Greek
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

Suliqua (insulin glargine / lixisenatide) – περιληψη των χαρακτηριστικων του προϊοντοσ - A10AE

Updated on site: 10-Oct-2017

Όνομα φαρμάκουSuliqua
Κωδικός ATCA10AE
Ουσίαinsulin glargine / lixisenatide
Κατασκευαστήςsanofi-aventis groupe

Περιεχόμενα άρθρου

Το φάρμακο αυτό τελεί υπό συμπληρωματική παρακολούθηση. Αυτό θα επιτρέψει το γρήγορο προσδιορισμό νέων πληροφοριών ασφάλειας. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες. Βλ.

παράγραφο 4.8 για τον τρόπο αναφοράς ανεπιθύμητων ενεργειών.

1.ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Suliqua 100 μονάδες/ml + 50 μικρογραμμάρια/ml ενέσιμο διάλυμα σε προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας

Suliqua 100 μονάδες/ml + 33 μικρογραμμάρια/ml ενέσιμο διάλυμα σε προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας

2.ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Suliqua 100 μονάδες/ml + 50 μικρογραμμάρια/ml ενέσιμο διάλυμα σε προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας

Κάθε προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας περιέχει 300 μονάδες ινσουλίνης glargine* και 150 μικρογραμμάρια λιξισενατίδης σε 3 ml διαλύματος.

Κάθε ml περιέχει 100 μονάδες ινσουλίνης glargine και 50 μικρογραμμάρια λιξισενατίδης. Κάθε βήμα δόσης περιέχει 1 μονάδα ινσουλίνης glargine και 0,5 μικρογραμμάρια λιξισενατίδης.

Suliqua 100 μονάδες/ml + 33 μικρογραμμάρια/ml ενέσιμο διάλυμα σε προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας

Κάθε προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας περιέχει 300 μονάδες ινσουλίνης glargine και 100 μικρογραμμάρια λιξισενατίδης σε 3 ml διαλύματος.

Κάθε ml περιέχει 100 μονάδες ινσουλίνης glargine και 33 μικρογραμμάρια λιξισενατίδης. Κάθε βήμα δόσης περιέχει 1 μονάδα ινσουλίνης glargine και 0,33 μικρογραμμάρια λιξισενατίδης.

*Η ινσουλίνη glargine παράγεται με την τεχνολογία του ανασυνδυασμένου DNA σε

Escherichia coli.

Το παράθυρο δόσης στη συσκευή τύπου πένας δείχνει τον αριθμό των βημάτων δόσης.

Έκδοχο(α) με γνωστή δράση:

Κάθε ml περιέχει 2,7 χιλιοστόγραμμα μετακρεσόλης.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλέπε παράγραφο 6.1.

3.ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Eνέσιμο διάλυμα (ένεση). SoloStar

Διαυγές, άχρωμο διάλυμα.

4.ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1Θεραπευτικές ενδείξεις

Το Suliqua ενδείκνυται σε συνδυασμό με μετφορμίνη για τη θεραπεία ενηλίκων με

σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 για τη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου, όταν αυτός δεν έχει επιτευχθεί με μετφορμίνη μόνη της ή με μετφορμίνη σε συνδυασμό με κάποιο άλλο από του στόματος χορηγούμενο φαρμακευτικό προϊόν για τη μείωση του σακχάρου ή με βασική ινσουλίνη (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1 σχετικά με τα διαθέσιμα στοιχεία για τους διαφορετικούς συνδυασμούς).

4.2Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Το Suliqua διατίθεται σε δύο συσκευές τύπου πένας, που παρέχουν διαφορετικές επιλογές χορήγησης της δόσης, δηλ. συσκευή τύπου πένας Suliqua (10-40), συσκευή τύπου πένας Suliqua (30-60) αντίστοιχα. Η διαφοροποίηση ανάμεσα στις περιεκτικότητες της συσκευής τύπου πένας βασίζεται στο εύρος δόσης της συσκευής τύπου πένας.

Το Suliqua 100 μονάδες/ml + 50 μικρογραμμάρια/ml προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας παρέχει βήματα δόσης 10-40 μονάδων ινσουλίνης glargine σε συνδυασμό με 5- 20 mcg λιξισενατίδης (συσκευή τύπου πένας Suliqua (10-40)).

Το Suliqua 100 μονάδες/ml + 33 μικρογραμμάρια/ml προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας παρέχει βήματα δόσης 30-60 μονάδων ινσουλίνης glargine σε συνδυασμό με

10-20 mcg λιξισενατίδης (συσκευή τύπου πένας Suliqua (30-60)).

Για την αποφυγή σφαλμάτων που σχετίζονται με τη φαρμακευτική αγωγή, ο συνταγογράφων ιατρός πρέπει να βεβαιώνεται ότι στη συνταγή αναφέρεται η ορθή περιεκτικότητα και ο σωστός αριθμός βημάτων δόσης (βλ. παράγραφο 4.4).

Δοσολογία

Η δόση πρέπει να εξατομικεύεται με βάση την κλινική ανταπόκριση και τιτλοποιείται με βάση τις ανάγκες του ασθενούς για ινσουλίνη. Η δόση λιξισενατίδης αυξάνεται ή μειώνεται παράλληλα με τη δόση της ινσουλίνης glargine και εξαρτάται επίσης από τη συσκευή τύπου πένας που χρησιμοποιείται.

Δόση έναρξης

Ηθεραπεία με βασική ινσουλίνη ή από στόματος χορηγούμενο φαρμακευτικό προϊόν για τη μείωση του σακχάρου εκτός από τη μετφορμίνη πρέπει να διακόπτεται πριν από την έναρξη του Suliqua.

Ηδόση έναρξης του Suliqua βασίζεται στην προηγούμενη αντιδιαβητική θεραπεία και προκειμένου να μην γίνει υπέρβαση της συνιστώμενης δόσης έναρξης λιξισενατίδης 10 mcg:

 

 

 

Προηγούμενη θεραπεία

 

 

 

Από του στόματος

Ινσουλίνη glargine (100

Ινσουλίνη glargine (100

 

 

χορηγούμενη

μονάδες/ml)** ≥20 έως

μονάδες/ml)** ≥30 έως

 

 

αντιδιαβητική θεραπεία

<30 μονάδες

≤60 μονάδες

 

 

(ασθενείς που

 

 

 

 

λαμβάνουν θεραπεία με

 

 

 

 

ινσουλίνη για πρώτη

 

 

 

 

φορά)

 

 

 

Συσκευή τύπου

10 βήματα δόσης

20 βήματα δόσης

 

Δόση

πένας Suliqua

(10 μονάδες/5 mcg)*

(20 μονάδες/10 mcg)*

 

έναρξης και

(10-40)

 

 

 

συσκευή

Συσκευή τύπου

 

 

30 βήματα δόσης

τύπου πένας

πένας Suliqua

 

 

(30 μονάδες/10 mcg)*

 

(30-60)

 

 

 

 

* μονάδες ινσουλίνης glargine (100 μονάδες/ml) / mcg λιξισενατίδης

 

** Προηγούμενη χρήση διαφορετικής βασικής ινσουλίνης:

Για δις ημερησίως βασική ινσουλίνη ή ινσουλίνη glargine (300 μονάδες/ml), η προηγούμενη συνολική ημερήσια δόση πρέπει να μειωθεί κατά 20% για να επιλεχθεί η δόση έναρξης του Suliqua.

Για οποιαδήποτε άλλη βασική ινσουλίνη πρέπει να εφαρμόζεται ο ίδιος κανόνας, όπως και για την ινσουλίνη glargine (100 μονάδες/ml)

Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 60 μονάδες ινσουλίνης glargine και 20 mcg λιξισενατίδης που αντιστοιχούν σε 60 βήματα δόσης.

Το Suliqua πρέπει να χορηγείται με ένεση μία φορά την ημέρα εντός μίας ώρας πριν από γεύμα. Είναι προτιμότερο η γευματική ένεση να πραγματοποιείται πριν από το ίδιο γεύμα κάθε μέρα, έχοντας επιλέξει το πιο βολικό γεύμα.

Τιτλοποίηση της δόσης

Το Suliqua χορηγείται σύμφωνα με τις ατομικές ανάγκες του ασθενούς για ινσουλίνη. Συνιστάται να βελτιστοποιείται ο γλυκαιμικός έλεγχος μέσω προσαρμογής της δόσης με βάση τη γλυκόζη πλάσματος νηστείας (βλ. παράγραφο 5.1).

Κατά τη διάρκεια της μετάβασης και εν συνεχεία κατά τις πρώτες εβδομάδες συνιστάται στενή παρακολούθηση των επιπέδων γλυκόζης.

Εάν ο ασθενής ξεκινά θεραπεία με τη συσκευή τύπου πένας Suliqua (10-40), η δόση μπορεί να τιτλοποιηθεί έως 40 βήματα δόσης με αυτή τη συσκευή τύπου πένας.

Για δόσεις >40 βήματα δόσης/ημέρα, η τιτλοποίηση πρέπει να συνεχίζεται με τη συσκευή τύπου πένας Suliqua (30-60).

Εάν ο ασθενής ξεκινά θεραπεία με τη συσκευή τύπου πέναςSuliqua (30-60), η δόση μπορεί να τιτλοποιηθεί έως 60 βήματαδόσης με αυτή τη συσκευή τύπου πένας.

Για συνολικές ημερήσιες δόσεις >60 βήματα δόσης/ημέρα, δεν πρέπει να χρησιμοποιείται το Suliqua.

Οι ασθενείς που προσαρμόζουν την ποσότητα ή το χρόνο χορήγησης της δόσης πρέπει να το κάνουν μόνο υπό ιατρική επίβλεψη με κατάλληλη παρακολούθηση των επιπέδων γλυκόζης (βλ. παράγραφο 4.4).

Ειδικός πληθυσμός

Ηλικιωμένοι (ηλικίας 65 ετών)

Το Suliqua μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ηλικιωμένους ασθενείς. Η δόση πρέπει να προσαρμόζεται επί ατομικής βάσεως, ανάλογα με τα επίπεδα γλυκόζης. Στους ηλικιωμένους, η προοδευτική έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας μπορεί να οδηγεί σε σταθερή μείωση των απαιτήσεων σε ινσουλίνη. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης βάσει της ηλικίας για τη λιξισενατίδη. Η θεραπευτική εμπειρία με το Suliqua σε ασθενείς ηλικίας ≥75 ετών είναι περιορισμένη.

