Greek
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

Wilzin (zinc) – περιληψη των χαρακτηριστικων του προϊοντοσ - A16AX05

Updated on site: 10-Oct-2017

Όνομα φαρμάκουWilzin
Κωδικός ATCA16AX05
Ουσίαzinc
ΚατασκευαστήςOrphan Europe S.A.R.L.

Περιεχόμενα άρθρου

1.ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Σκληρά καψάκια Wilzin 25 mg

2.ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε σκληρό καψάκιο περιέχει 25 mg ψευδαργύρου (που αντιστοιχούν σε 83,92 mg διϋδρικού οξικού ψευδαργύρου).

Για πλήρη λίστα των εκδόχων, βλ. λήμμα 6.1.

3.ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Σκληρό καψάκιο.

Καψάκιο με αδιαφανές κάλυμμα και κύριο μέρος γαλάζιου χρώματος, στο οποίο αναγράφεται ο αριθμός "93-376”.

4.ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1Θεραπευτικές ενδείξεις

Θεραπεία της νόσου του Wilson.

4.2Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Η θεραπεία με Wilzin θα πρέπει να ξεκινά υπό την παρακολούθηση γιατρού με πείρα στη θεραπεία ασθενών με νόσο του Wilson (βλ. λήμμα 4.4). Το Wilzin αποτελεί δια βίου θεραπεία.

Δεν υπάρχει διαφορά στη δόση ανάμεσα στους συμπτωματικούς και προ-συμπτωματικούς ασθενείς. Το Wilzin είναι διαθέσιμο σε μορφή σκληρών καψακίων των 25 mg ή των 50 mg.

Ενήλικες:

Ησυνήθης δοσολογία είναι 50 mg 3 φορές ημερησίως με μέγιστη δόση τα 50 mg 5 φορές ημερησίως.

Παιδιά και έφηβοι:

Τα στοιχεία είναι πολύ περιορισμένα σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 χρονών αλλά λόγω του ότι η ασθένεια αυτή έχει πλήρη διεισδυτικότητα, θα πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο θεραπείας προφύλαξης το νωρίτερο δυνατόν. Η δοσολογία που συνιστάται είναι ως εξής:

- από 1 ως 6 χρονών: 25 mg δύο φορές ημερησίως

- από 6 ως 16 χρονών αν το σωματικό βάρος είναι κάτω των 57 κιλών: 25 mg τρεις φορές ημερησίως

- από την ηλικία των 16 χρονών ή αν το σωματικό βάρος είναι άνω των 57 κιλών: 50 mg τρεις φορές ημερησίως.

Κυοφορούσες γυναίκες:

Μια δόση 25 mg 3 φορές ημερησίως είναι συνήθως αποτελεσματική αλλά η δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται στα επίπεδα χαλκού (βλ. λήμμα 4.4 και λήμμα 4.6).

Σε όλες τις περιπτώσεις, η δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με την θεραπευτική παρακολούθηση (βλ. λήμμα 4.4.).

Το Wilzin πρέπει να λαμβάνεται με άδειο στομάχι, τουλάχιστο 1 ώρα πριν ή 2-3 ώρες μετά τα γεύματα. Σε περίπτωση γαστρικής δυσανεξίας, που παρατηρείται συχνά με την πρωινή δόση, αυτή η δόση μπορεί να καθυστερήσει μέχρι τα μέσα του πρωινού, κάπου μεταξύ προγεύματος και γεύματος.

Είναι επίσης δυνατό να ληφθεί το Wilzin μαζί με λίγη πρωτεΐνη, όπως για παράδειγμα με κρέας (βλ. λήμμα 4.5).

Σε παιδιά τα οποία δεν μπορούν να καταπιούν καψάκια, θα πρέπει το καψάκιο να ανοιχθεί και το περιεχόμενό του να διαλυθεί σε λίγο νερό (ενδεχομένως σε νερό με ζάχαρη ή με γεύση σιροπιού).

Όταν γίνεται μεταφορά ασθενή ο οποίος κάνει θεραπεία με χηλικούς παράγοντες σε θεραπεία συντήρησης με Wilzin, η θεραπεία με χηλικούς παράγοντες θα πρέπει να διατηρηθεί και να συγχορηγείται για 2 έως 3 εβδομάδες εφόσον αυτό είναι το χρονικό διάστημα που χρειάζεται η θεραπεία με ψευδάργυρο προκειμένου να προκαλέσει μέγιστη επαγωγή της μεταλλοθειονίνης και πλήρη αναστολή της απορρόφησης χαλκού. Ανάμεσα στη θεραπεία με χηλικούς παράγοντες και τη χορήγηση του Wilzin θα πρέπει να μεσολαβεί τουλάχιστον 1 ώρα.

4.3Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα.

4.4Ειδικές προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση

Ο διϋδρικός οξικός ψευδάργυρος δεν ενδείκνυται για την αρχική θεραπεία συμπτωματικών ασθενών λόγω της αργής έναρξης δράσης του. Σε συμπτωματικούς ασθενείς πρέπει αρχικά να χορηγείται ένας χηλικός παράγοντας. Μόλις τα επίπεδα του χαλκού είναι κατώτερα των τοξικών ορίων και οι ασθενείς είναι κλινικώς σταθεροποιημένοι, μπορεί να μελετηθεί το ενδεχόμενο χορήγησης θεραπείας συντήρησης με Wilzin.

Ωστόσο, ενώ αναμένεται δωδεκαδακτυλική παραγωγή μεταλλοθειονίνης προκληθείσα λόγω ψευδαργύρου και επακόλουθη αποτελεσματική αναστολή της απορρόφησης χαλκού, ο διϋδρικός οξικός ψευδάργυρος θα μπορούσε αρχικά να χορηγηθεί σε συμπτωματικούς ασθενείς σε συνδυασμό με ένα χηλικό παράγοντα.

Μολονότι είναι σπάνιο, πιθανό να επέλθει κλινική επιδείνωση στην αρχή της θεραπείας, όπως έχει επίσης αναφερθεί στην περίπτωση της χορήγησης χηλικών παραγόντων. Εξακολουθεί να παραμένει ασαφές αν αυτό σχετίζεται με την κινητοποίηση των αποθηκών χαλκού ή με τη φυσική πορεία της νόσου. Σε αυτή την περίπτωση ενδείκνυται αλλαγή θεραπείας.

Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή όταν ασθενείς με πυλαία υπέρταση και θεραπεία με χηλικούς παράγοντες μεταφέρονται σε θεραπεία με Wilzin, όταν αυτοί οι ασθενείς έχουν καλά αποτελέσματα και επιδεικνύουν ανοχή στη θεραπεία. Δύο ασθενείς σε μια σειρά από 16 πέθαναν από ρήξη της ηπατικής αντιρρόπησης και προχωρημένου βαθμού πυλαία υπέρταση μετά την αλλαγή θεραπείας από πενικιλλαμίνη σε ψευδάργυρο.

