Greek
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
Επιλέξτε γλώσσα ιστότοπου

Xaluprine (Mercaptopurine Nova Laboratories) (6-mercaptopurine monohydrate) – περιληψη των χαρακτηριστικων του προϊοντοσ - L01BB02

Updated on site: 10-Oct-2017

Όνομα φαρμάκουXaluprine (Mercaptopurine Nova Laboratories)
Κωδικός ATCL01BB02
Ουσία6-mercaptopurine monohydrate
ΚατασκευαστήςNova Laboratories Ltd

Περιεχόμενα άρθρου

1.ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Xaluprine 20 mg/ml πόσιμο εναιώρημα

2.ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Ένα ml εναιωρήματος περιέχει 20 mg μερκαπτοπουρίνης (ως μονοϋδρική μερκαπτοπουρίνη).

Έκδοχο(α) με γνωστές δράσεις:

Ένα ml εναιωρήματος περιέχει 3 mg ασπαρτάμης, 1 mg υδροξυβενζοϊκού μεθυλεστέρα (ως άλας νατρίου), 0,5 mg υδροξυβενζοϊκού αιθυλεστέρα (ως άλας νατρίου) και σακχαρόζη (ίχνη).

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3.ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Πόσιμο εναιώρημα.

Το εναιώρημα είναι χρώματος ροζ προς καφέ.

4.ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1Θεραπευτικές ενδείξεις

Το Xaluprine ενδείκνυται για τη θεραπεία της οξείας λεμφοβλαστικής λευχαιμίας (ALL) σε ενήλικες, εφήβους και παιδιά.

4.2Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Η θεραπεία με Xaluprine πρέπει να επιβλέπεται από ιατρό ή άλλο επαγγελματία του τομέα της υγείας, με εμπειρία στη διαχείριση ασθενών με ALL.

Δοσολογία Η δόση ρυθμίζεται βάσει προσεχτικής παρακολούθησης της αιματοτοξικότητας και πρέπει να

προσαρμόζεται με προσοχή για έκαστο μεμονωμένο ασθενή σύμφωνα με το εφαρμοζόμενο πρωτόκολλο θεραπείας. Ανάλογα με τη φάση της αγωγής, οι δόσεις έναρξης ή στόχος κυμαίνονται συνήθως μεταξύ 25 και 75 mg/m2 επιφάνειας σώματος (BSA) ανά ημέρα, αλλά θα πρέπει να είναι χαμηλότερες σε ασθενείς με μειωμένη ή παντελή έλλειψη δραστηριότητας του ενζύμου μεθυλ-τρανσφεράση της θειοπουρίνης (TPMT) (βλ. παράγραφο 4.4).

 

25 mg/m2

 

 

50 mg/m2

 

 

75 mg/m2

 

BSA (m2)

 

Δόση

Ποσότητα

BSA (m2)

Δόση

Ποσότητα

BSA (m2)

 

Δόση

Ποσότητα

 

 

(mg)

(ml)

 

(mg)

(ml)

 

 

(mg)

(ml)

0,20 - 0,29

 

0,3

0,20 - 0,23

0,5

0,20 - 0,23

 

0,8

0,30 - 0,36

 

0,4

0,24 - 0,26

0,6

0,24 - 0,26

 

1,0

0,37 - 0,43

 

0,5

0,27 - 0,29

0,7

0,27 - 0,34

 

1,2

0,44 - 0,51

 

0,6

0,30 - 0,33

0,8

0,35 - 0,39

 

1,4

0,52 - 0,60

 

0,7

0,34 - 0,37

0,9

0,40 - 0,43

 

1,6

0,61 - 0,68

 

0,8

0,40 - 0,44

1,0

0,44 - 0,49

 

1,8

0,69 - 0,75

 

0,9

0,45 - 0,50

1,2

0,50 - 0,55

 

2,0

0,76 - 0,84

 

1,0

0,51 - 0,58

1,4

0,56 - 0,60

 

2,2

0,85 - 0,99

 

1,2

0,59 - 0,66

1,6

0,61 - 0,65

 

2,4

1,0 - 1,16

 

1,4

0,67 - 0,74

1,8

0,66 - 0,70

 

2,6

1,17 - 1,33

 

1,6

0,75 - 0,82

2,0

0,71 - 0,75

 

2,8

1,34 - 1,49

 

1,8

0,83 - 0,90

2,2

0,76 - 0,81

 

3,0

1,50 - 1,64

 

2,0

0,91 - 0,98

2,4

0,82 - 0,86

 

3,2

1,65 - 1,73

 

2,2

0,99 - 1,06

2,6

0,87 - 0,92

 

3,4

 

 

 

 

1,07 - 1,13

2,8

0,93 - 0,97

 

3,6

 

 

 

 

1,14 - 1,22

3,0

0,98 - 1,03

 

3,8

 

 

 

 

1,23 - 1,31

3,2

1,04 - 1,08

 

4,0

 

 

 

 

1,32 - 1,38

3,4

1,09 - 1,13

 

4,2

 

 

 

 

1,39 - 1,46

3,6

1,14 - 1,18

 

4,4

 

 

 

 

1,47 - 1,55

3,8

1,19 - 1,24

 

4,6

 

 

 

 

1,56 - 1,63

4,0

1,25 - 1,29

 

4,8

 

 

 

 

1,64 - 1,70

4,2

1,30 - 1,35

 

5,0

 

 

 

 

1,71 - 1,73

4,4

1,36 - 1,40

 

5,2

 

 

 

 

 

 

 

1,41 - 1,46

 

5,4

 

 

 

 

 

 

 

1,47 - 1,51

 

5,6

 

 

 

 

 

 

 

1,52 - 1,57

 

5,8

 

 

 

 

 

 

 

1,58 - 1,62

 

6,0

 

 

 

 

 

 

 

1,63 - 1,67

 

6,2

 

 

 

 

 

 

 

1,68 - 1,73

 

6,4

Η 6–μερκαπτοπουρίνη μεταβολίζεται από το πολυμορφικό ένζυμο TPMT. Οι ασθενείς με μειωμένη ή καθόλου κληρονομική δραστηριότητα του ενζύμου TPMT διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο τοξικότητας από συμβατικές δόσεις μερκαπτοπουρίνης και συνήθως απαιτείται σημαντική μείωση της δόσης.. Ο προσδιορισμός του γονοτύπου και του φαινοτύπου του ενζύμου TPMT μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον προσδιορισμό ασθενών με καθόλου ή μειωμένη δραστηριότητα TPMT. Η δοκιμή για TPMT δεν μπορεί να υποκαταστήσει την αιματολογική παρακολούθηση σε ασθενείς που λαμβάνουν

Xaluprine. Η βέλτιστη δόση έναρξης για ομόζυγους ασθενείς με έλλειψη δραστηριότητας του ενζύμου δεν έχει τεκμηριωθεί (βλ. παράγραφο 4.4).

Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι

Δεν έχουν διενεργηθεί ειδικές μελέτες σε ηλικιωμένους. Ωστόσο, συνιστάται η παρακολούθηση της νεφρικής και ηπατικής λειτουργίας των εν λόγω ασθενών και, σε περίπτωση δυσλειτουργίας, πρέπει να εξετάζεται η μείωση της δόσης Xaluprine.

Νεφρική δυσλειτουργία

Η φαρμακοκινητική της 6–μερκαπτοπουρίνης δεν έχει μελετηθεί επισήμως σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία και, για τον λόγο αυτό, δεν μπορούν να δοθούν συγκεκριμένες συστάσεις για τη δοσολογία. Δεδομένου ότι η διαταραγμένη νεφρική λειτουργία ενδέχεται να προκαλέσει βραδύτερη αποβολή της μερκαπτοπουρίνης και των μεταβολιτών της και, κατά συνέπεια, μεγαλύτερη συσσώρευση, πρέπει να εξετάζεται η χορήγηση μειωμένων δόσεων έναρξης σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά για την εκδήλωση δοσοεξαρτώμενων ανεπιθύμητων ενεργειών.

Ηπατική δυσλειτουργία

Η φαρμακοκινητική της 6–μερκαπτοπουρίνης δεν έχει μελετηθεί επισήμως σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία και, για τον λόγο αυτό, δεν μπορούν να δοθούν συγκεκριμένες συστάσεις για τη δοσολογία. Επειδή υπάρχει πιθανότητα μειωμένης αποβολής της μερκαπτοπουρίνης, πρέπει να εξετάζεται η χορήγηση μειωμένων δόσεων έναρξης σε ασθενείς με διαταραγμένη ηπατική λειτουργία. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά για την εκδήλωση δοσοεξαρτώμενων ανεπιθύμητων ενεργειών (βλ. παράγραφο 4.4).

Αλλαγή από δισκίο σε πόσιμο εναιώρημα και το αντίθετο

Η 6–μερκαπτοπουρίνη διατίθεται επίσης σε μορφή δισκίου. Το πόσιμο εναιώρημα και το δισκίο 6-μερκαπτοπουρίνης δεν είναι βιοϊσοδύναμα σε ό,τι αφορά τη μέγιστη συγκέντρωση πλάσματος και, συνεπώς, κατά την αλλαγή σκευασμάτων συνιστάται η εντατικοποίηση της παρακολούθησης των αιματολογικών παραμέτρων του ασθενή (βλ. παράγραφο 5.2).

Συνδυασμός με αναστολείς οξειδάσης της ξανθίνης

Η αλλοπουρινόλη και άλλοι αναστολείς της οξειδάσης της ξανθίνης μειώνουν τον ρυθμό καταβολισμού της 6–μερκαπτοπουρίνης. Κατά την σύγχρονη χορήγηση αλλοπουρινόλης και 6-μερκαπτοπουρίνης είναι σημαντικό να χορηγείται μόνο το ένα τέταρτο της συνήθους δόσης 6-μερκαπτοπουρίνης. Άλλοι αναστολείς της οξειδάσης της ξανθίνης πρέπει να αποφεύγονται (βλ. παράγραφο 4.5).

Ασθενείς με παραλλαγή NUDT15

Οι ασθενείς με κληρονομική μετάλλαξη του γονιδίου NUDT15 διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρής τοξικότητας της 6-μερκαπτοπουρίνης (βλ. παράγραφο 4.4). Στους εν λόγω ασθενείς απαιτείται γενικά μείωση της δόσης, ιδίως για τους ομοζυγώτες της παραλλαγής NUDT15 (βλ. παράγραφο 4.4). Πριν από την έναρξη της θεραπείας με 6-μερκαπτοπουρίνη μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο διενέργειας γονοτυπικού ελέγχου των παραλλαγών NUDT15. Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται στενή παρακολούθηση των συγκεντρώσεων των συστατικών του αίματος.

Τρόπος χορήγησης

Το Xaluprine προορίζεται για χρήση από το στόμα και απαιτεί επαναδιασπορά (με έντονη ανακίνηση για τουλάχιστον 30 δευτερόλεπτα) πριν από τη χορήγηση της δόσης.

Για την επακριβή μέτρηση της συνταγογραφούμενης δόσης του πόσιμου εναιωρήματος παρέχονται δύο δοσιμετρικές σύριγγες (μία ιώδης με βαθμονόμηση 1 ml και μία λευκή με βαθμονόμηση 5 ml). Συνιστάται ο επαγγελματίας του τομέα της υγείας να υποδεικνύει στον ασθενή ή τον νοσηλευτή ποια σύριγγα να χρησιμοποιεί ώστε να διασφαλίζεται η χορήγηση της σωστής ποσότητας.

Το Xaluprine μπορεί να λαμβάνεται με τροφή ή με άδειο στομάχι, αλλά οι ασθενείς πρέπει να τυποποιούν τον τρόπο χορήγησης. Η δόση δεν πρέπει να λαμβάνεται με γάλα ή γαλακτοκομικά προϊόντα (βλ. παράγραφο 4.5). Το Xaluprine πρέπει να λαμβάνεται τουλάχιστον 1 ώρα πριν ή 2 ώρες μετά την κατανάλωση γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων.

Η φαρμακοκινητική και η αποτελεσματικότητα της 6-μερκαπτοπουρίνης παρουσιάζει ημερήσια διακύμανση. Η χορήγηση το βράδυ σε σύγκριση με την πρωινή χορήγηση ενδέχεται να μειώνει τον κίνδυνο υποτροπής. Συνεπώς, η ημερήσια δόση Xaluprine θα πρέπει να λαμβάνεται το βράδυ.

