπείας με Samsca πρέπει να αντιμετωπίζονται με μεγάλη προσοχή. Αυτοί οι ασθενείς ενδέχεται να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να αναπτύξουν ταχεία διόρθωση του νατρίου του ορού κατά τις πρώτες 1-2 ημέρες της θεραπείας λόγω πιθανών επιπρόσθετων δράσεων.

Δεν συνιστάται η συγχορήγηση του Samsca με άλλες θεραπείες για την υπονατριαιμία και φάρμακα που αυξάνουν τη συγκέντρωση του νατρίου του ορού κατά την αρχική θεραπεία ή για άλλους ασθενείς με πολύ χαμηλές βασικές συγκεντρώσεις του νατρίου του ορού (βλ. παράγραφο 4.5).

Σακχαρώδης διαβήτης

Οι διαβητικοί ασθενείς με αυξημένη συγκέντρωση γλυκόζης (π.χ. πάνω από 300 mg/dl) μπορεί να εμφανίζουν ψευδοϋπονατριαιμία. Αυτή η πάθηση θα πρέπει να αποκλειστεί πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με tolvaptan.

To tolvaptan μπορεί να προκαλέσει υπεργλυκαιμία (βλ. παράγραφο 4.8). Για το λόγο αυτό, απαιτείται προσεκτική διαχείριση των διαβητικών ασθενών που υποβάλλονται σε θεραπεία με tolvaptan. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τους ασθενείς με ανεπαρκώς ελεγχόμενο διαβήτη τύπου ΙΙ.

Ηπατοτοξικότητα

Παρατηρήθηκε φαρμακευτικά επαγόμενη ηπατική βλάβη σε κλινικές δοκιμές εξέτασης διαφορετικής δυνητικής ένδειξης (αυτόσωμη δεσπόζουσα ασθένεια πολυκυστικών νεφρών) με μακροχρόνια χρήση του tolvaptan σε υψηλότερες δόσεις από αυτές της εγκεκριμένης ένδειξης (βλ. παράγραφο 4.8).

Σε εκείνες τις κλινικές δοκιμές, παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές αυξήσεις (άνω του 3 x Ανώτατο Φυσιολογικό Όριο) της αλανινικής αμινοτρανσφεράσης ορού (ALT), καθώς και κλινικά σημαντικές

αυξήσεις (άνω του 2 x Ανώτατο Φυσιολογικό Όριο) της ολικής χολερυθρίνης ορού, σε 3 ασθενείς που έλαβαν tolvaptan. Επιπροσθέτως, παρατηρήθηκε αυξημένη πρόσπτωση σημαντικών αυξήσεων της ALT σε ασθενείς που έλαβαν tolvaptan [4,4% (42/958)] σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο [1,0% (5/484)]. Παρατηρήθηκε αύξηση (>3xULN) της ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης ορού (AST) σε 3,1% (30/958) των ασθενών που έλαβαν tolvaptan και 0,8% (4/484) των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Οι περισσότερες ανωμαλίες ηπατικών ενζύμων παρατηρήθηκαν κατά τους πρώτους 18 μήνες της θεραπείας. Οι αυξήσεις μετριάστηκαν σταδιακά μετά από διακοπή του tolvaptan. Τα ευρήματα αυτά ίσως υποδεικνύουν ότι το tolvaptan ενέχει την πιθανότητα να προκαλεί μη αναστρέψιμη και πιθανώς θανατηφόρα ηπατική βλάβη.