Νεφρική δυσλειτουργία

Το Suliqua δεν συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία και νεφροπάθεια τελικού σταδίου, καθώς δεν υπάρχει επαρκής θεραπευτική εμπειρία με τη χρήση λιξισενατίδης.

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για τη λιξισενατίδη σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία.

Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, οι απαιτήσεις σε ινσουλίνη μπορεί να μειωθούν εξαιτίας του ελαττωμένου μεταβολισμού της ινσουλίνης.

Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία πουχρησιμοποιούν το Suliqua μπορεί να χρειάζεται συχνή παρακολούθηση της γλυκόζης και προσαρμογή της δόσης.

Ηπατική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης της λιξισενατίδης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 5.2). Σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, οι απαιτήσεις για ινσουλίνη μπορεί να μειωθούν εξαιτίας της μειωμένης ικανότητας για γλυκονεογένεση και του ελαττωμένου μεταβολισμού της ινσουλίνης. Σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία που χρησιμοποιούν το Suliqua μπορεί να χρειάζεται συχνή παρακολούθηση της γλυκόζης και προσαρμογή της δόσης.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Δεν υπάρχει σχετική χρήση του Suliqua στον παιδιατρικό πληθυσμό.

Τρόπος χορήγησης

Το Suliqua χορηγείται υποδορίως με ένεση στο κοιλιακό τοίχωμα, το δελτοειδή μυ ή το μηρό.

Οι θέσεις ένεσης πρέπει να εναλλάσσονται εντός της ίδιας περιοχής (κοιλιακό τοίχωμα, δελτοειδής μυς ή μηρός) από τη μία ένεση στην επόμενη, για να μειωθεί ο κίνδυνος λιποδυστροφίας (βλ. παράγραφο 4.8).

Οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν την οδηγία να χρ ησιμοποιούν πάντα νέα βελόνα. Η επαναχρησιμοποίηση των βελονών στη συσκευή ινσουλίνης τύπου πένας αυξάνει τον κίνδυνο απόφραξης της βελόνας, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει υποδοσολογία ή υπερδοσολογία. Στην περίπτωση απόφραξης της βελόνας, οι ασθενείς θα πρέπει να ακολουθούν τις οδηγίες που περιγράφονται στις Οδηγίες Χρήσης που συνοδεύουν το φύλλο οδηγιών χρήσης (βλ. παράγραφο 6.6).

Το Suliqua δεν πρέπει να αφαιρείται από το φιαλίδιο της προγεμισμένης συσκευής τύπου πένας χρησιμοποιώντας σύριγγα για την αποφυγή σφαλμάτων στη δοσολογία και πιθανής υπερδοσολογίας (βλ. παράγραφο 4.4).

4.3Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

4.4Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Το Suliqua δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 ή για τη θεραπεία της διαβητικής κετοξέωσης.

Υπογλυκαιμία

Η υπογλυκαιμία ήταν η πιο συχνά αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια που παρατηρήθηκε κατά τη θεραπεία με Suliqua (βλ. παράγραφο 4.8). Υπογλυκαιμία μπορεί να εμφανιστεί, εάν η δόση του Suliqua είναι υψηλότερη από αυτή που απαιτείται.

Οι παράγοντες που αυξάνουν την ευαισθησία για υπογλυκαιμία απαιτούν ιδιαίτερα στενή παρακολούθηση και μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης. Σε αυτούς τους παράγοντες περιλαμβάνονται:

-αλλαγή της θέσης ένεσης

-βελτιωμένη ευαισθησία στην ινσουλίνη (π.χ. με απομάκρυνση των παραγόντων που προκαλούν στρες)

-ασυνήθιστη, αυξημένη ή παρατεταμένη σωματική δραστηριότητα

-συνοδός νόσος (π.χ. έμετος, διάρροια)

-μη επαρκής πρόσληψη τροφής

-παράλειψη γευμάτων

-κατανάλωση οινοπνεύματος

-συγκεκριμένες μη αντιρροπούμενες ενδοκρινικές διαταραχές (π.χ. σε υποθυρεοειδισμό και σε ανεπάρκεια του πρόσθιου λοβού της υπόφυσης ή του φλοιού των επινεφριδίων)

-ταυτόχρονη θεραπεία με άλλα συγκεκριμένα φαρμακευτικά προϊόντα (βλ. παράγραφο 4.5)

-η λιξισενατίδη και/ή η ινσουλίνη σε συνδυασμό με σουλφονυλουρία μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο για υπογλυκαιμία Ως εκ τούτου, το Suliqua δεν πρέπει να χορηγείται σε συνδυασμό με σουλφονυλουρία.

Η δόση του Suliqua πρέπει να εξατομικεύεται με βάση την κλινική ανταπόκριση και τιτλοποιείται με βάση τις ανάγκες του ασθενούς για ινσουλίνη (βλ. παράγραφο 4.2).

Οξεία παγκρεατίτιδα

Η χρήση αγωνιστών των υποδοχέων του γλυκαγονόμορφου πεπτιδίου-1 (GLP-1)έχει συσχετιστεί με κίνδυνο ανάπτυξης οξείας παγκρεατίτιδας. Έχουν αναφερθεί λίγα περιστατικά οξείας παγκρεατίτιδας με λιξισενατίδη, αν και δεν έχει τεκμηριωθεί αιτιολογική σχέση. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τα χαρακτηριστικά συμπτώματα της οξείας παγκρεατίτιδας: επίμονο, σοβαρό κοιλιακό άλγος. Εάν πιθανολογείται παγκρεατίτιδα, το Suliqua πρέπει να διακόπτεται. Εάν επιβεβαιωθεί η οξεία παγκρεατίτιδα, δεν πρέπει να ξεκινήσει εκ νέου η λήψη λιξισενατίδης. Απαιτείται προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό παγκρεατίτιδας.

Σοβαρή γαστρεντερική νόσος

Η χρήση αγωνιστών του υποδοχέα του GLP-1 μπορεί να σχετίζεται με ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό. Το Suliqua δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή γαστρεντερική νόσο, συμπεριλαμβανομένης της σοβαρής γαστροπάρεσης και, ως εκ τούτου, η χρήση του Suliqua δεν συνιστάται σε αυτούς τους ασθενείς.

Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία

Δεν υπάρχει θεραπευτική εμπειρία σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλε ιτουργία (κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 30 ml/min) ή νεφροπάθεια τελικού σταδίου. Δεν συνιστάται η χρήση σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή νεφροπάθεια τελικού σταδίου (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2).

Συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα

Η καθυστερημένη γαστρική κένωση με λιξισενατίδη μπορεί να μειώσει το ρυθμό απορρόφησης φαρμακευτικών προϊόντων που χορηγούνται από στόματος. Το Suliqua πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν από στόματος χορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα για τα οποία απαιτείται ταχεία γαστρεντερική απορρόφηση, προσεκτική κλινική παρακολούθηση ή έχουν στενό θεραπευτικό δείκτη. Ειδικές συστάσεις σχετικά με τη λήψη τέτοιων φαρμακευτικών προϊόντων παρέχονται στην παράγραφο 4.5.

Αφυδάτωση

Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με Suliqua πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τον πιθανό κίνδυνο αφυδάτωσης που σχετίζεται με ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό και να παίρνουν προφυλάξεις προκειμένου να αποφευχθεί η μείωση των υγρών.

Σχηματισμός αντισωμάτων

Η χορήγηση Suliqua μπορεί να προκαλέσει το σχηματισμό αντισωμάτων έναντι της ινσουλίνης

glargine και/ή της λιξισενατίδης. Σε σπάνιες περιπτώσεις, η παρουσία τέτοιων αντισωμάτων μπορεί να απαιτήσει προσαρμογή της δόσης του Suliqua προκειμένου να διορθωθεί η τάση για υπεργλυκαιμία ή υπογλυκαιμία.

Αποφυγή σφαλμάτων που σχετίζονται με τη φαρμακευτική αγωγή

Στους ασθενείς πρέπει να δίνεται η οδηγία να ελέγχουν πάντα την ετικέτα της συσκευής τύπου πένας πριν από κάθε ένεση για την αποφυγή τυχαίας σύγχυσης των δύο διαφορετικών περιεκτικοτήτων Suliqua και σύγχυσης με άλλα ενέσιμα φαρμακευτικά προϊόντα για το διαβήτη.

Για την αποφυγή σφαλμάτων στη δοσολογία και πιθανής υπερδοσολογίας, τόσο οι ασθενείς όσο και οι επαγγελματίες υγείας, δεν πρέπει να χρησιμοποιούν ποτέ σύριγγα για να αντλήσουν το φαρμακευτικό προϊόν από το φιαλίδιο της προγεμισμένης συσκευής τύπου πένας στη σύριγγα.

Πληθυσμοί που δεν έχουν μελετηθεί

Η μετάβαση από αγωνιστή των υποδοχέων του GLP-1 δεν έχει μελετηθεί.

Το Suliqua δεν έχει μελετηθεί σε συνδυασμό με αναστολείς της DPP-4, σουλφονυλουρίες, γλινίδες, πιογλιταζόνη και αναστολείς του SGLT-2.

Έκδοχα

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol (23 mg) νατρίου ανά δόση, δηλ. είναι ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει μετακρεσόλη, που μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων με Suliqua. Οι πληροφορίες που παρέχονται παρακάτω βασίζονται σε μελέτες με τα επιμέρους συστατικά.

Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις

Ένας αριθμός ουσιών επηρεάζουν το μεταβολισμό της γλυκόζης και μπορεί να απαιτήσουν προσαρμογή της δόσης του Suliqua.

Στις ουσίες οι οποίες μπορεί να ενισχύσουν την υπογλυκαιμική δράση και να αυξήσουν την ευαισθησία σε υπογλυκαιμία περιλαμβάνονται τα αντι-υπεργλυκαιμικά φαρμακευτικά προϊόντα, οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE), η δισοπυραμίδη, οι φιμπράτες, η φλουοξετίνη, οι αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (ΜAO), η πεντοξυφυλλίνη, η προποξυφαίνη, τα σαλικυλικά και τα αντιβιοτικά τύπου σουλφοναμίδης.

Στις ουσίες που μπορεί να μειώσουν την υπογλυκαιμική δράση περιλαμβάνονται τα κορτικοστεροειδή, η δαναζόλη, η διαζοξείδη, τα διουρητικά, η γλυκαγόνη, η ισονιαζίδη, τα οιστρογόνα και τα προγεσταγόνα, τα παράγωγα της φαινοθειαζίνης, η σωματοτροπίνη, τα συμπαθητικομιμητικά φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. επινεφρίνη [αδρεναλίνη], σαλβουταμόλη, τερβουταλίνη), οι θυρεοειδικές ορμόνες, τα άτυπα αντιψυχωσικά φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. κλοζαπίνη και ολανζαπίνη) και οι αναστολείς πρωτεάσης.