Για την υποβοήθηση της ακριβούς και σταθερής αποδέσμευσης στο στομάχι, μετά από κάθε δόση Xaluprine πρέπει να λαμβάνεται νερό.

4.3Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Ταυτόχρονη χρήση με εμβόλιο του κίτρινου πυρετού (βλ. παράγραφο 4.5).

4.4Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Κυτταροτοξικότητα και αιματολογική παρακολούθηση Η θεραπεία με 6–μερκαπτοπουρίνη προκαλεί καταστολή του μυελού των οστών, με αποτέλεσμα την

πρόκληση λευκοπενίας και θρομβοκυτταροπενίας και, λιγότερο συχνά, αναιμίας. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας πρέπει να παρακολουθούνται προσεχτικά οι αιματολογικές παράμετροι. Επειδή ο αριθμός των λευκοκυττάρων και των αιμοπεταλίων εξακολουθεί να μειώνεται μετά τη χορήγηση της θεραπείας, έτσι, με την πρώτη ένδειξη αφύσικα μεγάλης μείωσης των αριθμών, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται άμεσα. Η καταστολή του μυελού των οστών είναι αναστρέψιμη εάν η χορήγηση 6-μερκαπτοπουρίνης διακοπεί εγκαίρως.

Υπάρχουν άτομα με κληρονομική ανεπάρκεια δραστηριότητας του ενζύμου TPMT, τα οποία είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στη μυελοκατασταλτική δράση της 6-μερκαπτοπουρίνης και επιρρεπή στην ταχεία καταστολή του μυελού των οστών μετά την έναρξη της θεραπείας με 6-μερκαπτοπουρίνη. Το πρόβλημα αυτό μπορεί να επιδεινωθεί με τη συγχορήγηση δραστικών ουσιών που αναστέλλουν το ένζυμο TPMT, όπως η ολσαλαζίνη, η μεσαλαζίνη ή η σουλφασαλαζίνη. Ορισμένα εργαστήρια διενεργούν εξετάσεις για ανεπάρκεια της TPMT, παρόλο που δεν έχει αποδειχτεί ότι οι εν λόγω εξετάσεις προσδιορίζουν όλους τους ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο σοβαρής τοξικότητας. Συνεπώς, απαιτείται στενή παρακολούθηση των συγκεντρώσεων των συστατικών του αίματος. Σημαντική μείωση της δόσης απαιτείται γενικά για ομόζυγους ασθενείς με ανεπάρκεια TPMT ώστε να αποτρέπεται η ανάπτυξη-απειλητικής για την ζωή-καταστολή του μυελού των οστών.

Σε άτομα στα οποία χορηγείται 6–μερκαπτοπουρίνη σε συνδυασμό με άλλους κυτταροτοξικούς παράγοντες, έχει αναφερθεί πιθανή συσχέτιση μεταξύ μειωμένης δραστηριότητας TPMT και δευτερογενών λευχαιμιών και μυελοδυσπλασίας (βλ. παράγραφο 4.8).

Ανοσοκαταστολή Η ανοσοποίηση με ζωντανό εμβόλιο μπορεί να προκαλέσει λοίμωξη σε ανοσοκατασταλμένο

άρρωστο. Ως εκ τούτου, δεν συνιστάται η ανοσοποίηση με ζωντανά εμβόλια.

Ηπατοτοξικότητα

Το Xaluprine είναι ηπατοτοξικό και οι έλεγχοι της ηπατικής λειτουργίας πρέπει να παρακολουθούνται σε εβδομαδιαία βάση καθόλη τη διάρκεια της θεραπείας. Συχνότερη παρακολούθηση συνιστάται σε άτομα με προϋπάρχουσα ηπατική νόσο ή τα οποία λαμβάνουν άλλη πιθανώς ηπατοτοξική θεραπεία. Σε περίπτωση εμφάνισης ίκτερου, ο ασθενής πρέπει να διακόψει άμεσα τη λήψη του Xaluprine (βλ. παράγραφο 4.8).

Νεφρική τοξικότητα Κατά την πρόκληση ύφεσης, οπότε παρουσιάζεται ταχεία κυτταρική λύση, τα επίπεδα ουρικού οξέος

στο αίμα και τα ούρα θα πρέπει να παρακολουθούνται, καθώς υπάρχει περίπτωση εμφάνισης υπερουριχαιμίας ή/και υπερουρικοζουρίας, με κίνδυνο να προκληθεί νεφροπάθεια από ουρικό οξύ. Η ενυδάτωση και η αλκαλιοποίηση των ούρων μπορεί να ελαχιστοποιήσουν τις δυνητικές νεφρικές επιπλοκές.

Παγκρεατίτιδα σε μη προβλεπόμενη θεραπεία ασθενών με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου Παγκρεατίτιδα έχει αναφερθεί σε συχνότητα ≥ 1/100 έως < 1/10 (“συχνή”) σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία για τη φλεγμονώδη νόσο του εντέρου, ένδειξη για την οποία δεν έχει χορηγηθεί άδεια.

Μεταλλακτικότητα και καρκινογένεση Οι ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτική θεραπεία, όπως μερκαπτοπουρίνη, βρίσκονται σε

αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης λεμφοϋπερπλαστικών συνδρόμων και άλλων κακοηθειών, ιδιαίτερα καρκίνων του δέρματος (μελάνωμα και μη μελάνωμα), σαρκωμάτων (Kaposi και μη Kaposi) και καρκίνου του τραχήλου της μήτρας in situ. Ο αυξημένος κίνδυνος φαίνεται ότι σχετίζεται με το βαθμό και τη διάρκεια της ανοσοκαταστολής. Έχει αναφερθεί ότι η διακοπή της ανοσοκαταστολής μπορεί να οδηγήσει σε μερική υποτροπή του λεμφοϋπερπλαστικού συνδρόμου.

Μια θεραπευτική αγωγή που περιέχει πολλαπλά ανοσοκατασταλτικά (συμπεριλαμβανομένων των θειοπουρινών) θα πρέπει επομένως να χρησιμοποιείται με προσοχή καθώς θα μπορούσε να οδηγήσει σε λεμφοϋπερπλαστικά σύνδρομα, ορισμένα από τα οποία οδηγούν σε θάνατο. Ένας συνδυασμός πολλαπλών ανοσοκατασταλτικών, που χορηγούνται ταυτόχρονα, αυξάνει τον κίνδυνο λεμφοϋπερπλαστικών συνδρόμων που σχετίζονται με τον ιό Epstein-Barr (EBV).