Θα πρέπει να πραγματοποιούνται εγκαίρως εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας σε ασθενείς που λαμβάνουν tolvaptan και οι οποίοι αναφέρουν συμπτώματα ενδεικτικά της ηπατικής βλάβης, συμπεριλαμβανομένων των εξής: κόπωση, ανορεξία, δυσφορία της δεξιάς άνω κοιλιακής χώρας, σκουρόχρωµα ούρα ή ίκτερος. Αν υπάρχει υποψία ηπατικής βλάβης, θα πρέπει να διακόπτεται εγκαίρως η λήψη του tolvaptan, να εφαρμόζεται κατάλληλη θεραπεία και να διενεργούνται εξετάσεις για τον εντοπισμό της πιθανής αιτίας. Δεν θα πρέπει να γίνεται επανέναρξη του tolvaptan στους ασθενείς, παρά μόνο αν διαπιστωθεί με βεβαιότητα ότι η αιτία της παρατηρούμενης ηπατικής βλάβης δεν σχετίζεται με τη θεραπεία του tolvaptan.

Αναφυλαξία Σε εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά, αναφυλαξία (συμπεριλαμβανομένου του

αναφυλακτικού σοκ και γενικευμένου εξανθήματος) έχει αναφερθεί πολύ σπάνια μετά τη χορήγηση του Samsca. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Εάν εμφανιστεί μια αναφυλακτική αντίδραση ή άλλες σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις, η χορήγηση του Samsca θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως και θα πρέπει να ξεκινά κατάλληλη θεραπεία.

Δυσανεξία λακτόζης και γαλακτόζης

Το Samsca περιέχει λακτόζη ως έκδοχο. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Συγχορήγηση με άλλες θεραπείες για την υπονατριαιμία και φάρμακα που αυξάνουν τη συγκέντρωση του νατρίου του ορού

Δεν υπάρχει εμπειρία από ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές σχετικά με την ταυτόχρονη χρήση του Samsca με άλλες θεραπείες για την υπονατριαιμία, περιλαμβανομένου του υπερτονικού φυσιολογικού ορού, των σκευασμάτων νατρίου που χορηγούνται από του στόματος και των φαρμάκων που αυξάνουν τη συγκέντρωση νατρίου του ορού. Τα φαρμακευτικά προϊόντα με υψηλή περιεκτικότητα σε νάτριο, όπως αναβράζοντα αναλγητικά παρασκευάσματα και ορισμένες θεραπείες για τη δυσπεψία που εμπεριέχουν νάτριο ενδέχεται επίσης να αυξήσουν τη συγκέντρωση νατρίου του ορού. Η ταυτόχρονη χρήση του Samsca με άλλες θεραπείες για την υπονατριαιμία ή άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που αυξάνουν τη συγκέντρωση νατρίου του ορού ενέχει υψηλότερο κίνδυνο να επιφέρει ταχεία διόρθωση του νατρίου του ορού (βλ. παράγραφο 4.4) και συνεπώς δεν ενδείκνυται κατά την αρχική θεραπεία ή για άλλους ασθενείς με πολύ χαμηλές βασικές συγκεντρώσεις όπου μια ταχεία διόρθωση μπορεί να αντιπροσωπεύει κίνδυνο για ωσμωτική απομυελίνωση (βλ. παράγραφο 4.4).

Αναστολείς CYP3A4

Οι συγκεντρώσεις του tolvaptan στο πλάσμα αυξήθηκαν κατά έως 5,4 φορές στην περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου (AUC) μετά τη χορήγηση ισχυρών αναστολέων CYP3A4. Απαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση αναστολέων CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη, μακρολιδικά αντιβιοτικά, διλτιαζέμη) με tolvaptan (βλ. παράγραφο 4.4).

Η συγχορήγηση χυμού γκρέιπφρουτ και tolvaptan είχε ως αποτέλεσμα 1,8 φορές αύξηση στην έκθεση στο tolvaptan. Οι ασθενείς που λαμβάνουν tolvaptan θα πρέπει να αποφεύγουν την πρόσληψη χυμού γκρέιπφρουτ.

Επαγωγείς CYP3A4

Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα του tolvaptan μειώθηκαν έως 87% (AUC) μετά τη χορήγηση επαγωγέων CYP3A4. Απαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση επαγωγέων CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη, βαρβιτουρικά) με tolvaptan.

