Greek
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

Targretin (bexarotene) – περιληψη των χαρακτηριστικων του προϊοντοσ - L01XX25

Updated on site: 10-Oct-2017

Όνομα φαρμάκουTargretin
Κωδικός ATCL01XX25
Ουσίαbexarotene
ΚατασκευαστήςEisai Ltd

Περιεχόμενα άρθρου

1.ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Targretin 75 mg μαλακά καψάκια

2.ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε καψάκιο περιέχει 75 mg βηξαροτενίου.

Έκδοχο με γνωστή δράση: σορβιτόλη

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3.ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Μαλακό καψάκιο

Υπόλευκο καψάκιο, που περιέχει υγρό εναιώρημα και είναι χαραγμένο με την ένδειξη “Targretin”.

4.ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1Θεραπευτικές ενδείξεις

Το Targretin ενδείκνυνται για τη θεραπεία δερματικών εκδηλώσεων σε ενήλικες ασθενείς που βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο δερματικού λεμφώματος Τ- λεμφοκυττάρων (CTCL), οι οποίες ανθίστανται σε τουλάχιστον μία συστηματική θεραπεία.

4.2Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Η θεραπεία με βηξαροτένιο πρέπει να εκκινείται και να συνεχίζεται μόνο από ιατρούς που έχουν εμπειρία στη θεραπεία ασθενών που πάσχουν από CTCL.

Δοσολογία

Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 300 mg/m2/ημέρα. Η αρχική δόση υπολογίζεται ανάλογα με την επιφάνεια του σώματος, ως εξής:

Επίπεδο αρχικής δόσης (300 mg/m2/ημέρα)

Αριθμός καψακίων

 

 

Targretin των

Επιφάνεια σώματος

Συνολική ημερήσια

75 mg

(m2)

δόση (mg/ημέρα)

0,88 – 1,12

1,13 - 1,37

1,38 - 1,62

1,63 - 1,87

1,88 - 2,12

2,13 - 2,37

2,38 - 2,62

 

 

 

Oδηγίες τροποποίησης της δόσης: Το επίπεδο της αρχικής δόσης των 300 mg/m2/ημέρα μπορεί να προσαρμοστεί στα 200 mg/m2/ημέρα, στη συνέχεια στα 100 mg/m2/ημέρα, ή ακόμη και να διακοπεί προσωρινά, εάν κριθεί απαραίτητο λόγω τοξικότητας. Μόλις ελεγχθεί η τοξικότητα, οι δόσεις είναι δυνατό να αυξηθούν εκ νέου με προσοχή. Με την κατάλληλη κλινική παρακολούθηση, οι ασθενείς

ενδέχεται να ωφελούνται από δόσεις που υπερβαίνουν τα 300 mg/m2/ημέρα. Δόσεις μεγαλύτερες από 650 mg/m2/ημέρα δεν έχουν αξιολογηθεί σε ασθενείς με CTCL. Σε κλινικές μελέτες, χορηγήθηκε βηξαροτένιο σε ασθενείς με CTCL για διάστημα μέχρι 118 εβδομάδων. Η θεραπεία πρέπει να συνεχίζεται για όσο διάστημα ο ασθενής αντλεί όφελος από αυτήν.

Παιδιατρικός πληθυσμός:

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του βηξαροτενίου στα παιδιά (ηλικίας κάτω των 18 ετών) δεν έχει εδραιωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.

Ηλικιωμένοι ασθενείς:

Από το συνολικό αριθμό των ασθενών με CTCL που συμμετείχαν σε κλινικές μελέτες, το 61% ήταν ηλικίας 60 ετών και πάνω, ενώ το 30% ήταν 70 ετών και πάνω. Δεν παρατηρήθηκαν συνολικές διαφορές ως προς την ασφάλεια μεταξύ των μεγαλύτερων από 70 ετών ασθενών και των νεότερων ασθενών, αλλά δεν μπορεί να αποκλειστεί μια μεγαλύτερη ευαισθησία μερικών πιο ηλικιωμένων ατόμων στο βηξαροτένιο. Στους ηλικιωμένους πρέπει να χρησιμοποιείται η τυπική δόση.

Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία:

Δεν έχουν διεξαχθεί επίσημες μελέτες σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Τα κλινικά δεδομένα φαρμακοκινητικής δείχνουν ότι η ουρική αποβολή του βηξαροτενίου και των μεταβολιτών του είναι μια δευτερεύουσα οδός απέκκρισης για το βηξαροτένιο. Σε όλους τους ασθενείς που αξιολογήθηκαν, η εκτιμώμενη νεφρική κάθαρση του βηξαροτενίου ήταν μικρότερη από 1 ml/λεπτό. Λαμβάνοντας υπόψη τα περιορισμένα δεδομένα, οι ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά, όταν ακολουθούν θεραπεία με βηξαροτένιο.

Τρόπος χορήγησης

Για από του στόματος χρήση

Τα καψάκια Targretin πρέπει να λαμβάνονται σε μία ημερήσια δόση από το στόμα. Το καψάκιο δεν πρέπει να μασιέται.

4.3Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1 Κύηση και γαλουχία

Γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης, που δεν λαμβάνουν αποτελεσματικά μέτρα αντισύλληψης Ιστορικό παγκρεατίτιδας Μη ελεγχόμενη υπερχοληστερολαιμία

Μη ελεγχόμενη υπετριγλυκεριδαιμία Υπερβιταμίνωση A

Μη ελεγχόμενη νόσος του θυρεοειδούς Ηπατική ανεπάρκεια Συστηματική λοίμωξη που βρίσκεται σε εξέλιξη

4.4Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Γενικές: Τα καψάκια Targretin πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς που παρουσιάζουν γνωστή υπερευαισθησία στα ρητινοειδή. Δεν έχει σημειωθεί καμία κλινική περίπτωση διασταυρούμενης αντιδραστικότητας. Οι ασθενείς που λαμβάνουν βηξαροτένιο δεν πρέπει να δίνουν αίμα για μετάγγιση. Η βουτυλοϋδροξυανισόλη, ένα συστατικό του Targretin, μπορεί να προκαλέσει ερεθισμό στους βλεννογόνους, γι' αυτό τα καψάκια πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα και να μη μασώνται.