Θεραπευτική παρακολούθηση

Σκοπός της θεραπευτικής αγωγής είναι η διατήρηση του ελεύθερου χαλκού πλάσματος (επίσης γνωστός ως μη-συνδεδεμένος με σερουλοπλασμίνη χαλκός) κάτω από 250 μικρογραμμάρια/l (φυσιολογικά επίπεδα: 100-150 μικρογραμμάρια/l) και η απέκκριση χαλκού από τα ούρα κάτω από 125 μικρογραμμάρια/24-ωρο (φυσιολογικά επίπεδα: < 50 μικρογραμμάρια/24-ωρο). Ο ελεύθερος χαλκός πλάσματος υπολογίζεται αφαιρώντας το χαλκό που δεσμεύεται στη σερουλοπλασμίνη από το συνολικό χαλκό πλάσματος, δεδομένου ότι κάθε χιλιοστογραμμάριο σερουλοπλασμίνης περιέχει 3 μικρογραμμάρια χαλκού.

Η απέκκριση του χαλκού από τα ούρα είναι ακριβής δείκτης της φόρτισης του οργανισμού με περίσσεια χαλκού μόνο όταν οι ασθενείς δεν λαμβάνουν θεραπεία με χηλικούς παράγοντες. Τα επίπεδα χαλκού στα ούρα είναι συνήθως αυξημένα κατά τη θεραπεία με χηλικούς παράγοντες όπως είναι η πενικιλλαμίνη ή η τριεντίνη.

Τα επίπεδα χαλκού στο ήπαρ δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον καθορισμό τηςθεραπείας, εφόσον δε γίνεται διάκριση ανάμεσα σε εν δυνάμει τοξικό ελεύθερο χαλκό και χαλκό δεσμευμένο σε μεταλλοθειονίνη.

Σε ασθενείς στους οποίους χορηγείται θεραπεία, δοκιμασίες προσδιορισμού ψευδαργύρου ούρων ή/και πλάσματος μπορεί να αποτελούν χρήσιμο μέτρο ελέγχου της συμμόρφωσης στη θεραπεία. Τιμές ψευδαργύρου ούρων άνω των 2 mg/24-ωρο και ψευδαργύρου πλάσματος άνω των

1250 μικρογραμμαρίων/l γενικώς δείχνουν επαρκή συμμόρφωση στη θεραπεία.

Όπως με όλους τους παράγοντες μείωσης του χαλκού, η χορήγηση υπερβολικής θεραπείας φέρει τον κίνδυνο ανεπάρκειας χαλκού, πράγμα που είναι ιδιαίτερα επιβλαβές σε παιδιά και εγκύους γυναίκες δεδομένου ότι ο χαλκός απαιτείται για την ορθή σωματική αύξηση και την πνευματική ανάπτυξη. Σε αυτές τις ομάδες ασθενών, τα επίπεδα χαλκού στα ούρα θα πρέπει να διατηρούνται λίγο πάνω από το ανώτερο όριο του φυσιολογικού ή υψηλότερα επίπεδα των φυσιολογικών τιμών (δηλαδή 40 – 50 μικρογραμμάρια/24-ωρο).

Θα πρέπει επίσης να διενεργείται και εργαστηριακή εξέταση παρακολούθησης συμπεριλαμβανομένου και αιματολογικού ελέγχου και προσδιορισμού των λιποπρωτεϊνών έτσι ώστε να ανιχνευθούν πρώιμες εκδηλώσεις ανεπάρκειας χαλκού, όπως αναιμία ή/και λευκοπενία λόγω καταστολής του μυελού των οστών, και μείωση της χοληστερόλης HDL και του λόγου χοληστερόλης HDL/συνολικής χοληστερόλης.

Καθώς η ανεπάρκεια χαλκού μπορεί επίσης να προκαλέσει μυελονευροπάθεια, οι γιατροί θα πρέπει να είναι σε επιφυλακή για αισθητηριακά και κινητικά συμπτώματα και σημεία που ενδεχομένως να καταδεικνύουν αρχόμενη νευροπάθεια ή μυελοπάθεια σε ασθενείς που τους χορηγήθηκε θεραπεία με Wilzin.

4.5Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Με άλλους παράγοντες μείωσης του χαλκού

Διενεργήθηκαν φαρμακοδυναμικές μελέτες σε ασθενείς με νόσο του Wilson οι οποίοι ελάμβαναν συνδυασμό Wilzin (50 mg τρεις φορές ημερησίως) με ασκορβικό οξύ (1 g μία φορά ημερησίως), με πενικιλλαμίνη (250 mg τέσσερις φορές ημερησίως), και τριεντίνη (250 mg τέσσερις φορές ημερησίως). Δεν έδειξαν σημαντική γενική επίδραση στο ισοζύγιο χαλκού, μολονότι ανιχνεύθηκε ήπια αλληλεπίδραση του ψευδαργύρου με τους χηλικούς παράγοντες (πενικιλλαμίνη και τριεντίνη) με μειωμένη απέκκριση χαλκού στα κόπρανα αλλά αυξημένη απέκκριση στα ούρα σε σύγκριση με τη χορήγηση μόνο ψευδαργύρου. Αυτό πιθανό να οφείλεται σε κάποιο βαθμό αλληλεπίδρασης του ψευδαργύρου με το χηλικό παράγοντα, μειώνοντας έτσι την επίδραση και των δύο δραστικών ουσιών. Κατά τη μεταφορά ασθενή από θεραπεία με χηλικούς παράγοντες σε θεραπεία συντήρησης με Wilzin, η θεραπεία με χηλικούς παράγοντες θα πρέπει να διατηρηθεί και να συγχορηγείται για 2 έως 3 εβδομάδες εφόσον τόσο είναι το χρονικό διάστημα που χρειάζεται η θεραπεία με ψευδάργυρο προκειμένου να προκαλέσει μέγιστη μεταλλοθειονίνη και πλήρη αποκλεισμό της απορρόφησης χαλκού. Ανάμεσα στη χορήγηση της θεραπείας με χηλικούς παράγοντες και τη χορήγηση του Wilzin θα πρέπει να μεσολαβεί τουλάχιστον 1 ώρα.

Με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα

Η απορρόφηση του ψευδαργύρου μπορεί να μειωθεί με συμπληρώματα σιδήρου και ασβεστίου, τετρακυκλίνες, και φωσφωρούχες ενώσεις, ενώ ο ψευδάργυρος μπορεί να μειώσει την απορρόφηση του σιδήρου, των τετρακυκλινών, των φθοριοκινολονών.

Με τροφή

Μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε υγιείς εθελοντές σχετικά με τη συγχορήγηση ψευδαργύρου με φαγητό, έδειξαν σημαντική καθυστέρηση της απορρόφησης ψευδαργύρου από διάφορες τροφές (π.χ. ψωμί, βραστά αυγά, καφές και γάλα). Ουσίες που περιέχονται στις τροφές, ιδιαίτερα άλατα phytates και ίνες, δεσμεύουν τον ψευδάργυρο και τον εμποδίζουν να διεισδύσει στα κύτταρα. Ωστόσο, η πρωτεΐνη φαίνεται να παρεμβαίνει λιγότερο από όλες τις ουσίες.