Υποστρώματα CYP3A4

Σε υγιή άτομα, το tolvaptan, ένα υπόστρωμα CYP3A4, δεν είχε επίδραση στις συγκεντρώσεις στο πλάσμα μερικών άλλων υποστρωμάτων CYP3A4 (π.χ. βαρφαρίνη ή αμιοδαρόνη). Το tolvaptan αύξησε τα επίπεδα πλάσματος της λοβαστατίνης κατά 1,3 έως 1,5 φορές. Παρόλο που αυτή η αύξηση δεν είχε κλινική σημασία, υποδεικνύει ότι το tolvaptan μπορεί δυνητικά να αυξήσει την έκθεση σε υποστρώματα CYP3A4.

Διουρητικά

Παρόλο που δεν φαίνεται να υπάρχει συνεργικό ή αθροιστικό αποτέλεσμα με την ταυτόχρονη χρήση του tolvaptan με διουρητικά αγκύλης ή θειαζίδης, κάθε κατηγορία αυτών των παραγόντων είναι πιθανόν να οδηγήσει σε σοβαρή αφυδάτωση που αποτελεί παράγοντα κινδύνου νεφρικής δυσλειτουργίας. Αν παρουσιαστεί εμφανής αφυδάτωση ή νεφρική δυσλειτουργία, θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα που περιλαμβάνουν την ανάγκη για διακοπή ή μείωση των δόσεων του tolvaptan ή/και των διουρητικών, αύξηση της πρόσληψης υγρών, αξιολόγηση και αντιμετώπιση άλλων δυνητικών αιτιών νεφρικής δυσλειτουργίας ή αφυδάτωσης.

Διγοξίνη

Οι συγκεντρώσεις διγοξίνης σταθερής κατάστασης αυξήθηκαν (αύξηση κατά 1,3 φορές στη μέγιστη παρατηρούμενη συγκέντρωση στο πλάσμα [Cmax] και αύξηση κατά 1,2 φορές στην περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στο μεσοδιάστημα δοσολογίας [AUC ) όταν συγχορηγήθηκε με πολλαπλές άπαξ ημερησίως δόσεις tolvaptan 60 mg. Οι ασθενείς που λαμβάνουν διγοξίνη θα πρέπει επομένως να αξιολογούνται για υπερβολικές επιδράσεις διγοξίνης κατά τη θεραπεία με tolvaptan.

Συγχορήγηση με ανάλογα βαζοπρεσίνης

Επιπλέον της δράσης του στη νεφρική αποβολή του ύδατος, το tolvaptan μπορεί να αναστείλει τους αγγειακούς υποδοχείς V2 βαζοπρεσίνης που εμπλέκονται στην απελευθέρωση των παραγόντων πήξης (π.χ. παράγοντας von Willebrand) από τα ενδοθηλιακά κύτταρα. Συνεπώς, η δράση των αναλόγων βαζοπρεσίνης, όπως είναι η δεσμοπρεσσίνη, ενδέχεται να είναι μειωμένη σε ασθενείς που χρησιμοποιούν τέτοιου είδους ανάλογα για την αποτροπή και τον έλεγχο της αιμορραγίας κατά τη συγχορήγηση με tolvaptan.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση

Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση του tolvaptan σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.

Το Samsca δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (βλ. παράγραφο 4.3).

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν επαρκή μέτρα αντισύλληψης κατά τη χρήση του tolvaptan.

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό αν το tolvaptan απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Μελέτες σε αρουραίους έδειξαν απέκκριση του tolvaptan στο μητρικό γάλα.

Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Το Samsca αντενδείκνυται κατά το θηλασμό (βλ. παράγραφο 4.3).

Γονιμότητα

Δύο μελέτες γονιμότητας σε αρουραίους επέδειξαν ενέργειες στη γονική γενεά (μειωμένη κατανάλωση τροφής και μειωμένη αύξηση βάρους σώματος, σιελόρροια), αλλά το tolvaptan δεν επηρέασε την αναπαραγωγική απόδοση σε αρσενικά ζώα και δεν σημειώθηκαν ενέργειες στα έμβρυα. Στα θηλυκά ζώα, παρατηρήθηκαν ανώμαλοι γενετήσιοι κύκλοι και στις δυο μελέτες.