Αυξήσεις των χρωμοσωμικών ανωμαλιών παρατηρήθηκαν στα περιφερικά λεμφοκύτταρα λευχαιμικών ασθενών, σε ασθενή με νεφρικό καρκίνωμα που ελάμβανε μη αναφερόμενη δόση 6-μερκαπτοπουρίνης και σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο στους οποίους χορηγούνταν δόσεις 0,4 - 1,0 mg/kg/ημέρα.

Δεδομένης της δράσης της επί του κυτταρικού δεσοξυριβονουκλεϊκού οξέος (DNA), η 6-μερκαπτοπουρίνη είναι δυνητικά καρκινογόνος και πρέπει να δίδεται προσοχή στον θεωρητικό κίνδυνο καρκινογένεσης με τη συγκεκριμένη θεραπεία.

Ηπατοσπληνικό λέμφωμα από T-κύτταρα (HSTCL) έχει αναφερθεί σε ασθενείς με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου* που λαμβάνουν θεραπεία με αζαθειοπρίνη (το προφάρμακο της 6–μερκαπτοπουρίνης) ή 6-μερκαπτοπουρίνη, με ή χωρίς σύγχρονη θεραπεία με anti-TNF-α αντίσωμα. Αυτός ο σπάνιος τύπος λεμφώματος από T-κύτταρα έχει επιθετική πορεία νόσου και είναι συνήθως θανατηφόρος (βλ. επίσης παράγραφο 4.8).

*η φλεγμονώδης νόσος του εντέρου (IBD) είναι ένδειξη για την οποία δεν έχει χορηγηθεί άδεια

Σύνδρομο ενεργοποίησης μακροφάγων

Το σύνδρομο ενεργοποίησης μακροφάγων (MAS) είναι μια γνωστή, απειλητική για τη ζωή διαταραχή που ενδέχεται να αναπτυχθεί σε ασθενείς με αυτοάνοσες παθήσεις, ιδίως με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου (IBD) (μη αδειοδοτημένη ένδειξη), και ενδέχεται να υπάρχει αυξημένη ευαισθησία για την ανάπτυξη της πάθησης με τη χρήση μερκαπτοπουρίνης. Εάν εμφανιστεί ή πιθανολογείται MAS, η αξιολόγηση και η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινήσει το συντομότερο δυνατόν, και να διακοπεί η θεραπεία με μερκαπτοπουρίνη. Οι ιατροί θα πρέπει να προσέχουν για συμπτώματα λοίμωξης από ιούς όπως ο EBV και ο κυτταρομεγαλοϊός (CMV), καθώς αυτοί οι ιοί αποτελούν γνωστά εναύσματα του MAS.

Λοιμώξεις Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με 6-μερκαπτοπουρίνη είτε ως μονοθεραπεία είτε σε

συνδυασμό με άλλους ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των κορτικοστεροειδών, έχουν εκδηλώσει αυξημένη ευαισθησία σε ιογενείς, μυκητιασικές και βακτηριακές λοιμώξεις, συμπεριλαμβανομένων των σοβαρών ή άτυπων λοιμώξεων, και

επανενεργοποίηση του ιού. Οι λοιμώδεις νόσοι και οι επιπλοκές ενδέχεται να είναι πιο σοβαρές σε αυτούς τους ασθενείς σε σχέση με τους ασθενείς που δεν λαμβάνουν θεραπεία.

Τυχόν προηγούμενη έκθεση ή λοίμωξη με τον ιό της ανεμευλογιάς-ζωστήρα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη πριν από την έναρξη της θεραπείας. Μπορεί να λαμβάνονται υπόψη οι τοπικές οδηγίες, συμπεριλαμβανομένης της προφυλακτικής θεραπείας εφόσον κρίνεται απαραίτητο. Πριν από την έναρξη της θεραπείας πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο ορολογικού ελέγχου για ηπατίτιδα Β. Για τις περιπτώσεις ασθενών με θετικό ορολογικό έλεγχο μπορεί να λαμβάνονται υπόψη οι τοπικές οδηγίες, συμπεριλαμβανομένης της προφυλακτικής θεραπείας. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις ουδετεροπενικής σηψαιμίας σε ασθενείς που λαμβάνουν 6-μερκαπτοπουρίνη για τη θεραπεία της ALL.

Ασθενείς με παραλλαγή NUDT15

Οι ασθενείς με κληρονομική μετάλλαξη του γονιδίου NUDT15 διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρής τοξικότητας της 6-μερκαπτοπουρίνης, όπως πρώιμη λευκοπενία και αλωπεκία, από συμβατικές δόσεις θεραπείας με θειοπουρίνες. Στους εν λόγω ασθενείς απαιτείται γενικά μείωση της δόσης, ιδίως για τους ομοζυγώτες της παραλλαγής NUDT15 (βλ. παράγραφο 4.2). Η συχνότητα της NUDT15 c.415C>T παρουσιάζει εθνική ποικιλότητα περίπου 10 % στους ανατολικοασιάτες, 4 % στα άτομα ισπανικής καταγωγής, 0,2 % στους Ευρωπαίους και 0 % στους Αφρικανούς. Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται στενή παρακολούθηση των συγκεντρώσεων των συστατικών του αίματος.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Περιπτώσεις συμπτωματικής υπογλυκαιμίας έχουν αναφερθεί σε παιδιά με ALL που λαμβάνουν 6-μερκαπτοπουρίνη (βλ. παράγραφο 4.8). Οι περιπτώσεις που αναφέρθηκαν αφορούσαν στην πλειονότητά τους παιδιά κάτω των έξι ετών ή με χαμηλό δείκτη μάζας σώματος.

Αλληλεπιδράσεις Όταν η 6–μερκαπτοπουρίνη συγχορηγείται με από το στόμα λαμβανόμενα αντιπηκτικά, συνιστάται

ενισχυμένη παρακολούθηση της διεθνούς ομαλοποιημένης σχέσης (INR) (βλ. παράγραφο 4.5).