4.6Kύηση και γαλουχία

Κύηση

Τα δεδομένα σχετικά με περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων έκθεσης στον ψευδάργυρο κατά την εγκυμοσύνη σε ασθενείς με νόσο του Wilson δεν καταδεικνύουν οποιεσδήποτε βλαβερές επιδράσεις

στο έμβρυο/στο νεογνό και στη μητέρα. Αναφέρθηκαν πέντε αποβολές και 2 συγγενείς ανωμαλίες (μικροκεφαλία και διορθώσιμη συγγενής καρδιοπάθεια) σε 42 εγκυμοσύνες.

Μελέτες σε πειραματόζωα στις οποίες χορηγήθηκαν διάφορα άλατα ψευδαργύρου δεν υποδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες ανεπιθύμητες επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του εμβρύου, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλέπε 5.3).

Είναι εξαιρετικά σημαντικό οι έγκυες γυναίκες με τη νόσο του Wilson να συνεχίσουν τη θεραπεία τους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Το είδος της θεραπείας που θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί, δηλαδή ψευδάργυρος ή χηλικός παράγοντας, θα πρέπει να αποφασιστεί από τον γιατρό.

Το Wilzin θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο όταν είναι σαφώς απαραίτητο. Πρέπει να γίνουν δοσολογικές προσαρμογές για να διασφαλιστεί ότι το έμβρυο δεν θα παρουσιάσει ανεπάρκεια χαλκού και είναι υποχρεωτική η στενή παρακολούθηση της ασθενούς (βλ. λήμμα 4.4).

Γαλουχία

Ο ψευδάργυρος εκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα και μπορεί το θηλάζον βρέφος να παρουσιάσει ανεπάρκεια χαλκού λόγω ψευδαργύρου. Συνεπώς, ο θηλασμός θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Wilzin.

4.7Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών

Δεν πραγματοποιήθηκαν μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών.

4.8Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται καταχωρούνται πιο κάτω , κατά σύστημα, τάξη οργάνου και συχνότητα.

Οι συχνότητες ορίζονται ως εξής: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥1/100, <1/10), όχι συχνές (≥1/1,000, <1/100), σπάνιες (≥ 1/10,000 έως < 1/1,000), πολύ σπάνιες (< 1/10,000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Σε κάθε κατηγορία συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται κατά σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.

Κατηγορία οργανικού συστήµατος

Ανεπιθύµητες ενέργειες

 

 

 

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του

Όχι συχνές:

Σιδηροβλαστική αναιμία,

λεμφικού συστήματος

 

λευκοπενία

 

 

 

Διαταραχές του γαστρεντερικού

συχνές:

Γαστρικός ερεθισμός

συστήματος

 

 

 

 

 

Ερευνες

συχνές:

Αυξημένα επίπεδα αμυλάσης,

 

 

λιπάσης και αλκαλικής φωσφατάσης

 

 

αίματος

 

 

 

Ηαναιμία μπορεί να είναι μικρο-, νορμο- ή μακροκυτταρική και συχνά συσχετίζεται με λευκοπενία.

Ηεξέταση μυελού των οστών συνήθως αποκαλύπτει χαρακτηριστικούς «δακτυλιοειδείς σιδηροβλάστες» (δηλ. αναπτυσσόμενα ερυθροκύτταρα που περιέχουν παραπυρηνικά μιτοχόνδρια ενσωματωμένα στο σίδηρο). Αυτές μπορεί να είναι πρώιμες εκδηλώσεις της ανεπάρκειας χαλκού και μπορεί να υποχωρούν ταχέως μετά την μείωση της δοσολογίας ψευδαργύρου. Ωστόσο, θα πρέπει να γίνει διάκριση από την αιμολυτική αναιμία η οποία επέρχεται συνήθως όταν υπάρχουν αυξημένα επίπεδα ελεύθερου χαλκού στον ορό του αίματος σε περιπτώσεις μη-ελεγχόμενης νόσου του Wilson.

Η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια είναι ο γαστρικός ερεθισμός. Ο γαστρικός ερεθισμός είναι συνήθως στη χειρότερή του μορφή με την πρώτη πρωινή δόση και εξαφανίζεται μετά τις πρώτες ημέρες θεραπείας. Η καθυστέρηση της χορήγησης της πρώτης δόσης μέχρι τα μέσα του πρωινού ή η λήψη της δόσης με λίγη πρωτεΐνη συνήθως μπορεί να ανακουφίσει τα συμπτώματα.

Οι αυξήσεις της αλκαλικής φωσφατάσης, της αμυλάσης και της λιπάσης ορού μπορεί να εμφανιστούν μετά από μερικές εβδομάδες θεραπείας, και τα επίπεδα συνήθως επιστρέφουν σε ψηλές φυσιολογικές τιμές εντός του ενός ή δύο ετών θεραπείας.

4.9Υπερδοσολογία

Στη βιβλιογραφία έχουν αναφερθεί τρία περιστατικά οξείας υπερδοσολογίας αλάτων ψευδαργύρου (θειϊκού ή γλυκονικού) χορηγουμένων από το στόμα. Θάνατος επήλθε σε 35-χρονη γυναίκα κατά την πέμπτη μέρα κατόπιν πρόσληψης 6 g ψευδαργύρου (40 φορές την προτεινόμενη θεραπευτική δόση) και ο θάνατός της οφειλόταν σε νεφρική ανεπάρκεια και αιμορραγική παγκρεατίτιδα με υπεργλυκαιμικό κώμα. Η χορήγηση της ιδίας δόσης δεν προκάλεσε συμπτώματα εκτός από έμετο σε έναν έφηβο στον οποίο χορηγήθηκε υπό μορφή πλήρους πλύσης εντέρου. Ένας άλλος έφηβος ο οποίος έλαβε 4 g ψευδαργύρου παρουσίασε επίπεδα ψευδαργύρου ορού της τάξης των 50 mg/l 5 ώρες αργότερα και τα μόνα συμπτώματα που εκδήλωσε ήταν σοβαρής μορφής ναυτία, έμετο και ζάλη.

Η υπερδοσολογία θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με πλύση στομάχου ή πρόκληση έμετου το ταχύτερο δυνατόν για την απομάκρυνση του μη-απορροφηθέντος ψευδαργύρου. Αν τα επίπεδα ψευδαργύρου πλάσματος είναι έντονα αυξημένα (>10 mg/l) τότε θα πρέπει να μελετηθεί το ενδεχόμενο θεραπείας με χηλικούς παράγοντες για την αφαίρεση βαρέων μετάλλων.

5.ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: διάφορα προϊόντα διατροφικής οδού και μεταβολισμού, κωδικός ATC: A16AX05.