Το επίπεδο στο οποίο δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες (NOAEL) σε σχέση με ενέργειες στην αναπαραγωγή στα θηλυκά ζώα (100 mg/kg/ημέρα) ήταν περίπου δεκαεξαπλάσιο της μέγιστης συνιστώμενης δόσης στον άνθρωπο με βάση mg/m2.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών

To Samsca δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών. Όμως, κατά την οδήγηση ή το χειρισμό μηχανών θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι περιστασιακά μπορεί να εμφανιστούν ζάλη, εξασθένιση ή συγκοπή.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας

Το προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών του tolvaptan βασίζεται σε μια βάση δεδομένων κλινικών δοκιμών 3294 ασθενών σε θεραπεία με tolvaptan και είναι συνεπές με τη φαρμακολογία της δραστικής ουσίας. Οι φαρμακοδυναμικώς αναμενόμενες και πιο συχνά αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι δίψα, ξηροστομία και συχνουρία που συμβαίνουν σε περίπου 18%, 9% και 6% των ασθενών.

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

Η αντιστοιχία συχνοτήτων των ανεπιθύμητων ενεργειών είναι: πολύ συχνές (1/10), συχνές (1/100

έως <1/10),όχι συχνές (1/1.000 έως <1/100) σπάνιες (1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Κατηγορία

Συχνότητα

 

 

 

οργανικό

 

 

 

 

σύστημα

 

 

 

 

 

Πολύ συχνές

Συχνές

Όχι συχνές

Μη γνωστές

Διαταραχές του

 

 

 

αναφυλακτικό

ανοσοποιητικού

 

 

 

σοκ, γενικευμένο

συστήματος

 

 

 

εξάνθημα

Διαταραχές του

 

πολυδιψία,

 

 

μεταβολισμού και

 

αφυδάτωση,

 

 

της θρέψης

 

υπερκαλιαιμία,

 

 

 

 

υπεργλυκαιμία,

 

 

 

 

μειωμένη όρεξη

 

 

Διαταραχές του

 

 

δυσγευσία

 

νευρικού

 

 

 

 

συστήματος

 

 

 

 

Αγγειακές

 

ορθοστατική

 

 

διαταραχές

 

υπόταση

 

 

Διαταραχές του

ναυτία

δυσκοιλιότητα,

 

 

γαστρεντερικού

 

ξηροστομία

 

 

Διαταραχές του

 

εκχύμωση,

 

 

δέρματος και του

 

κνησμός

 

 

υποδόριου ιστού

 

 

 

 

Διαταραχές των

 

συχνουρία,

νεφρική

 

νεφρών και των

 

πολυουρία

δυσλειτουργία

 

ουροφόρων οδών

 

 

 

 

Γενικές

δίψα

εξασθένιση,

 

 

διαταραχές και

 

πυρεξία

 

 

καταστάσεις της

 

 

 

 

οδού χορήγησης

 

 

 

 

Παρακλινικές

 

αυξημένη

 

 

εξετάσεις

 

κρεατινίνη

 

 

 

 

αίματος

 

 

Χειρουργικοί και

 

ταχεία διόρθωση

 

 

άλλοι ιατρικοί

 

της

 

 

χειρισμοί

 

υπονατριαιμίας,

 

 

 

 

μερικές φορές

 

 

 

 

οδηγεί σε

 

 

 

 

νευρολογικά

 

 

 

 

συμπτώματα

 

 

Σε κλινικές μελέτες διερεύνησης άλλων ενδείξεων έχουν παρατηρηθεί οι εξής ανεπιθύμητες ενέργειες: Συχνές: αύξηση αλανινικής αμινοτρανσφεράσης (βλ. παράγραφο 4.4), αύξηση ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης (βλ. παράγραφο 4.4), υπερνατριαιμία, υπογλυκαιμία, υπερουριχαιμία, συγκοπή, ζάλη, κεφαλαλγία, κακουχία, διάρροια, παρουσία αίματος στα ούρα.