Οι β-αποκλειστές, η κλονιδίνη, τα άλατα λιθίου ή το οινόπνευμα μπορεί είτε να ενισχύσουν είτε να εξασθενήσουν την υπογλυκαιμική δράση της ινσουλίνης. Η πενταμιδίνη μπορεί να προκαλέσει υπογλυκαιμία η οποία μπορεί μερικές φορές να ακολουθηθεί από υπεργλυκαιμία.

Επιπλέον, υπό την επίδραση συμπαθητικολυτικών φαρμακευτικών προϊόντων όπως οι β- αποκλειστές, η κλονιδίνη, η γουανεθιδίνη και η ρεσερπίνη, η αδρενεργική αντιρροπιστική ρύθμιση της υπογλυκαιμίας μπορεί να μειωθεί ή να είναι απούσα.

Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις

Η λιξισενατίδη είναι ένα πεπτίδιο και δεν μεταβολίζεται από το κυτόχρωμα P450. Σε μελέτες in vitro, η λιξισενατίδη δεν επηρέασε τη δραστηριότητα των ισοενζύμων του κυτοχρώματος P450 ή τους ανθρώπινους μεταφορείς που ελέγχθηκαν.

Δεν υπάρχουν γνωστές φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις για την ινσουλίνη glargine.

Επίδραση της γαστρικής κένωσης σε από του στόματος χορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα

Η καθυστερημένη γαστρική κένωση με λιξισενατίδη μπορεί να μειώσει το ρυθμό απορρόφησης φαρμακευτικών προϊόντων που χορηγούνται από στόματος. Θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά οι ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα με είτε στενό θεραπευτικό δείκτη ή φαρμακευτικά προϊόντα για τα οποία απαιτείται προσεκτική κλινική παρακολούθηση, κυρίως κατά την έναρξη της θεραπείας με λιξισενατίδη. Αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα πρέπει να λαμβάνονται με τυποποιημένο τρόπο σε σχέση με τη λιξισενατίδη. Εάν αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα χορηγούνται με τροφή, θα πρέπει να συνιστάται στους ασθενείς να τα παίρνουν μαζί με ένα γεύμα, εάν είναι εφικτό, όταν δεν χορηγείται λιξισενατίδη.

Τα από του στόματος χορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα και των οποίων η αποτελεσματικότητα εξαρτάται ιδιαιτέρως από τις κατώτατες συγκεντρώσεις, όπως τα αντιβιοτικά, θα πρέπει να συνιστάται στους ασθενείς να παίρνουν αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα τουλάχιστον 1 ώρα πριν ή 4 ώρες μετά την ένεση λιξισενατίδης.

Τα γαστροανθεκτικά σκευάσματα που περιέχουν ουσίες ευαίσθητες στη διάσπαση από στομαχικά υγρά πρέπει να χορηγούνται 1 ώρα πριν ή 4 ώρες μετά την ένεση λιξισενατίδης.

Παρακεταμόλη

Η παρακεταμόλη χρησιμοποιήθηκε ως μοντέλο φαρμακευτικού προϊόντος για να αξιολογηθεί η επίδραση της λιξισενατίδης στη γαστρική κένωση. Μετά τη χορήγηση εφάπαξ δόσης παρακεταμόλης 1000 mg, η AUC και ο t1/2 της παρακεταμόλης δεν είχαν μεταβληθεί ανεξάρτητα από τη χρονική στιγμή της χορήγησης (πριν ή μετά την ένεση λιξισενατίδης). Όταν χορηγήθηκε 1 ή 4 ώρες μετά από 10 mcg λιξισενατίδης, η Cmax της παρακεταμόλης

μειώθηκε κατά 29% και 31%, αντίστοιχα και ο διάμεσος tmax καθυστέρησε κατά 2,0 και 1,75 ώρες, αντίστοιχα. Περαιτέρω καθυστέρηση στον tmax και μείωση της Cmax της

παρακεταμόλης προβλέπονται με τη δόση συντήρησης των 20 mcg.

Δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις στη Cmax και τον tmax της παρακεταμόλης όταν χορηγήθηκε 1 ώρα πριν από τη λιξισενατίδη.

Με βάση αυτά τα αποτελέσματα, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για την παρακεταμόλη, αλλά η καθυστέρηση στον tmax που παρατηρείται όταν η παρακεταμόλη

χορηγείται 1-4 ώρες μετά τη λιξισενατίδη πρέπει να λαμβάνεται υπόψη εάν απαιτείται ταχεία έναρξη δράσης για λόγους αποτελεσματικότητας.

Από στόματος λαμβανόμενα αντισυλληπτικά

Μετά τη χορήγηση εφάπαξ δόσης ενός από του στόματος λαμβανόμενου αντισυλληπτικού φαρμακευτικού προϊόντος (αιθινυλοιστραδιόλη 0,03 mg/λεβονοργεστρέλη 0,15 mg) 1 ώρα πριν ή 11 ώρες μετά τη λήψη 10 mcg λιξισενατίδης, η Cmax, η AUC, ο t1/2 και ο tmax της

αιθινυλοιστραδιόλης και της λεβονοργεστρέλης δεν είχαν μεταβληθεί.

Η χορήγηση του από του στόματος λαμβανόμενου αντισυλληπτικού 1 ώρα ή 4 ώρες μετά τη λιξισενατίδη δεν επηρέασε την AUC και τον t1/2 της αιθινυλοιστραδιόλης και της

λεβονοργεστρέλης, ενώ η Cmax της αιθινυλοιστραδιόλης μειώθηκε κατά 52% και 39%, αντίστοιχα και η Cmax της λεβονοργεστρέλης μειώθηκε κατά 46% και 20%, αντίστοιχα και ο διάμεσος tmax καθυστέρησε κατά 1 έως 3 ώρες.

Η μείωση στη Cmax έχει περιορισμένη κλινική σημασία και δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης των από του στόματος λαμβανόμενων αντισυλληπτικών.

Ατορβαστατίνη

Κατά τη συγχορήγηση 20 mcg λιξισενατίδης και 40 mg ατορβαστατίνης το πρωί για 6 ημέρες, η έκθεση στην ατορβαστατίνη δεν επηρεάστηκε, ενώ η Cmax μειώθηκε κατά 31%

και ο tmax καθυστέρησε κατά 3,25 ώρες.

Δεν παρατηρήθηκε τέτοια αύξηση για τον tmax κατά τη χορήγηση της ατορβαστατίνης το βράδυ και της λιξισενατίδης το πρωί, αλλά η AUC και η Cmax της ατορβαστατίνης αυξήθηκαν κατά 27% και 66%, αντίστοιχα.

Αυτές οι μεταβολές δεν είναι κλινικά σημαντικές και, ως εκ τούτου, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για την ατορβαστατίνη όταν συγχορηγείται με λιξισενατίδη.

Βαρφαρίνη και λοιπά παράγωγα κουμαρίνης

Μετά την ταυτόχρονη χορήγηση 25 mg βαρφαρίνης με επαναλαμβανόμενες δόσεις 20 mcg λιξισενατίδης, δεν επηρεάστηκε η AUC ή η INR (Διεθνής Ομαλοποιημένη Σχέση), ενώ η Cmax μειώθηκε κατά 19% και ο tmax καθυστέρησε κατά 7 ώρες.

Με βάση αυτά τα αποτελέσματα, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για τη βαρφαρίνη όταν συγχορηγείται με λιξισενατίδη, όμως, συνιστάται συχνή παρακολούθηση της INR σε ασθενείς που λαμβάνουν βαρφαρίνη και/ή παράγωγα κουμαρίνης κατά την έναρξη ή τη λήξη της θεραπείας με λιξισενατίδη.

Διγοξίνη

Μετά την ταυτόχρονη χορήγηση 20 mcg λιξισενατίδης και 0,25 mg διγοξίνης σε σταθερή κατάσταση, η AUC της διγοξίνης δεν επηρεάστηκε. Ο tmax της διγοξίνης καθυστέρησε κατά

1,5 ώρες και η Cmax μειώθηκε κατά 26%.

Με βάση αυτά τα αποτελέσματα, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για τη διγοξίνη όταν συγχορηγείται με λιξισενατίδη.

Ραμιπρίλη

Μετά την ταυτόχρονη χορήγηση 20 mcg λιξισενατίδης και 5 mg ραμιπρίλης για 6 ημέρες, η AUC της ραμιπρίλης αυξήθηκε κατά 21%, ενώ η Cmax μειώθηκε κατά 63%. Η AUC και η

Cmax του δραστικού μεταβολίτη (ραμιπριλάτη) δεν επηρεάστηκαν. Ο tmax της ραμιπρίλης

και της ραμιπριλάτης καθυστέρησε κατά 2,5 ώρες περίπου.

Με βάση αυτά τα αποτελέσματα, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για τη ραμιπρίλη όταν συγχορηγείται με λιξισενατίδη.

4.6Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης

Το Suliqua δεν συνιστάται σε γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης που δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη.

Κύηση

Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα από ελεγχόμενες κλινικές μελέτες σχετικά με την έκθεση στην περίοδο της κύησης για το Suliqua, την ινσουλίνη glargine ή τη λιξισενατίδη.

Ένας μεγάλος αριθμός δεδομένων από έγκυες γυναίκες (περισσότερες από 1.000 εκβάσεις κυήσεων) με ινσουλίνη glargine δεν υποδεικνύουν συγκεκριμένες ανεπιθύμητες επιδράσεις από τη χρήση της ινσουλίνης glargine κατά την κύηση καθώς και καμία ειδική τοξικότητα που να σχετίζεται με δυσπλασία ή εμβρυϊκή/νεογνική τοξικότητα. Μελέτες σε ζώα δεν υποδεικνύουν αναπαραγωγική τοξικότητα με την ινσουλίνη glargine.

Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση της λιξισενατίδης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα με λιξισενατίδη έδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3).

Το Suliqua δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης. Σε περίπτωση που κάποια ασθενής επιθυμεί να μείνει έγκυος ή σε περίπτωση κύησης, η θεραπεία με το Suliqua πρέπει να διακόπτεται.

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν η ινσουλίνη glargine ή η λιξισενατίδη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Το Suliqua δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.

Γονιμότητα

Μελέτες σε ζώα με λιξισενατίδη ή ινσουλίνη glargine δεν καταδεικνύουν άμεση τοξικότητα στη γονιμότητα.