Η νόσος του Wilson (ηπατοφακοειδής εκφύλιση) είναι ένα αυτοσωματικό υπολειπόμενο μεταβολικό έλλειμμα της ηπατικής έκκρισης χαλκού στη χολή. Η συσσώρευση χαλκού στο ήπαρ οδηγεί σε ηπατοκυτταρικό τραύμα και ενδεχόμενη κίρρωση. Όταν η ικανότητα του ήπατος να αποθηκεύσει χαλκό φθάσει στο όριό της, τότε ο χαλκός απελευθερώνεται στο αίμα και εναποτίθεται σε εξωηπατικά σημεία, όπως είναι ο εγκέφαλος, αυτό οδηγεί σε κινητικές διαταραχές και ψυχιατρικές εκδηλώσεις. Οι ασθενείς μπορεί να παρουσιάζουν κλινικά συμπτώματα, κυρίως ηπατικά, νευρολογικά ή και ψυχιατρικά..

Το δραστικό μέρος του διϋδρικού οξικού ψευδαργύρου είναι το κατιόν ψευδαργύρου, το οποίο αποκλείει την εντερική απορρόφηση χαλκού από τις τροφές και την επαναρρόφηση του ενδογενούς εκκριθέντος χαλκού. Ο ψευδάργυρος προκαλεί μέσα στα εντερικά κύτταρα την παραγωγή μεταλλοθειονίνης, μιας πρωτεΐνης που δεσμεύει το χαλκό, αποτρέποντας έτσι την διέλευσή του στο αίμα. Ο δεσμευμένος χαλκός απομακρύνεται στη συνέχεια στα κόπρανα κατόπιν απόπτωσης των εντερικών κυττάρων.

Οι φαρμακοδυναμικές μελέτες του μεταβολισμού του χαλκού σε ασθενείς με νόσο του Wilson περιλαμβάνουν προσδιορισμούς του καθαρού ισοζυγίου χαλκού και της πρόσληψης ραδιοσεσημασμένου χαλκού. Ένα ημερήσιο δοσολογικό σχήμα 150 mg Wilzin σε τρεις χορηγήσεις αποδείχθηκε αποτελεσματικό μειώνοντας σημαντικά την απορρόφηση του χαλκού και προκαλώντας αρνητικό ισοζύγιο χαλκού.

5.2Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Επειδή ο μηχανισμός δράσης του ψευδαργύρου επηρεάζει την πρόσληψη του χαλκού σε επίπεδο εντερικού κυττάρου, οι φαρμακοκινητικές αξιολογήσεις που βασίζονται στα επίπεδα ψευδαργύρου αίματος δεν παρέχουν χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με τη βιοδιαθεσιμότητα του ψευδαργύρου στο σημείο της δράσης.

Ο ψευδάργυρος απορροφάται στο λεπτό έντερο και η φαρμακοκινητική της απορρόφησής του υποδεικνύει μια τάση κορεσμού σε αυξανόμενες δόσεις. Η κλασματική απορρόφηση ψευδαργύρου συσχετίζεται αρνητικά με την πρόσληψη ψευδαργύρου. Κυμαίνεται από 30 έως 60% με τη συνήθη διατροφική πρόσληψη (7-15 mg/d) και μειώνεται στο 7% με φαρμακολογικές δόσεις των 100 mg/d.

Στο αίμα, περίπου 80% του απορροφηθέντος ψευδαργύρου κατανέμεται στα ερυθροκύτταρα, με το μεγαλύτερο μέρος του υπολοίπου να δεσμεύεται στη λευκωματίνη και σε άλλες πρωτεΐνες πλάσματος. Το ήπαρ αποτελεί την κύρια αποθήκη ψευδαργύρου και τα ηπατικά επίπεδα ψευδαργύρου αυξάνονται κατά τη διάρκεια θεραπείας συντήρησης με ψευδάργυρο.

Ο χρόνος ημιζωής απομάκρυνσης του ψευδαργύρου σε υγιή άτομα είναι γύρω στη 1 ώρα μετά από δόση 45 mg. Η απομάκρυνση του ψευδαργύρου γίνεται κυρίως από τα κόπρανα και σε μικρότερο βαθμό από τα ούρα και τον ιδρώτα. Η απέκκριση μέσω των κοπράνων οφείλεται στο μεγαλύτερο μέρος στη διέλευση μη-απορροφηθέντος ψευδαργύρου, αλλά οφείλεται επίσης και σε ενδογενή εντερική έκκριση.

5.3Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Έχουν πραγματοποιηθεί προκλινικές μελέτες με τον οξικό ψευδάργυρο και με άλλα άλατα του ψευδαργύρου. Τα φαρμακολογικά και τα τοξικολογικά στοιχεία που είναι διαθέσιμα έδειξαν μεγάλες ομοιότητες ανάμεσα στα άλατα ψευδαργύρου και ανάμεσα στα διάφορα ζωϊκά είδη.

Η από του στόματος LD50 είναι περίπου 300 mg ψευδαργύρου/kg σωματικού βάρους (κάπου 100 ως 150 φορές την ανθρώπινη θεραπευτική δόση). Μελέτες τοξικότητας επαναλαμβανόμενης δόσης έχουν καθορίσει ότι το επίπεδο μη παρατηρηθείσας επίδρασης NOEL (No Observed Effect Level) είναι γύρω στα 95 mg ψευδαργύρου/kg σωματικού βάρους (κάπου 48 φορές την ανθρώπινη θεραπευτική δόση).

Το βάρος των στοιχείων, από δοκιμές in vitro και in vivo, υποδηλοί ότι ο ψευδάργυρος δεν έχει κλινικώς συναφή γονοτοξική δράση.

Μελέτες αναπαραγωγικής τοξικολογίας που διενεργήθηκαν με διάφορα άλατα ψευδαργύρου δεν έδειξαν οποιαδήποτε κλινικώς συναφή στοιχεία εμβρυοτοξικότητας ή τερατογένεσης.

Δεν έχουν διενεργηθεί συμβατικές μελέτες καρκινογένεσης με τον διένυδρο οξικό ψευδάργυρο.

6.ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1Κατάλογος εκδόχων

Περιεχόμενο καψακίου

άμυλο αραβοσίτου στεατικό μαγνήσιο

Κέλυφος καψακίου

ζελατίνη

διοξείδιο του τιτανίου (E171) λαμπρό κυανό FCF (E133)

Μελάνη εκτύπωσης

Μέλαν οξείδιο του σιδήρου (E172) κόμμεα λάκκας

6.2Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3Διάρκεια ζωής

3 χρόνια.

6.4Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25°C.

6.5Φύση και συστατικά του περιέκτη

Λευκή φιάλη από HDPE με πώμα από πολυπροπυλένιο και HDPE και περιέχει πληρωτικό (βαμβάκι). Κάθε φιάλη περιέχει 250 καψάκια.

6.6Ειδικές προφυλάξεις για την απόρριψη

Καμία ειδική υποχρέωση.

7.ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Orphan Europe SARL

Immeuble “Le Wilson”

70, avenue du Général de Gaulle F-92800 Puteaux

Γαλλία

8.ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

EU/1/04/286/001

9.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 13 Οκτωβρίου 2004 Ημερομηνία τελευταίας αναθεώρησης: 13 Οκτωβρίου 2009

10.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Λεπτομερείς πληροφορίες για το παρόν προϊόν υπάρχουν διαθέσιμες στον ιστότοπο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (EMEA): http://www.emea.europa.eu

1.ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Σκληρά καψάκια Wilzin 50 mg

2.ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε σκληρό καψάκιο περιέχει 50 mg ψευδαργύρου (που αντιστοιχούν σε 167,84 mg διϋδρικού οξικού ψευδαργύρου).