Έκδοχα

Το εν λόγω φαρμακευτικό προϊόν περιέχει ασπαρτάμη (E951) που είναι πηγή φαινυλαλανίνης. Η ουσία αυτή μπορεί να είναι επιβλαβής σε άτομα με φαινυλκετονουρία.

Περιέχει επίσης άλας νατρίου του παραϋδροξυβενζοϊκού μεθυλεστέρα και άλας νατρίου του παραϋδροξυβενζοϊκού αιθυλεστέρα τα οποία μπορεί να προκαλέσουν αλλεργική αντίδραση (πιθανώς με καθυστέρηση).

Επειδή το παρόν φάρμακο περιέχει σακχαρόζη, οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη, δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκειας σακχαράσης-ισομαλτάσης δεν πρέπει να λαμβάνουν το φάρμακο αυτό. Η μακροχρόνια χρήση αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης τερηδόνας και είναι σημαντικό να τηρείται η κατάλληλη στοματική υγιεινή.

Ασφαλής χειρισμός του εναιωρήματος

Οι γονείς και οι νοσηλευτές θα πρέπει να αποφεύγουν την επαφή του Xaluprine με το δέρμα ή τον βλεννογόνο υμένα. Εάν το εναιώρημα έρθει σε επαφή με το δέρμα ή με τον βλεννογόνο, θα πρέπει να ξεπλένεται αμέσως και επιμελώς με σαπούνι και νερό (βλ. παράγραφο 6.6).

4.5Αλληλεπιδράσεις µε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Η χορήγηση 6–μερκαπτοπουρίνης με τροφή μπορεί να μειώσει ελαφρώς τη συστηματική έκθεση, αυτό όμως δεν φαίνεται να έχει κλινική σημασία. Συνεπώς, το Xaluprine μπορεί να λαμβάνεται με τροφή ή με άδειο στομάχι, αλλά οι ασθενείς θα πρέπει να τυποποιούν τον τρόπο χορήγησης. Η δόση δεν πρέπει να λαμβάνεται με γάλα ή γαλακτοκομικά προϊόντα διότι περιέχουν οξειδάση της ξανθίνης, ένα ένζυμο που μεταβολίζει την 6–μερκαπτοπουρίνη και, ως εκ τούτου, ενδέχεται να προκαλέσουν μειωμένες συγκεντρώσεις μερκαπτοπουρίνης στο πλάσμα.

Επιδράσεις της μερκαπτοπουρίνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα Η σύγχρονη χορήγηση εμβολίου κατά του κίτρινου πυρετού αντενδείκνυται εξαιτίας του κινδύνου

θανατηφόρας νόσου σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.3)

Δεν συνιστώνται εμβολιασμοί με άλλα ζωντανά εμβόλια σε ανοσοκατασταλμένα άτομα. (βλ. παράγραφο 4.4).

Έχει αναφερθεί αναστολή της αντιπηκτικής δράσης της βαρφαρίνης όταν χορηγείται σε συνδυασμό με 6–μερκαπτοπουρίνη. Κατά τη σύγχρονη χορήγηση αντιπηκτικών λαμβανόμενων από το στόμα, συνιστάται η παρακολούθηση της τιμής INR (Διεθνής ομαλοποιημένη σχέση).

Οι κυτταροτοξικοί παράγοντες ενδέχεται να μειώσουν την εντερική απορρόφηση της φαινυτοΐνης. Συνιστάται η προσεχτική παρακολούθηση των επιπέδων φαινυτοΐνης στον ορό. Ενδέχεται επίσης να μεταβληθούν τα επίπεδα άλλων φαρμακευτικών προϊόντων κατά της επιληψίας. Κατά την αγωγή με Xaluprine, τα επίπεδα αντιεπιληπτικών ουσιών στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά και να γίνονται οι απαραίτητες προσαρμογές στη δοσολογία.

Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη μερκαπτοπουρίνη

Κατά τη συγχορήγηση αλλοπουρινόλης και Xaluprine, είναι σημαντικό να χορηγείται μόνο το ένα τέταρτο της συνήθους δόσης Xaluprine, διότι η αλλοπουρινόλη μειώνει τον ρυθμό μεταβολισμού της 6–μερκαπτοπουρίνης μέσω της οξειδάσης της ξανθίνης. Επίσης, άλλοι αναστολείς της οξειδάσης της ξανθίνης, όπως η φεβουξοστάτη, ενδέχεται να μειώσουν τον μεταβολισμό της μερκαπτοπουρίνης και δεν συνιστάται η σύγχρονη χορήγηση, καθώς δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για τον προσδιορισμό του κατάλληλου επιπέδου μείωσης της δόσης.

Καθώς υπάρχουν ενδείξεις in vitro σύμφωνα με τις οποίες παράγωγα αμινοσαλικυλικού οξέος (π.χ. ολσαλαζίνη, μεσαλαζίνη ή σουλφασαλαζίνη) αναστέλλουν το ένζυμο TPMT, το οποίο μεταβολίζει την 6–μερκαπτοπουρίνη, τα παράγωγα αυτά θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν συντρέχουσα θεραπεία με Xaluprine(βλ. παράγραφο 4.4).

4.6Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Αντισύλληψη σε άντρες και γυναίκες Οι ενδείξεις σχετικά με την τερατογόνο δράση της 6–μερκαπτοπουρίνης στον άνθρωπο είναι

διφορούμενα. Οι σεξουαλικά ενεργοί άνδρες και ενεργές γυναίκες πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και επί τουλάχιστον τρεις μήνες μετά τη λήψη της τελευταίας δόσης. Μελέτες σε ζώα υποδεικνύουν δράση εμβρυοτοξικότητας και εμβρυϊκού θανάτου (βλ. παράγραφο 5.3).

Εγκυμοσύνη

Το Xaluprine δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς που είναι έγκυες ή πιθανόν να μείνουν έγκυες χωρίς προσεχτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου.

Έχουν αναφερθεί περιστατικά πρόωρου τοκετού και χαμηλού βάρους γέννησης κατόπιν έκθεσης της μητέρας σε 6–μερκαπτοπουρίνη. Έχουν επίσης αναφερθεί συγγενείς ανωμαλίες και αυθόρμητες αποβολές μετά από έκθεση της μητέρας ή του πατέρα. Πολλαπλές συγγενείς ανωμαλίες έχουν αναφερθεί μετά από θεραπεία της μητέρας με 6-μερκαπτοπουρίνη σε συνδυασμό με άλλους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες.