Λιπίδια: Σύμφωνα με κλινικές μελέτες, η υπερλιπιδαιμία έχει αναγνωριστεί ως ενέργεια που σχετίζεται με τη χρήση βηξαροτενίου. Πριν από την έναρξη της θεραπείας με βηξαροτένιο, πρέπει να γίνεται προσδιορισμός των λιπιδίων του αίματος (τριγλυκερίδια και χοληστερόλη) υπό καθεστώς

νηστείας και με συχνότητα μία φορά την εβδομάδα μέχρι να εδραιωθεί η απόκριση των λιπιδίων στο βηξαροτένιο, πράγμα που συμβαίνει συνήθως σε δύο έως τέσσερις εβδομάδες, και στη συνέχεια με συχνότητα όχι μεγαλύτερη από μία φορά το μήνα. Τα τριγλυκερίδια νηστείας πρέπει να είναι φυσιολογικά ή να επανέρχονται στο φυσιολογικό με την κατάλληλη παρέμβαση, πριν από τη θεραπεία με βηξαροτένιο. Πρέπει να καταβάλλεται κάθε προσπάθεια ώστε τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων να διατηρούνται κάτω από 4,52 mmol/l για να μειώνεται ο κίνδυνος κλινικών συνεπειών. Eάν τα τριγλυκερίδια νηστείας είναι αυξημένα ή αυξηθούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας, συνιστάται η έναρξη αντιλιπιδαιμικής θεραπείας και, εάν είναι απαραίτητο, η μείωση της δόσης (από 300 mg/m2/ημέρα βηξαροτενίου σε 200 mg/m2/ημέρα και, εάν είναι απαραίτητο, σε 100 mg/m2/ημέρα) ή και η διακοπή της θεραπείας. Σύμφωνα με στοιχεία από κλινικές μελέτες, οι συγκεντρώσεις βηξαροτενίου δεν επηρεάζονται από την ταυτόχρονη χορήγηση ατορβαστατίνης. Ωστόσο, η ταυτόχρονη χορήγηση γεμφιβροζίλης είχε ως αποτέλεσμα τη σημαντική αύξηση των συγκεντρώσεων βηξαροτενίου στο πλάσμα και έτσι δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση γεμφιβροζίλης και βηξαροτενίου (βλ. παράγραφο 4.5). Οι αυξήσεις των επιπέδων χοληστερόλης στον ορό πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με την τρέχουσα ιατρική πρακτική.

Παγκρεατίτιδα: Σε κλινικές μελέτες, έχει αναφερθεί οξεία παγκρεατίτιδα που σχετιζόταν με αυξήσεις των τριγλυκεριδίων νηστείας στον ορό. Οι ασθενείς με δερματικό λέμφωμα κυττάρων Τ (CTCL) που έχουν παράγοντες κινδύνου για παγκρεατίτιδα (π.χ. προηγούμενα επεισόδια παγκρεατίτιδας, μη ελεγχόμενη υπερλιπιδαιμία, υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, μη ελεγχόμενο σακχαρώδη διαβήτη, νόσο των χοληφόρων και λήψη φαρμάκων τα οποία είναι γνωστό ότι αυξάνουν τα επίπεδα τριγλυκεριδίων ή σχετίζονται με παγκρεατική τοξικότητα) δεν πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία με βηξαροτένιο, εκτός εάν το αναμενόμενο όφελος είναι μεγαλύτερο από τον κίνδυνο.

Διαταραχές στις εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας: Έχουν αναφερθεί αυξήσεις στις εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας που σχετίζονται με τη χρήση βηξαροτενίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία από συνεχιζόμενες κλινικές μελέτες, η αύξηση στις τιμές των εξετάσεων της ηπατικής λειτουργίας υποχωρεί εντός ενός μηνός στο 80% των ασθενών με μια μείωση της δόσης ή με τη διακοπή της θεραπείας. Πρέπει να λαμβάνονται οι αρχικές τιμές των εξετάσεων ηπατικής λειτουργίας, ενώ οι εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά μία φορά την εβδομάδα κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα και στη συνέχεια μία φορά το μήνα. Πρέπει να εξετάζεται η αναστολή ή η διακοπή του βηξαροτενίου εάν τα αποτελέσματα των εξετάσεων υπερβούν κατά τρεις φορές το ανώτερο όριο των φυσιολογικών τιμών για τις SGOT/AST (γλουταμινική οξαλοξεϊκή τρανσαμινάση ορού/ ασπαρτική αμινοτρανσφεράση), SGPT/ALT (γλουταμινική πυρουβική τρανσαμινάση ορού/ αλαμίνη αμινοτρανσφεράση) ή τη χολερυθρίνη.

Μεταβολές των εργαστηριακών εξετάσεων λειτουργίας του θυρεοειδούς: Έχουν παρατηρηθεί μεταβολές στις εξετάσεις λειτουργίας του θυρεοειδούς σε ασθενείς που λαμβάνουν βηξαροτένιο, που πιο συχνά εμφανίζονται ως μια αναστρέψιμη μείωση των επιπέδων της θυρεοειδικής ορμόνης (ολική θυροξίνη [ολική T4]) και της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης (TSH). Πρέπει να λαμβάνεται η αρχική τιμή των εξετάσεων λειτουργίας του θυρεοειδούς και στη συνέχεια να παρακολουθούνται τουλάχιστον μία φορά το μήνα κατά τη διάρκεια της θεραπείας και ως ενδείκνυται από την εμφάνιση συμπτωμάτων υποθυρεοειδισμού. Ασθενείς που ακολουθούσαν θεραπεία με βηξαροτενίου και παρουσίασαν συμπτωματικό υποθυρεοειδισμό αντιμετωπίστηκαν με συμπληρώματα της θυρεοειδικής ορμόνης και τα συμπτώματα υποχώρησαν.

Λευκοπενία: Σε κλινικές μελέτες, έχει αναφερθεί λευκοπενία που σχετίζεται με τη θεραπεία με βηξαροτένιο. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, η λευκοπενία υποχωρεί μετά από μείωση της δόσης ή τη διακοπή της θεραπείας. Ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων του αίματος και του τύπου τους πρέπει να προσδιορίζεται πριν από την έναρξη της θεραπείας, μία φορά την εβδομάδα στη διάρκεια του πρώτου μήνα και στη συνέχεια μία φορά το μήνα.

Αναιμία: Σε κλινικές μελέτες, έχει αναφερθεί αναιμία που σχετίζεται με τη θεραπεία με βηξαροτένιο. Η αιμοσφαιρίνη πρέπει να προσδιορίζεται πριν από την έναρξη της θεραπείας, μία φορά την εβδομάδα στη διάρκεια του πρώτου μήνα και στη συνέχεια μία φορά το μήνα. Η ελάττωση της αιμοσφαιρίνης πρέπει να αντιμετωπίζεται σύμφωνα με την τρέχουσα ιατρική πρακτική.