Έκδοχα:

Κάθε καψάκιο περιέχει 1,75 mg χρώματος sunset yellow FCF (E110)

Για πλήρη λίστα των εκδόχων, βλ. λήμμα 6.1.

3.ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Σκληρό καψάκιο.

Καψάκιο με πορτοκαλί αδιαφανές κάλυμμα και κύριο μέρος, στο οποίο αναγράφεται ο αριθμός "93- 377”.

4.ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1Θεραπευτικές ενδείξεις

Θεραπεία της νόσου του Wilson.

4.2Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Η θεραπεία με Wilzin θα πρέπει να ξεκινά υπό την παρακολούθηση γιατρού με πείρα στη θεραπεία ασθενών με νόσο του Wilson (βλ. λήμμα 4.4). Το Wilzin αποτελεί δια βίου θεραπεία.

Δεν υπάρχει διαφορά στη δόση ανάμεσα στους συμπτωματικούς και προ-συμπτωματικούς ασθενείς. Το Wilzin είναι διαθέσιμο σε μορφή σκληρών καψακίων των 25 mg ή των 50 mg.

Ενήλικες:

Ησυνήθης δόση είναι 50 mg 3 φορές ημερησίως με μέγιστη δόση τα 50 mg 5 φορές ημερησίως.

Παιδιά και έφηβοι:

Τα στοιχεία είναι πολύ περιορισμένα σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 χρονών αλλά λόγω του ότι η ασθένεια αυτή έχει πλήρη διεισδυτικότητα, θα πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο θεραπείας προφύλαξης το νωρίτερο δυνατόν. Η δόση που συνιστάται είναι ως εξής:

- από 1 ως 6 χρονών: 25 mg δύο φορές ημερησίως

- από 6 ως 16 χρονών αν το σωματικό βάρος είναι κάτω των 57 κιλών: 25 mg τρεις φορές ημερησίως

- από την ηλικία των 16 χρονών ή αν το σωματικό βάρος είναι άνω των 57 κιλών: 50 mg τρεις φορές ημερησίως.

Κυοφορούσες γυναίκες:

Μια δόση 25 mg 3 φορές ημερησίως είναι συνήθως αποτελεσματική αλλά η δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται στα επίπεδα χαλκού (βλ. λήμμα 4.4 και λήμμα 4.6).

Σε όλες τις περιπτώσεις, η δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με την θεραπευτική παρακολούθηση (βλ. λήμμα 4.4.).

Το Wilzin πρέπει να λαμβάνεται με άδειο στομάχι, τουλάχιστο 1 ώρα πριν ή 2-3 ώρες μετά τα γεύματα. Σε περίπτωση γαστρικής δυσανεξίας, που παρατηρείται συχνά με την πρωινή δόση, αυτή η δόση μπορεί να καθυστερήσει μέχρι τα μέσα του πρωινού, κάπου μεταξύ προγεύματος και γεύματος. Είναι επίσης δυνατό να ληφθεί το Wilzin μαζί με λίγη πρωτεΐνη, όπως για παράδειγμα με κρέας (βλ. λήμμα 4.5).

Σε παιδιά τα οποία δεν μπορούν να καταπιούν καψάκια, θα πρέπει το καψάκιο να ανοιχθεί και το περιεχόμενό του να διαλυθεί σε λίγο νερό (ενδεχομένως σε νερό με ζάχαρη ή με γεύση σιροπιού).

Όταν γίνεται μεταφορά ασθενή ο οποίος κάνει θεραπεία με χηλικούς παράγοντες σε θεραπεία συντήρησης με Wilzin, η θεραπεία με χηλικούς παράγοντες θα πρέπει να διατηρηθεί και να συγχορηγείται για 2 έως 3 εβδομάδες εφόσον αυτό είναι το χρονικό διάστημα που χρειάζεται η θεραπεία με ψευδάργυρο προκειμένου να προκαλέσει μέγιστη επαγωγή της μεταλλοθειονίνης και πλήρη αναστολή της απορρόφησης χαλκού. Ανάμεσα στη θεραπεία με χηλικούς παράγοντες και τη χορήγηση του Wilzin θα πρέπει να μεσολαβεί τουλάχιστον 1 ώρα.

4.3Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα.

4.4Ειδικές προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση

Ο διϋδρικός οξικός ψευδάργυρος δεν ενδείκνυται για την αρχική θεραπεία συμπτωματικών ασθενών λόγω της αργής έναρξης δράσης του. Σε συμπτωματικούς ασθενείς πρέπει αρχικά να χορηγείται ένας χηλικός παράγοντας. Μόλις τα επίπεδα του χαλκού είναι κατώτερα των τοξικών ορίων και οι ασθενείς είναι κλινικώς σταθεροποιημένοι, μπορεί να μελετηθεί το ενδεχόμενο χορήγησης θεραπείας συντήρησης με Wilzin.

Ωστόσο, ενώ αναμένεται δωδεκαδακτυλική παραγωγή μεταλλοθειονίνης προκληθείσα λόγω ψευδαργύρου και επακόλουθη αποτελεσματική αναστολή της απορρόφησης χαλκού, ο διϋδρικός οξικός ψευδάργυρος θα μπορούσε αρχικά να χορηγηθεί σε συμπτωματικούς ασθενείς σε συνδυασμό με ένα χηλικό παράγοντα.

Μολονότι είναι σπάνιο, πιθανό να επέλθει κλινική επιδείνωση στην αρχή της θεραπείας, όπως έχει επίσης αναφερθεί στην περίπτωση της χορήγησης χηλικών παραγόντων. Εξακολουθεί να παραμένει ασαφές αν αυτό σχετίζεται με την κινητοποίηση των αποθηκών χαλκού ή με τη φυσική πορεία της νόσου. Σε αυτή την περίπτωση ενδείκνυται αλλαγή θεραπείας.

Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή όταν ασθενείς με πυλαία υπέρταση και θεραπεία με χηλικούς παράγοντες μεταφέρονται σε θεραπεία με Wilzin, όταν αυτοί οι ασθενείς έχουν καλά αποτελέσματα και επιδεικνύουν ανοχή στη θεραπεία. Δύο ασθενείς σε μια σειρά από 16 πέθαναν από ρήξη της ηπατικής αντιρρόπησης και προχωρημένου βαθμού πυλαία υπέρταση μετά την αλλαγή θεραπείας από πενικιλλαμίνη σε ψευδάργυρο.