4.7Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Το Suliqua δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων. Ωστόσο, η ικανότητα του ασθενή να συγκεντρωθεί και να αντιδράσει μπορεί να επηρεαστεί εξαιτίας της υπογλυκαιμίας ή της υπεργλυκαιμίας ή, για παράδειγμα, εξαιτίας οπτικής διαταραχής. Αυτό μπορεί να αποτελέσει κίνδυνο σε καταστάσεις στις οποίες αυτές οι ικανότητες έχουν ιδιαίτερη σημασία (π.χ. οδήγηση αυτοκινήτου ή χειρισμός μηχανημάτων).

Στους ασθενείς πρέπει να δίνεται η συμβουλή να παίρνουν προφυλάξεις, ώστε να αποφεύγεται η υπογλυκαιμία κατά την οδήγηση και το χειρισμό μηχανημάτων. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε εκείνους που έχουν μειωμένη ή καθόλου επίγνωση των προειδοποιητικών συμπτωμάτων της υπογλυκαιμίας ή παρουσιάζουν συχνά επεισόδια υπογλυκαιμίας. Σε αυτές τις συνθήκες θα πρέπει να εξετάζεται κατά πόσον είναι σκόπιμο ο ασθενής να οδηγεί ή να χειρίζεται μηχανήματα.

4.8Ανεπιθύμητες ενέργειες

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας

Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες κατά τη θεραπεία με Suliqua ήταν η υπογλυκαιμία και οι ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό (βλ. παράγραφο «Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών» παρακάτω).

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

Οι ακόλουθες σχετιζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες από κλινικές έρευνες παρατίθενται παρακάτω σύμφωνα με την κατάταξη ανά οργανικό σύστημα και με σειρά φθίνουσας συχνότητας εμφάνισης (πολύ συχνές: ≥ 1/10, συχνές: ≥ 1/100 έως < 1/10, όχι συχνές:

≥ 1/1.000 έως < 1/100, σπάνιες: ≥ 1/10.000 έως < 1/1.000, πολύ σπάνιες: <1/10.000).

Κατηγορία οργανικού

Συχνότητα

συστήματος

 

 

 

 

Πολύ συχνές

Συχνές

Όχι συχνές

Λοιμώξεις και παρασιτώσεις

 

 

Ρινοφαρυγγίτιδα

 

 

 

Λοίμωξη του ανώτερου

 

 

 

αναπνευστικού

Διαταραχές του ανοσοποιητικού

 

 

Κνίδωση

συστήματος

 

 

 

Διαταραχές του μεταβολισμού

Υπογλυκαιμία

 

 

και της θρέψης

 

 

 

Διαταραχές του νευρικού

 

Ζάλη

Κεφαλαλγία

συστήματος

 

 

 

Διαταραχές του γαστρεντερικού

 

Ναυτία

Δυσπεψία

 

 

Διάρροια

Κοιλιακό άλγος

 

 

Έμετος

 

Γενικές διαταραχές και

 

 

Κόπωση

καταστάσεις της οδού χορήγησης

 

 

Αντιδράσεις της θέσης ένεσης

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Υπογλυκαιμία

Στον ακόλουθο πίνακα περιγράφεται το ποσοστό τεκμηριωμένης συμπτωματικής υπογλυκαιμίας (≤3,9 mmol/L) και σοβαρής υπογλυκαιμίας για το Suliqua και το φάρμακο σύγκρισης.

Τεκμηριωμένη συμπτωματική ή σοβαρή υπογλυκαιμία

 

Ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με

Μετάβαση από βασική

 

ινσουλίνη για πρώτη φορά

 

ινσουλίνη

 

Suliqua

Ινσουλίνη

Λιξισενατίδη

Suliqua

Ινσουλίνη glargine

 

 

glargine

 

 

 

N

Τεκμηριωμένη συμπτωματική

 

 

 

 

 

υπογλυκαιμία*

 

 

 

 

 

Ασθενείς με συμβάν, n (%)

120 (25,6%)

110 (23,6%)

15 (6,4%)

146 (40,0)

155 (42,5)

Συμβάντα ανά ασθενή-έτος, n

1,44

1,22

0,34

3,03

4,22

Σοβαρή υπογλυκαιμία**

 

 

 

 

 

Συμβάντα ανά ασθενή-έτος, n

<0,01

0,02

<0,01

* Η τεκμηριωμένη συμπτωματική υπογλυκαιμία ήταν ένα επεισόδιο κατά τη διάρκεια του οποίου τα τυπικά συμπτώματα υπογλυκαιμίας συνοδεύονται από τιμή μέτρησης της συγκέντρωσης γλυκόζης πλάσματος ≤3,9 mmol/L.

** Η σοβαρή συμπτωματική υπογλυκαιμία ήταν ένα επεισόδιο για το οποίο απαιτείται βοήθεια από άλλο άτομο για την ενεργή χορήγηση υδατανθράκων, γλυκαγόνης ή για άλλες ενέργειες αποκατάστασης.

Διαταραχές του γαστρεντερικού

Κατά τη διάρκεια της περιόδου θεραπείας αναφέρθηκαν συχνά ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό (ναυτία, έμετος και διάρροια). Σε ασθενείς που έλαβαν Suliqua, η επίπτωση σχετιζόμενης ναυτίας, διάρροιας και εμέτου ήταν 8,4%, 2,2% και 2,2%, αντίστοιχα. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό ήταν ως επί το πλείστον ήπιες και παροδικές.

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος

Αλλεργικές αντιδράσεις (κνίδωση) οι οποίες σχετίζονται πιθανώς με το Suliqua έχουν αναφερθεί στο 0,3% των ασθενών. Περιπτώσεις γενικευμένης αλλεργικής αντίδρασης, συμπεριλαμβανομένης αναφυλακτικής αντίδρασης και αγγειοοιδήματος, έχουν αναφερθεί κατά την εμπορική χρήση της ινσουλίνης glargine και της λιξισενατίδης.

Ανοσογονικότητα

Η χορήγηση Suliqua μπορεί να προκαλέσει το σχηματισμό αντισωμάτων έναντι της ινσουλίνης

glargine και/ή της λιξισενατίδης.

Έπειτα από 30 εβδομάδες θεραπείας με Suliqua σε δύο μελέτες φάσης 3, η επίπτωση σχηματισμού αντισωμάτων έναντι της ινσουλίνης glargine ήταν 21,0% και 26,2%. Στο 93% περίπου των ασθενών, τα αντισώματα έναντι της ινσουλίνης glargine επέδειξαν διασταυρούμενη αντιδραστικότητα με την ανθρώπινη ινσουλίνη. Η επίπτωση σχηματισμού αντισωμάτων έναντι της λιξισενατίδης ήταν 43% περίπου. Ούτε η κατάσταση των αντισωμάτων έναντι της ινσουλίνης glargine ούτε των αντισωμάτων έναντι της λιξισενατίδης είχαν κλινικά σημαντικές επιπτώσεις στην ασφάλεια ή στην αποτελεσματικότητα.

Αντιδράσεις της θέσης ένεσης

Μερικοί ασθενείς (1,7%) που λαμβάνουν θεραπεία με ινσουλίνη, συμπεριλαμβανομένου του Suliqua, έχουν παρουσιάσει ερύθημα, τοπικό οίδημα και κνησμό στη θέση της ένεσης.

Καρδιακός ρυθμός

Έχει αναφερθεί αύξηση του καρδιακού ρυθμού με τη χρήση GLP1RA και επίσης παρατηρήθηκε παροδική αύξηση σε κάποιες μελέτες με λιξισενατίδη. Δεν παρατηρήθηκε αύξηση του μέσου καρδιακού ρυθμού σε όλες τις μελέτες Φάσης 3 με Suliqua.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

4.9Υπερδοσολογία

Εάν ένας ασθενής λάβει μεγαλύτερη ποσότητα Suliqua απ’ όσο απαιτείται, ενδέχεται να εμφανιστούν υπογλυκαιμία και ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό.

Τα ήπια επεισόδια υπογλυκαιμίας μπορούν συνήθως να αντιμετωπιστούν με από στόματος χορήγηση υδατανθράκων. Μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης του φαρμακευτικού προϊόντος, του προγράμματος των γευμάτων ή της σωματικής δραστηριότητας.

Τα πιο σοβαρά επεισόδια υπογλυκαιμίας με κώμα, σπασμούς ή νευρολογική διαταραχή μπορούν να αντιμετωπιστούν με ενδομυϊκή/υποδόρια χορήγηση γλυκαγόνης ή ενδοφλέβια χορήγηση συμπυκνωμένης γλυκόζης. Μπορεί να απαιτείται παρατεταμένη πρόσληψη υδατανθράκων και παρακολούθηση επειδή η υπογλυκαιμία μπορεί να επανεμφανιστεί μετά την κλινικά φαινομενική υποχώρηση.

Στην περίπτωση ανεπιθύμητων ενεργειών από το γαστρεντερικό, πρέπει να ξεκινά κατάλληλη υποστηρικτική αγωγή βάσει των κλινικών σημείων και συμπτωμάτων του ασθενούς.

5.ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στον διαβήτη, ινσουλίνες και ενέσιμα ανάλογα, μακράς δράσης. Κωδικός ATC: A10AE54.

Μηχανισμός δράσης

Το Suliqua συνδυάζει δύο δραστικές ουσίες με συμπληρωματικούς μηχανισμούς δράσης για

τη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου: την ινσουλίνη glargine, ένα ανάλογο βασικής ινσουλίνης (που στοχεύει κυρίως τη γλυκόζη πλάσματος νηστείας) και τη λιξισενατίδη, έναν αγωνιστή των υποδοχέων του GLP-1 (που στοχεύει κυρίως τη μεταγευματική γλυκόζη).

Ινσουλίνη glargine

Η κύρια δράση της ινσουλίνης, συμπεριλαμβανομένης της ινσουλίνης glargine είναι η ρύθμιση του μεταβολισμού της γλυκόζης. Η ινσουλίνη και τα ανάλογά της μειώνουν τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα μέσω διέγερσης της περιφερικής πρόσληψης γλυκόζης, ιδιαίτερα από τους σκελετικούς μύες και το λίπος και μέσω της αναστολής της ηπατικής παραγωγής γλυκόζης. Η ινσουλίνη αναστέλλει τη λιπόλυση και την πρωτεόλυση και ενισχύει την πρωτεϊνοσύνθεση.