Θολερότητα του φακού: Μετά από θεραπεία με βηξαροτένιο, σε μερικούς ασθενείς παρατηρήθηκε θολερότητα του φακού που δεν είχε γίνει αντιληπτή προηγουμένως ή μεταβολή σε προϋπάρχουσες θολερότητες του φακού, χωρίς αυτές να σχετίζονται με τη διάρκεια της θεραπείας ή το επίπεδο της δόσης στο οποίο εκτέθηκαν. Με δεδομένη την υψηλή συχνότητα εμφάνισης και το φυσικό ποσοστό σχηματισμού του καταρράκτη σε πληθυσμούς ηλικιωμένων ασθενών που αντιπροσωπεύονται σε κλινικές μελέτες, δεν υπήρχε καμία εμφανής συσχέτιση μεταξύ της συχνότητας σχηματισμού θολερότητας του φακού και της χορήγησης βηξαροτενίου. Ωστόσο, δεν έχει αποκλειστεί η ανεπιθύμητη ενέργεια της δημιουργίας θολερότητας του φακού σε άτομα που υποβάλλονται σε μακρόχρονη θεραπεία με βηξαροτένιο. Κάθε ασθενής που υποβάλλεται σε θεραπεία με βηξαροτένιο και παρουσιάζει δυσκολία στην όραση, πρέπει να υποβληθεί στην κατάλληλη οφθαλμολογική εξέταση.

Συμπλήρωμα βιταμίνης A: Λόγω της σχέσης του βηξαροτενίου με τη βιταμίνη Α, θα πρέπει να συνιστάται στους ασθενείς να περιορίζουν τα συμπληρώματα της βιταμίνης Α σε 15.000 IU/ημέρα το πολύ, για να αποφεύγουν τις πιθανές προσθετικές τοξικές επιδράσεις.

Ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη: Πρέπει να δίδεται προσοχή όταν χορηγείται βηξαροτένιο σε ασθενείς που λαμβάνουν ινσουλίνη, παράγοντες που ενισχύουν την έκκριση ινσουλίνης (π.χ. σουλφονυλουρίες) ή ευαισθητοποιητές της ινσουλίνης (π.χ. θειαζολιδινεδιόνες). Με βάση τον γνωστό μηχανισμό δράσης, το βηξαροτένιο ενδέχεται δυνητικά να ενισχύσει τη δράση αυτών των παραγόντων και να οδηγήσει σε υπογλυκαιμία. Δεν έχει αναφερθεί καμία περίπτωση υπογλυκαιμίας που να σχετίζεται με τη λήψη βηξαροτενίου ως μονοθεραπεία.

Φωτοευαισθησία: Η χρήση μερικών ρητινοειδών έχει σχετιστεί με τη φωτοευαισθησία. Θα πρέπει να συνιστάται στους ασθενείς να ελαχιστοποιούν την έκθεσή τους στο φως του ήλιου και να αποφεύγουν τους ηλιακούς λαμπτήρες κατά τη διάρκεια της θεραπείας με βηξαροτένιο, καθώς τα in vitro δεδομένα δείχνουν ότι το βηξαροτένιο ενδέχεται δυνητικά να παρουσιάζει ενέργεια φωτοευαισθησίας.

Αντισυλληπτικά που λαμβάνονται από το στόμα: Το βηξαροτένιο μπορεί δυνητικά να επάγει τα μεταβολικά ένζυμα και έτσι, θεωρητικά, να ελαττώσει την αποτελεσματικότητα των οιστρο- προγεστερονικών αντισυλληπτικών. Συνεπώς, εάν η θεραπεία με βηξαροτένιο προορίζεται για γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης, απαιτείται η χρήση μιας αξιόπιστης μη ορμονικής μορφής αντισύλληψης, διότι το βηξαροτένιο ανήκει σε μια κατηγορία θεραπευτικών ουσιών με υψηλή επικινδυνότητα εμφάνισης δυσπλασιών στον άνθρωπο.

Παιδιατρικός πληθυσμός:

Το Targretin δεν συνιστάται σε παιδιά (ηλικίας κάτω των 18 ετών).

Το Targretin περιέχει μια μικρή ποσότητα σορβιτόλης, γι’αυτό το λόγο οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.

4.5Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Συνέπειες άλλων ουσιών στο βηξαροτένιο: Δεν έχουν διεξαχθεί επίσημες μελέτες για την αξιολόγηση των αλληλεπιδράσεων άλλων φαρμάκων με το βηξαροτένιο. Με βάση τον οξειδωτικό μεταβολισμό του βηξαροτενίου από το κυτόχρωμα P450 3A4 (CYP3A4), η ταυτόχρονη χορήγηση του βηξαροτενίου με άλλα υποστρώματα του CYP3A4 όπως π.χ. η κετοκοναζόλη, η ιτρακοναζόλη, οι αναστολείς πρωτεάσης, η κλαριθρομυκίνη και η ερυθρομυκίνη ενδέχεται θεωρητικά να οδηγήσουν σε αύξηση της συγκέντρωσης του βηξαροτενίου στο πλάσμα. Επιπλέον, η ταυτόχρονη χορήγηση του βηξαροτενίου με επαγωγείς του CYP3A4 όπως π.χ. η ριφαμπικίνη, η φαινυτοΐνη, η δεξαμεθαζόνη ή η φαινοβαρβιτάλη ενδέχεται θεωρητικά να προκαλέσουν μείωση της συγκέντρωσης του βηξαροτενίου στο πλάσμα.

Συνιστάται η άσκηση προσοχής στην περίπτωση συνδυασμού με υποστρώματα CYP3A4 με στενό θεραπευτικό περιθώριο δηλαδή ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες (κυκλοσπορίνη, tacrolimus,

sirolimus) καθώς και κυτταροτοξικούς παράγοντες που μεταβολίζονται με το CYP3A4, δηλαδή κυκλοφωσφαμίδη, ετοποσίδη, φιναστερίδη, ιφοσφαμίδη, ταμοξιφαίνη, vinca-αλκαλοειδή.