Σύμφωνα με μια πιο πρόσφατη επιδημιολογική έκθεση, δεν υπάρχει αυξημένος κίνδυνος πρόωρων τοκετών, χαμηλού βάρους σε τελειόμηνους τοκετούς ή συγγενών ανωμαλιών σε γυναίκες οι οποίες εκτέθηκαν σε μερκαπτοπουρίνη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Συνιστάται η παρακολούθηση για τυχόν διαταραχές στο αιματολογικό και το ανοσοποιητικό σύστημα νεογνών από γυναίκες που εκτέθηκαν σε μερκαπτοπουρίνη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Θηλασμός Η 6–μερκαπτοπουρίνη έχει εντοπιστεί στο πρωτόγαλα και στο μητρικό γάλα γυναικών που

λαμβάνουν θεραπεία με αζαθειοπρίνη και, συνεπώς, ο θηλασμός αντενδείκνυται για τις γυναίκες που λαμβάνουν Xaluprine.

Γονιμότητα Η επίδραση της θεραπείας με 6–μερκαπτοπουρίνη στην ανθρώπινη γονιμότητα είναι άγνωστη,

υπάρχουν όμως αναφορές επιτυχούς πατρότητας/μητρότητας μετά τη λήψη θεραπείας κατά την παιδική ή την εφηβική ηλικία. Έχουν αναφερθεί περιστατικά παροδικής έντονης ολιγοσπερμίας μετά από έκθεση σε 6–μερκαπτοπουρίνη σε συνδυασμό με κορτικοστεροειδή.

4.7Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών

Δεν πραγματοποιήθηκαν μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών. Από τη φαρμακολογία της δραστικής ουσίας δεν είναι δυνατή η πρόβλεψη επιβλαβούς επίδρασης στις δραστηριότητες αυτές.

4.8Ανεπιθύμητες ενέργειες

Περίληψη του προφίλ ασφαλείας

Η κυριότερη ανεπιθύμητη ενέργεια της θεραπείας με 6–μερκαπτοπουρίνη είναι η καταστολή του μυελού των οστών που προκαλεί λευκοπενία και θρομβοκυτταροπενία.

Όσον αφορά τη μερκαπτοπουρίνη, δεν υπάρχει σύγχρονη κλινική τεκμηρίωση για τον επακριβή καθορισμό της συχνότητας των ανεπιθύμητων ενεργειών.

Πινακοποιημένος κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών

Ως ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν προσδιοριστεί τα ακόλουθα συμβάματα. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται κατά κατηγορία οργάνου συστήματος και συχνότητα εμφάνισης: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100, < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1000, < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000, < 1/1000), και

πολύ σπάνιες (< 1/10.000). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Κατηγορία οργάνου

Συχνότητα

Ανεπιθύμητη ενέργεια

συστήματος

 

 

 

 

Βακτηριακές και ιογενείς

Λοιμώξεις και παρασιτώσεις

Όχι συχνές

λοιμώξεις, λοιμώξεις

σχετιζόμενες με την

 

 

 

 

ουδετεροπενία

 

 

Νεοπλάσματα

 

 

συμπεριλαμβανομένων

 

 

λεμφοϋπερπλαστικών

 

 

συνδρόμων, καρκίνων του

 

Σπάνιες

δέρματος (μελάνωμα και μη

 

μελάνωμα), σαρκωμάτων

Νεοπλάσματα καλοήθη,

 

 

(Kaposi και μη Kaposi) και

κακοήθη και μη καθορισμένα

 

καρκίνου του τραχήλου της

(περιλαμβάνονται κύστες και

 

μήτρας in situ (βλ.

πολύποδες)

 

παράγραφο 4.4)

 

Πολύ σπάνιες

Δευτερογενής λευχαιμία και

 

μυελοδυσπλασία.

 

 

 

 

 

 

 

Ηπατοσπληνικό λέμφωμα

 

Μη γνωστές

από T-κύτταρα (HSTCL)*

 

 

(βλ. παράγραφο 4.4)

Διαταραχές του

Πολύ συχνές

Καταστολή του μυελού των

οστών· λευκοπενία και

αιμοποιητικού και του

 

θρομβοκυτταροπενία

λεμφικού συστήματος

 

Συχνές

Αναιμία

 

 

 

 

 

Όχι συχνές

Αρθραλγία, δερματικό

Διαταραχές του

εξάνθημα, φαρμακευτικός

ανοσοποιητικού συστήματος

 

πυρετός

 

Σπάνιες

Οίδημα προσώπου

 

 

 

Διαταραχές του

Συχνές

Ανορεξία

μεταβολισμού και της

 

 

Αγνωστες

Υπογλυκαιμία

θρέψης

 

Συχνές

Στοματίτιδα, διάρροια,

 

έμετος, ναυτία.

Διαταραχές του

 

Όχι συχνές

Παγκρεατίτιδα, στοματικό

γαστρεντερικού

έλκος

 

 

 

Πολύ σπάνιες

Εντερικό έλκος

 

 

 

Διαταραχές του ήπατος και

Συχνές

Χολική στάση,

ηπατοτοξικότητα

των χοληφόρων

 

Όχι συχνές

Ηπατική νέκρωση

 

 

 

 

Διαταραχές του δέρματος και

Σπάνιες

Αλωπεκία

του υποδόριου ιστού

Αγνωστες

Φωτοευαισθησία

 

 

 

Διαταραχές του

 

 

αναπαραγωγικού

Σπάνιες

Παροδική ολιγοσπερμία

συστήματος και του μαστού

 

 

*Σε ασθενείς με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου (IBD), ένδειξη για την οποία δεν έχει χορηγηθεί άδεια.

Στον παιδιατρικό πληθυσμό.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η6–μερκαπτοπουρίνη είναι ηπατοτοξική στα ζώα και στον άνθρωπο. Τα ιστολογικά ευρήματα στον άνθρωπο υποδεικνύουν ηπατική νέκρωση και χολική στάση.

Ηηπατοτοξικότητα ποικίλλει σημαντικά ως προς τη συχνότητα εμφάνισης και μπορεί να προκύψει με οιαδήποτε δόση, συχνότερα όμως όταν υπάρχει υπέρβαση της συνιστώμενης δόσης.