Λιξισενατίδη

Ηλιξισενατίδη είναι ένας αγωνιστής των υποδοχέων του γλυκαγονόμορφου πεπτιδίου (GLP1). Ο υποδοχέας GLP-1 είναι ο στόχος για το φυσικό GLP-1, μια ενδογενή ινκρετίνη που ενισχύει τη γλυκοζοεξαρτώμενη έκκριση ινσουλίνης από τα β-κύτταρα και καταστέλλει την έκκριση γλυκαγόνης από τα α-κύτταρα στο πάγκρεας.

Ηλιξισενατίδη διεγείρει την έκκριση ινσουλίνης όταν η γλυκόζη αίματος είναι αυξημένη αλλά όχι σε συνθήκες νορμογλυκαιμίας, γεγονός που περιορίζει τον κίνδυνο για υπογλυκαιμία. Παράλληλα, καταστέλλεται η έκκριση γλυκαγόνης. Σε περίπτωση υπογλυκαιμίας, διατηρείται ο μηχανισμός διάσωσης της έκκρισης γλυκαγόνης. Μια μεταγευματική ένεση λιξισενατίδης επιβραδύνει επίσης τη γαστρική ένωση, μειώνοντας έτσι το ρυθμό με τον οποίο απορροφάται και εμφανίζεται στην κυκλοφορία η γλυκόζη που προέρχεται από την τροφή.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Suliqua

Οσυνδυασμός ινσουλίνης glargine και λιξισενατίδης δεν έχει καμία επίδραση στη φαρμακοδυναμική της ινσουλίνης glargine. Η επίδραση του συνδυασμού ινσουλίνης glargine και λιξισενατίδης στη φαρμακοδυναμική της λιξισενατίδης δεν έχει μελετηθεί σε μελέτες φάσης 1.

Σε συμφωνία με το σχετικά σταθερό προφίλ συγκέντρωσης/χρόνου της ινσουλίνης glargine καθ’ όλο το 24ωρο χωρίς έντονες αιχμές όταν χορηγείται μεμονωμένα, το προφίλ ρυθμού/χρόνου για τη χρήση γλυκόζης ήταν παρόμοιο, με το συνδυασμό ινσουλίνης glargine/λιξισενατίδης.

Οχρόνος δράσης των ινσουλινών, συμπεριλαμβανομένου του Suliqua, μπορεί να διαφέρει μεταξύ των ατόμων, καθώς και στο ίδιο άτομο.

Ινσουλίνη glargine

Σε κλινικές μελέτες με ινσουλίνη glargine (100 μονάδες/ml) η δράση μείωσης της γλυκόζης σε γραμμομοριακή βάση (δηλ. όταν χορηγείται στις ίδιες δόσεις) της ενδοφλέβιας ινσουλίνης glargine είναι περίπου ίδια με εκείνη της ανθρώπινης ινσουλίνης.

Λιξισενατίδη

Σε μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη διάρκειας 28 ημερών σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, η χορήγηση 5 έως 20 mcg λιξισενατίδης οδήγησε σε στατιστικά σημαντικές μειώσεις της μεταγευματικής γλυκόζης αίματος μετά το πρωινό, το μεσημεριανό και το δείπνο.

Γαστρική κένωση Μετά από ένα τυποποιημένο σημασμένο δοκιμαστικό γεύμα, στη μελέτη που

προαναφέρθηκε, επιβεβαιώθηκε ότι η λιξισενατίδη επιβραδύνει τη γαστρική κένωση, μειώνοντας έτσι το ρυθμό απορρόφησης της γλυκόζης μετά το γεύμα. Η επιβράδυνση της γαστρικής κένωσης διατηρήθηκε έως το τέλος της μελέτης.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Suliqua ως προς το γλυκαιμικό έλεγχο αξιολογήθηκαν σε δύο τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2:

Προσθήκη σε μετφορμίνη [θεραπεία με ινσουλίνη για πρώτη φορά]

Μετάβαση από βασική ινσουλίνη

Και στις δύο ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες, η θεραπεία με Suliqua παρείχε κλινικά και στατιστικά σημαντική βελτίωση της αιμοσφαιρίνης A1c (HbA1c).

Η επίτευξη χαμηλότερων επιπέδων HbA1c και μεγαλύτερης μείωσης της HbA1c δεν αύξησε τα ποσοστά υπογλυκαιμίας με τη θεραπεία συνδυασμού, συγκριτικά με την ινσουλίνη glargine (βλ. παράγραφο 4.8).

Στην κλινική μελέτη προσθήκης σε μετφορμίνη, η θεραπεία ξεκίνησε στα 10 βήματαδόσης (10 μονάδες ινσουλίνης glargine και 5 mcg λιξισενατίδης). Στην κλινική μελέτη μετάβασης από βασική ινσουλίνη, η αρχική δόση ήταν 20 βήματα δόσης (20 μονάδες ινσουλίνης glargine και 10 mcg λιξισενατίδης) ή 30 βήματα δόσης (30 μονάδες ινσουλίνης glargine και 10 mcg λιξισενατίδης), βλ. παράγραφο 4.2, ανάλογα με την προηγούμενη δόση ινσουλίνης. Και στις δύο μελέτες η δόση τιτλοποιήθηκε μία φορά την εβδομάδα, βάσει των τιμών γλυκόζης πλάσματος νηστείας με αυτομέτρηση.

Προσθήκη σε μετφορμίνη (OAD) [θεραπεία με ινσουλίνη για πρώτη φορά]

Κλινική μελέτη σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που δεν ελέγχεται επαρκώς σε θεραπεία με OAD

Συνολικά 1.170 ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 τυχαιοποιήθηκαν σε μία ανοικτή, ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο μελέτη διάρκειας 30 εβδομάδων που αξιολόγησε την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του Suliqua έναντι των επιμέρους συστατικών, της ινσουλίνης glargine (100 μονάδες/ml) και της λιξισενατίδης (20 mcg).

Ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, οι οποίοι αντιμετωπίζονταν με μετφορμίνη μόνο ή μετφορμίνη και θεραπεία με ένα δεύτερο OAD που μπορούσε να είναι μια σουλφονυλουρία ή μια γλινίδη ή ένας αναστολέας του συμμεταφορέα νατρίου-γλυκόζης-2 (SGLT-2) ή ένας αναστολέας της διπεπτιδυλικής πεπτιδάσης-4 (DPP-4) και οι οποίοι δεν ελέγχονταν επαρκώς με τη θεραπεία αυτή (εύρος HbA1c 7,5% έως 10% για ασθενείς που είχαν λάβει προηγουμένως μόνο μετφορμίνη και 7,0% έως 9% για ασθενείς που είχαν αντιμετωπιστεί προηγουμένως με μετφορμίνη και ένα δεύτερο από του στόματος χορηγούμενο αντιδιαβητικό παράγοντα) εισήχθησαν σε μια προκαταρκτική περίοδο 4 εβδομάδων. Κατά τη διάρκεια αυτής της προκαταρκτικής φάσης, η θεραπεία με μετφορμίνη βελτιστοποιήθηκε και διακόπηκαν τυχόν άλλοι OAD. Στο τέλος της προκαταρκτικής περιόδου, οι ασθενείς που εξακολουθούσαν να μην ελέγχονται επαρκώς (HbA1c μεταξύ 7% και 10%) τυχαιοποιήθηκαν είτε σε Suliqua, ινσουλίνη glargine ή λιξισενατίδη. Από τους 1.479 ασθενείς που ξεκίνησαν την προκαταρκτική φάση, τυχαιοποιήθηκαν 1.170. Οι βασικοί λόγοι μη ένταξης στην τυχαιοποιημένη φάση ήταν τιμή FPG >13,9 mmol/L και τιμή HbA1c <7% ή >10% στο τέλος της προκαταρκτικής φάσης.

Ο τυχαιοποιημένος πληθυσμός ασθενών με διαβήτη τύπου 2 είχε τα εξής χαρακτηριστικά: η μέση ηλικία ήταν 58,4 έτη με την πλειοψηφία των ασθενών (57,1%) να είναι ηλικίας μεταξύ 50 και 64 ετών και το 50,6% των ασθενών ήταν άνδρες. Ο μέσος ΔΜΣ στην έναρξη της μελέτης ήταν 31,7 kg/m2 με 63,4% των ασθενών να έχουν ΔΜΣ ≥30 kg/m2. Η μέση διάρκεια του διαβήτη ήταν περίπου 9 έτη. Η μετφορμίνη ήταν υποχρεωτική βασική θεραπεία και 58% των ασθενών λάμβαναν ένα δεύτερο OAD κατά την προκαταρκτική αξιολόγηση, το οποίο ήταν μια σουλφονυλουρία για το 54% των ασθενών.

Την Εβδομάδα 30, το Suliqua παρείχε στατιστικά σημαντική βελτίωση της HbA1c (τιμή p <0,0001) σε σύγκριση με τα επιμέρους συστατικά. Σε μια προκαθορισμένη ανάλυση αυτού του

κύριου καταληκτικού σημείου, οι διαφορές που παρατηρήθηκαν ήταν συμβατές αναφορικά με την αρχική HbA1c (<8% ή ≥8%) ή τη χρήση OAD στην έναρξη της μελέτης (μόνο μετφορμίνη ή μετφορμίνη και ένας δεύτεροςOAD).

Βλ. τον πίνακα και την εικόνα παρακάτω για τα υπόλοιπα καταληκτικά σημεία της μελέτης.