Μία πληθυσμιακή ανάλυση της συγκέντρωσης του βηξαροτενίου στο πλάσμα σε ασθενείς με CTCL έδειξε ότι η ταυτόχρονη χορήγηση γεμφιβροζίλης είχε ως αποτέλεσμα τη σημαντική αύξηση της συγκέντρωσης του βηξαροτενίου στο πλάσμα. Ο μηχανισμός αυτής της αλληλεπίδρασης είναι άγνωστος. Σε παρόμοιες συνθήκες, η συγκέντρωση του βηξαροτενίου δεν επηρεάστηκε από την ταυτόχρονη χορήγηση ατορβαστατίνης ή λεβοθυροξίνης. Δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση γεμφιβροζίλης με βηξαροτένιο.

Συνέπειες του βηξαροτενίου σε άλλες ουσίες: υπάρχουν ενδείξεις ότι το βηξαροτένιο ενδέχεται να επάγει το κυτόχρωμα CYP3A4. Έτσι, η επανειλημμένη χορήγηση βηξαροτενίου ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα την αυτο-επαγωγή του ίδιου του μεταβολισμού του και, ιδίως σε επίπεδα δόσεων μεγαλύτερα από 300 mg/m2/ημέρα, ενδέχεται να αυξήσει την ταχύτητα μεταβολισμού και να μειώσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα άλλων ουσιών που μεταβολίζονται από το κυτόχρωμα P450 3A4, όπως η ταμοξιφαίνη. Για παράδειγμα, το βηξαροτένιο ενδέχεται να μειώσει την αποτελεσματικότητα των αντισυλληπτικών που λαμβάνονται από το στόμα (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.6).

Το βηξαροτένιο μπορεί δυνητικά να ενισχύσει τη δράση της ινσουλίνης, παράγοντες που ενισχύουν την απέκκριση της ινσουλίνης (π.χ. σουλφονυλουρίες), ή ευαισθητοποιητές της ινσουλίνης (π.χ. θειαζολιδινεδιόνες) οδηγούν σε υπογλυκαιμία (βλ. παράγραφο 4.4.).

Αλληλεπιδράσεις σε εργαστηριακές εξετάσεις: Οι τιμές προσδιορισμού του CA125 σε ασθενείς με καρκίνο ωοθηκών ενδέχεται να αυξηθούν με τη θεραπεία με βηξαροτενίου.

Τροφικές αλληλεπιδράσεις: Σε όλες τις κλινικές μελέτες, δινόταν η οδηγία στους ασθενείς να λαμβάνουν τα καψάκια Targretin κατά τη διάρκεια ενός γεύματος ή αμέσως μετά από αυτό. Σε μία κλινική μελέτη, οι τιμές της επιφάνειας που διαγράφεται κάτω από την καμπύλη (AUC) and οι μέγιστες συγκεντρώσεις (Cmax ) του βηξαροτενίου στο πλάσμα ήταν σημαντικά υψηλότερες μετά από λήψη γεύματος που περιείχε λιπαρά, σε αντίθεση με εκείνες μετά από λήψη διαλύματος γλυκόζης. Επειδή τα δεδομένα ασφάλειας και αποτελεσματικότητας από τις κλινικές δοκιμές βασίζονται στη χορήγηση μαζί με τροφή, τα καψάκια Targretin συνιστάται να χορηγούνται μαζί με τροφή.

Με βάση τον οξειδωτικό μεταβολισμό του βηξαροτενίου από το κυτόχρωμα P450 3A4, ο χυμός του γκρέιπφρουτ ενδέχεται θεωρητικά να οδηγήσει σε αύξηση της συγκέντρωσης του βηξαροτενίου στο πλάσμα.

4.6Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Eγκυμοσύνη: Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση του βηξαροτενίου σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα. Με βάση τη σύγκριση της έκθεσης ζώων και ασθενών στο βηξαροτένιο, δεν έχει επιδειχθεί ένα περιθώριο ασφάλειας για την τερατογένεση στον άνθρωπο (βλ. παράγραφο 5.3). Το βηξαροτένιο αντενδείκνυται στην εγκυμοσύνη (βλ. παράγραφο 4.3).

Εάν αυτό το φάρμακο χρησιμοποιηθεί ακούσια κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή εάν η ασθενής μείνει έγκυος ενώ παίρνει αυτό το φαρμακευτικό προϊόν, η ασθενής πρέπει να ενημερωθεί για το δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο.

Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες: οι γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης πρέπει να λαμβάνουν επαρκή μέτρα αντισύλληψης όταν λαμβάνουν βηξαροτένιο. Πρέπει, μέσα σε μία εβδομάδα πριν από την έναρξη της θεραπείας με βηξαροτένιο να έχει ληφθεί αρνητικό αποτέλεσμα από ευαίσθητο τέστ εγκυμοσύνης (π.χ. ανθρώπινη β-χοριακή γοναδοτροπίνη ορού, β-HCG). Από τη στιγμή του αρνητικού τεστ εγκυμοσύνης μέχρι την έναρξη της θεραπείας, κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για ένα μήνα τουλάχιστον μετά από τη διακοπή της θεραπείας πρέπει να χρησιμοποιείται αποτελεσματική αντισύλληψη. Κάθε φορά που απαιτείται αντισύλληψη, συνιστάται να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα δύο αξιόπιστες μέθοδοι αντισύλληψης. Το βηξαροτένιο μπορεί δυνητικά να επάγει τα μεταβολικά

ένζυμα και έτσι, θεωρητικά, να ελαττώσει την αποτελεσματικότητα των οιστρο-προγεστερονικών αντισυλληπτικών (βλ. παράγραφο 4.5). Συνεπώς, εάν η θεραπεία με βηξαροτένιο ενδείκνυται σε γυναίκα με δυνατότητα τεκνοποίησης, συνιστάται επίσης η χρήση μιας αξιόπιστης μη ορμονικής μεθόδου αντισύλληψης. Οι άνδρες ασθενείς με σεξουαλικούς συντρόφους που είναι έγκυες, που πιθανολογείται ότι είναι έγκυες ή που ενδέχεται δυνητικά να μείνουν έγκυες, πρέπει να χρησιμοποιούν προφυλακτικό κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής πράξης, κατά το διάστημα λήψης βηξαροτενίου και για ένα μήνα τουλάχιστον μετά από την τελευταία δόση.

Θηλασμός: Είναι άγνωστο κατά πόσον το βηξαροτένιο απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Το βηξαροτένιο δεν πρέπει να λαμβάνεται από θηλάζουσες μητέρες.