Θεραπευτική παρακολούθηση

Σκοπός της θεραπευτικής αγωγής είναι η διατήρηση του ελεύθερου χαλκού πλάσματος (επίσης γνωστός ως μη-συνδεδεμένος με σερουλοπλασμίνη χαλκός) κάτω από 250 μικρογραμμάρια/l (φυσιολογικά επίπεδα: 100-150 μικρογραμμάρια/l) και η απέκκριση χαλκού από τα ούρα κάτω από 125 μικρογραμμάρια/24-ωρο (φυσιολογικά επίπεδα: < 50 μικρογραμμάρια/24-ωρο). Ο ελεύθερος χαλκός πλάσματος υπολογίζεται αφαιρώντας το χαλκό που δεσμεύεται στη σερουλοπλασμίνη από το συνολικό χαλκό πλάσματος, δεδομένου ότι κάθε χιλιοστογραμμάριο σερουλοπλασμίνης περιέχει 3 μικρογραμμάρια χαλκού.

Η απέκκριση του χαλκού από τα ούρα είναι ακριβής δείκτης της φόρτισης του οργανισμού με περίσσεια χαλκού μόνο όταν οι ασθενείς δεν λαμβάνουν θεραπεία με χηλικούς παράγοντες. Τα επίπεδα χαλκού στα ούρα είναι συνήθως αυξημένα κατά τη θεραπεία με χηλικούς παράγοντες όπως είναι η πενικιλλαμίνη ή η τριεντίνη.

Τα επίπεδα χαλκού στο ήπαρ δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον καθορισμό τηςθεραπείας, εφόσον δε γίνεται διάκριση ανάμεσα σε εν δυνάμει τοξικό ελεύθερο χαλκό και χαλκό δεσμευμένο σε μεταλλοθειονίνη.

Σε ασθενείς στους οποίους χορηγείται θεραπεία, δοκιμασίες προσδιορισμού ψευδαργύρου ούρων ή/και πλάσματος μπορεί να αποτελούν χρήσιμο μέτρο ελέγχου της συμμόρφωσης στη θεραπεία. Τιμές ψευδαργύρου ούρων άνω των 2 mg/24-ωρο και ψευδαργύρου πλάσματος άνω των

1250 μικρογραμμαρίων/l γενικώς δείχνουν επαρκή συμμόρφωση στη θεραπεία.

Όπως με όλους τους παράγοντες μείωσης του χαλκού, η χορήγηση υπερβολικής θεραπείας φέρει τον κίνδυνο ανεπάρκειας χαλκού, πράγμα που είναι ιδιαίτερα επιβλαβές σε παιδιά και εγκύους γυναίκες δεδομένου ότι ο χαλκός απαιτείται για την ορθή σωματική αύξηση και την πνευματική ανάπτυξη. Σε αυτές τις ομάδες ασθενών, τα επίπεδα χαλκού στα ούρα θα πρέπει να διατηρούνται λίγο πάνω από το ανώτερο όριο του φυσιολογικού ή υψηλότερα επίπεδα των φυσιολογικών τιμών (δηλαδή 40 – 50 μικρογραμμάρια/24-ωρο).

Θα πρέπει επίσης να διενεργείται και εργαστηριακή εξέταση παρακολούθησης συμπεριλαμβανομένου και αιματολογικού ελέγχου και προσδιορισμού των λιποπρωτεϊνών έτσι ώστε να ανιχνευθούν πρώιμες εκδηλώσεις ανεπάρκειας χαλκού, όπως αναιμία ή/και λευκοπενία λόγω καταστολής του μυελού των οστών, και μείωση της χοληστερόλης HDL και του λόγου χοληστερόλης HDL/συνολικής χοληστερόλης.

Καθώς η ανεπάρκεια χαλκού μπορεί επίσης να προκαλέσει μυελονευροπάθεια, οι γιατροί θα πρέπει να είναι σε επιφυλακή για αισθητηριακά και κινητικά συμπτώματα και σημεία που ενδεχομένως να καταδεικνύουν αρχόμενη νευροπάθεια ή μυελοπάθεια σε ασθενείς που τους χορηγήθηκε θεραπεία με Wilzin.

Το κέλυφος του καψακίου περιέχει χρωστική ουσία sunset yellow FCF (E110), που μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.

4.5Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Με άλλους παράγοντες μείωσης του χαλκού

Διενεργήθηκαν φαρμακοδυναμικές μελέτες σε ασθενείς με νόσο του Wilson οι οποίοι ελάμβαναν συνδυασμό Wilzin (50 mg τρεις φορές ημερησίως) με ασκορβικό οξύ (1 g μία φορά ημερησίως), με πενικιλλαμίνη (250 mg τέσσερις φορές ημερησίως), και τριεντίνη (250 mg τέσσερις φορές ημερησίως). Δεν έδειξαν σημαντική γενική επίδραση στο ισοζύγιο χαλκού, μολονότι ανιχνεύθηκε ήπια αλληλεπίδραση του ψευδαργύρου με τους χηλικούς παράγοντες (πενικιλλαμίνη και τριεντίνη) με μειωμένη απέκκριση χαλκού στα κόπρανα αλλά αυξημένη απέκκριση στα ούρα σε σύγκριση με τη χορήγηση μόνο ψευδαργύρου. Αυτό πιθανό να οφείλεται σε κάποιο βαθμό αλληλεπίδρασης του ψευδαργύρου με το χηλικό παράγοντα, μειώνοντας έτσι την επίδραση και των δύο δραστικών ουσιών. Κατά τη μεταφορά ασθενή από θεραπεία με χηλικούς παράγοντες σε θεραπεία συντήρησης με Wilzin, η θεραπεία με χηλικούς παράγοντες θα πρέπει να διατηρηθεί και να συγχορηγείται για 2 έως 3 εβδομάδες εφόσον τόσο είναι το χρονικό διάστημα που χρειάζεται η θεραπεία με ψευδάργυρο προκειμένου να προκαλέσει μέγιστη μεταλλοθειονίνη και πλήρη αποκλεισμό της απορρόφησης χαλκού. Ανάμεσα στη χορήγηση της θεραπείας με χηλικούς παράγοντες και τη χορήγηση του Wilzin θα πρέπει να μεσολαβεί τουλάχιστον 1 ώρα.

Με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα

Η απορρόφηση του ψευδαργύρου μπορεί να μειωθεί με συμπληρώματα σιδήρου και ασβεστίου, τετρακυκλίνες, και φωσφωρούχες ενώσεις, ενώ ο ψευδάργυρος μπορεί να μειώσει την απορρόφηση του σιδήρου, των τετρακυκλινών, των φθοριοκινολονών.

Με τροφή

Μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε υγιείς εθελοντές σχετικά με τη συγχορήγηση ψευδαργύρου με φαγητό, έδειξαν σημαντική καθυστέρηση της απορρόφησης ψευδαργύρου από διάφορες τροφές (π.χ. ψωμί, βραστά αυγά, καφές και γάλα). Ουσίες που περιέχονται στις τροφές, ιδιαίτερα άλατα phytates και ίνες, δεσμεύουν τον ψευδάργυρο και τον εμποδίζουν να διεισδύσει στα κύτταρα. Ωστόσο, η πρωτεΐνη φαίνεται να παρεμβαίνει λιγότερο από όλες τις ουσίες.