Αποτελέσματα στις 30 εβδομάδες – Κλινική μελέτη προσθήκης σε μετφορμίνη (πληθυσμός mITT)

 

 

Suliqua

Ινσουλίνη glargine

Λιξισενατίδη

 

Αριθμός συμμετεχόντων (mITT)

 

HbA1c (%)

 

 

 

 

Έναρξη (μέση τιμή, μετά την προκαταρκτική

8,1

8,1

8,1

 

φάση)

 

 

 

 

Τέλος μελέτης (μέση τιμή)

6,5

6,8

7,3

 

Μεταβολή LS από την έναρξη της μελέτης

-1,6

-1,3

-0,9

 

(μέση τιμή)

 

 

 

 

Διαφορά έναντι της ινσουλίνης glargine

 

-0,3

 

 

[διάστημα εμπιστοσύνης 95%] (τιμή p)

 

[-0,4, -0,2]

 

 

 

 

(<0,0001)

 

 

Διαφορά έναντι της λιξισενατίδης [διάστημα

 

 

-0,8

 

εμπιστοσύνης 95%] (τιμή p)

 

 

[-0,9, -0,7]

 

 

 

 

(<0,0001)

 

Αριθμός ασθενών (%) που πέτυχαν HbA1c

345 (74%)

277 (59%)

77 (33%)

 

<7% την εβδομάδα 30*

 

 

 

 

Γλυκόζη πλάσματος νηστείας (mmol/L)

 

 

 

 

Έναρξη (μέση τιμή)

9,88

9,75

9,79

 

Τέλος μελέτης (μέση τιμή)

6,32

6,53

8,27

 

Μεταβολή LS από την έναρξη της μελέτης

-3,46

-3,27

-1,50

 

(μέση τιμή)

 

 

 

 

Διαφορά LS έναντι glargine (μέση τιμή)

 

-0,19

 

 

[95%CI]

 

[-0,420 έως 0,038]

 

 

(τιμή p)

 

(0,1017)

 

 

Διαφορά LS έναντι λιξισενατίδης (μέση τιμή)

 

 

-1,96

 

[95%CI]

 

 

[-2,246 έως -1,682]

 

(τιμή p)

 

 

(<0,0001)

 

PPG 2 ωρών (mmol/L)**

 

 

 

 

Έναρξη (μέση τιμή)

15,19

14,61

14,72

 

Τέλος μελέτης (μέση τιμή)

9,15

11,35

9,99

 

Μεταβολή LS από την έναρξη της μελέτης

-5,68

-3,31

-4,58

 

Διαφορά LS έναντι glargine (μέση τιμή)

 

-2,38

 

 

[95%CI]

 

(-2,79 έως -1,96)

 

 

Διαφορά LS έναντι λιξισενατίδης (μέση τιμή)

 

 

-1,10

 

[95%CI]

 

 

(-1,63 έως -0,57)

 

Μέσο σωματικό βάρος (kg)

 

 

 

 

Έναρξη (μέση τιμή)

89,4

89,8

90,8

 

Μεταβολή LS από την έναρξη της μελέτης

-0,3

1,1

-2,3

 

(μέση τιμή)

 

 

 

 

Σύγκριση έναντι ινσουλίνης glargine

 

-1,4

 

 

[διάστημα εμπιστοσύνης 95%] (τιμή p)

 

[-1,9 έως -0,9]

 

 

 

 

(<0,0001)

 

 

Σύγκριση έναντι λιξισενατίδης

 

 

2,01 [1,4 έως 2,6]

 

[διάστημα εμπιστοσύνης 95%]*

 

 

 

 

Αριθμός (%) ασθενών που πέτυχαν HbA1c

202 (43,2%)

117 (25,1%)

65 (27,9%)

 

<7,0% χωρίς αύξηση του σωματικού

 

 

 

 

βάρους την εβδομάδα 30

 

 

 

 

Ποσοστιαία διαφορά έναντι της ινσουλίνης

 

18,1 [12,2 έως 24,0]

 

 

glargine [διάστημα εμπιστοσύνης 95%] (τιμή p)

 

(<0,0001)

 

 

Ποσοστιαία διαφορά έναντι της λιξισενατίδης

 

 

15,2

 

[διάστημα εμπιστοσύνης 95%]*

 

 

[8,1 έως 22,4]

Ημερήσια δόση ινσουλίνης glargine

 

 

 

LS για τη δόση ινσουλίνης την εβδομάδα 30

39,8

40,5

Μ/Δ

(μέση τιμή)

 

 

 

*Δεν περιλαμβάνεται στην προκαθορισμένη διαδικασία ελέγχου βαθμιαίας μείωσης **PPG 2 ωρών μείον την προγευματική τιμή γλυκόζης

Εικόνα: Μέση HbA1c(%) στην αρχή της προκαταρκτικής αξιολόγησης, στο σημείο τυχαιοποίησης, σε κάθε χρονικό σημείο (ασθενείς που ολοκλήρωσαν τη θεραπεία) και την Εβδομάδα 30 – πληθυσμός mITT

Οι ασθενείς στην ομάδα του Suliqua ανέφεραν στατιστικά σημαντική μεγαλύτερη μείωση στο μέσο όρο των τιμών αυτομέτρησης της γλυκόζης πλάσματος 7 σημείων (SMPG) από την έναρξη έως την Εβδομάδα 30 (-3,35 mmol/L) σε σύγκριση με τους ασθενείς στην ομάδα της ινσουλίνης glargine (-2,66 mmol/L, διαφορά -0,69 mmol/L) και τους ασθενείς στην ομάδα της λιξισενατίδης (-1,95 mmol/L, διαφορά -1,40 mmol/L) (p<0,0001 και για τις δύο συγκρίσεις). Σε όλα τα χρονικά σημεία, οι μέσες τιμές γλυκόζης πλάσματος στις 30 εβδομάδες ήταν χαμηλότερες στην ομάδα του Suliqua σε σύγκριση με την ομάδα της ινσουλίνης glargine και την ομάδα της λιξισενατίδης, με μόνη εξαίρεση την τιμή πριν από το πρόγευμα, η οποία ήταν παρόμοια στην ομάδα του Suliqua και στην ομάδα της ινσουλίνης glargine.

Μετάβαση από βασική ινσουλίνη

Κλινική μελέτη σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που δεν ελέγχεται επαρκώς με βασική ινσουλίνη

Συνολικά 736 ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 συμμετείχαν σε μία τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο, ανοικτή, 2 σκελών θεραπείας, παράλληλων ομάδων, πολυκεντρική μελέτη διάρκειας 30 εβδομάδων που αξιολόγησε την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του Suliqua έναντι της ινσουλίνης glargine (100 μονάδες/ml).

Οι ασθενείς που υποβλήθηκαν σε προκαταρκτική αξιολόγηση είχαν διαβήτη τύπου 2, αντιμετωπίζονταν με βασική ινσουλίνη επί 6 μήνες τουλάχιστον, λάμβαναν σταθερή ημερήσια δόση μεταξύ 15 και 40 U μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με 1 ή 2 OAD (μετφορμίνη ή σουλφονυλουρία ή γλινίδη ή αναστολέα SGLT-2 ή αναστολέα DPP-4), είχαν τιμή HbA1c

μεταξύ 7,5% και 10% (μέση τιμή HbA1c 8,5% κατά την προκαταρκτική αξιολόγηση) και τιμή FPG μικρότερη ή ίση με 10,0 mmol/L ή 11,1 mmol/L ανάλογα με την προηγούμενη αντιδιαβητική θεραπεία.

Μετά την προκαταρκτική αξιολόγηση, οι κατάλληλοι ασθενείς (n=1.018) εισήχθησαν σε μια προκαταρκτική φάση 6 εβδομάδων, στην οποία οι ασθενείς παρέμειναν ή μετέβησαν σε ινσουλίνη glargine, σε περίπτωση που έπαιρναν μια άλλη βασική ινσουλίνη, και η δόση της ινσουλίνης τιτλοποιήθηκε/σταθεροποιήθηκε συνεχίζοντας τη θεραπεία με μετφορμίνη (εάν έπαιρναν προηγουμένως). Όλοι οι άλλοι OAD διακόπηκαν.

Στο τέλος της προκαταρκτικής περιόδου, οι ασθενείς με τιμή HbA1c μεταξύ 7 και 10%, FPG ≤7,77 mmol/L και ημερήσια δόση ινσουλίνης glargine 20 έως 50 μονάδες τυχαιοποιήθηκαν σε Suliqua (n=367) ή σε ινσουλίνη glargine (n=369).

Αυτός ο πληθυσμός ασθενών με διαβήτη τύπου 2 είχε τα εξής χαρακτηριστικά: η μέση ηλικία ήταν 60,0 έτη με την πλειοψηφία των ασθενών (56,3%) να είναι ηλικίας μεταξύ 50 και 64 ετών και το 53,3% των ασθενών ήταν γυναίκες. Ο μέσος ΔΜΣ στην έναρξη της μελέτης ήταν 31,1 kg/m2 με 57,3% των ασθενών να έχουν ΔΜΣ ≥30 kg/m2. Η μέση διάρκεια του διαβήτη ήταν περίπου 12 έτη και η μέση διάρκεια της προηγούμενης θεραπείας με βασική ινσουλίνη ήταν περίπου 3 έτη. Κατά την προκαταρκτική αξιολόγηση, 64,4% των ασθενών ελάμβαναν ινσουλίνη glargine ως βασική ινσουλίνη και 95,0% ελάμβαναν ταυτόχρονα τουλάχιστον 1 OAD.

Την Εβδομάδα 30, το Suliqua παρείχε στατιστικά σημαντική βελτίωση της HbA1c (τιμή p <0,0001) σε σύγκριση με την ινσουλίνη glargine.

Βλ. τον πίνακα και την εικόνα παρακάτω για τα υπόλοιπα καταληκτικά σημεία της μελέτης.

Αποτελέσματα στις 30 εβδομάδες –Πληθυσμός ασθενών mITT της μελέτης με Διαβήτη Τύπου 2 Μη-Ελεγχόμενου με Βασική Ινσουλίνη

 

Suliqua

 

Ινσουλίνη glargine

Αριθμός συμμετεχόντων (mITT)

 

HbA1c (%)

 

 

 

 

 

 

 

Έναρξη (μέση τιμή, μετά την προκαταρκτική φάση)

8,1

 

8,1

Τέλος θεραπείας (μέση τιμή)

6,9

 

7,5

Μεταβολή LS από την έναρξη της μελέτης (μέση τιμή)

-1,1

 

-0,6

Διαφορά έναντι της ινσουλίνης glargine

 

-0,5

[διάστημα εμπιστοσύνης 95%] (τιμή p)

 

[-0,6, -0,4]

 

 

(<0,0001)

Ασθενείς [n (%)] που πέτυχαν HbA1c <7% την

201 (54,9%)

 

108 (29,6%)

εβδομάδα 30*

 

 

 

Γλυκόζη πλάσματος νηστείας (mmol/L)

 

 

 

Έναρξη (μέση τιμή)

7,33

 

7,32

Τέλος μελέτης (μέση τιμή)

6,78

 

6,69

Μεταβολή LS από την έναρξη της μελέτης (μέση τιμή)

-0,35

 

-0,46

Διαφορά έναντι της ινσουλίνης glargine

 

0,11

[διάστημα εμπιστοσύνης 95%]

 

(-0,21 έως 0,43)

PPG 2 ωρών (mmol/L)**

 

 

 

Έναρξη (μέση τιμή)

14,85

 

14,97

Τέλος μελέτης (μέση τιμή)

9,91

 

13,41

Μεταβολή LS από την έναρξη της μελέτης (μέση τιμή)

-4,72

 

-1,39

Διαφορά LS έναντι glargine (μέση τιμή) [95%CI]

 