Γονιμότητα: δεν υπάρχουν δεδομένα στον άνθρωπο σχετικά με τη δράση του βηξαροτένιου στη γονιμότητα. Σε άρρενες σκύλους, κάποιες δράσεις έχουν τεκμηριωθεί (βλ. παράγραφο 5.3). Δράσεις στη γονιμότητα δεν μπορούν να αποκλεισθούν.

4.7Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών

Δεν πραγματοποιήθηκαν μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών. Ωστόσο, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις ζάλης και δυσκολιών στην όραση σε ασθενείς που λαμβάνουν Targretin. Οι ασθενείς που αντιμετωπίζουν συμπτώματα ζάλης ή δυσκολιών στην όραση κατά την διάρκεια της θεραπείας δεν πρέπει να οδηγούν ή να χειρίζονται μηχανήματα.

4.8Ανεπιθύμητες ενέργειες

α. Περίληψη του προφίλ ασφάλειας;

Η ασφάλεια του βηξαροτενίου έχει εξετασθεί σε κλινικές μελέτες στις οποίες συμμετείχαν 193 ασθενείς με δερματικό λέμφωμα κυττάρων Τ (CTCL) που λάμβαναν βηξαροτένιο για έως 118 εβδομάδες, καθώς και σε 420 καρκινοπαθείς ασθενείς χωρίς CTCL σε άλλες μελέτες.

Σε 109 ασθενείς με CTCL που αντιμετωπίστηκαν με τη συνιστώμενη αρχική δόση 300 mg/m2/ημέρα, οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου ήταν η υπερλιπαιμία (πρωτοπαθής αύξηση τριγλυκεριδίων, 74%), υποθυρεοειδισμός (29%), υπερχοληστερολαιμία (28%), κεφαλαλγίες (27%), λευκοπενία (20%), κνησμός (20%), αδυναμία (19%), εξάνθημα (16%), αποφολιδωτική δερματίτιδα (15%) και πόνος (12%).

β. Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών:

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με το φάρμακο αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών σε ασθενείς με CTCL (N=109) οι οποίοι αντιμετωπίστηκαν με τη συνιστώμενη αρχική δόση 300 mg/m2/ημέρα. Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών ταξινομείται ως “πολύ συχνές” (>1/10), “συχνές” (>1/100, <1/10), “όχι συχνές” (>1/1.000, <1/100), “σπάνιες” (>1/10.000, <1/1.000) και “πολύ σπάνιες” (<1/10.000).

Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος

Πολύ συχνές:

Λευκοπενία

Συχνές:

Αντίδραση παρόμοια με λέμφωμα, λεμφαδενοπάθεια, υπόχρωμη αναιμία1,2,3

Όχι συχνές:

Δυσκρασίες αίματος, πορφύρα, διαταραχή πήξης, αύξηση χρόνου πήξης2,3,

 

αναιμία1, θρομβοκυτταροπενία3, θρομβοκυθαιμία, ηωσινοφιλία1,

 

λευκοκυττάρωση2, λεμφοκυττάρωση

Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος

Πολύ συχνές:

Υποθυρεοειδισμός

Συχνές:

Διαταραχή του θυρεοειδούς

Όχι συχνές:

Υπερθυρεοειδισμός

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης

Πολύ συχνές:

Υπερλιπαιμία, υπερχοληστερολαιμία

Συχνές:

Αύξηση βάρους, αύξηση της γλουταμινικής οξαλοξεϊκής τρανσαμινάσης του

 

ορού (SGOT), αύξηση της γλουταμινικής πυρουβικής τρανσαμινάσης του ορού

 

(SGPT), αύξηση της γαλακτικής διϋδρογενάσης, αύξηση της κρεατινίνης,

 

υποπρωτεϊναιμία

Όχι συχνές:

Ουρική αρθρίτιδα, χολερυθριναιμία1,3, αύξηση του αζώτου ουρίας στο αίμα

 

(BUN) 1, μείωση της λιποπρωτεΐνης υψηλής πυκνότητας (HDL)

Διαταραχές του νευρικού συστήματος

Συχνές:

Ζάλη, υπαισθησία, αϋπνία

Όχι συχνές:

Αταξία, νευροπάθεια, ίλιγγος, υπεραισθησία, κατάθλιψη1,2,3, εκνευρισμός

Οφθαλμικές διαταραχές

Συχνές:

Ξηροφθαλμία, οφθαλμικές διαταραχές

Όχι συχνές:

Ειδικός καταρράκτης1,2,3, αμβλυωπία3, έλλειμμα οπτικού πεδίου, βλάβη

 

κερατοειδούς, ανωμαλίες όρασης1,2,3, βλεφαρίτιδα, επιπεφυκίτιδα3

Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου

Συχνές:

Κώφωση

Όχι συχνές:

Διαταραχές του ωτός

Καρδιακές διαταραχές

 

Όχι συχνές:

Ταχυκαρδία

Αγγειακές διαταραχές

 

Συχνές:

Περιφερικό οίδημα

Όχι συχνές:

Αιμορραγία, υπέρταση, οίδημα3, αγγειοδιαστολή1,2,3, φλεβικοί κιρσοί

Διαταραχές του γαστρεντερικού

Συχνές:

Έμετος, διάρροια1,3, ναυτία3, ανορεξία1, διαταραχές εργαστηριακών εξετάσεων

 

ηπατικής λειτουργίας, χειλίτιδα2, ξηροστομία2,3, δυσκοιλιότητα, μετεωρισμός

Όχι συχνές:

Παγκρεατίτιδα1,3, ηπατική ανεπάρκεια, γαστρεντερικές διαταραχές1

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού

Πολύ συχνές:

Αποφολιδωτική δερματίτιδα, κνησμός, εξάνθημα

Συχνές:

Δερματικό έλκος, αλωπεκία1, υπερτροφία δέρματος, δερματικό οζίδιο, ακμή,

 

ιδρώτας, ξηροδερμία2,3, δερματικές διαταραχές

Όχι συχνές:

Ορώδης έκκριση1, απλός έρπητας, φλυκταινώδες εξάνθημα, αποχρωματισμός

 

δέρματος3, διαταραχές μαλλιών1, διαταραχές νυχιών1,3

Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού

Συχνές:

Οστικός πόνος, αρθραλγία, μυαλγία

Όχι συχνές:

Μυασθένεια1

Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών

Όχι συχνές:

Λευκωματουρία1,3, ανώμαλη νεφρική λειτουργία

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης

Πολύ συχνές:

Πόνος, κεφαλαλγία, αδυναμία,

Συχνές:

Αλλεργική αντίδραση, λοίμωξη, ρίγη1, κοιλιακό άλγος, μεταβολή του επιπέδου

 

των ορμονών1

Όχι συχνές:

Νεόπλασμα, πυρετός1,2,3, κυτταρίτιδα, παρασιτική λοίμωξη, διαταραχή των

 

βλεννογόνων3, άλγος στην πλάτη1,2,3, ανώμαλες εργαστηριακές εξετάσεις

1:οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρήθηκαν με αυξημένη συχνότητα όταν το βηξαροτένιο χορηγήθηκε σε δόση >300 mg/m2/ημέρα

2:οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρήθηκαν με αυξημένη συχνότητα όταν το βηξαροτένιο χορηγήθηκε σε δόση 300 mg/m2/ημέρα σε καρκινοπαθείς ασθενείς χωρίς CTCL

3:οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρήθηκαν με αυξημένη συχνότητα όταν το βηξαροτένιο χορηγήθηκε σε δόση >300 mg/m2/ημέρα (σε σύγκριση με τη χορήγησή του σε ασθενείς με CTCL σε δόση 300 mg/m2/ημέρα) σε καρκινοπαθείς ασθενείς χωρίς CTCL

Παρατηρούνται επιπρόσθετες ανεπιθύμητες ενέργειες όταν λαμβάνεται σε ποσότητες διαφορετικές από τη συνιστώμενη δόση και για διαφορετικές ενδείξεις (δηλ. χρησιμοποιείται σε ασθενείς που πάσχουν από CTCL σε αρχική δόση >300mg/m2/ημέρα ή σε καρκινοπαθείς ασθενείς χωρίς CTCL):

Ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν πρόσφατα: εκχυμώσεις, πετέχειες, ανώμαλα λευκά αιμοσφαίρια αίματος, ελάττωση της θρομβοπλαστίνης, ανώμαλα ερυθροκύτταρα, αφυδάτωση, αύξηση της γοναδοτρόπου ωχρινοποιητικής ορμόνης, απώλεια βάρους, αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης, αύξηση της κρεατινοφωσφοκινάσης, αύξηση της λιπάσης, υπερασβεστιαιμία, ημικρανίες, περιφερική νευρίτιδα, παραισθησία, υπερτονία, σύγχυση, άγχος, συναισθηματική αστάθεια, υπνηλία, μειωμένη σεξουαλική διάθεση, νευρικότητα, νυκτερινή τύφλωση, νυσταγμός, διαταραχή της έκκρισης δακρύων, εμβοές, παραποίηση της γεύσης, θωρακικό άλγος, αρρυθμία, διαταραχή των περιφερικών αγγείων, γενικευμένο οίδημα, αιμόπτυση, δύσπνοια, αυξημένος βήχας, κολπίτιδα, φαρυγγίτιδα, δυσφαγία, έλκη στόματος, μονιλίαση στόματος, στοματίτιδα, δυσπεψία, δίψα, ανωμαλίες κοπράνων, ερυγές, κυστεοφυσσαλιδώδες εξάνθημα, κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα, κράμπες των κάτω άκρων, αιματουρία, γριππώδες σύνδρομο, πυελικό άλγος και απόπνοια οσμής σώματος.

Σε μεμονωμένες περιπτώσεις αναφέρθηκαν επίσης: καταστολή του μυελού των οστών, μείωση της προθρομβίνης, μείωση της γοναδοτρόπου ωχρινοποιητικής ορμόνης, αύξηση της αμυλάσης, υπονατριαιμία, υποκαλιαιμία, υπερουριχαιμία, υποχοληστερολαιμία, υπολιπαιμία, υπομαγνησιαιμία, ανωμαλία στη βάδιση, λήθαργος, περιστοματική παραισθησία, ανωμαλία της σκέψης, οφθαλμικό άλγος, υποογκαιμία, υποσκληρίδιο αιμάτωμα, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, αίσθημα παλμών, επίσταξη, αγγειακή ανωμαλία, αγγειακές διαταραχές, ωχρότητα, πνευμονία, αναπνευστικές διαταραχές, πνευμονικές διαταραχές, πλευριτικές διαταραχές, χολοκυστίτιδα, ηπατική βλάβη, ίκτερος, χολοστατικός ίκτερος, μέλαινα, έμετος, σπασμός του λάρυγγα, τεινεσμός, ρινίτιδα, αυξημένη όρεξη, ουλίτιδα, έρπητας ζωστήρας, ψωρίαση, δοθιήνωση, δερματίτιδα εξ επαφής, σμηγματόρροια, λειχηνοειδής δερματίτιδα, αρθρίτιδα, διαταραχές των αρθρώσεων, κατακράτηση ούρων, διαταραχή της ούρησης, πολυουρία, νυκτουρία, ανικανότητα, ανωμαλίες των ούρων, διόγκωση των μαστών, καρκίνωμα, αντίδραση φωτοευαισθησίας, οίδημα προσώπου, κακουχία, ιογενής λοίμωξη, κοιλιακή διόγκωση.

Η πλειονότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών παρατηρήθηκαν σε μεγαλύτερη συχνότητα με δόσεις μεγαλύτερες από 300 mg/m2/ημέρα. Γενικά, αυτές υποχώρησαν χωρίς συνέπειες με μείωση της δόσης ή με διακοπή του φαρμάκου. Ωστόσο, μεταξύ του συνολικού αριθμού των 810 ασθενών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων χωρίς κακοήθεια, στους οποίους χορηγήθηκε βηξαροτένιο, υπήρξαν τρεις σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες με θανατηφόρα έκβαση (οξεία παγκρεατίτιδα, υποσκληρίδιο αιμάτωμα και ηπατική ανεπάρκεια). Από αυτές, η ηπατική ανεπάρκεια, η οποία εκτιμήθηκε αργότερα ότι δεν σχετίζονταν με το βηξαροτένιο, ήταν η μόνη που εμφανίστηκε σε ασθενή με CTCL.

Ο υποθυρεοειδισμός γενικά εμφανίζεται 4-8 εβδομάδες μετά από την έναρξη της θεραπείας. Ενδέχεται να είναι ασυμπτωματικός, αποκρίνεται στη θεραπεία με θυροξίνη και υποχωρεί με τη διακοπή του φαρμάκου.