4.6Kύηση και γαλουχία

Κύηση

Τα δεδομένα σχετικά με περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων έκθεσης στον ψευδάργυρο κατά την εγκυμοσύνη σε ασθενείς με νόσο του Wilson δεν καταδεικνύουν οποιεσδήποτε βλαβερές επιδράσεις στο έμβρυο/στο νεογνό και στη μητέρα. Αναφέρθηκαν πέντε αποβολές και 2 συγγενείς ανωμαλίες (μικροκεφαλία και διορθώσιμη συγγενής καρδιοπάθεια) σε 42 εγκυμοσύνες.

Μελέτες σε πειραματόζωα στις οποίες χορηγήθηκαν διάφορα άλατα ψευδαργύρου δεν υποδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες ανεπιθύμητες επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του εμβρύου, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλέπε 5.3).

Είναι εξαιρετικά σημαντικό οι έγκυες γυναίκες με τη νόσο του Wilson να συνεχίσουν τη θεραπεία τους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Το είδος της θεραπείας που θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί, δηλαδή ψευδάργυρος ή χηλικός παράγοντας, θα πρέπει να αποφασιστεί από τον γιατρό.

Το Wilzin θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο όταν είναι σαφώς απαραίτητο. Πρέπει να γίνουν δοσολογικές προσαρμογές για να διασφαλιστεί ότι το έμβρυο δεν θα παρουσιάσει ανεπάρκεια χαλκού και είναι υποχρεωτική η στενή παρακολούθηση της ασθενούς (βλ. λήμμα 4.4).

Γαλουχία

Ο ψευδάργυρος εκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα και μπορεί το θηλάζον βρέφος να παρουσιάσει ανεπάρκεια χαλκού λόγω ψευδαργύρου. Συνεπώς, ο θηλασμός θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Wilzin.

4.7Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών

Δεν πραγματοποιήθηκαν μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών.

4.8Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται καταχωρούνται πιο κάτω , κατά σύστημα, τάξη οργάνου και συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως εξής: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥1/100, <1/10), όχι συχνές (≥1/1,000, <1/100), σπάνιες (≥ 1/10,000 έως < 1/1,000), πολύ σπάνιες (< 1/10,000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Σε κάθε κατηγορία συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται κατά σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.

Κατηγορία οργανικού συστήµατος

Ανεπιθύµητες ενέργειες

 

 

 

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του

Όχι συχνές:

Σιδηροβλαστική αναιμία,

λεμφικού συστήματος

 

λευκοπενία

 

 

 

Διαταραχές του γαστρεντερικού

συχνές:

Γαστρικός ερεθισμός

συστήματος

 

 

 

 

 

Ερευνες

συχνές:

Αυξημένα επίπεδα αμυλάσης,

 

 

λιπάσης και αλκαλικής φωσφατάσης

 

 

αίματος

 

 

 

Ηαναιμία μπορεί να είναι μικρο-, νορμο- ή μακροκυτταρική και συχνά συσχετίζεται με λευκοπενία.

Ηεξέταση μυελού των οστών συνήθως αποκαλύπτει χαρακτηριστικούς «δακτυλιοειδείς σιδηροβλάστες» (δηλ. αναπτυσσόμενα ερυθροκύτταρα που περιέχουν παραπυρηνικά μιτοχόνδρια

ενσωματωμένα στο σίδηρο). Αυτές μπορεί να είναι πρώιμες εκδηλώσεις της ανεπάρκειας χαλκού και μπορεί να υποχωρούν ταχέως μετά την μείωση της δοσολογίας ψευδαργύρου. Ωστόσο, θα πρέπει να γίνει διάκριση από την αιμολυτική αναιμία η οποία επέρχεται συνήθως όταν υπάρχουν αυξημένα επίπεδα ελεύθερου χαλκού στον ορό του αίματος σε περιπτώσεις μη-ελεγχόμενης νόσου του Wilson.

Η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια είναι ο γαστρικός ερεθισμός. Ο γαστρικός ερεθισμός είναι συνήθως στη χειρότερή του μορφή με την πρώτη πρωινή δόση και εξαφανίζεται μετά τις πρώτες ημέρες θεραπείας. Η καθυστέρηση της χορήγησης της πρώτης δόσης μέχρι τα μέσα του πρωινού ή η λήψη της δόσης με λίγη πρωτεΐνη συνήθως μπορεί να ανακουφίσει τα συμπτώματα.

Οι αυξήσεις της αλκαλικής φωσφατάσης, της αμυλάσης και της λιπάσης ορού μπορεί να εμφανιστούν μετά από μερικές εβδομάδες θεραπείας, και τα επίπεδα συνήθως επιστρέφουν σε ψηλές φυσιολογικές τιμές εντός του ενός ή δύο ετών θεραπείας.

4.9Υπερδοσολογία

Στη βιβλιογραφία έχουν αναφερθεί τρία περιστατικά οξείας υπερδοσολογίας αλάτων ψευδαργύρου (θειϊκού ή γλυκονικού) χορηγουμένων από το στόμα. Θάνατος επήλθε σε 35-χρονη γυναίκα κατά την πέμπτη μέρα κατόπιν πρόσληψης 6 g ψευδαργύρου (40 φορές την προτεινόμενη θεραπευτική δόση) και ο θάνατός της οφειλόταν σε νεφρική ανεπάρκεια και αιμορραγική παγκρεατίτιδα με υπεργλυκαιμικό κώμα. Η χορήγηση της ιδίας δόσης δεν προκάλεσε συμπτώματα εκτός από έμετο σε έναν έφηβο στον οποίο χορηγήθηκε υπό μορφή πλήρους πλύσης εντέρου. Ένας άλλος έφηβος ο οποίος έλαβε 4 g ψευδαργύρου παρουσίασε επίπεδα ψευδαργύρου ορού της τάξης των 50 mg/l 5 ώρες αργότερα και τα μόνα συμπτώματα που εκδήλωσε ήταν σοβαρής μορφής ναυτία, έμετο και ζάλη.

Η υπερδοσολογία θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με πλύση στομάχου ή πρόκληση έμετου το ταχύτερο δυνατόν για την απομάκρυνση του μη-απορροφηθέντος ψευδαργύρου. Αν τα επίπεδα ψευδαργύρου πλάσματος είναι έντονα αυξημένα (>10 mg/l) τότε θα πρέπει να μελετηθεί το ενδεχόμενο θεραπείας με χηλικούς παράγοντες για την αφαίρεση βαρέων μετάλλων.

5.ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: διάφορα προϊόντα διατροφικής οδού και μεταβολισμού, κωδικός ATC: A16AX05.

Η νόσος του Wilson (ηπατοφακοειδής εκφύλιση) είναι ένα αυτοσωματικό υπολειπόμενο μεταβολικό έλλειμμα της ηπατικής έκκρισης χαλκού στη χολή. Η συσσώρευση χαλκού στο ήπαρ οδηγεί σε ηπατοκυτταρικό τραύμα και ενδεχόμενη κίρρωση. Όταν η ικανότητα του ήπατος να αποθηκεύσει χαλκό φθάσει στο όριό της, τότε ο χαλκός απελευθερώνεται στο αίμα και εναποτίθεται σε εξωηπατικά σημεία, όπως είναι ο εγκέφαλος, αυτό οδηγεί σε κινητικές διαταραχές και ψυχιατρικές εκδηλώσεις. Οι ασθενείς μπορεί να παρουσιάζουν κλινικά συμπτώματα, κυρίως ηπατικά, νευρολογικά ή και ψυχιατρικά..