-3,33

 

 

(-3,89 έως -2,77)

Μέσο σωματικό βάρος (kg)

 

 

 

Έναρξη (μέση τιμή)

87,8

 

87,1

Μεταβολή LS από την έναρξη της μελέτης (μέση τιμή)

-0,7

 

0,7

Σύγκριση έναντι ινσουλίνης glargine

 

-1,4

[διάστημα εμπιστοσύνης 95%] (τιμή p)

 

[-1,8 έως -0,9]

 

 

(<0,0001)

Αριθμός (%) ασθενών που πέτυχαν HbA1c <7,0%

 

χωρίς αύξηση του σωματικού βάρους την εβδομάδα

(34,2%)

 

(13,4%)

 

 

 

Ποσοστιαία διαφορά έναντι της ινσουλίνης glargine

 

20,8

[διάστημα εμπιστοσύνης 95%] (τιμή p)

 

[15,0 έως 26,7]

 

 

(<0,0001)

Ημερήσια δόση ινσουλίνης glargine

 

 

 

Έναρξη (μέση τιμή)

35,0

35,2

Καταληκτικό σημείο (μέση τιμή)

46,7

46,7

Μεταβολή LS για τη δόση ινσουλίνης την εβδομάδα 30

10,6

10,9

(μέση τιμή)

 

 

 

*Δεν περιλαμβάνεται στην προκαθορισμένη διαδικασία ελέγχου βαθμιαίας μείωσης **PPG 2 ωρών μείον την προγευματική τιμή γλυκόζης

Εικόνα - Μέση HbA1c(%) στην αρχή της προκαταρκτικής αξιολόγησης, κατά την τυχαιοποίηση, σε Κάθε Χρονικό Σημείο (Ασθενείς που ολοκλήρωσαν τη θεραπεία) και την Εβδομάδα 30 – πληθυσμός mITT

Μελέτες καρδιαγγειακών εκβάσεων

Η καρδιαγγειακή ασφάλεια της ινσουλίνης glargine και της λιξισενατίδης έχουν τεκμηριωθεί στις κλινικές μελέτες ORIGIN και ELIXA, αντίστοιχα. Δεν έχει διεξαχθεί μελέτη καρδιαγγειακών εκβάσεων αποκλειστικά για το Suliqua.

Ινσουλίνη glargine

Η μελέτη Outcome Reduction with Initial Glargine Intervention trial (ORIGIN) ήταν μία ανοικτή, τυχαιοποιημένη μελέτη σε 12.537 ασθενείς στην οποία η ινσουλίνη LANTUS συγκρίθηκε με την καθιερωμένη φροντίδα ως προς τον χρόνο εμφάνισης του πρώτου μείζονος καρδιαγγειακού συμβάματος (MACE). Το MACE ορίστηκε ως θάνατος καρδιαγγειακής αιτιολογίας, μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου και μη θανατηφόρο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Η διάμεση διάρκεια της παρακολούθησης στη μελέτη ήταν 6,2 έτη. Η επίπτωση MACE ήταν παρόμοια ανάμεσα στην ινσουλίνη LANTUS και στην καθιερωμένη φροντίδα στη μελέτη ORIGIN [Λόγος Κινδύνου (95% CI) για MACE, 1,02 (0,94, 1,11)].

Λιξισενατίδη

Ημελέτη ELIXA ήταν μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, πολυεθνική μελέτη η οποία αξιολόγησε τις καρδιαγγειακές εκβάσεις κατά τη θεραπεία με λιξισενατίδη σε ασθενείς (n=6.068) με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 ύστερα από πρόσφατο Οξύ Στεφανιαίο Σύνδρομο. Το κύριο σύνθετο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν ο χρόνος έως την πρώτη εμφάνιση οποιονδήποτε από τα ακόλουθα συμβάματα: Θάνατος καρδιαγγειακής αιτιολογίας, μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου, μη θανατηφόρο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή νοσηλεία για ασταθή στηθάγχη. Η διάμεση διάρκεια της παρακολούθησης στη μελέτη ήταν 25,8 και 25,7 μήνες στην ομάδα της λιξισενατίδης και στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα.

Ηεπίπτωση του κύριου καταληκτικού σημείου ήταν παρόμοια στην ομάδα της λιξισενατίδης (13,4%) και στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (13,2%): ο λόγος κινδύνου (HR) για τη λιξισενατίδη έναντι του εικονικού φαρμάκου ήταν 1,017, με σχετιζόμενο αμφίπλευρο διάστημα εμπιστοσύνης 95% (CI) 0,886 έως 1,168.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με Suliqua σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού για τη θεραπεία του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (βλ. παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

5.2Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση

Η αναλογία ινσουλίνης glargine/λιξισενατίδης δεν έχει καμία σημαντική επίδραση στην ΡΚ της ινσουλίνης glargine και της λιξισενατίδης στο Suliqua.

Μετά την υποδόρια χορήγηση συνδυασμών ινσουλίνης glargine/λιξισενατίδης σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 1, δεν παρατηρήθηκε έντονη αιχμή της ινσουλίνης glargine. Η έκθεση σε ινσουλίνη glargine μετά τη χορήγηση συνδυασμού ινσουλίνης glargine/λιξισενατίδης ήταν 86-88 % σε σύγκριση με τη χορήγηση ξεχωριστών ταυτόχρονων ενέσεων ινσουλίνης glargine και λιξισενατίδης. Η διαφορά αυτή δεν θεωρείται κλινικά σημαντική.

Μετά την υποδόρια χορήγηση συνδυασμών ινσουλίνης glargine/λιξισενατίδης σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 1, ο διάμεσος tmax της λιξισενατίδης κυμαινόταν από 2,5 έως 3 ώρες. Η AUC

ήταν παρόμοια, ενώ παρατηρήθηκε μια μικρή μείωση στη Cmax της λιξισενατίδης κατά 22-

34% σε σύγκριση με την ξεχωριστή ταυτόχρονη χορήγηση ινσουλίνης glargine και λιξισενατίδης, η οποία δεν είναι πιθανό να έχει κλινική σημασία.

Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές ως προς το ρυθμό απορρόφησης όταν χορηγήθηκε λιξισενατίδη ως μονοθεραπεία υποδορίως στο κοιλιακό τοίχωμα, στο δελτοειδή μυ ή στο μηρό.

Κατανομή

Η λιξισενατίδη έχει χαμηλό βαθμό (55%) σύνδεσης με ανθρώπινες πρωτεΐνες. Ο φαινομενικός όγκος κατανομής της λιξισενατίδης μετά την υποδόρια χορήγηση συνδυασμών ινσουλίνης glargine/λιξισενατίδης (Vz/F) είναι περίπου 100 L. Ο φαινομενικός όγκος κατανομής της ινσουλίνης glargine μετά την υποδόρια χορήγηση συνδυασμών ινσουλίνης glargine/λιξισενατίδης (Vss/F) είναι περίπου 1.700 L.

Βιομετασχηματισμός και αποβολή

Μια μελέτη μεταβολισμού σε διαβητικούς ασθενείς που έλαβαν μόνο ινσουλίνη glargine δείχνει ότι η ινσουλίνη glargine μεταβολίζεται ταχέως στο καρβοξυλικό άκρο της β- αλυσίδας σχηματίζοντας δύο δραστικούς μεταβολίτες, τους M1 (21A-Gly-insulin) και M2 (21A-Gly-des-30B-Thr-insulin). Στο πλάσμα, η κύρια κυκλοφορούσα ένωση είναι ο μεταβολίτης M1. Τα φαρμακοκινητικά και φαρμακοδυναμικά ευρήματα δείχνουν ότι η δράση της υποδόριας ένεσης με ινσουλίνη glargine βασίζεται κυρίως στην έκθεση στον M1.

Ως πεπτίδιο, η λιξισενατίδη αποβάλλεται μέσω σπειραματικής διήθησης, που ακολουθείται από σωληναριακή επαναπροσρόφηση και επακόλουθη μεταβολική αποδόμηση, που οδηγεί σε μικρότερα πεπτίδια και αμινοξέα τα οποία εισάγονται εκ νέου στον πρωτεϊνικό μεταβολισμό. Μετά τη χορήγηση πολλαπλών δόσεων σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, η μέση τελική ημιζωή ήταν περίπου 3 ώρες και η μέση φαινόμενική κάθαρση (CL/F) ήταν περίπου 35 L/h.

Ειδικοί πληθυσμοί

Νεφρική δυσλειτουργία

Σε άτομα με ήπια (κάθαρση κρεατινίνης υπολογισμένη με τον τύπο Cockcroft-Gault 60-90 ml/min), μέτρια (κάθαρση κρεατινίνης 30-60 ml/min) και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 15-30 ml/min) η AUC της λιξισενατίδης αυξήθηκε κατά 46%, 51% και 87%, αντίστοιχα. Η ινσουλίνη glargine δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, ωστόσο, οι απαιτήσεις για ινσουλίνη μπορεί να μειωθούν εξαιτίας του ελαττωμένου μεταβολισμού της ινσουλίνης.

Ηπατική δυσλειτουργία

Καθώς η λιξισενατίδη αποβάλλεται κυρίως μέσω των νεφρών, δεν έχει πραγματοποιηθεί μελέτη φαρμακοκινητικής σε ασθενείς με οξεία ή χρόνια ηπατική δυσλειτουργία. Η ηπατική δυσλειτουργία δεν αναμένεται να επηρεάσει τη φαρμακοκινητική της λιξισενατίδης.

Η ινσουλίνη glargine δεν έχει μελετηθεί σε διαβητικούς ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, οι απαιτήσεις για ινσουλίνη μπορεί να μειωθούν εξαιτίας της μειωμένης ικανότητας για γλυκονεογένεση και του ελαττωμένου μεταβολισμού της ινσουλίνης.

Ηλικία, Φυλή, Φύλο και Σωματικό Βάρος Ινσουλίνη glargine

Δεν έχει αξιολογηθεί η επίδραση της ηλικίας, της φυλής και του φύλου στη φαρμακοκινητική της ινσουλίνης glargine. Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες σε ενήλικες με ινσουλίνηglargine (100 μονάδες/ml), οι αναλύσεις υποομάδων με βάση την ηλικία, τη φυλή και το φύλο δεν έδειξαν διαφορές ως προς την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα.