Το βηξαροτένιο έχει διαφορετικό προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών από τα άλλα μη-RXR (ρητινοειδείς Χ υποδοχείς) εκλεκτικά ρητινοειδή φάρμακα που χορηγούνται από το στόμα. Χάρη στην πρωτοπαθή

δράση δέσμευσης με τους ρητινοειδείς X υποδοχείς (RXR), το βηξαροτένιο είναι λιγότερο πιθανό να προκαλέσει βλεννογονοδερματικές τοξικότητες και τοξικότητες του τριχωτού και των νυχιών, αρθραλγία και μυαλγία, οι οποίες αναφέρονται συχνά με τους παράγοντες που δεσμεύουν τους υποδοχείς του ρητινοϊκού οξέος (RAR).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας

του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

4.9Υπερδοσολογία

Δεν έχει αναφερθεί καμία κλινική εμπειρία για υπερδοσολογία με Targretin. Η τυχόν υπερδοσολογία πρέπει να αντιμετωπίζεται με υποστηρικτική φροντίδα των σημείων και των συμπτωμάτων που εμφανίζει ο ασθενής.

Σε κλινικές μελέτες, έχει χορηγηθεί βηξαροτένιο σε δόσεις μέχρι 1000 mg/m2/ημέρα χωρίς καμία οξεία τοξική ενέργεια. Απλές δόσεις των 1500 mg/kg (9000 mg/m2) και 720 mg/kg (14.400 mg/m2) έγιναν ανεκτές χωρίς σημαντική τοξικότητα σε επίμυες και σκύλους, αντίστοιχα.

5.ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: λοιποί αντινεοπλασματικοί παράγοντες κωδικός ATC: L01XX25

Μηχανισμός δράσης

Το βηξαροτένιο είναι μια συνθετική χημική ένωση η οποία ασκεί τη βιολογική της δράση μέσω της εκλεκτικής δέσμευσης και ενεργοποίησης των τριών ρητινοειδών X υποδοχέων (RXR): α, β και γ. Μόλις αυτοί οι υποδοχείς ενεργοποιηθούν, λειτουργούν ως μεταγραφικοί παράγοντες που ρυθμίζουν διαδικασίες όπως π.χ. η διαφοροποίηση και ο πολλαπλασιασμός των κυττάρων, η απόπτωση και η ευαισθητοποίηση στην ινσουλίνη. Η ικανότητα των RXR να σχηματίζουν ετεροδυμίες με διάφορες ουσίες που συνδέουν τους υποδοχείς και είναι σημαντικοί για την κυτταρική λειτουργία και φυσιολογία δείχνει ότι οι βιολογικές δράσεις του βηξαροτενίου έχουν μεγαλύτερη ποικιλομορφία από αυτή των ενώσεων που ενεργοποιούν τους υποδοχείς του ρητινοϊκού οξέος (RAR).

In vitro, το βηξαροτένιο αναστέλλει την ανάπτυξη των σειρών των καρκινικών κυττάρων αιμοποιητικής και επιθηλιακής προέλευσης. In vivo, το βηξαροτένιο προκαλεί υποστροφή του όγκου σε μερικά ζωικά μοντέλα και προλαμβάνει το σχηματισμό όγκων σε άλλα. Ωστόσο, ο ακριβής μηχανισμός δράσης του βηξαροτενίου στη θεραπεία του δερματικού λεμφώματος κυττάρων Τ (CTCL) είναι άγνωστος.

Κλινικά αποτελέσματα

Τα καψάκια βηξαροτενίου αξιολογήθηκαν σε κλινικές δοκιμές στις οποίες συμμετείχαν 193 ασθενείς με CTCL, εκ των οποίων οι 93 έπασχαν από τη νόσο σε προχωρημένο στάδιο και η νόσος τους παρουσίαζε αντίσταση στην προηγούμενη συστηματική θεραπεία. Ανάμεσα στους 61 ασθενείς που υπεβλήθησαν σε θεραπεία με αρχική δόση 300 mg/m2/ημέρα, το συνολικό ποσοστό απόκρισης σύμφωνα με την καθολική αξιολόγηση που εκτέλεσε ο ιατρός ήταν 51% (31/61), ενώ το ποσοστό πλήρους κλινικής απόκρισης ήταν 3%. Οι αποκρίσεις προσδιορίστηκαν επίσης από το συνολικό άθροισμα της βαθμολογίας πέντε κλινικών σημείων (εμβαδόν επιφάνειας, ερύθημα, ανύψωση πλάκας, απολέπιση και υπο-/υπερμελάχρωση), όπου ελήφθησαν επίσης υπ' όψη όλες οι εξωδερματικές

εκδηλώσεις του CTCL. Σύμφωνα με αυτή τη σύνθετη αξιολόγηση, το συνολικό ποσοστό απόκρισης ήταν 31% (19/61), ενώ το ποσοστό πλήρους κλινικής απόκρισης ήταν 7% (4/61).

5.2Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση

Απορρόφηση/δοσοαναλογικότητα: Η φαρμακοκινητική παρουσίασε γραμμική συμπεριφορά μέχρι τη δόση των 650 mg/m2. Οι τιμές ημιζωής της τερματικής αποβολής ήταν γενικά μεταξύ μίας και τριών ωρών. Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση μία φορά ημερησίως δόσεων επιπέδου 230 mg/m2, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax ) και η επιφάνεια που διαγράφεται κάτω από την καμπύλη (AUC) σε μερικούς ασθενείς ήταν μικρότερες από τις αντίστοιχες τιμές απλής δόσης. Δεν παρατηρήθηκε καμία ένδειξη παρατεταμένης συσσώρευσης. Στο συνιστώμενο επίπεδο αρχικής ημερήσιας δόσης (300 mg/m2), οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της απλής δόσης και των επαναλαμβανόμενων ημερήσιων δόσεων του βηξαροτενίου ήταν παρόμοιες.

Κατανομή

Δέσμευση με πρωτεΐνες/κατανομή: Το βηξαροτένιο δεσμεύεται σε υψηλό ποσοστό (>99%) με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η πρόσληψη του βηξαροτενίου από τα όργανα ή τους ιστούς δεν έχει αξιολογηθεί.