Το δραστικό μέρος του διϋδρικού οξικού ψευδαργύρου είναι το κατιόν ψευδαργύρου, το οποίο αποκλείει την εντερική απορρόφηση χαλκού από τις τροφές και την επαναρρόφηση του ενδογενούς εκκριθέντος χαλκού. Ο ψευδάργυρος προκαλεί μέσα στα εντερικά κύτταρα την παραγωγή μεταλλοθειονίνης, μιας πρωτεΐνης που δεσμεύει το χαλκό, αποτρέποντας έτσι την διέλευσή του στο αίμα. Ο δεσμευμένος χαλκός απομακρύνεται στη συνέχεια στα κόπρανα κατόπιν απόπτωσης των εντερικών κυττάρων.

Οι φαρμακοδυναμικές μελέτες του μεταβολισμού του χαλκού σε ασθενείς με νόσο του Wilson περιλαμβάνουν προσδιορισμούς του καθαρού ισοζυγίου χαλκού και της πρόσληψης ραδιοσεσημασμένου χαλκού. Ένα ημερήσιο δοσολογικό σχήμα 150 mg Wilzin σε τρεις χορηγήσεις

αποδείχθηκε αποτελεσματικό μειώνοντας σημαντικά την απορρόφηση του χαλκού και προκαλώντας αρνητικό ισοζύγιο χαλκού.

5.2Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Επειδή ο μηχανισμός δράσης του ψευδαργύρου επηρεάζει την πρόσληψη του χαλκού σε επίπεδο εντερικού κυττάρου, οι φαρμακοκινητικές αξιολογήσεις που βασίζονται στα επίπεδα ψευδαργύρου αίματος δεν παρέχουν χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με τη βιοδιαθεσιμότητα του ψευδαργύρου στο σημείο της δράσης.

Ο ψευδάργυρος απορροφάται στο λεπτό έντερο και η φαρμακοκινητική της απορρόφησής του υποδεικνύει μια τάση κορεσμού σε αυξανόμενες δόσεις. Η κλασματική απορρόφηση ψευδαργύρου συσχετίζεται αρνητικά με την πρόσληψη ψευδαργύρου. Κυμαίνεται από 30 έως 60% με τη συνήθη διατροφική πρόσληψη (7-15 mg/d) και μειώνεται στο 7% με φαρμακολογικές δόσεις των 100 mg/d.

Στο αίμα, περίπου 80% του απορροφηθέντος ψευδαργύρου κατανέμεται στα ερυθροκύτταρα, με το μεγαλύτερο μέρος του υπολοίπου να δεσμεύεται στη λευκωματίνη και σε άλλες πρωτεΐνες πλάσματος. Το ήπαρ αποτελεί την κύρια αποθήκη ψευδαργύρου και τα ηπατικά επίπεδα ψευδαργύρου αυξάνονται κατά τη διάρκεια θεραπείας συντήρησης με ψευδάργυρο.

Ο χρόνος ημιζωής απομάκρυνσης του ψευδαργύρου σε υγιή άτομα είναι γύρω στη 1 ώρα μετά από δόση 45 mg. Η απομάκρυνση του ψευδαργύρου γίνεται κυρίως από τα κόπρανα και σε μικρότερο βαθμό από τα ούρα και τον ιδρώτα. Η απέκκριση μέσω των κοπράνων οφείλεται στο μεγαλύτερο μέρος στη διέλευση μη-απορροφηθέντος ψευδαργύρου, αλλά οφείλεται επίσης και σε ενδογενή εντερική έκκριση.

5.3Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Έχουν πραγματοποιηθεί προκλινικές μελέτες με τον οξικό ψευδάργυρο και με άλλα άλατα του ψευδαργύρου. Τα φαρμακολογικά και τα τοξικολογικά στοιχεία που είναι διαθέσιμα έδειξαν μεγάλες ομοιότητες ανάμεσα στα άλατα ψευδαργύρου και ανάμεσα στα διάφορα ζωϊκά είδη.

Η από του στόματος LD50 είναι περίπου 300 mg ψευδαργύρου/kg σωματικού βάρους (κάπου 100 ως 150 φορές την ανθρώπινη θεραπευτική δόση). Μελέτες τοξικότητας επαναλαμβανόμενης δόσης έχουν καθορίσει ότι το επίπεδο μη παρατηρηθείσας επίδρασης NOEL (No Observed Effect Level) είναι γύρω στα 95 mg ψευδαργύρου/kg σωματικού βάρους (κάπου 48 φορές την ανθρώπινη θεραπευτική δόση).

Το βάρος των στοιχείων, από δοκιμές in vitro και in vivo, υποδηλοί ότι ο ψευδάργυρος δεν έχει κλινικώς συναφή γονοτοξική δράση.

Μελέτες αναπαραγωγικής τοξικολογίας που διενεργήθηκαν με διάφορα άλατα ψευδαργύρου δεν έδειξαν οποιαδήποτε κλινικώς συναφή στοιχεία εμβρυοτοξικότητας ή τερατογένεσης.

Δεν έχουν διενεργηθεί συμβατικές μελέτες καρκινογένεσης με τον διένυδρο οξικό ψευδάργυρο.

6.ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1Κατάλογος εκδόχων

Περιεχόμενο καψακίου

Άμυλο αραβοσίτου Στεατικό μαγνήσιο

Κέλυφος καψακίου

ζελατίνη

διοξείδιο του τιτανίου (E171) sunset yellow FCF (E110)

Μελάνη εκτύπωσης

Μέλαν οξείδιο του σιδήρου (E172) κόμμεα λάκκας

6.2Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3Διάρκεια ζωής

3 χρόνια.

6.4Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25°C.

6.5Φύση και συστατικά του περιέκτη

Λευκή φιάλη από HDPE με πώμα από πολυπροπυλένιο και HDPE και περιέχει πληρωτικό (βαμβάκι). Κάθε φιάλη περιέχει 250 καψάκια.

6.6Ειδικές προφυλάξεις για την απόρριψη

Καμία ειδική υποχρέωση.

7.ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Orphan Europe SARL

Immeuble “Le Wilson”

70, avenue du Général de Gaulle F-92800 Puteaux

Γαλλία

8.ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

EU/1/04/286/002

9.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 13 Οκτωβρίου 2004 Ημερομηνία τελευταίας αναθεώρησης: 13 Οκτωβρίου 2009

10.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Λεπτομερείς πληροφορίες για το παρόν προϊόν υπάρχουν διαθέσιμες στον ιστότοπο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (EMEA): http://www.emea.europa.eu

Σχόλια

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
  • Βοήθεια
  • Get it on Google Play
  • Σχετικά
  • Info on site by:

  • Presented by RXed.eu

  • 27558

    φάρμακα με συνταγογράφηση που απαριθμούνται