Όχι συχνές: αύξηση χολερυθρίνης (βλ. παράγραφο 4.4), κνησμώδες εξάνθημα.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας

του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

4.9 Υπερδοσολογία

Εφάπαξ δόσεις έως 480 mg και πολλαπλές δόσεις έως 300 mg την ημέρα για 5 ημέρες έγιναν καλά ανεκτές σε κλινικές δοκιμές σε υγιείς εθελοντές.

Η από του στόματος μέση θανατηφόρος δόση (LD50) του tolvaptan σε επίμυες και σκύλους ήταν >2000 mg/kg. Δεν παρατηρήθηκε θνησιμότητα σε επίμυες ή σκύλους μετά από εφάπαξ από του στόματος δόσεις 2000 mg/kg (μέγιστη εφικτή δόση). Μία εφάπαξ από του στόματος δόση 2000 mg/kg ήταν θανατηφόρος σε ποντικούς και τα συμπτώματα τοξικότητας σε ποντικούς που επηρεάστηκαν περιελάμβαναν μειωμένη δραστηριότητα του μυοσκελετικού συστήματος, παραπαίον βάδισμα, τρόμο και υποθερμία.

Αναμένεται έντονη και παρατεταμένη αποβολή ύδατος (κάθαρση ελεύθερου ύδατος). Πρέπει να διατηρείται επαρκής πρόσληψη υγρών.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Διουρητικά, ανταγωνιστές βαζοπρεσίνης, κωδικός ATC: C03XA01

Το tolvaptan είναι ένας επιλεκτικός ανταγωνιστής υποδοχέων V2 βαζοπρεσίνης με συγγένεια για τον υποδοχέα V2 μεγαλύτερη από ό,τι για τη φυσική αργινίνη βαζοπρεσίνη. Όταν λαμβάνονται από το στόμα, δόσεις 15 έως 60 mg tolvaptan προκαλούν μια αύξηση στην απέκκριση ούρων με αποτέλεσμα την αύξηση της αποβολής ύδατος, τη μείωση της ωσμωτικότητας των ούρων και την αύξηση της συγκέντρωσης νατρίου στον ορό. Η απέκκριση νατρίου και καλίου στα ούρα δεν επηρεάζεται

σημαντικά. Οι μεταβολίτες του tolvaptan δεν φαίνεται να έχουν σημαντική φαρμακολογική δράση σε κλινικές συγκεντρώσεις στον άνθρωπο.

Η από του στόματος χορήγηση δόσεων 15 έως 120 mg tolvaptan προκάλεσε σημαντική αύξηση στο ρυθμό απέκκρισης ούρων εντός 2 ωρών από τη χορήγηση της δόσης. Η αύξηση στον όγκο ούρων

24 ώρου ήταν δοσοεξαρτώμενη. Μετά από εφάπαξ από του στόματος δόσεις 15 έως 60 mg, οι ρυθμοί απέκκρισης ούρων επέστρεψαν στα επίπεδα γραμμής αναφοράς μετά από 24 ώρες. Μια μέση τιμή περίπου 7 λίτρων απεκκρίθηκε σε διάστημα 0 έως 12 ωρών, ανεξάρτητα από τη δόση. Σημαντικά υψηλότερες δόσεις tolvaptan παράγουν πιο παρατεταμένες αποκρίσεις, χωρίς να επηρεάζεται το μέγεθος της απέκκρισης, καθώς ενεργές συγκεντρώσεις του tolvaptan είναι παρούσες για μεγαλύτερες χρονικές περιόδους.