Βιομετασχηματισμός

Μεταβολισμός: Οι μεταβολίτες του βηξαροτενίου στο πλάσμα είναι μεταξύ άλλων το 6- και το 7-υδροξυ-βηξαροτένιο και το 6- και 7-οξο-βηξαροτένιο. In vitro μελέτες υποδηλώνουν ότι η διάσπαση από τη γλυκουρονιδάση αποτελεί μια μεταβολική οδό, καθώς και ότι το κυτόχρωμα P450 3A4 είναι το κύριο ισοένζυμο του κυτοχρώματος P450 που είναι υπεύθυνο για το σχηματισμό των οξειδωτικών μεταβολιτών. Με βάση την in vitro δέσμευση και το προφίλ ενεργοποίησης των ρητινοειδών υποδοχέων των μεταβολιτών, καθώς και τις σχετικές ποσότητες των επιμέρους μεταβολιτών στο πλάσμα, οι μεταβολίτες έχουν μικρή επίπτωση στο φαρμακολογικό προφίλ της ενεργοποίησης των ρητινοειδών υποδοχέων από το βηξαροτένιο.

Αποβολή

Απέκκριση: Ούτε το βηξαροτένιο ούτε οι μεταβολίτες του απεκκρίνονται με τα ούρα σε υπολογίσιμες ποσότητες. Η εκτιμούμενη νεφρική κάθαρση του βηξαροτενίου είναι μικρότερη από 1 ml/λεπτό. Η νεφρική απέκκριση δεν είναι σημαντική οδός αποβολής του βηξαροτενίου.

Φαρµακοκινητικές ιδιότητες σε ειδικούς πληθυσµούς

Ηλικία: Με βάση τη φαρμακοκινητική ανάλυση του πληθυσμού των δεδομένων για 232 ασθενείς ηλικίας ≥ 65 ετών και 343 ασθενείς ηλικίας <65 ετών, η ηλικία δεν έχει στατιστικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική του βηξαροτενίου.

Βάρος σώματος και Φύλο: Με βάση την πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση των δεδομένων για 614 ασθενείς με εύρος σωματικού βάρους από 26 έως 145 kg, η φαινόμενη κάθαρση του βηξαροτενίου αυξάνεται με την αύξηση του βάρους σώματος. Το φύλο δεν έχει στατιστικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική του βηξαροτενίου.

Φυλή: Με βάση τη φαρμακοκινητική ανάλυση των δεδομένων του πληθυσμού για 540 Καυκάσιους και 44 Έγχρωμους ασθενείς, η φαρμακοκινητική του βηξαροτενίου είναι παρόμοια σε Έγχρωμους και Καυκάσιους. Υπάρχουν ανεπαρκή δεδομένα για να αξιολογηθούν οι πιθανές διαφορές στη φαρμακοκινητική του βηξαροτενίου για άλλες φυλές.

5.3Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Το βηξαροτένιο δεν είναι γενοτοξικό. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες καρκινογένεσης. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες γονιμότητας. Ωστόσο, σε σεξουαλικά ανώριμους άρρενες σκύλους παρατηρήθηκε αναστρέψιμη ασπερματογένεση (μελέτη 28 ημερών) και εκφύλιση των όρχεων (μελέτη 91 ημερών). Όταν το βηξαροτένιο χορηγήθηκε για έξι μήνες σε σεξουαλικά ώριμους σκύλους, δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις στους όρχεις. Οι επιδράσεις στη γονιμότητα δεν είναι δυνατό να αποκλειστούν. Το βηξαροτένιο, όπως και η πλειοψηφία των ρητινοειδών, ήταν τερατογενές και εμβρυοτοξικό σε μια δοκιμασία σε ζώα, σε συστηματικές εκθέσεις οι οποίες είναι δυνατόν να επιτευχθούν κλινικά στον άνθρωπο. Σε επίμυες και σκύλους στους οποίους χορηγήθηκε βηξαροτένιο σε συστηματική έκθεση, η οποία είναι δυνατό να επιτευχθεί κλινικά στον άνθρωπο, εμφανίστηκε μη αναστρέψιμος καταρράκτης στην οπίσθια περιοχή του φακού. Η αιτιολογία αυτού του ευρήματος είναι άγνωστη. Δεν έχει αποκλειστεί η ανεπιθύμητη ενέργεια της δημιουργίας καταρράκτη στον άνθρωπο μετά από μακρόχρονη θεραπεία με βηξαροτένιο.

6.ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1Κατάλογος εκδόχων

Περιεχόμενο καψακίου: πολυαιθυλενογλυκόλη πολυσορβικό ποβιδόνη

βουτυλοϋδροξυανισόλη.

Κέλυφος καψακίου : ζελατίνη

ειδικό μίγμα σορβιτόλης-γλυκερίνης (γλυκερίνη, σορβιτόλη, ανυδρίτες σορβιτόλης (1,4-σορβιτάνη), μαννιτόλη και νερό)

διοξείδιο του τιτανίου (E171)

εκτυπωτική μελάνη (SDA 35A αλκοόλη (αιθανόλη & αιθυλεστέρας οξικός), προπυλενογλυκόλη (E1520), σιδήρου οξείδιο μέλαν (E172), πολυβινυλεστέρας οξικός φθαλικός, κεκαθαρμένο ύδωρ, ισοπροπυλική αλκοόλη, πολυαιθυλενογλυκόλη 400, αμμωνίου υδροξείδιο 28%)

6.2Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3Διάρκεια ζωής

3 χρόνια.

6.4Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 30 °C. Διατηρείτε τη φιάλη καλά κλεισμένη.

6.5Φύση και συστατικά του περιέκτη

Φιάλες από πολυαιθυλένιο υψηλής πυκνότητας, με πώμα ασφαλείας για την προστασία των παιδιών, που περιέχουν 100 καψάκια.

6.6Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Καμιά ειδική υποχρέωση για απόρριψη Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7.ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ AΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Eisai Ltd.

European Knowledge Centre Mosquito Way

Hatfield Hertfordshire AL10 9SN Ηνωμένο Βασίλειο

τηλ.: +44 (0)208 600 1400 fax: +44 (0)208 600 1401 e-mail: EUmedinfo@eisai.net

8.ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

EU/1/01/178/001

9.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 29 Μαρτίου 2001 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 29 Μαρτίου 2006

10.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Λεπτομερή πληροφοριακά στοιχεία για το παρόν φαρμακευτικό προϊόν είναι διαθέσιμα στον δικτυακό τόπο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων: http://www.ema.europa.eu.

Σχόλια

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
  • Βοήθεια
  • Get it on Google Play
  • Σχετικά
  • Info on site by:

  • Presented by RXed.eu

  • 27558

    φάρμακα με συνταγογράφηση που απαριθμούνται