Ηπαρακολούθηση των εξετάσεων της ηπατικής λειτουργίας μπορεί να επιτρέψει τον έγκαιρο εντοπισμό ηπατοτοξικότητας. Η ηπατοτοξικότητα είναι συνήθως αναστρέψιμη όταν η θεραπεία με 6-μερκαπτοπουρίνη διακοπεί έγκαιρα, αλλά θα έχει προκληθεί μοιραία ηπατική βλάβη.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας

του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

4.9Υπερδοσολογία

Συμπτώματα και ενδείξεις Τα πρώτα συμπτώματα υπερδοσολογίας μπορεί να είναι γαστρεντερικές επιδράσεις,

περιλαμβανομένων ναυτίας, έμετου, διάρροιας και ανορεξίας. Η κυριότερη τοξική επίδραση παρατηρείται στον μυελό των οστών, προκαλώντας μυελοκαταστολή. Η αιματολογική τοξικότητα μπορεί να είναι εντονότερη σε περίπτωση χρόνιας υπερδοσολογίας από ό,τι μίας μόνο πρόσληψης Xaluprine. Ενδέχεται επίσης να προκληθεί ηπατική δυσλειτουργία και γαστρεντερίτιδα.

Ο κίνδυνος υπερδοσολογίας αυξάνεται επίσης όταν αναστολείς της οξειδάσης της ξανθίνης χορηγούνται ταυτόχρονα με 6–μερκαπτοπουρίνη (βλ. παράγραφο 4.5).

Διαχείριση Επειδή δεν υπάρχει αντίδοτο, η εικόνα του αίματος πρέπει να παρακολουθείται στενά και να

λαμβάνονται γενικά υποστηρικτικά μέτρα σε συνδυασμό με μετάγγιση αίματος, εφόσον κρίνεται απαραίτητο. Δραστικά μέτρα (όπως η χρήση ενεργού άνθρακα ή η πλύση στομάχου) ενδέχεται να μην είναι αποτελεσματικά σε περίπτωση υπερδοσολογίας 6–μερκαπτοπουρίνης, εκτός εάν η διαδικασία πραγματοποιηθεί εντός 60 λεπτών από την πρόσληψη.

5.ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντινεοπλασιακοί παράγοντες, αντιμεταβολίτες, ανάλογα πουρίνης, κωδικός ATC: L01BB02

Μηχανισμός δράσης Η 6–μερκαπτοπουρίνη είναι ένα μη δραστικό προφάρμακο που δρα ως ανταγωνιστής της πουρίνης,

αλλά για κυτταροτοξικότητα απαιτείται πρόσληψη από τα κύτταρα και ενδοκυτταρικός αναβολισμός σε νουκλεοτίδια της θειογουανίνης. Οι μεταβολίτες 6–μερκαπτοπουρίνης αναστέλλουν de novo τη σύνθεση πουρίνης και τις ενδομετατροπές των νουκλεοτιδίων της πουρίνης. Τα νουκλεοτίδια της θειογουανίνης ενσωματώνονται επίσης στα νουκλεϊκά οξέα, γεγονός που συμβάλλει στις κυτταροτοξικές επιδράσεις της δραστικής ουσίας.

Συνήθως υπάρχει διασταυρούμενη ανθεκτικότητα μεταξύ 6–μερκαπτοπουρίνης και 6-θειογουανίνης.

5.2Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση Η βιοδιαθεσιμότητα της 6–μερκαπτοπουρίνης που λαμβάνεται από το στόμα ποικίλλει σημαντικά

μεταξύ ατόμων, γεγονός που προκύπτει πιθανόν από τον μεταβολισμό πρώτης διόδου της ουσίας. Όταν χορηγήθηκε από το στόμα δόση 75 mg/m2 σε 7 παιδιατρικούς ασθενείς, η βιοδιαθεσιμότητα αντιστοιχούσε κατά μέσο όρο σε 16% της χορηγούμενης δόσης, με εύρος από 5 έως 37%.

Σε συγκριτική μελέτη βιοδιαθεσιμότητας σε υγιείς ενήλικες εθελοντές (n=60), τα 50mg πόσιμου εναιωρήματος Xaluprine αποδείχτηκαν βοϊσοδύναμα με το δισκίο αναφοράς 50mg για την AUC,

αλλά όχι και για τη Cmax. Η μέση (ΔΕ 90%) Cmax με το πόσιμο εναιώρημα ήταν κατά 39%

(22% - 58%) υψηλότερη από ό,τι με το δισκίο, παρόλο που υπήρχε μικρότερη μεταβλητότητα μεταξύ υποκειμένων (%C.V) με το πόσιμο εναιώρημα (46%) από ό,τι με το δισκίο (69%).

Βιομετασχηματισμός

Ο ενδοκυτταρικός αναβολισμός της 6-μερκαπτοπουρίνης καταλύεται από αρκετά ένζυμα για να σχηματιστούν τελικά 6-νουκλεοτίδια θειογουανίνης (TGN), ποικιλία όμως ενδιάμεσων TGN σχηματίζεται καθοδόν προς τον σχηματισμό TGN. Το πρώτο στάδιο καταλύεται από τη φωσφοριβοσυλ-τρανσφεράση της υποξανθίνης-γουανίνης η οποία παράγει μονοφωσφορική θειοϊνοσίνη (TIMP). Η 6–μερκαπτοπουρίνη υπόκειται επίσης σε S-μεθυλίωση από το ένζυμο S-μεθυλοτρανσφεράση της θειοπουρίνης (TPMT) και παράγει μεθυλμερκαπτοπουρίνη, η οποία είναι μη δραστική. Εντούτοις, η TPMT επίσης καταλύει την S-μεθυλίωση του βασικού μεταβολίτη νουκλεοτιδίων, του TIMP, για να σχηματιστεί μονοφωσφορική μεθυλοθειοϊνοσίνη (mTIMP). Τόσο η TIMP όσο και η mTIMP είναι αναστολείς της φωσφοριβοσυλ-πυροφωσφορικής αμιδοτρανσφεράσης, ένα ένζυμο το οποίο είναι σημαντικό για τη de novo σύνθεση πουρίνης. Η οξειδάση της ξανθίνης είναι το κυριότερο καταβολικό ένζυμο και μετατρέπει την 6–μερκαπτοπουρίνη στον μη δραστικό μεταβολίτη 6-θειουρικό οξύ. Το τελευταίο απεκκρίνεται στα ούρα. Ποσοστό περίπου 7% μίας από του στόματος δόσης αποβάλλεται ως αναλλοίωτη 6–μερκαπτοπουρίνη εντός 12 ωρών μετά τη χορήγηση.