Υπονατριαιμία

Σε 2 πιλοτικές, διπλές τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές δοκιμές, ένα σύνολο 424 ασθενών με ευογκαιμική ή υπερογκαιμική υπονατριαιμία (νάτριο ορού <135 mEq/l) λόγω μιας ποικιλίας υποκείμενων αιτιών (καρδιακή ανεπάρκεια [HF], κίρρωση του ήπατος, SIADH και άλλες) υποβλήθηκαν σε θεραπεία για 30 ημέρες με tolvaptan (n=216) ή εικονικό φάρμακο (n=208) σε μια αρχική δόση 15 mg/ημέρα. Η δόση μπορούσε να αυξηθεί σε 30 και 60 mg/ημέρα ανάλογα με την απόκριση χρησιμοποιώντας ένα σχήμα τιτλοποίησης 3 ημερών. Η μέση συγκέντρωση νατρίου ορού στην ένταξη στη δοκιμή ήταν 129 mEq/l (εύρος 114 - 136).

Το πρωτεύον τελικό σημείο για αυτές τις δοκιμές ήταν η μέση ημερήσια AUC για μεταβολή στο νάτριο ορού από τη γραμμή αναφοράς έως την Ημέρα 4 και από τη γραμμή αναφοράς έως την Ημέρα 30. Το tolvaptan ήταν ανώτερο του εικονικού φαρμάκου (p<0,0001) για αμφότερες τις

περιόδους σε αμφότερες τις μελέτες. Αυτή η δράση παρατηρήθηκε σε όλους τους ασθενείς, τη σοβαρή (νάτριο ορού: <130 mEq/l) και την ήπια (νάτριο ορού: 130 - < 135 mEq/l) υποομάδα και για όλες τις υποομάδες αιτιολογίας νόσου (π.χ. καρδιακή ανεπάρκεια, κίρρωση, SIADH/άλλη). Στις 7 ημέρες μετά τον τερματισμό της θεραπείας, οι τιμές νατρίου μειώθηκαν στα επίπεδα των ασθενών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με εικονικό φάρμακο.

Μετά από 3 ημέρες θεραπείας, η συγκεντρωτική ανάλυση των δύο δοκιμών έδειξε ότι πέντε φορές περισσότεροι ασθενείς σε tolvaptan σε σχέση με ασθενείς σε εικονικό φάρμακο πέτυχαν ομαλοποίηση των συγκεντρώσεων νατρίου στον ορό (49% έναντι 11%). Αυτή η δράση συνεχίστηκε και στην Ημέρα 30, κατά την οποία περισσότεροι ασθενείς σε tolvaptan από ό,τι ασθενείς σε εικονικό φάρμακο είχαν ακόμα φυσιολογικές συγκεντρώσεις (60% έναντι 27%). Αυτές οι αποκρίσεις παρατηρήθηκαν σε ασθενείς ανεξάρτητα από την υποκείμενη νόσο. Τα αποτελέσματα της αυτοαξιολογούμενης κατάστασης υγείας με χρήση του Ερωτηματολογίου SF-12 Health Survey για τις ψυχικές βαθμολογίες έδειξαν στατιστικά σημαντικές και κλινικής σημασίας βελτιώσεις για τη θεραπεία με tolvaptan σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.

Δεδομένα για τη μακροχρόνια ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του tolvaptan αξιολογήθηκαν για έως 106 εβδομάδες σε μια κλινική δοκιμή σε ασθενείς (οποιασδήποτε αιτιολογίας) που είχαν προηγουμένως ολοκληρώσει μία από τις πιλοτικές δοκιμές υπονατριαιμίας. Ένα σύνολο 111 ασθενών ξεκίνησε θεραπεία με tolvaptan σε μια ανοιχτή δοκιμή επέκτασης, ανεξάρτητα από την προηγούμενη τυχαιοποίησή τους. Βελτιώσεις στα επίπεδα νατρίου του ορού παρατηρήθηκαν από την πρώτη κιόλας ημέρα μετά τη χορήγηση της δόσης και συνεχίστηκαν για τις αξιολογήσεις σε θεραπεία έως την Εβδομάδα 106. Όταν η θεραπεία τερματίστηκε, οι συγκεντρώσεις νατρίου του ορού μειώθηκαν περίπου στις τιμές της γραμμής αναφοράς, παρά την επανένταξη σε θεραπεία τυπικής φροντίδας.