Λιξισενατίδη

Ηηλικία δεν έχει καμία κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της λιξισενατίδης. Σε μια μελέτη φαρμακοκινητικής σε ηλικιωμένους μη διαβητικούς συμμετέχοντες, η χορήγηση 20 mcg λιξισενατίδης οδήγησε σε μια μέση αύξηση της AUC της λιξισενατίδης κατά 29% στον ηλικιωμένο πληθυσμό (11 συμμετέχοντες ηλικίας από 65 έως 74 ετών και 7 συμμετέχοντες ηλικίας ≥75 ετών) σε σύγκριση με 18 συμμετέχοντες ηλικίας από 18 έως 45 ετών, πιθανώς λόγω μειωμένης νεφρικής λειτουργίας στην ομάδα ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας.

Ηεθνοτική προέλευση δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της λιξισενατίδης βάσει των αποτελεσμάτων μελετών φαρμακοκινητικής σε Καυκάσιους, Ιάπωνες και Κινέζους.

Το φύλο δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της λιξισενατίδης.

Το σωματικό βάρος δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στην AUC της λιξισενατίδης.

Ανοσογονικότητα

Παρουσία αντισωμάτων έναντι της λιξισενατίδης, η έκθεση σε λιξισενατίδη και η διακύμανση στην έκθεση είναι αισθητά αυξημένες, ανεξαρτήτως δοσολογικού επιπέδου.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες με το Suliqua σε παιδιά και εφήβους κάτω των 18 ετών.

5.3Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε ζώα με το συνδυασμό ινσουλίνης glargine και λιξισενατίδης για να αξιολογηθούν η τοξικότητα των επαναλαμβανόμενων δόσεων, η καρκινογένεση, η γονοτοξικότητα ή η τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα.

Ινσουλίνη glargine

Τα μη κλινικά δεδομένα για την ινσουλίνη glargine δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις συμβατικές μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων, γονοτοξικότητας, ενδεχόμενης καρκινογόνου δράσης και τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα.

Λιξισενατίδη

Σε διετείς μελέτες καρκινογένεσης με υποδόρια χορήγηση, παρατηρήθηκαν μη θανατηφόροι όγκοι θυρεοειδικών C-κυττάρων σε αρουραίους και ποντικούς και θεωρείται ότι οφείλονται σε έναν μη γονοτοξικό μηχανισμό που μεσολαβείται από τον υποδοχέα GLP-1 στον οποίο τα τρωκτικά είναι ιδιαιτέρως ευαίσθητα. Παρατηρήθηκαν υπερπλασία C-κυττάρων και αδένωμα με όλες τις δόσεις σε αρουραίους και δεν κατέστη δυνατό να καθοριστεί ένα επίπεδο στο οποίο δεν παρατηρούνται ανεπιθύμητες ενέργειες (NOAEL). Στους ποντικούς, αυτές οι επιδράσεις εμφανίστηκαν σε έκθεση τουλάχιστον 9,3 φορές υψηλότερη σε σύγκριση με την ανθρώπινη έκθεση στη θεραπευτική δόση. Δεν παρατηρήθηκε καρκίνωμα C-κυττάρων σε ποντικούς, ενώ καρκίνωμα C-κυττάρων εμφανίστηκε σε αρουραίους με έκθεση περίπου

900 φορές υψηλότερη από την ανθρώπινη έκθεση στη θεραπευτική δόση.

Σε μια διετή μελέτη καρκινογένεσης με υποδόρια χορήγηση σε ποντικούς, παρατηρήθηκαν 3 περιπτώσεις αδενοκαρκινώματος στο ενδομήτριο στην ομάδα ήπιας δόσης με στατιστικά σημαντική αύξηση, που αντιστοιχεί σε έκθεση 97φορές υψηλότερη. Δεν καταδείχθηκε επίδραση σχετιζόμενη με τη θεραπεία.

Οι μελέτες σε ζώα δεν υποδεικνύουν άμεση τοξικότητα για τη γονιμότητα του αρσενικού και του θηλυκού σε αρουραίους. Παρατηρήθηκαν αναστρέψιμες βλάβες στους όρχεις και στην επιδιδυμίδα σε σκύλους που έλαβαν λιξισενατίδη. Δεν παρατηρήθηκε σχετιζόμενη επίδραση στη σπερματογένεση σε υγιείς άνδρες.

Σε μελέτες εμβρυϊκής ανάπτυξης, παρατηρήθηκαν δυσπλασίες, καθυστέρηση της ανάπτυξης, καθυστέρηση της οστεοποίησης και σκελετικές επιδράσεις σε αρουραίους με όλες τις δόσεις (έκθεση 5 φορές υψηλότερη σε σύγκριση με την ανθρώπινη έκθεση) και σε κουνέλια με υψηλές δόσεις (έκθεση 32 φορές υψηλότερη σε σύγκριση με την ανθρώπινη έκθεση) λιξισενατίδης. Και στα δύο είδη, παρατηρήθηκε μικρή μητρική τοξικότητα που συνίστατο σε χαμηλή πρόσληψη τροφής και μείωση του σωματικού βάρους. Η νεογνική ανάπτυξη ήταν μειωμένη σε αρσενικούς αρουραίους που εκτέθηκαν σε υψηλές δόσεις λιξισενατίδης κατά την όψιμη κύηση και το θηλασμό, με ελαφρώς αυξημένη θνητότητα των νεογνών.

6.ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1Κατάλογος εκδόχων

Γλυκερόλη 85% Μεθειονίνη Μετακρεσόλη Χλωριούχος ψευδάργυρος

Συμπυκνωμένο υδροχλωρικό οξύ (για ρύθμιση του pH) Υδροξείδιο του νατρίου (για ρύθμιση του pH)

Ύδωρ για ενέσιμα

6.2Ασυμβατότητες

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.

6.3Διάρκεια ζωής

24 μήνες.

Διάρκεια ζωής μετά την πρώτη χρήση της συσκευής τύπου πένας: 14 ημέρες

Για συσκευές τύπου πένας σε χρήση

Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 30°C. Μην ψύχετε. Μην καταψύχετε. Μη φυλάσσετε τη συσκευή τύπου πένας με τη βελόνα προσαρμοσμένη.

Φυλάσσετε τη συσκευή τύπου πένας μακριά από την απευθείας έκθεση σε ζέστη ή στο φως. Το καπάκι της συσκευής τύπου πένας πρέπει να τοποθετείται και πάλι στην πένα μετά από κάθε ένεση, ώστε να προστατεύεται από το φως.

6.4Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Για συσκευές τύπου πένας όχι σε χρήση

Φυλάσσετε σε ψυγείο (2°C – 8°C).

Να μην καταψύχεται ή τοποθετείται δίπλα στα τοιχώματα της κατάψυξης ή σε παγοκύστη. Να φυλάσσετε τη συσκευή τύπου πένας στο εξωτερικό κουτί ώστε να προστατεύεται από το φως.

Για τις συνθήκες φύλαξης κατά τη χρήση, βλ. παράγραφο 6.3.

6.5Φύση και συστατικά του περιέκτη

Φιαλίδιο από άχρωμο γυαλί τύπου Ι με μαύρο έμβολο (ελαστικό από βρωμοβουτύλιο) και στεγανοποιημένο πώμα (αλουμινίου) με ένθετους πλαστικοποιημένους δίσκους σφράγισης (ελαστικό από βρωμοβουτύλιο στην πλευρά του φαρμακευτικού προϊόντος και πολυϊσοπρένιο εξωτερικά) που περιέχει 3 ml διαλύματος. Κάθε φιαλίδιο είναι ενσωματωμένο σε μια συσκευή τύπου πένας μιας χρήσεως.

Οι βελόνες δεν περιλαμβάνονται στη συσκευασία.

Συσκευασίες 3 και 5 προγεμισμένων συσκευών τύπου πένας.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Πριν από την πρώτη χρήση, η συσκευή τύπου πένας πρέπει να βγαίνει από το ψυγείο και να φυλάσσεται σε θερμοκρασία χαμηλότερη από 30°C για 1 με 2 ώρες.

Το φιαλίδιο πρέπει να επιθεωρείται πριν από τη χρήση. Πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο εάν το διάλυμα είναι διαυγές, άχρωμο, χωρίς ορατά στερεά σωματίδια και έχει ρευστότητα όμοια με εκείνη του ύδατος.

Το Suliqua δεν πρέπει να αναμειγνύεται με καμία άλλη ινσουλίνη ή να αραιώνεται. Η ανάμειξη ή η αραίωση μπορεί να μεταβάλλει το προφίλ χρόνου/δράσης του και η ανάμειξη μπορεί να προκαλέσει το σχηματισμό ιζήματος.

Μία καινούρια βελόνα πρέπει να τοποθετείται πάντα πριν από κάθε χρήση. Οι βελόνες δεν πρέπει να επαναχρησιμοποιούνται. Ο ασθενής πρέπει να απορρίπτει τη βελόνα μετά από κάθε ένεση.

Σε περίπτωση απόφραξης της βελόνας, οι ασθενείς θα πρέπει να ακολουθούν τις οδηγίες που περιγράφονται στις «Οδηγίες Χρήσης» που συνοδεύουν το φύλλο οδηγιών χρήσης.

Οι άδειες συσκευές τύπου πένας δεν πρέπει ποτέ να χρησιμοποιούνται εκ νέου και θα πρέπει να απορρίπτονται κατάλληλα.

Για την πρόληψη πιθανής μετάδοσης νόσου, κάθε συσκευή τύπου πένας πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο από έναν ασθενή.

Πριν από κάθε ένεση πρέπει να ελέγχεται πάντα η ετικέτα για την αποφυγή σφαλμάτων, που σχετίζονται με τη φαρμακευτική αγωγή, ανάμεσα στο Suliqua και άλλα ενέσιμα αντιδιαβητικά φαρμακευτικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων των 2 διαφορετικών συσκευών τύπου πένας του Suliqua (βλ. παράγραφο 4.4).

Πριν από τη χρήση του Suliqua, πρέπει να διαβάζονται προσεκτικά οι οδηγίες χρήσης που περιλαμβάνονται στο φύλλο οδηγιών χρήσης.

7.ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

sanofi-aventis groupe 54, rue La Boétie 75008 Paris

Γαλλία

8.ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

EU/1/16/1157/001

EU/1/16/1157/002

EU/1/16/1157/003

EU/1/16/1157/004

9.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης:

10.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Λεπτομερείς πληροφορίες για το παρόν φαρμακευτικό προϊόν είναι διαθέσιμες στο δικτυακό τόπο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων: http://www.ema.europa.eu.

Σχόλια

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
  • Βοήθεια
  • Get it on Google Play
  • Σχετικά
  • Info on site by:

  • Presented by RXed.eu

  • 27558

    φάρμακα με συνταγογράφηση που απαριθμούνται