Αποβολή

Ηημιζωή αποβολής της 6–μερκαπτοπουρίνης είναι 90 ± 30 λεπτά, αλλά οι ενεργοί μεταβολίτες έχουν

μεγαλύτερη ημιζωή (περίπου 5 ώρες) σε σχέση με την αρχική ένωση. Η φαινομενική κάθαρση από το σώμα είναι 4832 ± 2562 ml/min/m2. Η ποσότητα 6–μερκαπτοπουρίνης που διεισδύει στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό είναι μικρή.

Ηκύρια οδός αποβολής της 6–μερκαπτοπουρίνης είναι μέσω του μεταβολισμού.

5.3Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Γονοτοξικότητα Η 6–μερκαπτοπουρίνη, όπως και άλλοι αντιμεταβολίτες, είναι μεταλλαξιογόνος και προκαλεί

χρωμοσωμικές ανωμαλίες in vitro και in vivo σε ποντίκια και αρουραίους.

Καρκινογένεση Δεδομένης της γονοτοξικής δυναμικής της, η 6–μερκαπτοπουρίνη είναι δυνητικά καργινογόνος.

Τερατογένεση Η 6–μερκαπτοπουρίνη προκαλεί εμβρυϊκή θνησιμότητα και σοβαρή τερατογένεση σε ποντίκια,

αρουραίους, ινδικά χοιρίδια και κουνέλια σε δόσεις που είναι μη τοξικές για τη μητέρα. Σε όλα τα είδη, ο βαθμός εμβρυοτοξικότητας και ο τύπος δυσπλασιών εξαρτώνται από τη δόση και το στάδιο της κύησης κατά τον χρόνο χορήγησης.

6.ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1Κατάλογος εκδόχων

Κόμμι ξανθάνης Ασπαρτάμη (E951)

Συμπυκνωμένος χυμός σμέουρου Σακχαρόζη

Άλας νατρίου του παραϋδροξυβενζοϊκού μεθυλεστέρα (E219) Άλας νατρίου του παραϋδροξυβενζοϊκού αιθυλεστέρα (E215) Σορβικό κάλιο (Ε202)

Υδροξείδιο του νατρίου Κεκαθαρμένο ύδωρ

6.2Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3Διάρκεια ζωής

1 χρόνος

Μετά το πρώτο άνοιγμα: 56 ημέρες.

6.4Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25ºC. Διατηρείτε τη φιάλη καλά κλεισμένη (βλ. παράγραφο 6.6).

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Γυάλινη φιάλη κατηγορίας III φαιοκίτρινου χρώματος με πώμα ασφαλείας για παιδιά (συσκευασία στην οποία μπορεί να ανιχνευτεί τυχόν παραβίασή της) (HDPE με ταινία διογκωμένου πολυαιθυλενίου) η οποία περιέχει 100 ml πόσιμου εναιωρήματος.

Κάθε συσκευασία περιέχει μία φιάλη, έναν προσαρμογέα φιάλης HDPE και 2 δοσιμετρικές σύριγγες πολυαιθυλενίου (μία ιώδη σύριγγα με βαθμονόμηση 1 ml και μία λευκή σύριγγα με βαθμονόμηση 5 ml).

6.6Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Ασφαλής χειρισμός

Συνιστάται πλύσιμο των χεριών τόσο πριν όσο και μετά τη χορήγηση μιας δόσης Xaluprine. Για τον περιορισμό του κινδύνου έκθεσης, κατά τον χειρισμό του Xaluprine οι γονείς και οι νοσηλευτές πρέπει να φορούν γάντια μιας χρήσης.

Πρέπει να αποφεύγεται η επαφή του Xaluprine με το δέρμα και τον βλεννογόνο υμένα. Εάν το Xaluprine έρθει σε επαφή με το δέρμα ή με τον βλεννογόνο, θα πρέπει να ξεπλένεται αμέσως και επιμελώς με σαπούνι και νερό. Τυχόν εκλυθέν υλικό πρέπει να σκουπίζεται αμέσως.

Γυναίκες που είναι ή σκοπεύουν να μείνουν έγκυες ή θηλάζουν δεν πρέπει να χειρίζονται το

Xaluprine.

Θα πρέπει να δίδονται οδηγίες σε γονείς / νοσηλευτές και ασθενείς ώστε να φυλάσσουν το Xaluprine σε θέση την οποία δεν βλέπουν και δεν προσεγγίζουν τα παιδιά, κατά προτίμηση σε κλειδωμένο ντουλάπι. Η τυχαία κατάποση μπορεί να είναι θανατηφόρα για τα παιδιά.

Διατηρείτε τη φιάλη καλά κλεισμένη ώστε να προστατεύετε την ακεραιότητα του προϊόντος και να ελαχιστοποιείτε τον κίνδυνο τυχαίας έκλυσης.

Η φιάλη πρέπει να ανακινείται έντονα επί τουλάχιστον 30 δευτερόλεπτα ώστε να διασφαλίζεται η καλή ανάμιξη του πόσιμου εναιωρήματος.

Διάθεση

Το Xaluprine είναι κυτταροτοξικό. Κάθε προϊόν που δεν έχει χρησιμοποιηθεί ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7.ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Nova Laboratories Limited Martin House

Gloucester Crescent

Wigston, Leicester LE18 4YL Ηνωμένο Βασίλειο

8.ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

EU/1/11/727/001

9.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 09 Μαρτίου 2012 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 18 Νοέμβριος 2016

10.ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Λεπτομερή πληροφοριακά στοιχεία για το συγκεκριμένο προϊόν είναι διαθέσιμα στην ιστοσελίδα του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων http://www.ema.europa.eu

Σχόλια

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
  • Βοήθεια
  • Get it on Google Play
  • Σχετικά
  • Info on site by:

  • Presented by RXed.eu

  • 27558

    φάρμακα με συνταγογράφηση που απαριθμούνται