Κλινικά δεδομένα από δοκιμές σε άλλους πληθυσμούς ασθενών

H EVEREST (Efficacy of Vasopressin Antagonism in Heart Failure Outcome Study with Tolvaptan,

Μελέτη Αποτελεσματικότητας του Ανταγωνισμού Βαζοπρεσίνης στην Έκβαση της Καρδιακής Ανεπάρκειας με tolvaptan) ήταν μια μακροπρόθεσμης έκβασης, διπλή τυφλή, ελεγχόμενη κλινική δοκιμή σε νοσηλευόμενους ασθενείς με επιδεινούμενη καρδιακή ανεπάρκεια και σημεία και συμπτώματα υπερφόρτωσης όγκου. Στη μακροπρόθεσμης έκβασης δοκιμή, ένα σύνολο 2072 ασθενών έλαβε 30 mg tolvaptan με πρότυπα φροντίδας (SC) και 2061 ασθενείς έλαβαν εικονικό φάρμακο με SC. Το κύριο αντικείμενο της μελέτης ήταν η σύγκριση των επιδράσεων του tolvaptan + SC με

εικονικό φάρμακο + SC στον χρόνο έως την θνητότητα από όλες τις αιτίες και στον χρόνο έως την πρώτη εμφάνιση καρδιαγγειακής (CV) θνητότητας ή νοσηλείας για HF. Η θεραπεία με tolvaptan δεν είχε στατιστικά σημαντικές ευνοϊκές ή δυσμενείς επιδράσεις στην συνολική επιβίωση ή στο συνδυασμένο τελικό σημείο CV θνητότητας ή νοσηλείας λόγω HF και δεν παρείχε πειστική ένδειξη για κλινικά σημαντικό όφελος.

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Samsca σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού σε θεραπεία της υπονατριαιμίας υπό αραίωση (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση και κατανομή

Μετά από χορήγηση από του στόματος, το tolvaptan απορροφάται ταχέως και η κορύφωση των συγκεντρώσεων πλάσματος εμφανίζεται σε 2 ώρες περίπου μετά τη χορήγηση της δόσης. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του tolvaptan είναι περίπου 56%. Η συγχορήγηση με τροφή δεν έχει επίδραση στις συγκεντρώσεις πλάσματος. Μετά από εφάπαξ από του στόματος δόσεις ≥300 mg, η κορύφωση των συγκεντρώσεων πλάσματος φαίνεται να φτάνει σε πλατό, πιθανόν λόγω κορεσμού της απορρόφησης. Ο τελικός χρόνος ημιζωής αποβολής είναι περίπου 8 ώρες και σταθερής κατάστασης συγκεντρώσεις tolvaptan επιτυγχάνονται μετά την πρώτη δόση. Το tolvaptan δεσμεύεται αναστρέψιμα (98%) σε πρωτεΐνες πλάσματος.

Βιομετασχηματισμός και αποβολή

Το tolvaptan μεταβολίζεται εκτενώς από το ήπαρ. Λιγότερο από το 1% της ακέραιας δραστικής ουσίας απεκκρίνεται αναλλοίωτη στα ούρα. Πειράματα με ραδιοσημασμένο tolvaptan έδειξαν ότι το 40% της ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα και το 59% ανακτήθηκε στα κόπρανα όπου το αναλλοίωτο tolvaptan ευθυνόταν για το 32% της ραδιενέργειας. Το tolvaptan είναι μόνο ένα ελάχιστο μέρος στο πλάσμα (3%).

Γραμμικότητα

Το Tolvaptan έχει γραμμική φαρμακοκινητική για δόσεις 15 έως 60 mg.

Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς

Ηκάθαρση του tolvaptan δεν επηρεάζεται σημαντικά από την ηλικία.

Ηεπίδραση της ήπιας έως μέτριας βλάβης της ηπατικής λειτουργίας (τάξεις Α και Β κατά Child-Pugh) στη φαρμακοκινητική του tolvaptan ερευνήθηκε σε 87 ασθενείς με ηπατική νόσο διαφόρων αιτιών. Δεν βρέθηκαν κλινικά σημαντικές μεταβολές στην κάθαρση για δόσεις που

κυμαίνονται από 5 έως 60 mg. Είναι διαθέσιμες πολύ περιορισμένες πληροφορίες σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (τάξη C κατά Child-Pugh).

Σε μια πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση σε ασθενείς με ηπατικό οίδημα, η AUC του tolvaptan σε ασθενείς με σοβαρή (τάξη C κατά Child-Pugh) και ήπια ή μέτρια (τάξεις Α και Β κατά Child-Pugh) ηπατική δυσλειτουργία ήταν 3,1 και 2,3 φορές υψηλότερη από εκείνην των υγιών ατόμων.

Σε μια ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού για ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, οι συγκεντρώσεις tolvaptan σε ασθενείς με ήπια (κάθαρση κρεατινίνης [Ccr] 50 έως 80 ml/min) ή μέτρια (Ccr 20 έως 50 ml/min) βλάβη της νεφρικής λειτουργίας δεν παρουσίασαν σημαντική διαφορά σε σχέση με τις συγκεντρώσεις του tolvaptan σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (Ccr 80 έως 150 ml/min). Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του tolvaptan σε εκείνους τους ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης <10 ml/min δεν έχει αξιολογηθεί και επομένως δεν είναι γνωστή.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Τα μη κλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις συμβατικές μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων, γονοτοξικότητας ή ενδεχόμενης καρκινογόνου δράσης.

Ικανότητα πρόκλησης τερατογένεσης παρατηρήθηκε σε κουνέλια στα οποία δόθηκαν

1000 mg/kg/ημέρα (15 φορές η έκθεση από τη συνιστώμενη ανθρώπινη δόση, με βάση την AUC). Δεν παρατηρήθηκαν τερατογονικές επιδράσεις σε κουνέλια σε 300 mg/kg/ημέρα (περίπου 2,5 έως 5,3 φορές την έκθεση σε ανθρώπους στη συνιστώμενη δόση, με βάση την AUC).

Σε μία περιγεννητική και μεταγεννητική μελέτη σε αρουραίους, παρατηρήθηκε καθυστέρηση της οστεοποίησης και μείωση του σωματικού βάρους των νεογνών στην υψηλή δόση των

1000 mg/kg/ημέρα.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Άμυλο αραβοσίτου Υδροξυπροπυλοκυτταρίνη Μονοϋδρική λακτόζη Στεατικό μαγνήσιο Μικροκυτταρική κυτταρίνη

Λάκα αργιλίου ινδικοκαρμίνης (E 132)

6.2 Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3 Διάρκεια ζωής

4 χρόνια

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως και την υγρασία.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

10 x 1 δισκία σε διάτρητη κυψέλη μονάδων δόσης από PVC/αλουμίνιο. 30 x 1 δισκία σε διάτρητη κυψέλη μονάδων δόσης από PVC/αλουμίνιο.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Καμία ειδική υποχρέωση.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Otsuka Pharmaceutical Europe Ltd Gallions, Wexham Springs

Framewood Road

Wexham, SL3 6PJ Ηνωμένο Βασίλειο

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

EU/1/09/539/003-004

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 03/08/2009 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης:

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Λεπτομερή πληροφοριακά στοιχεία για το παρόν φαρμακευτικό προϊόν είναι διαθέσιμα στον δικτυακό τόπο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων http://www.ema.europa.eu/.

Σχόλια

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
  • Βοήθεια
  • Get it on Google Play
  • Σχετικά
  • Info on site by:

  • Presented by RXed.eu

  • 27558

    φάρμακα με συνταγογράφηση που απαριθμούνται